Ἐμφύλιοι καὶ γιορτές

Παλιότερα, εἶχα ἐπισημάνει ὅτι τὸ κυνήγι μαγισσῶν ἔχει τουλάχιστον δύο ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο ἐπίπεδο εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο κάποιος κατηγορεῖ ἕναν ἄλλον ἢ ἄλλους γιὰ κάποια κακά, κοινωνικῶς καταστροφικὰ πράγματα. Τὸ κυνήγι μαγισσῶν συνεχίζεται σὲ ἕνα ἄλλο μετα-επίπεδο, ὅταν κάποιος κατηγορεῖ ἕναν ἄλλον ἢ ἄλλους ὡς «κυνηγοὺς μαγισσῶν». Δηλαδή, στὸ ἕνα ἐπίπεδο ἔχουμε τὸν κυνηγὸ μαγισσῶν, στὸ δεύτερο μεταεπίπεδο ἔχουμε τὸν κυνηγὸ κυνηγῶν μαγιστῶν κ.ο.κ. Ἀρκεῖ ἡ ἐπανάληψη-μίμηση τῆς καταγγελίας, γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε ἕνα ἐπίπεδο σύγκρουσης παραπάνω.

Ἀναπόφευκτα, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸ κυνηγητὸ καὶ μετα-κυνητικὸ μαγισσῶν, ἔτσι συμβαίνει μὲ τὸν Ἐμφύλιο στὴν Ἑλλάδα. Ὑπάρχει αὐτὸς ἢ αὐτοὶ ποὺ δημιουργοῦν ἐμφυλιοπολεμικὲς ἀψιμαχίες (π.χ. νεοδεξιοί, Ἀριστεροί) καταγγέλλοντας κάποιους ὡς Κακούς (π.χ. Δεξιούς, φασίστες κ.λπ.). Κατόπιν, σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο (στὸ ὁποῖο λ.χ. βρίσκομαι κι ἐγώ, ὅταν καταγγέλλω κάποιον ὅτι ἀναβιώνει τὸ ἐμφυλιακὸ κλίμα) καταγγέλλονται ὡς διχαστικοὶ-ἐμφυλιακοὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τέτοιοι. Ἀκόμη κι ἂν ἡ καταγγελία τοῦ β’ ἐπιπέδου εἶναι σωστή, ὁ ἀρχικὸς διχασμὸς-ἐμφύλιος τοῦ α’ ἐπιπέδου ἀποκρυσταλλώνεται ἐξαιτίας της. Θὰ πεῖς, καὶ τί νὰ κάνουμε, νὰ μὴν ποῦμε ὅτι κάποιος ξεκινᾶ ἐμφύλιο ὥστε νὰ μὴν ξεκινήσει «στ’ ἀλήθεια»; Τίποτε, δὲν προτρέπω στὴν μὴ ἐμφάνιση τοῦ β’ ἐπιπέδου. Ἁπλά, παρατηρῶ ὅτι μὲ τὸ β’ ἐπίπεδο καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς καλὲς προθέσεις καὶ τὴν ἀντικειμενικὴ διαπίστωση ἐμφυλιακῶν τάσεων στὸ α’ ἐπίπεδο, ὁ ὁποιοσδήποτε (φανταστικὸς καὶ πραγματικός) διχασμὸς τοῦ α’ ἐπιπέδου παγιώνεται κι ἐπιβεβαιώνεται -θὰ μποροῦσε νὰ παγιωθεῖ κι ἀπὸ μόνος του, βέβαια.

Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνο ἂν κάποιος προκαλεῖ ἐμφύλιο κι ἀναβιώνει ἐκ τοῦ μηδενὸς ξεπερασμένες συγκρούσεις. Ἀφήνω στὴν ἄκρη τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ τί πράμα θεωρεῖται ξεπερασμένο (καὶ τί ὄχι) εἶναι ὑποκειμενικό, μὲ τὴν ἔννοια λ.χ. ὅτι ἡ Ἀριστερὰ καὶ ἡ Ἀκροδεξιὰ δὲν ξεπέρασαν ποτὲ καθόλου τὸν Ἐμφύλιο.

Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἀντικειμενικὰ ὑπάρχει διχασμὸς στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία. Κατὰ τὴ  γνώμη μου, ὑπάρχει -ἀλλὰ μετριάζεται γιὰ κάποιους λόγους. Ἀπὸ τὴ μιὰ ὑπάρχουν οἱ «μικροαστοί», ἀπὸ τὴν ἄλλοι οἱ ἀριστεροφιλελεύθεροι. Κάθε φορὰ ποὺ ἐγκύπτει ἕνα πρόβλημα (ὁμοφυλόφιλοι, βήγκαν – νέα ἐποχή, θρησκεία, ἔθνος-σχολικὰ βιβλία, μετανάστες), ὁ διχασμὸς αὐτὸς εἶναι προφανέστατος. Δὲν εἶναι δημιούργημα τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ ὑποβόσκει κι ἐκδηλώνεται. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν μετριάζει; Εἶναι ὅτι κατὰ βάση ὑπάρχει ἕνα κοινὸ στὺλ ζωῆς: Αὐτὸ τοῦ κατὰ βάσιν ἢ πρακτικὰ ἄθρησκου, ἄεθνου / κοσμοπολίτη, καὶ (σιγὰ-σιγά) ἄτεκνου / φυγότεκνου. Ἡ κοινότητα τῶν πρακτικῶν μεταθέτει τὸν διχασμὸ στὶς ἰδεολογικές, οὐράνιες σφαῖρες. Στὶς σφαῖρες τοῦ καφενείου, τοῦ «ἐλεύθερου χρονου», τοῦ βιβλίου, τοῦ χόμπυ. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι οἱ ὁμοφυλόφιλοι καὶ οἱ ἀκτιβιστὲς ἀποτελοῦν ριζικὲς μορφὲς τοῦ παραπάνω τύπου ἀνθρώπου, στὴν χημικὰ καθαρή του μορφή (ἀπουσία οἰκογένειας καὶ μαχητικὸς ἀθεϊσμός). Ἐπίσης, δὲν ξεχνῶ ἕνα 17% ποὺ ἐκκλησιάζεται τακτικά (κι ἕνα μεγαλύτερο ποσοστό, ποὺ προσεύχεται), καὶ ποὺ ὑπὸ μία ἔννοια εἶναι ὁ (σὲ αὐτὸ τὸ πεδίο σύγκρουσης) πραγματικὰ ἄλλος πόλος τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, σὲ σιωπηρὴ ἀντιπαράθεση μὲ τὸ λοιπὸ 83%. Ἂν κάτι «διχάζει», λοιπόν, εἶναι ἡ ὀξύτητα τοῦ χημικὰ καθαροῦ τύπου Νεοέλληνα (ἀριστεροὶ ἀκτιβιστές, καὶ ἀριστεροὶ ὁμοφυλόφιλοι – διότι καὶ οἱ ὁμοφυλόφιλοι ὑφίστανται τὴν ἀριστερὴ «κηδεμονία» ὅπως λ.χ. οἱ φοιτητές, καὶ δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ὁμοφυλόφιλοι ἀριστεροί). Δείχνουν στοὺς ὑπόλοιπους, οἱ ὁποῖοι σὲ βασικὲς γραμμὲς δὲν ἀρνοῦνται τὴν νεοτερικὴ καὶ μαζικοδημοκρατικὴ κοσμοαντίληψη (ποὺ ἀναδεικνύει πρωταρχικὰ τὸ πρόβλημα τῆς Ἐλευθερίας κι ὄχι τὸ πρόβλημα τῆς Ἀλήθειας), τὶς ἔσχατες συνέπειες τοῦ κοινοῦ τους τρόπου ζωῆς -καὶ οἱ ὑπόλοιποι δὲν θέλουν νὰ τὸ παραδεχτοῦν. Θὰ μποροῦσα νὰ κάνω λόγο γιὰ πολυ-διχασμὸ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ στὰ δύο ἐπίπεδα (πράξη λιγότερο, ἰδεολογία πιὸ πολύ).

