Χριστιανισμός, ὕστερος Παγανισμός, ἐξουσία

«Κάθε ἄνθρωπος ἂς ὑποτάσσεται στὶς ἀνώτερες ἐξουσίες», εἴτε εἶναι ἀπόστολος, εἴτε εὐαγγελιστής, εἴτε προφήτης, εἴτε ὁποιοσδήποτε, γιατὶ ἡ ὑποταγὴ αὐτὴ δὲν ἀνατρέπει τὴν εὐσέβεια. […] «Γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἐξουσία», λέγει, «παρὰ μόνο ἀπὸ τὸ Θεό». Τί λέγεις; Κάθε ἄρχοντας δηλαδὴ χειροτονεῖται ἀπὸ τὸ Θεό; Δὲν ἐννοῶ αὐτό, λέγει [ὁ ἀπ.  Παῦλος, κατὰ τὸ Χρυσόστομο]· οὔτε ὁ λόγος μου τώρα θὰ εἶναι γιὰ τοὺς ἄρχοντες χωριστά, ἀλλὰ γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα. Γιατὶ τὸ νὰ ὑπάρχουν ἐξουσίες […] εἶναι ἔργο τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶπε «δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἄρχοντας, παρὰ μόνο ἀπὸ τὸ Θεό», ἀλλὰ μιλάει γενικὰ γιὰ τὸ πράγμα καὶ λέγει· «γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἐξουσία, παρὰ μόνο ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ οἱ ἐξουσίες ποὺ ὑπάρχουν ἔχουν ὁρισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό». Ἔτσι καὶ κάποιος σοφός, λέγοντας ὅτι «ἀπὸ τὸ Θεὸ συνάπτεται ἡ γυναίκα στὸν ἄνδρα», αὐτὸ ἐννοεῖ, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς ἔκανε τὸ γάμο, καὶ ὄχι ὅτι αὐτὸς ἑνώνει τὸν καθένα ποὺ ἔρχεται σὲ σαρκικὴ μείξη μὲ γυναίκα

Ἰω. Χρυσόστομος, 23η ὁμιλία στὴν Πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολή, 1 (P.G., 60, 615).

Ὅπως λέει κι ὁ Βλ. Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. 1, σ. 130:

Ἡ διάκριση αὐτὴ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν φορέων της ὑπῆρξε…καθοριστικὴ γιὰ τὴ διαμόρφωση τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας πρὸς κάθε συγκεκριμένη πολιτικὴ πραγματικότητα […] Ἡ διάκριση ὅμως αὐτὴ δὲν ἦταν κατανοητὴ στὸν ἐθνικὸ κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθῇ τὴ θεοκρατικὴ ἑρμηνεία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴ Στωικὴ καὶ τὴ Νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, γι’ αὐτὸ καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσες ἡ ἀρνητικὴ στάση τῶν χριστιανῶν ἔναντι τῶν αὐθαιρεσιῶν τῶν ρωμαίων αὐτοκρατόρων ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ τὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς ὡς ἀμφισβήτηση τῆς ἴδιας τῆς ἐξουσίας.

Φυσικά, οἱ Ἔθνικοὶ συμμερίζονταν τὴν χριστιανικὴ ἄποψη γιὰ θεϊκὴ προέλευση τῆς Ἐξουσίας. Σύμφωνα μὲ τὴν Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινὴ ἱστορία, τ. 1, σ. 115:

Τὴν ἐννοιολογικὴν προσέγγισιν τῶν ἀντιλήψεων χριστιανῶν καὶ ἐθνικῶν λογίων ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς ἰδεολογίας ἀντικατοπτρίζει χωρίον τοῦ Θεμιστίου λέγοντος: «οὗ (sc. τοῦ Διὸς) γέννημα ἱερὸν καὶ εἰκὼν ἡ ἐπὶ τῆς γῆς βασιλεία» (Θεμιστίου, Λόγος 11, 143a).

