Ἐλευθερία ἢ λογοτεχνία; Ρητορικὲς ἐρωταποκρίσεις

– Πότε ἄρχισε κι ἄκμασε ἡ λόγια λογοτεχνία σὲ δημώδη γλώσσα στὸ Βυζάντιο;

– Ὅταν ἄρχισε τὸ κράτος νὰ καταρρέει. Στὰ τελευταῖα τῆς παλιᾶς του κοσμοκρατορίας. Κομνηνοὶ καὶ βάλε.

Ὁ Toynbee εἶχε πεῖ τὸ ἐκπληκτικό (σχολιάζοντας τὸν Ράνσιμαν, ὁ ὁποῖος εἶχε πεῖ πὼς εἶναι παράδοξο ὅτι ὁ βυζαντινὸς πολιτισμὸς εἶχε τὴν «ἀναγέννησή» του ἐνῶ τὸ βυζαντινὸ κράτος κατέρρεε), ὅτι τὸ βυζαντινὸ κράτος ἦταν ἕνα πολιτισμικὸ βάρος γιὰ τοὺς Ἕλληνες, κι ὅτι κατὰ συνέπεια μόνο ὅταν κατέρρεε αὐτοὶ ἀπελευθερώθηκαν πολιτισμικὰ-λογοτεχνικά. Φυσικά, εἶναι ὁ ἴδιος Tonybee ποὺ γράφει ὅτι μὲ τὴν τουρκικὴ κατάκτηση οἱ Ὀθωμανοὶ «ἀπάλλαξαν τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὸ βάρος τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν». Τί ὡραία φράση γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ δουλεία.

– Ὑπῆρχε κρητικὴ λογοτεχνία ὅσο (1204 – 1453) οἱ Κρητικοὶ ἀγωνίζονταν μὲ δεκάδες ἐπαναστάσεις νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴ Ρωμανία καὶ νὰ ἀποτινάξουν τὸν βενετικὸ ζυγό;

– Ὄχι, ἂν ἐννοοῦμε τὸν Ἐρωτόκριτο, τὴ Θυσία τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὰ λοιπὰ κλασσικὰ ἔργα της, κι ὄχι βυζαντινότροπα λιγοστὰ ἔργα.

– Πότε ἔχουμε τὴν «Κρητικὴ Ἀναγέννηση» τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων;

– Ὅταν οἱ Κρῆτες ἔγιναν ὑπάκουοι ὑπήκοοι τῶν Βενετῶν (1453-1669), φραγκοραγιάδες δηλαδή, μετὰ τὴν Ἅλωση, ὅταν «κατάλαβαν» ὅτι «ἦταν μάταιο» νὰ ἐπαναστατοῦν.

– Ὑπῆρχε Νεοελληνισμὸς κι ἑλληνικὸ ἔθνος χωρὶς λογοτεχνία ἀπὸ τὸ 1669 ὣς τὸν Σολωμό;

– Ἀλίμονο, σιγὰ μὴν περίμενε τοὺς ἐπηρεασμένους ἀπὸ τὴ Δύση λογοτέχνες νὰ τὸ φτειάξουν. Δὲν ἔφτειαξαν αὐτοὶ τὴ Φυλλάδα τοῦ Μεγαλέξανδρου.

– Ἡ Ἰταλία τοῦ Δάντη καὶ τοῦ Βοκκάκιου, μὲ τὴ δημώδη γλώσσα καὶ τὴ δημοφιλία τῶν ἔργων τους, ἔγινε ἔθνος στὴν ἐποχή τους ἢ λίγο μετὰ τὴ ἐποχή τους;

– Ὄχι βέβαια. Οὔτε τὸν 19ο αἰ. δὲν εἶχε γίνει.