Σὲ κάθε περίπτωση, ὁ διχασμὸς αὐτὸς γιὰ νὰ ἔρθει στὴν ὕπαρξη δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐπιθετικότητα καὶ τῶν δύο μερῶν. Ἀρκεῖ τὸ ἕνα μέρος νὰ δείξει τὴν ἐπιθετικότητά του μὲ τρόπο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος. Ὅταν δέχεσαι μπουνιά, εἶσαι τμῆμα μιὰς διαμάχης, ὑπάρχει διαμάχη εἴτε τὸ θὲς εἴτε ὄχι: ἀπομένει εἴτε νὰ φᾶς κι ἄλλες μπουνιὲς εἴτε νὰ γλιτώσεις (δίνοντας μπουνιὲς ἢ τρέχοντας). Ἔτσι καὶ μὲ τὸν ἐπιθετικὸ ἀκτιβισμὸ τῆς Ἀριστερᾶς στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία: ἔχει δημιουργήσει διχασμό, ποὺ δὲν κουκουλώνεται.

Ἕνα ἀκόμη ζήτημα εἶναι ἂν ὁ διχασμὸς αὐτὸς τείνει νὰ προσλάβει ἐμφυλιακὲς διαστάσεις τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἂν μιὰ μειονότητα εἶναι ἀνίσχυρη, δὲν μπορεῖ νὰ προκαλεῖ κι ὅτι ὁ ἐξαιτίας της διχασμὸς δὲν μετατρέπεται σὲ ἐμφύλιο. Ὅμως, ἡ Ἀριστερὰ μὲ κάθε μορφή της δὲν εἶναι ἀνίσχυρη. Εἶναι τὸ ἰδεολογικὸ καθεστώς, κι ἐχει προσηλυτίσει ἀκόμη καὶ τὴ σημερινὴ νέα γενιὰ στὸν προαναφερθὲν τρόπο ζωῆς (στὴν ἤπια ἐκδοχή). Κάθε ἐκδοχὴ τοῦ μεταπολιτευτικοῦ δημόσιου βίου ἔχει τὴ σφραγίδα τῆς ἰδεολογίας της. Δὲν ἔφερε τὴν ἀταξικὴ κοινωνία, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἔχει ἐπιβάλλει περιορισμοὺς στὴ δημόσια ἀνακοινωμένη σκέψη κατὰ τὰ πρότυπά της. Ἑπομένως, ὑπάρχει ἀντικειμενικά, κι ὄχι ἄξαφνα, ἕνας ἐμφύλιος μικρῆς ἔντασης, καθὼς τὸ παλιό (ὁ μικροαστισμός) ὑφίσταται σφυροκόπημα ἀπὸ τρέντυ προσηλυτισμένους νέους καὶ τοὺς γέρους γονεῖς τους. Ἔκανα, βέβαια, λόγο γιὰ ἀριστεροφιλελεύθερους (γιὰ νὰ δείξω αὐτὴν τὴν ἀνάμειξη: ἀποτυχίας πραγμάτωσης τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ἐπιτυχίας ἐπιβολῆς τῶν ἰδεωδῶν του), δείχνοντας ἐμμέσως τὴν τεράστια συμβολὴ τῆς ΔΑΠ στὴ δημιουργία τοῦ μεταπολιτευτικοῦ πολτοῦ, τῆς ΔΑΠ λέγω, ὅπου ἔμπαινες χωριάτης πρωτόγονος καὶ χριστιανο-παγανιστής, κι ἔβγαινες Μητσοτάκης μὲ πάρτυ στὴ… «μονι» Βατοπεδίου, ὥστε μετὰ τὴν Κρίση νὰ πέσεις στὸν χρυσαυγιτισμὸ ἢ τοὺς ἀγανακτισμένους ποὺ τὸ 2011  ξύπνησαν.

