Παρανοήσεις τῆς Ἀρχαιότητας καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ: Κώστας Παπαϊωάννου καὶ Παλαιὰ Διαθήκη – Χριστιανισμός

6451335

Ὁ Κώστας Παπαϊωάννου (Κ. Π.) εἶναι ἕνας σχετικὰ ἄγνωστος στὴν Ἑλλάδα φιλόσοφος, καὶ αὐτὸ μᾶλλον ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἐπέκρινε πολὺ νωρὶς τὸν σοβιετικὸ κομμουνισμό, καὶ δὲν ἦταν βιτριολικὸς στὶς ἐκφράσεις του οὔτε σφόδρα ἀντιχριστιανὸς ὅπως ὁ δημοφιλέστερος Καστοριάδης· ἄλλωστε, πέθανε σχετικὰ νωρίς. Ἀλλὰ ἐδῶ θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τμῆμα τῆς κριτικῆς του πρὸς τὴν βιβλικὴ σκέψη. Πρῶτα, θὰ παραθέσω ἀρκετὰ μακροσκελὴ τμήματα δυὸ βιβλίων του, κι ἔπειτα θὰ τὰ σχολιάσω.

Ὁ Κ. Π. στὸ Τέχνη καὶ πολιτισμὸς στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα (1972, ἑλλην. μετ. Χ. Σταματοπούλου), σσ. 79-96, 123, 161, 166, 180, ἐπικρίνει τὴ βιβλικὴ σκέψη γιὰ τὴν ἀντίληψή της περὶ δημιουργίας καὶ τὴ συγκρίνει μὲ τὴν ἑλληνοπαγανιστικὴ ἀντίληψη, πρὸς τὴν ὁποία διάκειται θετικά:

Ἡ ἰουδαιο-χριστιανικὴ ἀντίληψη τῆς δημιουργίας ex nihilo καὶ τῆς θεϊκῆς ὑπερβατικότητας ἀπαξίωσε τὸν κόσμο μετατρέποντάς τον σὲ δημιούργημα, σὲ ἕνα ἀντικείμενο ποὺ δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο χάρις στὴ θέληση ποὺ τὸ δημιούργησε καὶ βρίσκεται ἐδῶ μονάχα ὡς μαρτυρία τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα τῆς ὑποστασιακῆς μηδαμινότητας του οἱουδήποτε ὄντος. […]  ἡ ἔννοια τῆς φύσεως; δὲν ἔγινε ποτὲ ἀντικείμενο ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Βίβλου οὔτε ὡς νοητικὴ δομὴ οὔτε ὡς ἠθικὸ πρότυπο: ἡ λέξη ποὺ τὴν ὑποδηλώνει δὲν ὑπάρχει κἂν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἐδῶ, τὸ αἴνιγμα ποὺ τίθεται ἀπὸ τὴν πορεία τοῦ κόσμου λύνεται μέσα στὴ βεβαιότητα τῆς θεϊκῆς παρουσίας καὶ τῆς ἄπειρης ἰσχύος του. […] Σὲ μιὰ τέτοια ἐσχατολογικὴ προοπτική, ὁ κόσμος μεταβάλλεται σὲ ἕνα ἁπλὸ ἐπεισόδιο, μέσα σὲ μιὰ ἱστορια ποὺ τὸν ξεπερνᾶ ἀπὸ παντοῦ, ἀφοῦ πρὶν ἀπ’ αὐτὸν ὑπῆρχε ἡ μοναξιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν θὰ ὑπάρχει ἕνα βασίλειο ποὺ δὲν θ’ ἀνήκει στὸν κόσμο ἐτοῦτο. Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἡ ἔκφραση ὁ κόσμος οὗτος καταλήγει νὰ γίνει συνώνυμο τοῦ ὁ αἰὼν οὗτος […] Τὸ πνεῦμα ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸν κόσμο στὸν ὁποῖο δὲν βλέπει πιὰ ἕνα εἶναι, ἀλλὰ μονάχα μιὰ φευγαλέα κατάσταση […] Ἡ μοναδική του οὐσία εἶναι ἡ ἐπιθυμία ποὺ φυλακίζει τὴν ψυχὴ στὸ ἐνθάδε καὶ τὴν ἐκτρέπει ἀπὸ τὸ κέντρο της. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα ἐπιφαινόμενο ποὺ δὲν ἀποκτᾶ σάρκα καὶ ὀστὰ παρὰ μέσα ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ ἀνθρώπου περιορισμένου στὴ ζωὴ τῶν ἐπιθυμιῶν. […] Ἔτσι ὁ κόσμος ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τὴν ἱερότητά του, καὶ ὁ ἄνθρωπος πείστηκε πὼς μονάχα ἡ ψυχή του εἶναι θεία καὶ πνευματική. Ἀκριβῶς ἐνάντια σ’ αὐτὸν τὸν ἀνθρωποκεντρισμὸ καὶ σ’ αὐτὴν τὴν ἀναγωγὴ τοῦ Θεοῦ ἀποκλειστικὰ στὴ σχέση του μὲ τὸν ἄνθρωπο ὑψώθηκαν οἱ τελευταῖοι ἐκφραστὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἰδού, ἔλεγε ὁ Πλωτίνος στὴ μεγάλη πραγματεία του κατὰ τῶν γνωστικῶν, « […] Γι’ αὐτούς, ἀκόμα καὶ οἱ χειρότεροι τῶν ἀνθρώπων ἔχουν μιὰ ἀθάνατη καὶ θεία ψυχή, καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλόκληρος, μὲ τ’ ἀστέρια του, δὲν ἔχει ἀθάνατη ψυχή! […]»