– Μποροῦμε νὰ ἐπιρρίψουμε σχετικὰ μὲ τὸ θέμα μας κάποια εὐθύνη στοὺς Βυζαντινούς;

– Μόνο ὅτι συνέχιζαν τὴν τάση τῶν Ἑλλήνων τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς καὶ τῆς Δεύτερης Σοφιστικῆς, νὰ νοιάζονται γιὰ τὶς λέξεις καὶ νὰ ἔχουν ὡς πολιτισμική τους θρησκεία τὸν Ἀττικισμό, ὥστε ἐν συνεχείᾳ νὰ παραλάβουν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς τὴν κλασσικὴ, ἀττικιστικὴ γραμματεία ἐκεῖνοι ποὺ κατηγόρησαν τοὺς Βυζαντινοὺς γιὰ στεῖρο ἀττικισμό.

– Ἡ Ἐλευθερία καὶ ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἀπόκτησή της, λοιπόν, ἐξαφανίστηκε ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ Λογοτεχνία κι ἐκεῖνος ὁ τύπος ἀνθρώπου (συγγραφέας) τὸν ὁποῖο λιγουρεύονται οἱ Νεοέλληνες μορφωμένοι; Ἤ, καλύτερα: Μόνο ὅταν ἡ ἐλπίδα στὴν Ἐλευθερία ἐξαφανίστηκε, ἐμφανίστηκε ἡ λογοτεχνία καὶ ὁ ἀνθρωποτύπος της (συγγραφέας, ζωγράφος κ.λπ.);

– Ναί.

– Αὐτὸ ἀναιρεῖ τὴν διάκριση μεταξὺ Ὀθωμανικῆς καὶ Φραγκικῆς δουλείας;

– Μόνο ὅσοι ἔχουν ὡς ὑπέρτατο κριτήριο τὴν ἐμφάνιση τῆς λογοτεχνίας στὶς φραγκοκρατούμενες περιοχὲς σὲ σχέση μὲ τὴν ἀπουσία της στὶς τουρκοκρατούμενες εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπιλέξουν μεταξὺ τῶν δύο δεσποτῶν. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ποὺ μισούσαμε καὶ τὸν Τοῦρκο καὶ τὸν Φράγκο, ποὺ χίμηξαν ταυτόχρονα στὸ Βυζάντιο, δὲν θὰ γινόταν νὰ ἔχουμε τόσο ποταπά, ἐγωιστικὰ κριτήρια («Εἶμαι λογοτέχνης, ἄρα ἡ δουλεία τῶν Λατίνων σὲ σχέση με τὴν δουλεία τῶν Τούρκων ἦταν καλύτερη, γιατὶ στὴν πρώτη θὰ μποροῦσα νὰ βγάζω τὸ ψωμί μου καὶ νὰ ἐκφράζω τὴν μοναδικότητα τοῦ Ἐγώ μου»).

– Ἦταν λοιπὸν ὑπερήφανα ἄμουσοι οἱ πρὸ τῆς Λατινοκρατίας;

– Ὄχι, ἁπλὰ «ἕνας ἄλλος κόσμος ἦταν ἐφικτός», ὅπου διάβαζαν, σχολίαζαν καὶ καβγάδιζαν γιὰ τοὺς Ἀρχαίους καὶ τοὺς Πατέρες, γράφοντας ποῦ καὶ ποῦ κανένα ἐπίγραμμα καὶ σύγγραμμα πρὸς τέρψιν τῶν λογοτεχνικῶν σαλονιῶν, χωρὶς νὰ νοιώθουν οὔτε ἀμόρφωτοι οὔτε ἄμουσοι οὔτε ἀντιδιανοουμενιστές. Μόνο συμπάθεια πρὸς τοὺς ἄσχετους μὲ τὴν Παιδεία χωριάτες καὶ λαϊκοὺς δὲν παρατηροῦμε στὰ κείμενα τῶν βυζαντινῶν λογίων. Οἱ βυζαντινοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἤξεραν τὸν Ὅμηρο, ὄχι οἱ βεμπεριανοί.

– Χρειαζόμαστε λοιπὸν τὴ λογοτεχνία;

– Μόνο γιὰ τὶς σειρὲς τοῦ MEGA. Κατὰ τὰ ἄλλα, μποροῦμε καὶ χωρὶς αὐτήν· γιὰ νὰ μὴν πῶ περισσότερα.

