Θεραπαινίδα τῆς ἰσλαμικῆς θεολογίας

Λέγεται, συνήθως δηκτικά, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς χρησιμοποίησε τὴ φιλοσοφία τῶν Ἀρχαίων ἁπλῶς ὡς ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας. Ἂν καὶ αὐτὸ ἔχει ἀρκετὰ σφάλματα, ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴ Δύση, εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε γιατί μετέφρασαν οἱ Ἄραβες (δηλαδή, οἱ Χριστιανοὶ ὑπὸ τοὺς Ἄραβες) τὸν Ἀριστοτέλη.

Οἱ μουσουλμάνοι διαλεκτικοὶ θεολόγοι … βρῆκαν ὅτι ὁ νεοπλατωνικὰ χρωματισμένος ἀρισττελισμὸς ἐξυπηρετοῦσε κάλλιστα τὶς θρησκευτικές τους προϋποθέσεις. Ὅ,τι ὁ νεοπλατωνισμὸς διδάσκει περὶ Ἑνός, συνδυασμένο μὲ τὴν «νόησιν τῆς νοήσεως» ἢ «τὸ πρῶτο κινοῦν ἀκίνητον» τοῦ Ἀριστοτέλη φαινόταν ὅμοιο πρὸς τὰ διδάγματα τῆς αὐστηρῆς μονοθεΐας τοῦ Ἰσλάμ, ποὺ δέχεται τὸν Θεὸ ὡς μόνη ὑπερβατικὴ ἀρχή. […]

Ὁ al-Kindi …  προσπάθησε νὰ δημιουργήσει μιὰ «προηγμένη» μουσουλμανικὴ θεολογία, βασισμένη στὴ λογικὴ ἑρμηνεία τῆς «ἀποκαλύψεως», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μιὰ φιλοσφοία, ποὺ σκοπός της ἦταν νὰ χρησιμοποιήσει τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπινων διανοητικῶν ἱκανοτήτων γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ Θεοῦ, τοῦ σύμπαντος καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ νὰ πετύχει τὸ σκοπό του, προσανατολίστηκε πρὸς τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ παράδοση. […] Ὁ ἁγώνας ποὺ κατέβαλε ὁ al-Kindi ἦταν ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ νὰ εἰσαγάγει τὴ φιλοσοφία στὰ πεδία τῆς θεολογίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ σύρει τὴν διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὴ φιλοσοφία καὶ τὴ θεολογία. […] Ὑπάρχουν περιτπώσεις ποὺ ἀποκάλυψη καὶ φιλοσοφικὴ γνώση ὁδηγοῦν στὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα, μερικὲς ὅμως θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς πίστης δὲν ἀποδεικνύονται μὲ τὸ λόγο. Εἶναι ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθειες… […] Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τοὺς νεοπλατωνικούς, ὁ κόσμος εἶναι αἰώνιος καὶ ἀδημιούργητος. Ὁ al-Kindi, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία μὲ τὴν ἰσλαμικὴ θρησκεία … πιστεύει ὅτι ἡ πρωταρχικὴ «ὕλη» εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι «ἀίδιος», ὅπως διδάσκει ὁ Ἀριστοτέλης. […]

Ὁ al-Ghazzali […] γράφει ἐναντίον τῆς φιλοσοφίας ἐν ὀνόματι τοῦ θρησκευτικοῦ νόμου, ἔχοντας κυ;ριως μπροστά του τὶς ἰδέες τοῦ Ἀβικέννα. Καταπολεμᾶ κυρίως τὴν περὶ αἰωνιότητας τοῦ κόσμου διδασκαλία, τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐξ ἀνάγκης καὶ ὄχι μὲ τὴν ἐλεύθερη θέλησή του δημιουργὸς τοῦ κόσμου … καὶ τὴν ἄρνηση τῆς ἀναστάσεως τοῦ σώματος. […]

Ὁ Ἀβερρόης παρουσιάζει στὸ σημεῖο αὐτὸ μιὰ παρέκκληση ἀπὸ τὴν ἀριστοτελικὴ σκέψη.  […] τείνει νὰ δεχτεῖ τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία τοῦ κόσμου… […] ἀπορρίπτει τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο μὲ βάση μιὰ προϋπάρχουσα ὕλη.

Γ. Ζιάκας, Τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα καὶ Ἀριστοτέλης στὴν ἀραβικὴ παράδοση, Ἀθήνα 20072, σσ. 157 – 219.