Γιὰ τὸν Ἡσίοδο, αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε στὴν ἀρχὴ δὲν εἶναι κάποιος δημιουργὸς θεός, οὔτε κἂν κάποιος θεός, ἀλλὰ μιὰ ἄμορφη ὕλη, μιὰ κίνηση, τὸ εὖρος τῆς ὁποίας  αὐξάνεται κάθε στιγμή. […]

Οἱ θεοὶ εἶναι τὸ προϊὸν καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς φύσεως, ποὺ συνιστᾶ ἀέναη κίνηση τὸ εὖρος τῆς ὁποίας αὐξάνεται κάθε στιγμή. […] Οἱ θεοὶ εἶναι τὸ προϊὸν καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς φύσεως, ποὺ συνιστᾶ ἀέναη κίνηση τεκνογονίας. […] Πάνω ἀπὸ τοὺς θεοὺς βρίσκεται ἡ Μοίρα, τὸ πεπρωμένο, μιὰ ἀπρόσωπη καὶ ἀδιάφορη τάξη πραγμάτων ἀπὸ τὴν ὁποία κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει καὶ ποὺ ὁριοθετεῖ κυριαρχικὰ τὴν ἰσχὴ καὶ τὴ διάρκεια τῶν ὄντων. […] Πέρα ἀπὸ τὸ ξεχωριστὸ πεδίο ποὺ τοὺς παρέχει ἡ παράδοση τῆς λατρείας, οἱ θεοὶ δὲν παίζουν θεμελιώδη ρόλο στὴν οἰκονομία τοῦ κόσμου. Οἱ Ἕλληνες δὲν ἀπαιτοῦν ἀπὸ τοὺς θεούς τους παρὰ νὰ εἶναι «αὐτοὶ ποὺ ζοῦν μὲ ἄνεση καὶ εὐμάρεια», ῥεῖα ζώοντες…Οἱ θεοὶ πραγματοποιοῦν πλήρως καὶ ἀενάως, χωρὶς διακοπή, αὐτὸ ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ ἐπιτύχουν παρὰ μόνο κάποιες στιγμές. […] Σ’ αὐτὲς τὶς γιορτὲς…ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτοῦν οἱ θεοὶ εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς συλλογικῆς προσωπικότητας τῆς πόλεως ὡς ἰδιαίτερης ὀντότητας. […]

Στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχε συστηματικὴ θεολογία. Ἡ χώρα αὐτὴ δὲν γνώρισε ποτὲ τὴ θεοκρατία, τὴν πανίσχυρη κάστα τῶν ἱερέων ποὺ ἐπεμβαίνουν στὶς δημόσιες ὑποθέσεις, περιφρουρώντας ζηλότυπα τὰ προνόμιά τους. […] οἱ Ἕλληνες εὐνοήθηκαν ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς θεούς τους. Ἡ θρησκεία δὲν εἶχε κάποιο δόγμα ἢ κάποια συστηματοποιημένη θεολογία. Ὄχι μόνο δὲν ὑπῆρχε ἱερατικὴ κάστα, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ ἱερατικὸ ἀξίωμα ἦταν τὶς περισσότερες φορὲς μιὰ κοινωνικὴ λειτουργία τὴν ὁποία ὅλοι οἱ πολίτες, κατ’ ἀρχήν, εἶχαν ἐξίσου τὴν ἱκανότητα νὰ ἀσκήσουν. […] ἡ ἐκπληκτικὴ πλαστικότητα τῆς μυθολογίας ἐπέτρεπε τὴν ἐλεύθερη ἐπινόηση καὶ μάλιστα καθιστοῦσε ἀναγκαῖο τὸν πλουραλισμὸ καὶ τὴν ἀντιπαράθεση. […]

Στὴν ἀντίληψή τους γιὰ τὴ δικαιοσύνη, οἱ Ἕλληνες ποιητὲς καὶ φιλόσοφοι ἀποκαλύπτονται στενοὶ συγγενεῖς τῶν ἑβραίων προφητῶν. Ὅπως ὁ προφήτης ἐμφανίζεται ἐκεῖ ποὺ σφάλλει ὁ λεβίτης γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὴ Διαθήκη ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν λαό του, ἔτσι καὶ ἡ τραγωδία καὶ ἡ φιλοσοφία ἀναλαμβάνουν στὴν Ἑλλάδα….Ἐδῶ ὅμως ἐμφανίζεται μιὰ θεμελιώδης διαφορά. Ἡ σημασία ποὺ δίνει ὁ ἰουδαϊκὸς προφητισμὸς στὴ δικαιοσύνη προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ μιὰ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ καὶ ἐπιτρέπει στὴν ἱστορία νὰ κυριαρχήσει πάνω στὴ φύση. Ἀλλὰ ἡ ὁραματικότητα, ποὺ στοὺς Ἰουδαίους σημαίνει τὴν προφητεία, στὴν Ἑλλάδα σημαίνει τὴ θέαση τῶν ἀίδιων οὐσιῶν· στὴν Ἑλλάδα, ἡ κριτικὴ τῆς ἀδικίας δὲν θεμελιώνεται στὸ ὅραμα μιᾶς Ἡμέρας Ὀργῆς ἱστορικὰ τοποθετημένης καὶ στὴν ἔλευση τοῦ ἐσχατολογικοῦ Μηδενός, ἀλλὰ στὴ θέαση τοῦ Ἀγαθοῦ, δηλαδὴ τοῦ πιὸ φωτεινοῦ καὶ ἔκδηλου, τοῦ εὐδαιμονέστερου καὶ ἐξαίρετου ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸ εἶναι. Ἡ δικαιοσύνη ὡς ἀποκατάσταση τοῦ προνομιακοῦ δεσμοῦ ποὺ συνδέει τὸν Θεὸ μὲ τὸν περιούσιο λαό, σημαίνει στὸ Ἰσραὴλ τὸ ἀντίθετο τῆς πολιτικῆς καὶ τείνει νὰ μεταβάλλει τὸν ἰουδαϊκὸ λαὸ σὲ μιὰ ἐκκλησία ἢ σὲ ἕνα «ἔθνος ἱερέων». […]