Μάλιστα, ἐπειδὴ ὅλοι εἶναι καθ’ ὁμολογίαν φιλοαριστεροί, συμβαίνει τὸ παράδοξο νὰ παρατηρεῖται μιὰ ἐνδοαριστερὴ διαμάχη γιὰ τὰ ζητήματα τοῦ πατριωτισμοῦ κ.λπ. Ὅπως ἄλλοτε στὸ παλιὸ ΠΑΣΟΚ (τὸ ὀρθόδοξο) ἀναδεικνύονταν στὶς «τάσεις» του οἱ ἀντιθέσεις ὅλης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ὁπότε «ὅλοι» παίρναμε τὸ μέρος τοῦ τάδε ἢ τοῦ δείνα ΠΑΣΟΚ, ἔτσι καὶ τώρα. Τὸ ρόκ, τὸ σινεμά, τὸ μπαράκι, ἡ τηλεόραση, ἡ μπάλα κι ὁ καφὲς εἶναι ἴδιος γιὰ ὅλους -καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι ἰδεολογικῶς οὐδέτερα πράγματα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθιστᾶ ἀκόμη πιὸ ὀξύτερο τὸ φαινόμενο τοῦ καφενείου. Ὅλοι πίνουν τὸν ἴδιο καφέ, παίζουν τὸ ἴδιο τάβλι, ἀλλὰ διαφωνοῦν γιὰ τὰ ὑπερουράνια ζητήματα τῆς συλλογικῆς ταυτότητας, ἡ ὁποία εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο «πληροφορούμαστε», κάτι τὸ ὁποῖο βάζουμε σὲ μουσεῖο. Ποιὰ ἡ ἀριστερὴ συζήτηση γιὰ τὴν νεοελληνικὴ ταυτότητα ὅταν αὐτὴ εἶχε ὣς τὸ 1940, καὶ σὲ μαζικὸ ἐπίπεδο, καθαρὰ θρησκευτικὲς πηγές (πέρα ἀπὸ ἀποξενωμένους λογίους, ἀρχαιολάτρες ἢ μοντερνιστές), δηλαδὴ πηγὲς ποὺ «ἐξαντικειμένου εἶναι ψευδεῖς καὶ ἀνύπαρκτες» καί, ὁπωσδήποτε, ἄσχετες μὲ τὶς βαθύτερες ἀριστερὲς προσωπικὲς κι ὑπαρξιακὲς ἀνάγκες, κι ἄρα πρέπει νὰ μουμιοποιηθοῦν;