Ὁ Ibn Sina (Ἀβικέννας) ἀπὸ τὴ μιὰ ἦταν πιστὸς Μουσουλμάνος κι ἀπὸ τὴν ἄλλη δεχόταν τὴ νεοπλατωνικὴ – «ἀριστοτελικὴ» ἄποψη ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀναγκαστικὰ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ὅτι τὸ σύμπαν εἶναι αἰώνιο, καὶ θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀνάσταση τοῦ σώματος ἦταν ἁπλὸ σύμβολο γιὰ τὸ λαό. Βασικά, καὶ στὸ Βυζάντιο ὑπῆρχαν τέτοιοι (Ἰταλός, Πλήθων). Ὑποτίθεται ὅμως ὅτι οἱ Ἄραβες δὲν ἦταν θρησκόληπτοι κι ἀντιφιλοσοφικοί, κι ὅμως ἀντέδρασαν σὲ τέτοιες θεωρίες, κι ὅμως κι αὐτοὶ τέθηκαν μπροστὰ στὸ δίλημμα π.χ. αἰωνιότητα τοῦ κόσμου ἢ δημιουργία του.

Στὸ Βυζάντιο ἡ φιλοσοφία δὲν εἶναι ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας γιατὶ δὲν ὑφίσταται ἡ τεχνητὴ αὐτὴ συγκόλληση αὐτῶν τῶν δύο, μαζὶ μὲ τὴν εἰδωλοποίηση τοῦ Ἀριστοτέλη. Δὲν ὑπάρχει ἐκείνη ἡ δυτικὴ καὶ ἰσλαμικὴ δουλικότητα πρὸς τὴ φιλοσοφία, ποὺ τελικὰ κάνει κακὸ καὶ στὴ φιλοσοφία ἀλλὰ καὶ στὴ θεολογία. Παράλληλα μὲ τὴν ἀδιάλλειπτη διδασκαλία καὶ ἀντιγραφὴ τῶν Ἀρχαίων, ἔχουμε τὴ δημιουργικὴ μετάπλαση τῆς φιλοσοφικῆς γλώσσας:

…κυριάρχησε ἡ ἐξίσου ἐσφαλμένη ἄποψη ὅτι στὸ Βυζάντιο ὑπῆρξε μία καὶ μοναδικὴ φιλοσοφία, ἡ «κατὰ Χριστὸν φιλοσοφία». … Εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ δώσει κανεὶς τὴ σωστὴ ἑρμηνεία, ἂν ἐξαρχῆς δὲν κατανοήσει τὴ διπλὴ μεθοδολογία τοῦ θεολογεῖν… Προηγεῖται ἡ θεολογία ὡς πείρα, προφητεία καὶ χαρισματικὴ ζωή, καὶ ἀκολουθεῖ ἡ θεολογία ὡς περιγραφὴ αὐτῆς τῆς ζωῆς, τῶν ἐκδηλωμάτων της καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ποὺ δημιουργεῖ. Τούτη ἡ περιγραφὴ μπορεῖ νά ‘ναι ἐπιστήμη πραγμάτων, ἑρμηνεία καὶ φιλοσοφικὸς στοχασμός. … Ἑπομένως, ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ φιλοσοφεῖν περὶ Θεοῦ στὸ περιρρέον κλίμα τῆς πείρας καὶ τῆς χαρισματικῆς ζωῆς, καὶ ἄλλο ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ φιλοσοφικὴ περιγραφὴ καὶ ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν φαινομένων τῆς ζωῆς καὶ τῶν μνημείων της. […] «Δούλη καὶ θεραπαινὶς» τῆς θεολογίας καλεῖται ἡ φιλοσοφία ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Καντακουζηνό, ποὺ ἔγινε μοναχός, ἀλλὰ τοῦτο διόλου δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ὅρος εἶναι καθιερωμένος ἀπὸ μιὰ σχολή, παρόμοια μὲ ἐκεῖνες ποὺ ἀνθοῦσαν στὴ Δύση. Ἡ περιγραφὴ καὶ ἡ ἑρμηνεία τῶν δογμάτων μέσῳ τοῦ ἐπιστημονικοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ, καὶ ὄχι ἡ λογικὴ δικαίωσή τους, συντέλεσε στὴ δημιουργία τῶν ρωμαλέων πολιτιστικῶν ἀγαθῶν τῆς περιρρέουσας πνευματικῆς ἀτμόσφαιρας τοῦ Βυζαντίου…. […]