ἐκεῖνο ποὺ ζητάει (ὁ Ἕλληνας) ἀπὸ τοὺς θεούς του δὲν εἶναι νὰ δροῦν ἢ νὰ παρεμβαίνουν πρὸς ὄφελός του, ἀλλὰ ἁπλὰ καὶ μόνο νὰ… «ζοῦν δίχως κόπο», δηλαδὴ νὰ ἐγγυῶνται, μὲ τὴν τελειότητα καὶ τὴν ὀμορφιά τους, τὶς ἁγνὲς μορφὲς τῆς ζωῆς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ποτὲ νἀ κατακτήσει ὁλοκληρωτικά […]

Ἡ ἰδέα τῆς προόδου…εἰσήχθησαν στὴ φιλοσοφία μονάχα μὲ τὸ Χριστιανισμό

Στὸ Βυζαντινὴ καὶ ρωσικὴ ζωγραφική (1965, ἑλλην. μετ. Ἑ. Νάκου – Χ. Σταματοπούλου), σ. 24, γράφει:

Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐντυπωσιάζει στὴ βυζαντινὴ πατερικὴ θεολογία εἶναι αὐτὴ ἡ παλιὰ ἑλληνικὴ πίστη στὴ φύση, ποὺ ἀκτινοβολεῖ στὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου Νύσσης ἢ τοῦ Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητῆ. Γι’ αὐτούς, ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ζοφερὴ φυλακὴ ποὺ ὁ πρῶτος χριστιανισμὸς καταδίκαζει στὴν ἀποκαλυψιακὴ συντριβή. Ὁ κόσμος εἶναι μιὰ «Θεοφάνεια», μιὰ «φανέρωση τοῦ Θεοῦ», λέει ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ πατέρας τοῦ χριστιανικοῦ μυστικισμοῦ. Εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὸ ὅτι αὐτὴ ἡ αἴσθηση ὑψηλοφροσύνης τοῦ φυσικοῦ κόσμου ὑπῆρξε τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Μάξιμου ἐναντίον τοῦ Ὠριγένη. «Τίποτα δὲν πρέπει νὰ φοβᾶται κανεὶς περισσότερο», ἔλεγε, ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ποὺ θεωρεῖ ὅτι «αὐτὸ τὸ μοναδικὸ δημιούργημα, ὁ ὁρατὸς κόσμος, στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς φανερώνεται μέσα ἀπὸ μία σιωπηλὴ ἀποκάλυψη, ἔχει ὡς μοναδικὴ αἰτία τὴν ἁμαρτία».

 

Καὶ τώρα, ἀρκετὰ σχόλια, σύμφωνα μὲ τὰ ἀποσπάσματα ποὺ προηγουμένως παρέθεσα.

Ὁ χαρακτήρας τοῦ κόσμου ὡς δημιουργήματος δὲν συνιστᾶ ἀπαξίωσή του, ὅπως θεωρεῖ ὁ Κ.Π. Ἕνας κόσμος «λίαν καλὸς» δὲν εἶναι ἀπαξιωμένος, καὶ ἡ ἀπαξίωσή του δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μαρτυρεῖ τὴ δόξα τοῦ δημιουργοῦ του. Ἐκτὸς κι ἂν ἡ «ἀπαξίωσή» του προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν λατρεύουν διάφορα στοιχεῖα του (ποτάμια, ἀστέρια) ὅπως οἱ πολυθεϊστές. Ἕνας κόσμος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ὑφίσταται ἀλλὰ ὅμως ὑφίσταται, εἶναι –μόνο γι’ αὐτὸ τὸ λόγο– κάτι πολύτιμο, ὅπως λ.χ. εἶναι πολὺ θετικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μιὰ γυναίκα ποὺ τὴν ἐρωτευτήκαμε μᾶς ἐρωτεύτηκε κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της, ἐνῶ θὰ μποροῦσε νὰ μὴν μᾶς ἀνταποδόσει τὸν ἔρωτά μας ποτέ. Καὶ ποῦ θὰ ταξινομεῖτο ἡ ρήση τοῦ Ἡράκλειτου γιὰ τὸν κόσμο ὡς ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια; Ἡ παλαιοδιαθηκικὴ ἄποψη ἐπαναλαμβάνεται ἀπὸ τὸν Παῦλο, ὅτι τὰ πάντα ὅσα ἔκαμε ὁ Θεὸς εἶναι καλά, καὶ ἁγιάζονται «διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως» (Α΄ Πρὸς Τιμόθεο 4.4-5).

Ὁ Κ.Π. ἐξισώνει τὸν πρωταρχικὸ Χριστιανισμὸ μὲ τὸν Γνωστικισμό, ὅταν φαντάζεται ὅτι κατὰ τὸν πρωτοχριστιανισμὸ ὁ κόσμος εἶναι μιὰ φυλακή. Ὅπως γράφει ὁ Θ. Ζιάκας, Αὐτοείδωλον ἐγενόμην, σ. 130:

α) Γιὰ τὸν Χριστιανὸ ὁ κόσμος δὲν εἶναι φυλακή. Εἶναι καλὸς λίαν. Δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. β) Ματαιότης δὲν εἶναι συλλήβδην τὰ ἀνθρώπινα, ἀλλὰ μόνο τὰ ἔργα τοῦ κακοῦ. γ) Τὸ αὐθεντικό (τὸ μὴ ὀνειρικὸ καὶ ψεύτικο) δὲν βρίσκεται «κάπου ἀλλοῦ», σὲ ἕναν «ἐσωτερικὸ χῶρο», ἀλλὰ στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα», στὰ ἔργα τοῦ καλοῦ. Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ὄνειρο καὶ ἐφιάλτης γενικά, ἀλλὰ μόνο ἡ ζωὴ ἡ βουτηγμένη στὸ κακό. […] Τέλος, ε) δὲν ἀπαξιώνει τὸ σῶμα, γιατὶ πιστεύει στὴν ἀνάσταση. […] Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κέλσος φτάνει νὰ τοὺς κατηγορήσει γιὰ «φιλοσώματον γένος».