 

 

Ἡ διχόνοια, ἡ ἀσχετοσύνη μεταξὺ λόγιου καὶ λαϊκοῦ στοιχείου οὔτε εἶναι χαρακτηριστικὸ φαινόμενο τῆς παρακμῆς ποὺ συνιστᾶ ὁ (ἐν γένει ἐκδυτικισμένος) Νεοελληνισμὸς οὔτε θεραπεύεται μὲ ἀριστερὴ προπαγάνδα στὶς λαϊκὲς ἀγορὲς καὶ ἀναρχικὴ ζύμωση στὶς ψαροταβέρνες καὶ τὰ μαγειρεῖα. Τουλάχιστον ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἐπίκουρου, μὲ τοὺς Κήπους καὶ τὶς Ἀκαδημίες, ὁ λόγιος δὲν μπορεῖ νὰ «καταλάβει» τὸν λαὸ καὶ ὁ λαὸς δὲν μπορεῖ νὰ «καταλάβει» τὸν λόγιο. Ἀλλὰ καὶ πρωτύτερα, πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τῆς «ἀνάμιξης τῶν λογίων στὰ κοινὰ τῆς Δημοκρατίας» (ὅπως φαντάζεται ὁ Καστοριάδης) ὁ λόγιος Σωκράτης (τοῦ ὁποίου τὴν καταδίκη ἐπαινεῖ ὁ Καστοριάδης), ποὺ ἀνακατευότανε στὴν Ἀγορὰ καὶ δὲν εἶχε «ἀποσυρθεῖ» οὔτε εἶχε ἀρνηθεῖ τὴ συμμετοχή του στὴ Δημοκρατία, κατέληξε νὰ πιεῖ τὸ κώνειο: Δεῖγμα τοῦ μίσους μεταξὺ λαοῦ καὶ λογίων. Ἂς θυμηθῶ καὶ τὴν δίκη ἀσεβείας τοῦ Ἀναξαγόρα (ἑνὸς φιλόσοφου – μυστικοσύμβουλου τοῦ ἡγεμόνα Περικλῆ), ἀκόμη πιὸ πρίν. Στὴ Μεσαιωνικὴ καὶ στὴ Νεότερη Δύση: Ἀκόμη χειρότερα.

Τὸ εἰδικὸ δράμα τῶν Νεοελλήνων ἢ ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς νεοελληνικῆς διάστασης μεταξὺ λογίων καὶ λαοῦ ἦταν ἡ ἴδια ἡ Τουρκοκρατία, ἡ κατοχὴ τοῦ κράτους ἀπὸ τοὺς Τούρκους Μουσουλμάνους κι ὄχι ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς, ποὺ τάχα «καταπίεζαν τὴ λογιοσύνη καὶ τὴν ἐκδίπλωση τῶν ἑλληνοβυζαντινῶν πνευματικῶν δυνατοτήτων» ὅπως λέει ὁ Toynbee. Οἱ λόγιοι δὲν εἶχαν πλέον τὴν ὑποστήριξη ἑνὸς κράτους, δὲν καλλιεργοῦνταν μὲ τὴ φροντίδα μιᾶς ἑλληνικῆς πολιτείας τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἤθελε-δὲν-ἤθελε καὶ νοιάζονταν-δὲν-νοιάζονταν ὁ ἕλληνας ἀγρότης κι ὁ ἕλληνας βοσκός. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ τουρκοκρατούμενοι λόγιοι ἔγραφαν στὴν πιὸ σκληρὴ Ἀττική, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπῆρχε πιὰ ἡ βυζαντινὴ δυνατότητα γιὰ μὴ συγκρουσιακὴ διγλωσσία. Ἡ ἀττικὴ καὶ ἡ καθαρεύουσα ἦταν τὸ τελευταῖο τους καταφύγιο: καὶ συνάμα, ἡ τελευταία δυνατότητα ἑνότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Σὲ ἕναν χῶρο-Βαβυλωνία, ὅπου ὁ Πόντιος κι ὁ Κρητικὸς ἦταν λίγο-πολὺ ἀκατανόητοι στὸν Ἠπειρώτη καὶ τὸν Μακεδόνα, καὶ ὅπου ἀναμενόμενα θὰ ἀνακηρυσσόταν ἐπίσημα ὡς «Δημοτικὴ ὅλων τῶν Ἑλλήνων» ἡ τοπικὴ διάλεκτος ἐκείνου τοῦ κομματιοῦ τοῦ Νεοελληνισμοῦ τὸ ὁποίο πρῶτο θὰ ἔφτειαχνε Ἑλληνικὸ Κράτος, ἡ κατασυκοφαντημένη καθαρεύουσα καὶ ἡ Ἀττικὴ ἑνοποιοῦσαν καὶ κρατοῦσαν ἑνωμένο τὸ ἔθνος χωρὶς κράτος. Ἄλλωστε, τὰ Ἑλληνικὰ ἦταν ἡ παλιὰ γλώσσα τοῦ λαοῦ, ὑπῆρχε ὀργανικὴ σχέση. Ἐνῶ ὁ Δυτικὸς εἶχε ἄλλη μητρική, τὰ πάντα ἦταν φτειαχτά.