Ὅπως ἔχω ἐπίσης παλιότερα πεῖ, οἱ «μεγάλοι» ἄθεοι κι ἄθρησκοι (Θεοδωράκης, Ἐλύτης κ.λπ.) μπόρεσαν νὰ «ἐκκοσμικεύσουν» τμήματα τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ζοῦσαν καὶ κινοῦνταν σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἀκόμη ἦταν σχετικὰ ὀρθόδοξη. Συνομιλοῦσαν μὲ κάτι ζωντανό, ἢ μᾶλλον μὲ κάτι ποὺ τοὺς περιέβαλλε κοινωνικά, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ζωτικότητα-συνεχὴς ἀπήχηση τοῦ ἔργου τους. Ἂν καὶ ἄθρησκοι, μποροῦσαν πραγματικὰ νὰ εἶναι «ἄθεοι Ὀρθόδοξοι». Σήμερα ὅμως, ποὺ ἡ κοινωνία ἔχει γίνει «ἄθεη», δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει κάποιος νέος «μεγάλος» ἄθεος κι ἄθρησκος καλλιτέχνης ἢ λόγιος (τουλάχιστον, μὲ τὴν ἐπίδραση τῶν παλιῶν) καὶ νὰ «ἀνανεώσει» τὴν ὀρθόδοξη παράδοση (δηλαδή: τὸ 70-80% τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης τῶν τελευταίων 800-400 χρόνων ὣς τὸ 1941), γιατὶ αὐτὴν τὴν ἔχει ἐξοβελίσει ἀπὸ τὸ δημόσιο χῶρο ἡ Ἀριστερά (κι ὁ καλλιτέχνης / λόγιος), δηλαδὴ οἱ βαθύτερες ὑπαρξιακὲς ἀνάγκες καὶ ἡ λαχτάρα καθενὸς νεοέλληνα Ἀριστεροῦ, ποὺ δὲν νοιάζεται γιὰ φανταστικοὺς φίλους καὶ παραμύθια. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ξεραθεῖ ἕνα ἄνθος ὅταν τὸ κόψεις, καὶ οἱ ρίζες τοῦ συγκεκριμένου ἄνθους εἶναι ἡ πίστη. Διαφορετικὲς ρίζες δίνουν διαφορετικὰ πράματα. Ἑπομένως, ἡ παράδοση ἔχει ἀπαξιωθεῖ ὁριστικά (μιλῶ γιὰ ὅσους δὲν τὴν συνεχίζουν σὲ ἐπίπεδο συνειδησιακό-πρακτικό), καὶ δὲν γίνεται οὔτε διάλογος μαζί της οὔτε ἀνανέωσή της ἀπὸ τὸν νέο τύπο Νεοέλληνα. Μόνο ἡ ἀριστερὴ παράδοση (δηλ. μετὰ τὸ 1940) σοβατίζεται κι ἐξυμνεῖται τακτικά, μὲ δόσεις ἀρχαιοκεντρικῆς ἢ εὐρωπαιοκεντρικῆς διανοουμενοσύνης.

Ἔτσι, ἡ συζήτηση τῆς Ἀριστερᾶς μὲ τὴν Ἀριστερά, ἡ ὑπενθύμιση τοῦ Βελουχιώτη, τοῦ ΕΑΜ κ.λπ., ὅσο ἱστορικὰ σωστὴ κι ἂν εἶναι, γίνεται πάνω στὸ ὑπαρξιακὸ κενό, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὁ χωρικὸς ποὺ ἐπάνδρωσε τὸ ΕΑΜ, δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει τὸ χωριάτικο ἦθος. Χώρια ποὺ τοὺς συνειδησιακὰ Μὴ Ἀριστερούς δηλαδὴ τοὺς περισσότερους δὲν ἐνδιαφέρει ἡ μὲ ἀριστερὰ ἐπιχειρήματα ἀντιμετώπιση τοῦ κυρίαρχου ἀριστεροῦ μοντέλου σκέψης, γιατὶ πάλι ὅλα στὴν δεξαμενὴ τῆς Ἀριστερᾶς καταλήγουν, ὅπου νομοτελειακὰ κυριαρχεῖ ἡ «ὀρθόδοξη»-ἀπάτριδα ἄποψη. Δὲν μποροῦν 3-4 χρονάκια τοῦ ΕΑΜ νὰ τὴν ἀνατρέψουν (ἢ λόγῳ ὀππορτουνιστικῆς κομματικῆς ἀντίθεσης στὸ ΝΑΤΟ τὰ χρόνια τοῦ Κυπριακοῦ ἀγώνα -ἡ Ἀριστερὰ εἶχε πάρει ἐργολαβία τὴν Κύπρο, ἡ Δεξιὰ τὸ Μακεδονικὸ καὶ τὴν Β. Ἤπειρο, ἐνῶ καὶ οἱ δυὸ προσκυνοῦσαν τὸν Κεμάλ), πῶς νὰ τὸ κάνουμε, ὅσο κι ἂν προσπαθοῦμε, ἄδικος ὁ κόπος.