Ὅπως ὁ Ζιάκας προσθέτει, οἱ Γνωστικοὶ κατὰ τοὺς Διωγμοὺς δὲν διώκονταν γιατὶ θυσίαζαν, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Χριστιανούς. Δηλαδή, δὲν ἦταν Χριστιανοί. Ὁ Κ.Π. συμμερίζεται τὴν ἄγνοια τοῦ Πλωτίνου σχετικὰ μὲ τὴ σχέση Γνωστικισμοῦ – Χριστιανισμοῦ, ὅταν γράφει πὼς κατὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἡ ἐπιθυμία φυλακίζει τὴν ψυχή. Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος γράφει (ἑρμηνεία εἰς τὴν Πρὸς Γαλάτας, Ε΄, 3 (P.G., 61, 669)) γιὰ μιὰ πολὺ χαρακτηριστικὴ μορφὴ ἐπιθυμίας:

Τὸ νὰ μοιχεύεις δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φυσικῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ τῆς ἀκολασίας, ἡ ὁποία εἶναι παρὰ φύσιν· διότι ἡ ἐπιθυμία ἐπιζητεῖ ἕνωση μόνο, ὄχι τέτοια ἕνωση.

Μὲ δυὸ λόγια, ἡ σχετικὴ φιλολογία τῶν Χριστιανῶν γιὰ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴ θέληση εἶναι παντελῶς ἄγνωστη στὸν Κ.Π., ποὺ ὁδηγό του ἔχει τὸν Πλωτίνο, αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἔγραφε ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακίας, ὅτι ἡ ψυχὴ «πέφτει» ὅταν εἰσέρχεται στὴν ὕλη. Προξενεῖ ἐντύπωση ὅτι ὁ Κ.Π. ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν ἰουδαιοχριστιανικὴ «ἀπογύμνωση» τῆς ὕλης ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὴν «ἀντικειμενοποίησή» της, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ Πλωτίνος, τὸν ὁποῖο ὁ Κ.Π. θαυμάζει ὡς τελευταῖο ἐκφραστὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γράφει ὅτι ὁ κόσμος τῶν αἰσθήσεων (δηλαδή, ἡ σκέτη ὕλη) εἶναι τὸ μὴ ὄν, τὸ κακό, εἶναι τὸ στερημένο ἀπὸ τὰ πάντα.

Δὲν καταλαβαίνει κάποιος γιατί ὁ κόσμος χάνει κάτι σὲ ἀξία ὅταν δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς ἀδημιούργητος κι αἰώνιος, κι ὅταν  δὲν ἀναγνωρίζεται ὅτι τὰ ἄστρα δὲν ἔχουν ἀθάνατη ψυχή. Τὸ ἀντίθετο ἰσχύει μᾶλλον. Γιατὶ ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀναξαγόρας καταδικάστηκε ἀπὸ πολιτικὸ δικαστήριο ἐπειδὴ πίστευε ὅτι ὁ Ἥλιος δὲν ἔχει ψυχή, ἀλλὰ εἶναι μιὰ πύρινη σφαίρα (Διογένης Λαέρτιος, II.12-13). Ἡ ἄρνηση ἄλλωστε ἑνὸς δημιουργοῦ τοῦ κόσμου δὲν ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν κατάφαση στὴν ὕπαρξη μιᾶς σκληρῆς καὶ τυφλῆς μοίρας – πεπρωμένου – κοσμικῆς τάξης ἀγνώστου προελεύσεως, καὶ πάνω ἀπὸ τοὺς θεούς, ὅπως κι ὁ Κ.Π.

Ὁ Κ.Π. κατηγορεῖ τὸν χριστιανικὸ ἀνθρωποκεντρισμό. Ὅμως ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε λίγο κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους (Ψαλμός 8.6). Δὲν βλέπει ὅτι γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὑπῆρχαν ἡ φύση καὶ ἡ πόλις, κι ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη βρισκόταν ἡ βαρβαρότητα / ἀγριότητα καὶ τίποτε ἄλλο. Ἡ φύση ποτὲ δὲν στάθηκε γιὰ τοὺς Ἕλληνες, παρὰ στὰ ἑλληνιστικά, μὴ κλασσικά, χρόνια ἠθικὸς ὁδηγὸς καὶ κριτήριο σὲ ὁτιδήποτε. Μόνος «νόμος τῆς φύσης» γιὰ τοὺς κλασσικοὺς Ἕλληνες ἦταν ἡ ὑποταγὴ τοῦ ἀσθενέστερου στὸν δυνατότερο (Θουκυδίδης, 5.105). Ἡ ἀντίθεση νόμου / φύσεως εἶναι γνωστή. Ἄλλωστε, οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων ὄχι μόνο εἶναι οἱ κατεξοχὴν ἀνθρωπομορφικοὶ θεοί, ἀλλὰ κατέλαβαν τὴν ἐξουσία τοῦ κόσμου τούτου φονεύοντας τέρατα καὶ θηρία, τὰ ὁποῖα ἦταν μὴ ἀνθρωπομορφικά. Ἡ ἴδια ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία συνίσταται στὴν κατανίκηση τῶν τεράτων, ἐν τέλει στὴν κατανίκηση σὲ περιορισμένο ἐπίπεδο τῆς φύσης, τὴν ὁποία τὰ τέρατα καὶ τὰ θηρία ἐκπροσωποῦν. Ὁ Σοφοκλῆς στὴν Ἀντιγόνη, 332 κ.ἑ. ἐμφανίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς κυρίαρχο τῆς γῆς, τῶν ζώων, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ψαριῶν, τὰ ὁποῖα κυνηγᾶ, ἐνῶ ἐξημερώνει πρὸς δικό του ὄφελος ἄλλα ζῶα.