Τὸ ἴδιο ἔκανε ὁ Ἀττικισμὸς καὶ στὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή, καὶ στὴ ρωμαϊκή, φυσικά. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος τὴν Ἀττικὴ διάλεκτο ἐπέλεξε καὶ τὴ δραχμή· δὲν κατέστησε ἰσάξια κάθε πολιτισμικὴ τοπικὴ ἔκφανση τῆς κλασσικῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, τὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Κολοπετεινίτσα. Πράγμα αὐτονόητο, ποὺ παραδόξως σήμερα ἀντιμετωπίζεται ὡς μεγάλη τραγωδία καὶ ὡς οἱ ἀπαρχὲς τῆς κατηραμένης διγλωσσίας καὶ τοῦ λογιοτατισμοῦ, καὶ ἄλλα ἀριστερίστικα-ταξικιστικά. Ἀμφιβάλλω πολὺ ἂν ἡ γλώσσα τῶν ἄγγλων καὶ ἰταλῶν λογίων τοῦ 16ου αἰ. ἦταν αὐτὴ τοῦ ἄγγλου πειρατῆ καὶ τοῦ ἄγγλου βοσκοῦ ἢ τοῦ ἰταλοῦ λοῦμπεν: Ἄλλωστε, ἕνας σωστὸς Ἀριστερὸς ὀρθῶς θὰ ἀρνεῖτο τὴν (τέτοιου τύπου) «ἑνότητα τοῦ λαοῦ» στὸ ὄνομα τῆς ταξικότητας τῆς κοινωνίας. (Φυσικά, αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀπαραιτήτως –ὅπως νομίζει ὁ Ἀριστερός– ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑνιαῖο ἔθνος καὶ λαός.) Κάθε πολιτισμὸς μὲ βάθος ἀναγκαστικὰ ἔχει διγλωσσία· αὐτὸ δὲν εἶναι πρόβλημα ἀπὸ μόνο του, εἶναι μιὰ διαχειρίσιμη ἢ μὴ διαχειρίσιμη ἀναγκαστικὴ πραγματικότητα. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς τοῦ 5ου π.Χ. αἰ. δὲν εἶχε ἀκόμη αὐτὸ τὸ βάθος. Πίσω του ἦταν οἱ Σκοτεινοὶ Αἰῶνες (12ος – 8ος καὶ 7ος). Ἀντιθέτως, ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς τοῦ 2ου π.Χ. καὶ 2ου μ.Χ. αἰ. τὸ εἶχε ἀποκτήσει αὐτὸ τὸ βάθος, καὶ δὲν γινόταν πιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν ὑποτιθέμενη ἑνότητα λόγιας-λαϊκῆς γλώσσας καὶ λόγιου-λαϊκοῦ στοιχείου τοῦ «Χρυσοῦ Αἰώνα», κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἕνας ἀχανής, νέος κόσμος δὲν γινόταν νὰ κυβερνιέται ἀπὸ τὴν Πνύκα.

