φιλοβυζαντινά – νεοελληνικά

Ὁ H. Hunger μᾶς λέει ὅτι χάρη στὶς ἀνθρωπιστικὲς τάσεις τοῦ Φωτίου ἡ φιλοσοφία στὸ Βυζάντιο δὲν ἔγινε ancilla theologiae. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἔχει μέγιστη δόση παραδοξότητας γιὰ τοὺς ἑξῆς καταρχὴν βάσικοὺς λόγους: α΄) Ὣς τὸν ἔνατο αἰώνα, ὅπου δρᾶ ὁ Φώτιος, ἔγιναν κοσμογονικὲς συναντήσεις φιλοσοφίας καὶ θεολογίας, συνάμα ἡ ἑλληνικὴ ἰδιοφυΐα εἶχε ἀφομοιωθεῖ σ’ ὅλες τὶς μορφὲς τῆς τέχνης. Ἄραγε τὰ πάντα ἄρχισαν ἐξαρχῆς ἀπὸ τὸ ἔνατο αἰώνα; Ὁ Φώτιος λοιπὸν εἶχε διορθώσει ἢ ἀπορρίψει τὴν προηγούμενή του παράδοση; β΄) Προφανῶς ὁ Hunger  γνωρίζει τὸ ρόλο τῆς φιλοσοφίας ὡς ὑπηρέτριας τῆς θεολογίας ἀπὸ τὸ δυτικὸ σχολαστικισμό. Φρονῶ ὅτι μᾶλλον ἀποδέχεται τὴν ἄποψη πὼς στὴν ὀρθόδοξη θεολογία δὲν ὑπῆρξε φιλοσοφία ὡς ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας. Ὅπως διατυπώνει ὅμως τὸν ἰσχυρισμό του, ἡ κατάσταση αὐτὴ πρέπει νὰ ἄρχισε νὰ πραγματώνεται ἀπὸ τὸ Φώτιο καὶ ἐφεξῆς! Κάτι τέτοιο εἶναι τωόντι ἀδιανόητο, γιατὶ ἢ ὣς τότε δὲν εἶχε γίνει τίποτα ἢ ἡ φιλοσοφία εἶχε πάρει τὸ ρόλο τῆς ὑπηρέτριας, καὶ μετὰ τὸ Φώτιο τὰ πράγματα ἄλλαξαν. Φιλολογικὰ καὶ ἱστορικὰ θά ‘ταν ἄκρως δυσχερὴς ἡ ὑποστήριξη μιᾶς τέτοιας θέσης καὶ στὶς δυὸ ὑποθέσεις. γ΄) Ἡ μέγιστη συμβολὴ τοῦ Φώτιου, ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ ὁποιουδήποτε σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση, στὴ διοργάνωση τοῦ Πανεπιστημίου καὶ στὴν προσέλκυση ἱκανῶν μαθητῶν καὶ σοφῶν δασκάλων….δὲν σημαίνει ὅτι τοῦτο συντελεῖται εἰσβάρος ἢ σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ θεολογία τῆς παράδοσης. Ἀπεναντίας τὰ συγγράμματα τοῦ Φωτίου πείθουν ὅτι καὶ τὴ θεολογία λάμπρυνε στὸ ἔπακρο. Ἑπομένως δὲν ὑφίσταται καμιὰ διαλεκτικὴ μεταξὺ θεολογίας καὶ ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ἔπειτα ἡ διπλὴ θεολογικὴ μεθοδολογία τόσων αἰώνων εἶχε ριζώσει βαθιὰ πιὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Ὁ Φώτιος δὲν θὰ μποροῦσε ν’ ἀνατρέψει παράδοση αἰώνων, μήτε ἐξαρχῆς καὶ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος χάρη στὶς ὅποιες ἀνθρωπιστικὲς ἀντιλήψεις νὰ δημιουργήσει κάτι ριζικὰ τὸ νέο. […]