Ὁ Κ.Π. ἀποτυγχάνει νὰ ἀντιληφθεῖ τί σήμαιναν οἱ θεοὶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Ἐπαναλαμβάνει τὴν ἄποψη ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν περίμεναν τίποτε ἀπὸ τοὺς θεούς, ὅτι δὲν τοὺς ζητοῦσαν τίποτε, κι ὅτι τάχα οἱ θεοὶ δὲν παίζουν κανένα ρόλο στὴ οἰκονομία τοῦ κόσμου. Ὑποτίθεται ἀπὸ τὸν Κ.Π. ὅτι οἱ Ἕλληνες ἤθελαν ἁπλῶς νὰ βλέπουν στοὺς θεοὺς τὸ ἰδεῶδες. Ἐδῶ ἔχουμε μιὰ τεράστια παρανόηση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας. Τόσο στὸ ἐπίπεδο τῆς λαϊκῆς θρησκείας μὲ τοὺς μαγικοὺς παπύρους καὶ τοὺς –ἤδη στὸν 4ο π.Χ. αἰώνα (βλ. E. R. Dodds, Οἱ Ἕλληνες καὶ τὸ παράλογο, σ. 128)– κατάδεσμους. Οἱ Ἕλληνες, ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι ὁ Διαφωτισμὸς καὶ οἱ ἐπίγονοί του πιστεύουν, δὲν ἔκαναν τίποτε χωρὶς νὰ συμβουλευτοῦν τοὺς θεούς, καὶ πάντοτε ζητοῦσαν τὴ βοήθειά τους. Τοὺς ρώταγαν ἂν πρέπει νὰ ἀγοράσουν πρόβατα, ἂν θὰ γίνουν ζητιάνοι ἢ θὰ πουληθοῦν γιὰ δοῦλοι. Οἱ συνελεύσεις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου σταματοῦσαν μὲ τὴ βροχὴ γιατὶ αὐτὴ θεωρεῖτο κακὸ σημάδι τοῦ Δία (Ἀριστοφάνης, Ἀχαρνῆς 170-171)· δὲν ἐξεστράτευαν ἐὰν οἱ θυσίες δὲν ἦταν καλές (Θουκυδίδης, 5.54.2· 5.55.3). Οἱ θεοὶ ἔκαναν θαύματα γιὰ χάρη τῶν Ἑλλήνων (π.χ. Ἡρόδοτος 8.38-39· 8.65. Παυσανίας, 8.8-9· 10.4.4· 10.40.2). Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τοὺς Ἕλληνες ἦταν ἰδιοκτησία τοῦ θεοῦ, καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἔπρεπε νὰ γεννιοῦνται  ἄνθρωποι εἶναι γιὰ νὰ λατρεύουν τοὺς θεούς (Πλάτων, Νόμοι, 902b· 906a. Ἰάμβλιχος, Βίος Πυθαγόρα, 18 -ὅπως στὸ βαβυλωνιακὸ ἔπος ὁ Marduk δημιούργησε τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς θεούς, νὰ χορεύουν ἀκόμη γιὰ χάρη τους). Οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ὄχι μόνο πλάθουν τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ «ἀνησυχώντας ὁ Δίας μήπως χαθεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος» δίνει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰδὼ καὶ τὴ δικαιοσύνη (Πλάτων, Πρωταγόρας, 322c). Ἐν τέλει, ὅπως γράφει ὁ De Ste Croix, Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ Ρώμη, σ. 1, ὁ παγανισμὸς

ἦταν κατὰ βάση ἕνα συμβόλαιο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο οἱ θεοὶ σὲ προσέχουν, μᾶλλον σὲ περιορισμένο βαθμό, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἐσὺ τοὺς φροντίζεις, ἀποδίδοντάς τους τὴν ὀφειλόμενη λατρεία καὶ διατηρώντας ἔτσι τὴν pax deorum, δηλαδὴ τὴν ὀρθὴ καὶ ἁρμονικὴ σχέση ἀνάμεσα στοὺς θεοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Καταλαβαίνει καθένας ὅτι ἡ Διαφωτιστικὴ νεοτερικὴ ρητορεία περὶ παγανιστικῶν θεῶν ποὺ δὲν βοηθᾶν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς κοινότητές τους (πόλεις), καθὼς καὶ περὶ Ἀρχαίων ποὺ δὲν ζητᾶν τὴ βοήθεια τῶν θεῶν σὲ ἀντάλλαγμα γιὰ τὶς θυσίες πρὸς αὐτούς, δὲν στέκει σὲ καμμία περίπτωση. Εἶναι μιὰ ἔμμεση πολεμικὴ καὶ «ἰδεολογικὴ» ἐπίθεση κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀβάσιμη καὶ ἀντιεπιστημονικὴ ὅμως.