Ἡ παρακμὴ τοῦ Νεοελληνισμοῦ καὶ ἡ τελειωτικὴ παρακμὴ τῆς Μεταπολίτευσης ἀναφορικὰ μὲ τοὺς διανοούμενους, ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τότε μόνο ὁ Ἕλληνας λόγιος ἀνακάλυψε πὼς μπορεῖ νὰ ἀπεξαρτηθεῖ ἐντελῶς καὶ ἀπὸ κάθε ἰδεολογικὴ – κοσμοθεωρητικὴ ἄποψη ἀπὸ τὴ γενέτειρά του, τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ ζήσει σὰν ἐκ γενετῆς (μὲ τὸ διάλειμμα ἑνὸς μεταπτυχιακοῦ ἢ διδακτορικοῦ στὰς Εὐρώπας) ἐξόριστος Δυτικὸς ἐν μέσῳ ἑλληναράδικων ζώων. Τοῦ ἀρκεῖ κι ἕνας κύκλος «ἀναγνωστῶν» ποὺ ἐπίσης ἔχουν καβαλήσει τὸ καλάμι, μὲ γαλλικά, πιάνο / jazz, μπαλέτο καὶ ἕνα πτυχίο λ.χ. Κοινωνιολογίας, καὶ βρίσκονταν σὲ φανταστικὲς σφαῖρες, ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ καὶ γαλλικὴ λογοτεχνία ὣς τὴ νορβηγικὴ μυθολογία. Προηγουμένως, ὁ Νεοέλληνας λόγιος ἤθελε καὶ νὰ «φωτίσει» τοὺς συμπατριῶτες του. Γι’ αὐτὸ λ.χ. ὁ Ἀνώνυμος τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας βρίζει τοὺς ὁμογενεῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ ποὺ παίρνουν ξένες γυναῖκες (ἄρα, ἀφελληνίζονται) καὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ θέατρο. Τώρα, ὁ νεοέλληνας διανοούμενος θέλει ἁπλὰ νὰ τοὺς χλευάσει μὲ ὅσο περισσότερο μίσος ἔχει μέσα του (ἢ μὲ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται). Φυσικά, βρισίδι (νὰ κρατηθεῖτε ὡς Ἕλληνες) ἀπὸ βρισίδι (γιατί δὲν γίνεστε πολιτισμένοι Δυτικοί;) ἔχει διαφορά.

Ὥστε εἶναι τὸ κράτος καὶ ἡ ἰσχύς του (ὁ πληθυσμός του κ.λπ.), ἡ ἐλευθερία του, τὸ πρόβλημα καὶ τὸ ζητούμενο, κι ὄχι ἡ λογοτεχνία καὶ τὰ γράμματα. Ἀπόδειξη γι’ αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι χῶρες ὅπως ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία κυριαρχοῦν ἢ κυριαρχοῦσαν ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. πνευματικὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὰ κράτη αὐτὰ κυβερνοῦσαν τὸν κόσμο ὁλάκερο. Σὲ μᾶς, οἱ νεοέλληνες συγγραφεῖς καὶ λογοτέχνες, ποὺ χαλᾶνε τὸν κόσμο ἐὰν καμμιὰ φορὰ μεταφραστεῖ κανένα ἀσήμαντο (στὴ δοκιμὴ τοῦ Χρόνου κι ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς Αἰωνιότητας) λογοτεχνικὸ βιβλίο ἢ ποιητικὴ συλλογή τους σὲ καμμιὰ γλώσσα, κάνουν τὸ ἀντίθετο, ἀντιστρέφουν τὴν σειρὰ τῶν αἰτιῶν, καὶ θέτουν τὴ λογοτεχνία ὡς μέγιστο κι ἀναγκαῖο κριτήριο Κοινωνίας· μπορεῖ κι ὡς κριτήριο διαχρονικῆς ἑλληνικότητας. Προσοχή, εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ ὀρθὴ σειρὰ προτεραιότητας κι ἄλλο ἡ ἄρνηση τῆς λογοτεχνίας.

Advertisements
This entry was posted in παράδοση, παλιά και νέα θεότητα, Δύση, Ελλάδα, Τούρκοι, γλώσσα, κοινωνία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s