Ἐδῶ νὰ παρενθέσω καὶ πάλι τὴν παρατήρηση ὅτι παράδοξη καὶ ἀντιεπιστημονικὴ εἶναι ἡ διάκριση ποὺ γίνεται, εἰδικὰ στὸ βυζαντινὸ πολιτισμό, ἀνάμεσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοσμικὴ ποίηση ἢ στὴ χριστιανικὴ καὶ εἰδωλολατρική. Καὶ ἂν ἡ διάκριση αὐτὴ ἁπλῶς ἐπισημαίνει τὸ περιεχόμενο, μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ γίνει κατανοητὴ καὶ ἀνεκτή. Ἀλλιώτικα, ἡ ποίηση εἶναι ποίηση, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ποιὸ περιεχόμενο ζωῆς δονεῖ τὸ δημιουργό. Καὶ ἑπομένως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνει λόγο γιὰ ποίηση ἐκκλησιαστικὴ ἢ θύραθεν ἢ παγανιστική, καὶ τὰ παρόμοια, μὲ σκοπὸ νὰ ἐπισημάνει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ δὲν ἔχει θέση στὸν πολιτισμὸ ἢ ὅτι ἡ ποίηση αὐτή, κατὰ περιεχόμενο εἶναι θρησκευτική, ἀλλὰ κατὰ τὴν αἰσθητικὴ εἰδωλολατρικὴ ἢ ἑλληνικὴ ἢ παγανιστική! Τέτοια παραδοξολογήματα καὶ σχιζοφρενικὰ κατασκευάσματα ἀτυχῶς ὣς σήμερα διαβάζουμε σὲ ἀρκετὲς πραγματεῖες περὶ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ἢ βυζαντινῆς λογοτεχνίας. Μὲ ἄλλα λόγια παράδοξη εἶναι ἡ διάκριση σὲ historia profana καὶ σὲ historia sacra, ποὺ δυστυχῶς τὴν υἱοθετοῦν πλεῖστοι ὅσοι θεολόγοι ἐρευνητὲς καὶ μὴ θεολόγοι. Βλ. Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἐν λευκῷ, σ. 278: «Περίεργο πράγμα, Ἡ πίστη νὰ ἐμπνέει μιὰ τόσο ὑψηλὴ αἰσθητικὴ καὶ τὴν ἴδια στὶγμὴ νὰ τὴν ἀρνιέται». Ἀλλὰ τὸ ἀληθῶς περίεργο…εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πίστη ποτὲ δὲν ἀρνήθηκε τὴν αἰσθητική. Ὡστόσο δὲν βλέπουν αὐτὴ τὴν αἰσθητικὴ σ’ αὐτὴ μόνο ὅσοι κρίνουν μὲ a priori προκαταλήψεις ἢ ἄλλου εἴδους σχήματα τέτοια δημιουργήματα τοῦ χρωστήρα ἢ τοῦ λόγου ἢ ἄλλων μέσων, καὶ ἔτσι καταλήγουν ἐν ψυχρῷ σὲ τόσο ἐσφαλμένα συμπεράσματα. […]

…ἡ Ἑλένη Ἀρβελὲρ ἐπικαλούμενη τοὺς «αἰθέριους τρούλους» τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἐνισχυτικὰ τὴ γνώμη τοῦ σοφοῦ Malraux ( = «Τὸ Βυζάντιο ἔβαλε τόσους αἰῶνες γιὰ νὰ ξεχάσει τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ὅσους ἡ ἀρχαιότητα γιὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψει»!) ἀσπάζεται τὴν ἄποψη γιὰ τὴν ἄκρα ὑποτίμηση τοῦ σώματος ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς. Ἀλλὰ προσωπικὰ δὲν καταλαβαίνω πῶς οἱ «αἰθέριοι τροῦλοι» ἀποδεικνύουν τὴν ὑποτίμηση τοῦ σώματος. Ἔπειτα οἱ τροῦλοι…μᾶλλον ἑνώνουν γῆ καὶ οὐρανό, καὶ δὲν ὑποτιμοῦν διόλου τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἀλλὰ γιατί ἡ Ἀρβελὲρ καὶ ὅσοι ἰσχυρίζονται τὰ παρόμοια δὲν πρόσεξαν τοὺς ἐσταυρωμένους τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας; Καὶ οἱ Βυζαντινοὶ ἄλλωστε δὲν ἔχτιζαν μόνο κομψὲς ἐκκλησίες μὲ «αἰθέριους τρούλους», καταπῶς λέει ἡ Ἀρβελέρ, ἀλλὰ θαυμάσια τείχη, μηχανές, πλοῖα, ὑδραγωγεῖα, ἱππποδρόμους, μουσεῖα, λουτρά κτλ. κτλ. Προπαντὸς ἄλλου λουτρὰ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, καὶ ὅλες οἱ πόλεις εἶχαν ἄφθονο νερό! Πέρα ἀπὸ τὰ παραπάνω καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀναπτυχθεῖ διὰ μακρῶν, πρέπει νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι καθὼς κάποιος ἀσκεῖ, καὶ ἐνίοτε ἴσως σκληρά, τὸ σῶμα του, τοῦτο μπορεῖ νὰ σημαίνει ὄχι ὑποτίμηση, ἀλλὰ τὸ ἐντελῶς ἀντίθετοι: ὅτι στὸ σῶμα του ἀποδίδει μέγιστη ἀξία, ὅπως ὁ ἀθλητὴς και ἐκεῖνος, ποὺ φροντίζει γιὰ τὴν ὑγεία του καὶ τὴν κομψότητα.