Ὁ Κ.Π. θεωρεῖ θετικὸ ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ δὲν εἶχε δόγματα καὶ συστηματικὴ θεολογία. Ἐμεῖς τουναντίον, τὸ θεωροῦμε ἀρνητικό, γιατὶ ἡ «δογματικὴ» ἀοριστία τῆς ἀρχαίας θρησκείας καθιστοῦσε εὐκολότερες τὶς διώξεις ἀντιφρονούντων, λ.χ. φιλοσόφων οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνταν τὴν θεϊκὴ φύση τοῦ ἥλιου, κι ἐπιστημόνων οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνταν τὸν γεωκεντρισμό (π.χ. ὁ Ἀρίσταρχος ὁ Σάμιος, βλ. Πλούταρχος, Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς σελήνης, 6 (923a)). Μιὰ ἄγραφη αὐθεντία σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις τουλάχιστον εἶναι περισσότερο ἄκαμπτη ἀπὸ μιὰ δικαιικὴ ἐξουσία. Ἄλλωστε, ἂν οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν ὀρθοδοξία, εἶχαν παρ’ ὅλα αὐτὰ ὀρθοπραξία στὴ θρησκεία τους (στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ συμπεριληφθεῖ ἡ εἰσαγωγὴ ξένης λατρείας), ἡ παραβίαση τῆς ὁποίας ἐπέφερε μεγάλες τιμωρίες. Ἡ ὕβρις, ὄντας ἀόριστη, μπορεῖ νὰ ἐπέφερε πολὺ χειρότερες τιμωρίες ἀπὸ ὅ,τι ἡ σαφῶς ὁρισμένη ἁμαρτία. Γιὰ παράδειγμα, ἐνῶ δὲν ὑπῆρχε σχετικὸς νόμος, πολίτες καταδικάζονταν ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ ἀσέβεια (βλ. D. M. MacDowell, Τὸ δίκαιο στὴν Ἀθήνα τῶν κλασικῶν χρόνων, σ. 306-307). Ὅσο γιὰ τὴν ἱερατικὴ κάστα, ἡ ὕπαρξή της δὲν συνεπάγεται τὴν θεοκρατία. Οἱ ἑβραῖοι Κριτὲς καὶ Προφῆτες δὲν ἦταν ἱερεῖς, ὡστόσο οἱ δεύτεροι μποροῦσαν νὰ ἐπιτίθενται τόσο στὸν βασιλιὰ ὅσο καὶ στὸ ἱερατεῖο. Ἄλλωστε, οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, τουλάχιστον μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, πίστευαν ὅτι οἱ νόμοι τους προέρχονται ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ ἐκφράζουν τὴ θέλησή τους (βλ. Πλάτων, Νόμοι, 624. Ξενοφών, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 8.5). Στὴν πραγματικότητα κι ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Κ.Π., στὴν ἀρχαία Ἀθήνα τὸ γένος τῶν Εὐμολπιδῶν διατηροῦσε τὸ προνόμιο τῆς πρωθιερουργίας στὴν Ἐλευσίνα, τὸ γένος τῶν Λυκομιδῶν διατηροῦσε τὸ προνόμιο τῆς διαδουχίας· τὰ μυστήρια τῶν Φλυῶν ἀνῆκαν στὴν ἴδια οἰκογένεια· οἱ Ἑτεοβουτάδες ἔδιναν κληρονομικὰ τὴν ἱέρεια τὴς Ἀθηνᾶς Πολιάδας καὶ τὸν ἱερέα τοῦ Ποσειδώνα στὸ Ἐρέχθειο· οἱ ἐξηγητὲς τῶν ἱερῶν νόμων ἦταν πάντοτε μέλη τῆς ἀριστοκρατίας, ἐνῶ στὰ προκλασσικὰ χρόνια οἱ ἱερεῖς τῆς Ἀθήνας ἐλέγχονταν ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς (βλ. M. Nilsson, Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία, σσ. 257 – 260. W. G. Forrest, Ἡ γένεση τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας, σ. 77).

Ὁ Κ.Π. ἀναφέρεται στὴν πλαστικότητα τῆς μυθολογίας καὶ στὸν συνεπαγόμενο πλουραλισμὸ τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Ὡστόσο, ἡ κριτικὴ τῶν μύθων ἦταν ἐπικίνδυνη, ἀφοῦ ὁ Ἡρόδοτος, 2.45, εὔχεται νὰ τὸν συγχωρέσουν οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἥρωες ἐπειδὴ ἄσκησε κριτικὴ σὲ μερικοὺς περιθωριακοὺς μύθους. Τὰ ὁμηρικὰ κείμενα ἀπέκτησαν καθορισμένη μορφὴ τὸν 6ο αἰώνα.

Ὁ Κ.Π. ἀντιδιαστέλλει τὴν ἰουδαϊκὴ προφητεία ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ποίηση σὲ ἕνα φανταστικὸ σύνολο παραγόντων. Οἱ Ἕλληνες, λέει, ζητοῦσαν τὴ δικαιοσύνη βασισμένοι στὴν θέαση τοῦ Ἀγαθοῦ. Τὸ Ἀγαθὸ ὁ Πλάτων ἀπέφυγε στὴν Πολιτεία νὰ τὸ ὁρίσει, ὅμως. Ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι, κατὰ τὸν Κ.Π. βάσιζαν τὴν κριτική τους στὴν ἀδικία στὴν Ἡμέρα τῆς Ὀργῆς κι ἑνὸς ἐσχατολογικοῦ Μηδενός. Ποῦ στηρίζει τὴ θεωρία γιὰ τὸ «ἐσχατολογικὸ μηδέν», δὲν διευκρινίζει. Δὲν διακρίνει ὅμως μεταξὺ τῆς ἄτεγκτης κοσμικῆς ἑλληνοπαγανιστικῆς Δίκης, ποὺ δὲν ἔχει ἔλεος, καὶ τῆς παλαιοδιαθηκικῆς δικαιοσύνης ποὺ καὶ γιὰ δέκα, μόνο, δίκαιους δέχεται νὰ μὴν καταστρέψει μιὰ ἁμαρτωλὴ πόλη (Γένεσις 18.23-33, βλ. καὶ γιὰ Νινευή, Ἰωνάς, 4.10-11).