Πλεῖστοι ὅσοι βυζαντινολόγοι, ἀτυχῶς ἀκόμη καὶ στὶς ἡμέρες μας, κάνουν λόγο γιὰ σκοτεινὲς περιόδους τοῦ Βυζαντίου… καὶ ὡς φωτεινὲς περιόδους δέχονται μονάχα ἐκεῖνες τὶς ἐποχὲς ὅπου διαπιστώνουν «ἀναγέννηση» ἑλληνικῶν στοιχείων, ἐπειδὴ κάποιοι λόγιοι, θεολόγοι καὶ μή, ἀσχολοῦνται μὲ ἑλληνικὰ χειρόγραφα καὶ ἐπιδίδονται σὲ φιλολογικοὺς σχολιασμούς· ἐπισημαίνοντας ὅλα αὐτὰ οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος βυζαντινολόγοι, καὶ μολονότι ἔχουν ἄσβεστο τὸν καημὸ νὰ ἐντοπίσουν ἀναγέννηση ἑλληνικῶν στοιχείων, δὲν βλέπουν τὴν ἑλληνικότητα, λόγου χάρη, στὴ θεολογία, στὴ γλώσσα, στὴ ζωγραφική, στὴν ἀρχιτεκτονική, στὴ μουσικὴ καὶ σὲ ἄλλα μνημεῖα. Θὰ ἔλεγα πὼς ὁ Πλάτων ἐπέζησε στὴν ἀσκητικὴ θεολογία, μὲ τὴ διδασκαλία γιὰ τὴ μεταμόρφωση τοῦ λογιστικοῦ, τοῦ θυμοειδοῦς καὶ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, καὶ ὄχι στὰ χειρόγραφα καὶ στοὺς σχετικοὺς σχολιασμοὺς χωρίων. […]

Ἡ φιλοσοφία ὡς παίδευση, ἑρμηνεία, στοχασμός κ.τ.λ., δὲν ἦταν μπορετό, μήτε ἄλλωσε καὶ ἐπιστημολογικὰ θεμιτό, ν’ ἀντικαταστήσει τὴ δογματικὴ διδασκαλία. Ὅμως μποροῦσε καὶ ἐπιβαλλόταν νὰ καταγίνεται μὲ τὰ κτιστὰ πράγματα καὶ μὲ τὴν περιγραφὴ καὶ τὴν ἑρμηνεία τῆς χαρισματικῆς πείρας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καὶ τῶν ζωντανῶν φορέων. Ἡ πείρα ὡστόσο δὲν ἦταν νοητό, καὶ ἀπὸ ἐπιστημολογικὴ ἄποψη, νὰ εἶναι ἀπόρροια συλλογισμῶν καὶ νὰ στηρίζεται σ’ αὐτούς. […]  Σὲ τοῦτο τὸ κλίμα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ δὲν γεννιοῦνται αὐτόνομες φιλοσοφίες ἢ αὐτόνομα φιλοσοφικὰ συστήματα, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθοῦν σχολὲς φιλοσοφίας. […]

…ὁδηγούμαστε στὸ σταθερὸ δόγμα ὅτι ἀναγέννηση ἑλληνικὴ ἔχουμε ὅτι μόνο ὅταν στὸ πανεπιστήμιο κάποιοι λόγιοι σχολιάζουν πλατωνικὰ καὶ ἀριστοτελικὰ χειρόγραφα, αὶ δὲν εἶναι διόλου ἑλληνικότητα ἡ μετάπλαση τῆς φιλοσοφικῆς γλώσσας σὲ ἄλλες δημιουργικὲς μορφὲς μέσω τῆς θεολογίας, ὅπως, λόγου χάρη, συνέβη μὲ τὸ Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη, Μάξιμο Ὁμολογητὴ καὶ Ἰωάννη Δαμασκηνό. … Ἄλλωστε, ἡ μετάπλαση αὐτὴ δὲν ἔχει συμβεῖ μόνο στὸ χῶρο τῆς θεολογίας, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἴδιο γόνιμο καὶ δημιουργικὸ τρόπο σὲ κάθε μορφὴ τῆς βυζαντινῆς τέχνης.

Ν. Ἀθ. Ματσούκας, Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας. Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς – Βυζαντινῆς – Δυτικοευρωπαϊκῆς. Μὲ σύντομη εἰσαγωγὴ στὴ φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 315 – 331.

This entry was posted in Άραβες, φιλοσοφίες, Αρχαιότητα, Δυτικοί, Δύση, Ισλάμ, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s