Ν. Ἀθ. Ματσούκας, στορα τς Φιλοσοφας. ρχαας λληνικς – Βυζαντινς – Δυτικοευρωπαϊκς. Μ σντομη εσαγωγ στ φιλοσοφα, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 433 – 434, 473, 571 – 572.

Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ Βυζαντίου, ἀκόμη καὶ ἀπὸ φιλοβυζαντινούς, ξένους κι Ἕλληνες, μὲ τὶς παρωπίδες τῆς Δύσης δὲν συμβάλλει στὴν ἔρευνα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοσμοθεώρησής του. Παρωπίδες τῆς Δύσης εἶναι, φυσικά,  τὰ μεσαιωνικὰ καὶ νεότερα κριτήρια καὶ χαρακτηριστικὰ τὰ ὁποῖα τὴν διακρίνουν, ὅταν μὲ αὐτὰ κρίνεται τὸ Βυζάντιο. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν κριτηρίων: ἡ μεσαιωνικὴ δυτικὴ ριζικὴ διάκριση ἱεροῦ – βέβηλου (ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ., μὲ τὴ φοβία τῆς ἀρχαίας σοφίας), ἡ τεχνητὴ συγκόλληση (ὅπως στοὺς Ἄραβες) φιλοσοφίας – θεολογίας ὑπὸ τὸν ὅρο «ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας», ἡ ἀντιμετώπιση τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς ὡς «θρησκευτικῆς». Ἤ, στὰ τωρινά, ἡ ἀδυναμία νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ αἰσθητικὴ τῆς βυζαντινῆς τέχνης (ἐπειδὴ δὲν ἔγραψαν τόμους περὶ αἰσθητικῆς θεωρίας οἱ Βυζαντινοί) κι ὅτι ὑπάρχει λογοτεχνία στὸ μεσοδιάστημα μεταξὺ τοῦ προχριστιανικοῦ καὶ τοῦ νεοτερικοῦ δυτικοῦ κόσμου, ἡ ἀδυναμία νὰ συνειδητοποιηθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ κριτικὴ στὴ Δύση, μὲ διανοητικὰ ἐργαλεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη αἰώνων στὴν Ἄννα Κομνηνή (μὲ τὸ Φώτιο καὶ ἤδη μὲ τὶς νύξεις τοῦ Μ. Βασίλειου) καὶ τὸν Ἀθανάσιο Πάριο, δὲν εἶναι πρόσφατο προϊὸν τῶν δυτικῶν σαλονιῶν καὶ στοχασμοῦ -ὅπως κι ὁ «ἑλληνοχριστιανισμὸς» δὲν ἦταν ἐμπνευσμένος ἀπὸ ἀντίστοιχα συντηρητικὰ καὶ φιλομεσαιωνικὰ ρευμάτα τῆς εὐρωπαϊκῆς Παλινόρθωσης ἀλλὰ ἀνιχνεύεται καὶ στὸ 1821 καὶ αἰῶνες πρίν.