Ὁ Κ.Π. ἐπικρίνει τὴν παλαιοδιαθηκικὴ ἀντίληψη περὶ δικαιοσύνης λέγοντας ὅτι «τείνει νὰ μεταβάλλει τὸν ἰουδαϊκὸ λαὸ σὲ μιὰ ἐκκλησία ἢ σὲ ἕνα «ἔθνος ἱερέων»», ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔχει πεῖ ὅτι «τὸ ἱερατικὸ ἀξίωμα ἦταν τὶς περισσότερες φορὲς μιὰ κοινωνικὴ λειτουργία τὴν ὁποία ὅλοι οἱ πολίτες, κατ’ ἀρχήν, εἶχαν ἐξίσου τὴν ἱκανότητα νὰ ἀσκήσουν». Ἄλλωστε, ἐὰν ὅλος ὁ ἰουδαϊκὸς λαὸς ἔτεινε νὰ μετατραπεῖ σὲ ἔθνος ἱερέων, τότε χάρη στὴν θρησκεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δὲν ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος τοῦ διαχωρισμοῦ μεταξὺ ἱερατείου καὶ λαοῦ. Βεβαίως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θεωρηθοῦν ἀνώτερες οἱ ἐκκοσμικευτικὲς νύξεις.

Ὁ Κ.Π. ὑποστηρίζει τὴν ἀντίληψη ὅτι στοὺς Ἕλληνες δὲν ὑπῆρχε ἡ ἰδέα τῆς προόδου. Βεβαίως, τέτοια ἰδέα συνυπῆρχε στὴν κλασσικὴ Ἀρχαιότητα μαζὶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόοδος (βλ. ἐδῶ, γιὰ περισσότερα). Πάντως, στοὺς Ἕλληνες, ἤδη ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο, ὑπῆρχε μιὰ ἀρνητικὴ ἰδέα τῆς Προόδου, ἀφοῦ ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπινου γένους ὁδεύει ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο μέχρι τὴν καταστροφή του ἀπὸ τὸν Δία.

Τὸ ὡραῖο εἶναι ὅτι ἑπτὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνασχόλησή του αὐτὴ μὲ τὴν Ἀρχαιότητα, ὁ Κ.Π. εἶχε ἐπαινέσει τοὺς βυζαντινοὺς Χριστιανοὺς ὅτι ἀπαλλάχτηκαν ἀπὸ τὴ «μισοκοσμία» τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἀποδέχτηκαν (!) τὴν παλιὰ ἑλληνικὴ πίστη στὴ φύση. Τί ἀκριβῶς ἀποδέχτηκαν ὅμως; Ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἀδημιούργητος (ἡ ὕλη) καὶ ἄφθαρτος – αἰώνιος, ἢ μήπως ὅτι τὰ ἄστρα εἶναι ἔμψυχα, καὶ ὅτι ἡ βαβυλωνιακῆς προέλευσης ἰδέα τῆς μετενσάρκωσης (ποὺ οἱ Νεοπλατωνικοὶ δῆθεν ὑπερασπιστὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρέσβευαν) εἶναι ὀρθή; Ὄχι. Βεβαίως, ἡ ἄποψη γιὰ ἀντίθεση μεταξὺ πρώιμων Ἀπολογητῶν καὶ τῶν κλασσικῶν θεολόγων τοῦ 4ου αἰώνα δὲν εὐσταθεῖ. Εἶναι μύθος. Σὲ τί ἀκριβῶς διαφέρει ἡ ἄποψη λ.χ. ὅτι ὁ κόσμος εἶναι μιὰ «θεοφάνεια» (τὴν ὁποία ἐπαινεῖ ὁ Κ.Π.) ἀπὸ τὸν Ψαλμὸ 18, ποὺ λέει ὅτι οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ; Ὅπως κοροϊδεύει λ.χ. ὁ Ἑρμείας (2ος αἰώνας) τὶς ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις τῶν φιλοσόφων, ἔτσι κι ὁ Μέγας Βασίλειος (4ος αἰώνας) ἔλεγε ὅτι δὲν χρειάζεται ν’ ἀναιρέσουμε τίποτα ἀφοῦ ἀπὸ μόνοι τους οἱ ἐθνικοὶ φιλόσοφοι ἀλληλοαναιροῦνται. Εἶναι ὁ γνωστὸς ἑλληνοχριστιανικὸς κι ἐμμέσως ἀντιπαλαιοδιαθηκικὸς μύθος. Οἱ Χριστιανοί, λέει ὁ μύθος, κάποτε διάβασαν Ἀρχαίους κι ἔγιναν πεφωτισμένοι ἱεράρχες. Σίγουρα, ἡ Ἀριστερὰ τὸν 19ο αἰ. ἀντιπαθοῦσε τοὺς Ἑβραίους, καὶ τὸν 20 αἰ. τὸ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ἐδῶ μιλᾶμε ὅτι προσπαθεῖ νὰ διαστρεβλώσει καὶ τὸν Χριστιανισμό, γιὰ νὰ περισώσει μὲ ἀξιοπρέπεια τὸ ἰδεολογικό της πακέτο (τὸν ἀθεϊσμό της καὶ τὸν Διαφωτισμό) περιλαμβάνοντας ὅλη τὴν προνεοτερικὴ ἱστορία τοῦ πνεύματος, Ἀρχαιότητα καὶ Χριστιανισμό, στήν (ὅπως θά ἐπιθυμοῦσε περιεκτικὴ) νεοτερικὴ κοσμοαντίληψή της. Ἂς ἀσχολεῖται μὲ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὴν Ἀρχαιότητα, ἀρκεῖ νὰ ἔχει μελετήσει τὸν πρῶτο. Ὁ Ὠριγένης, πάλι, πίστευε στὴν προϋπαρξη τῶν ψυχῶν, δηλαδὴ εἶχε αἱρετικὲς ἀπόψεις, ὅμοιες μὲ τῶν Νεοπλατωνικῶν. Αὐτὸ ποὺ μᾶς λέει ὁ Κ.Π. εἶναι ὅτι ὁ Ὠριγένης ἦταν «πρωτοχριστιανός» -πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Κ.Π. ἀδυνατοῦσε νὰ ξεχωρίσει τοὺς ὀρθόδοξους Πρωτοχριστιανοὺς ἀπὸ τοὺς ἔχοντες αἱρετικὲς δοξασίες Πρωτοχριστιανούς, καὶ συνεπῶς τοὺς θεωροῦσε ὅλους τὸ ἴδιο, «Πρωτοχριστιανούς».