Προφανῶς, τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐξαφάνισης τῆς 28ης Ὀκτωβρίου γιὰ χάρη τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς λήξης τοῦ πολέμου δὲν στέκουν καὶ πολύ. Δὲν ἔχει σημασία, ὅμως. Σημασία ἔχει ὅτι ἐξαιτίας τῆς ἀριστερῆς αὐτονόμησης τοῦ Πολιτικοῦ ἀπὸ τὸ Μὴ Πολιτικό (π.χ. ἀκτιβισμός, ἀλλὰ καὶ νομικισμός), ὅποιος ἔχει τὴν ἐξουσία ἐντέλει θὰ ἐπιβάλλει καὶ τὴ γνώμη του.

Δὲν κατηγορῶ κανέναν, διαπιστώνω ὅμως τὰ ἀδιέξοδα τῆς μεταπολιτευτικῆς ἑλληνικότητας. Οἱ πολλὲς κουβέντες δείχνουν ὅτι βρισκόμαστε πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, καὶ τὰ περιγράφουμε. Ἡ συζήτηση γιὰ τὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητα ἀπὸ ὅλους ἔχει νόημα καὶ εἶναι δικαίωμα κάποιου ἐὰν αὐτὸς τὴ σέβεται καὶ σὲ προσωπικό, μὴ δημόσιο, ἐπίπεδο. Ἡ διαμάχη 12ης / 28ης Ὀκτωβρίου δείχνει τὸν μικρῆς ἔντασης ἐμφύλιο, φουσκωμένο λόγῳ τῆς ἀριστερῆς κυριαρχίας, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐξαντλεῖται στὴ θεωρία. Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἐμφυλίου αὐτοῦ εἶναι τετελεσμένο γεγονός, μὴ ἀντιστρεπτό, ὁπότε καθένας διαλέξει ἁπλῶς στρατόπεδο. Ὅσοι εἶναι ὑπαρξιακά (στὴν καθημερινότητα) ἀριστεροὶ μὰ συνειδησιακὰ / ἰδεολογικὰ μὴ ἀριστεροί (ἐνάντια στὴν Ἀριστερά – στὴν διαχρονικὰ κυρίαρχη μορφή της), βιώνουν ἕνα ἀφόρητο διχασμό. Δὲν λέω ὅτι δὲν ἔχει πρακτικὲς συνέπειες ὁ παραγκωνισμὸς τῆς δεύτερης γιορτῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν αὐτὲς οἱ συνέπειες συνιστοῦν τὴν ὁριστικοποίηση-παγιοποίηση ἑνὸς ἤδη παραδεκτοῦ τρόπου ζωῆς ἢ τὴν ἀπαρχή του. Ἀσφαλῶς, ὑπὸ μιὰ ἄλλη ὀπτική, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ ἀπέμεινε εἶναι ἡ θεωρία καὶ ἡ ρητορική, ὁ μόνος ἀγώνας ὅπου μπορεῖ κάποιος νὰ ἐκδηλώσει τὰ σώψυχά του εἶναι πλέον αὐτὸς στὸ πεδίο τῆς «καθαρῆς θεωρίας» καὶ τῆς ρητορείας. Εἴμαστε παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, ἄλλωστε. Ἀλήθεια, τί κατάφεραν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀκτιβιστές, ἀφισοκολλητὲς καὶ λοιποὶ στὸ διάστημα 2011-2012 παρὰ νὰ φέρουν τὸν Τσίπρα καὶ νὰ ψεκαστοῦν στὶς Πλατεῖες καὶ ἀλλοῦ; Βεβαίως, ἡ ἐλπίδα ὡς μορφὴ παραίτησης πεθαίνει τελευταία, καὶ οἱ δικές μου ἐλπίδες δυστυχῶς δὲν βλέπω νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ μεταφυσικές, γιατὶ μόνο μὲ μόνο δύο θαύματα σώζεται ἡ Ἑλλάδα.

This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, Αριστερά, Ελλάδα and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s