Γενικά, ὑπάρχει τέτοια ἀδιαφορία γιὰ τὸ Βυζάντιο, καὶ τέτοιος ἐκδυτικισμός. Ὁ Ἐλύτης π.χ., ποὺ ὑποτίθεται ὅτι εἶχε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν Ρωμανό, ὄχι ὅμως σὲ βάθος, πέρα ἀπὸ τὴ γλώσσα δηλαδή. Ὅπως καὶ μιὰ σειρὰ μεγάλων νεοελλήνων ποιητῶν μὲ τὴν πόζα τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀναγέννησης καὶ τὴν «ἐπιτέλους ἐλευθερία!», βγάζει ἕναν ἐκδυτικισμένο πολιτισμικὰ τύπο ἀνθρώπου, μὲ τὰ φωτολατρικὰ μοτίβα (ἔχει λίγο φῶς στὸ Βορρά, καὶ ἡ ἐξύμνησή του ἀρέσει στοὺς Βόρειους)· ἄλλοι, μὲ στὸν στανικὸ παγανοχριστιανισμό τους (Δίας καὶ Χριστός, ἡ Ἀρβελέρ, Ἄδωνις καὶ Χριστός, ὁ Σικελιανός, Στάλιν καὶ Χριστὸς ὁ Ρίτσος). Ἀλλὰ ἅμα στοὺς Ἕλληνες θίξεις τὰ τοτέμ τους, ὅλοι ἐξεγείρονται γιατὶ πῶς θὰ ζήσουν χωρὶς τέχνες καὶ γράμματα, καὶ κυρίως πῶς νὰ ζήσουν χωρὶς τὴν εἰκόνα ἑνὸς μικροῦ-μικροῦ θαύματος, τῆς νεότερης ἀχριστιανικῆς Ἑλλάδας; Ὁ Ροΐδης ἀποκαλεῖ «τερατόμορφες» τὶς εἰκόνες, «μαυρογραφία» τὴ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ καὶ «ρινοφωνία» τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική. Ὁ Λασκαράτος θεωρεῖ «ντροπιασμένα βιβλία» τὰ συναξάρια -ὄχι σὰν τὴν ἀπολαυστικὴ λογοτεχνία. Τὸ πιὸ ἀστεῖο, κακὸ ἀστεῖο ὅμως, εἶναι ὅτι ὅλη ἡ συντεχνία τῶν «λογοτεχνῶν» καὶ τῶν «διανοουμένων» τῆς Ἑλλάδας (καὶ τὰ δυτικὰ πρότυπά τους), πρῶτα βύθισε στὴ Δύση τοὺς Ἕλληνες καὶ σήμερα διαπιστώνει: «Ἄ, οἱ Ἕλληνες εἶναι Δυτικοί, ἤ: εἶναι ἄθρησκοι, ἤ: εἶναι Ἀρχαῖοι Ἕλληνες», κι ἀναρωτιέσαι, «μὰ ποιὸν κοροϊδεύουν; τὸν ἑαυτό τους; Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔφτειαξαν αὐτὴ τὴ χαβούζα». Σὰν τὸν πατροκτόνο ποὺ ζήτησε ἐπιείκεια ἀπὸ τοὺς δικαστὲς γιατὶ ἦταν ὀρφανός.

Ἀφοῦ οἱ Νεοέλληνες θέλουν νὰ κρατήσουν τὴν ἱερὴ ἀπόλαυση τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς ποίησης πάνω ἀπὸ τὸν βυζαντινισμό, ἀντὶ γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὶς παρωπίδες μὲ τὶς ὁποῖες βλέπουν τὸ παρελθόν τους, κι ἀφοῦ ἄλλοι θαυμάζουν ποὺ ἡ Δύση ἔκαμε τὴ ἐκκοσμικευτικὴ ρήξη καὶ «προτίμησε τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν τέχνη» ἀντὶ τῆς θεολογίας, τότε καὶ τὴν ἀπόλαυσή τους θὰ χάσουν καὶ θὰ περιτεμνηθοῦν. Στὸ πέος ἢ στὸ λαιμό, τὸ μαχαίρι δὲν τὸ γλιτώνουν. Ἕνας πολιτισμὸς 200 χρόνων εἶναι πολὺ μικρὸς καὶ λίγος (πεθαίνει, ἄλλωστε…) γιὰ νὰ μιλᾶ μὲ τέτοια ξιπασιὰ καὶ περιφρόνηση κατὰ ἑνὸς πολιτισμοῦ 1.000 ἐτῶν μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ὁ δεύτερος δὲν εἶχε λογοτέχνες, διηγήματα μεταφραζόμενα, καὶ σαλόνια. Ἄλλωστε, γιὰ νὰ προκαλέσω λίγο, ὅπως ὁ ἀρχαιόθρησκος Πλωτίνος καὶ οἱ Πατέρες συμφωνοῦν, ἡ φαντασία εἶναι πολὺ κακὸ πράγμα. Ὅπως κι ἀποδείχτηκε ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς φαντασίας ποὺ κυκλοφοροῦν ἀνάμεσά μας. Ἀντιστρέφοντας τὸν (ἀντιδυτικὸ ἀλλὰ παγανιστή) Περικλῆ Γιαννόπουλο: Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὸ Βυζάντιο παρὰ μόνο μέσῳ τοῦ ἀποχριστιανισμένου νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ νεκροσέντονου τῆς Μητέρας Δύσης σας, τότε ΕΡΡΕΤΩ τέτοιος Νεοελληνισμός.

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, ποίηση, τέχνη, Ελλάδα, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s