Ἀλλὰ ἡ ἀμφίσημη στάση τῶν Χριστιανῶν ἔναντι τῶν προχριστιανικῶν ἀπόψεων εἶναι σταθερὸ χαρακτηριστικό. Ἄλλες ἐπαινοῦνται κι ἄλλες ἐπικρίνονται. Δὲν ὑπῆρξε μιὰ πρωτοχριστιανικὴ περίοδος ὅπου ἁπλῶς ἐπικρίνονταν οἱ ἑλληνικὲς προχριστιανικὲς ἀντιλήψεις διαδεχόμενη ἀπὸ μιὰ ἄλλη περίοδο ὅπου ἁπλῶς ἐπαινοῦνταν οἱ ἑλληνικὲς προχριστιανικὲς ἀντιλήψεις χάρη σὲ μιὰ «συγκόλληση» Ἑλληνισμοῦ – Χριστιανισμοῦ (μιὰ μερίδα ἑλληνισμὸ καὶ μιὰ μερίδα χριστιανισμό). Πάντοτε διάβαζαν τοὺς Ἀρχαίους οἱ Χριστιανοί, καὶ πάντοτε καὶ ἐπαινοῦσαν καὶ κατέκριναν. Ἄλλη εἶναι ἡ ὑπαρκτὴ ἑλληνικότητα τοῦ βυζαντινοῦ – πατερικοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν ὁποία ὅμως δὲν θέλουν νὰ παραδεχτοῦν οἱ Μὴ Χριστιανοὶ διότι δὲν συνάδει μὲ τὴν ἀπόλυτη ἐναντίωσή τους στὴ βιβλικὴ κοσμοεικόνα, καὶ δὲν τοὺς συμφέρει νὰ τὴν ἀναδεικνύουν. Ἐννοεῖται ὅτι μόνο μισόκοσμη καὶ ἐχθρικὴ πρὸς τὴ φύση δὲν εἶναι ἡ παλαιοδιαθηκικὴ ἀντίληψη ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ φυλάσσει τὴ φύση (Γένεσις, 2.15), νὰ προνοεῖ γιὰ τὴν ἀγρανάπαυση καὶ τὴν ξεκούραση τῶν ζώων ποὺ ὀργώνουν (Ἔξοδος 23.10 κ.ἑ.), νὰ μὴν κόβει τὰ δέντρα (Δευτερονόμιον, 20.19), νὰ ἐπιτρέπει τὴ συνέχιση τῶν εἰδῶν (Δευτερονόμιον, 22.6-7), ποὺ θεωρεῖ ὅτι ὁ «δίκαιος» δείχνει εὐσπλαχνία πρὸς τὰ ζῶα του (Παροιμίαι Σολομῶντος 12.10) καὶ ποὺ ἐμφανίζει τὸ Θεὸ νὰ φροντίζει γιὰ τὴν τροφὴ τῶν ζώων, πουλιῶν καὶ ψαριῶν (Γένεσις 1.30. Ψαλμός 103.11 κ.ἑ.) καὶ νὰ τὰ εὐλογεῖ νὰ αὐξάνονται καὶ νὰ πληθύνονται (Γένεσις 1.22)· οὔτε ἡ πρωτοχριστιανικὴ καινοδιαθηκικὴ ἀντίληψη, ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ φύση ἀποθηριώνεται ἐξαιτίας τῶν ἀνθρώπινων ἁμαρτιῶν  (Πρὸς Ρωμαίους 8.22).

Προφανῶς, ὁ Κ. Π. δὲν ἦταν ἀντιχριστιανός. Ἐκτιμοῦσε ἀρκετὰ τὴν βυζαντινὴ τέχνη κι ἔγραψε σχετικὰ ἕνα βιβλίο. Ἂν κάτι δείχνει ἡ περίπτωσή του εἶναι σὲ τί βαθμὸ ἡ ἐκτίμηση γιὰ τὴ βυζαντινὴ τέχνη μπορεῖ νὰ συνδυαστεῖ μὲ τὴν ἄγνοια γιὰ τὴν βιβλικὴ κοσμοαντίληψη ἀλλὰ καὶ μὲ μιᾶς μορφῆς (συνάμα κλασσική, ὡστόσο) ἐξιδανίκευση τῆς Ἀρχαιότητας. Τίθεται, φυσικά, καὶ τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσο μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ στὴν πληρότητά της τὴ βυζαντινὴ τέχνη κάποιος ποὺ ὄχι ἁπλῶς δὲν συμμερίζεται τὸ θρησκευτικὸ ὑπόβαθρο τῆς βυζαντινῆς τέχνης (αὐτὸ δὲν πειράζει τόσο), ἀλλά (καί) κυρίως δὲν τὸ ἔχει κατανοήσει.

This entry was posted in Αρχαιότητα, θρησκεία and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Παρανοήσεις τῆς Ἀρχαιότητας καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ: Κώστας Παπαϊωάννου καὶ Παλαιὰ Διαθήκη – Χριστιανισμός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s