Πράγματι, κι ὁ Ἰουλιανὸς ὑποστήριζε ὅτι ὁ αὐτοκρατορικὸς θρόνος τοῦ δόθηκε ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ πρῶτο ἀπ’ ὅλους τὸν θεὸ Σέραπη:

Προσθήσω  δὲ ὅτι καὶ ἡμῶν, οὓς οἱ θεοὶ πάντες, ἐν πρώτοις δὲ ὁ μέγας Σάραπις, ἄρχειν ἐδικαίωσαν τῆς οἰκουμένης

Ἐπιστολὴ 60, Ἀλεξανδρέων τῷ δήμῳ, ἔκδ. J. Bidez, L’ empereur Julien Oeuvres complétes, τ. 12, Paris 1924, 69.7-9 (378d).

Ὁ Ἰουλιανὸς σὲ ἄλλη ἐπιστολή, πρὸς ἐθνικὸ ἱερέα, ὑποστήριζε ὅτι οἱ τιμὲς ποὺ πρέπει νὰ ἀπονέμονται στοὺς ἐθνικοὺς ἱερεῖς εἶναι τουλάχιστον ἴδιες μὲ αὐτὲς ποὺ ἀπονέμονται στοὺς πολιτικοὺς ἄρχοντες, ἴσως καὶ περισσότερες. Ἄλλωστε, κατὰ τὸν Ἰουλιανό, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες εἶναι τρόπον τινὰ ἱερεῖς:

Εὔλογον δὲ καὶ τοὺς ἱερέας τιμᾶν ὡς λειτουργοὺς θεῶν καὶ ὑπηρέτας […] Δίκαιον οὖν ἀποδιδόνται πᾶσιν αὐτοῖς οὐκ ἔλαττον, εἰ μὴ καὶ πλέον ἢ τοῖς πολιτικοῖς ἄρχουσι τὰς τιμάς. Εἰ δέ τις οἴεται τοῦτο ἐπίσης χρῆναι νέμειν αὐτοὶς καὶ τοῖς πολιτικοῖς ἄρχουσιν, ἐπεὶ κἀκεῖνοι τρόπον τινὰ τοῖς θεοῖς ἱερατεύουσιν.

Ἐπιστολὴ 89b, ἔκδ. J. Bidez, L’ empereur Julien Oeuvres complétes, τ. 12, Paris 1924, 164.2-9 (296b-c).

Σύμφωνα, τέλος, μὲ τὸν Λιβάνιο, ὁ Ἰουλιανὸς χαιρόταν μὲ τὸ νὰ καλεῖται καὶ βασιλιὰς καὶ ἱερέας:

Χαίρει καλούμενος ἱερεὺς οὐχ ἧττον ἢ βασιλεύς

Λιβάνιος, Εἰς Ἰουλιανὸν αὐτοκράτοραν ὕπατον, 80, ἔκδ. R. Foerster, Libanii Opera, τ. 2, Leipzig 1904, 37.14-15.

 

Ὁ H.-G. Beck, Ἡ βυζαντινὴ Χιλιετία, σ. 109, κατανοεῖ ὅτι:

Ἀπὸ θεολογικὴ ἄποψη –στὰ πλαίσια τῆς βυζαντινῆς θεολογίας– ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ δὲν χαρίζεται μόνιμα σὲ ἕναν ἄνθρωπο, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει κάποια στιγμὴ ἀνάξιός της.

 

Ἔτσι, παρ’ ὅλο ποὺ Ἐθνικοὶ καὶ Χριστιανοὶ συμφωνοῦσαν μεταξύ τους γιὰ τὴ θεία προέλευση τῆς Ἐξουσίας, διαφωνοῦσαν γιὰ τὴ σχέση ἀξιώματος – κατόχου του, ἀφοῦ μόνο οἱ Χριστιανοὶ διαχώριζαν τὸν κάτοχο τοῦ πολιτικοῦ ἀξιώματος ἀπὸ τὸ ἀξίωμα – ἐξουσία. Οἱ Ἐθνικοὶ ὄχι ἁπλῶς εἶχαν τὸν Αὐτοκράτορα-Θεό (καὶ ὑπέρτατο ἱερέα), ἀλλὰ πίστευαν ὅτι ἡ ἄρνηση λατρείας τοῦ αὐτοκράτορα συνιστᾶ γενικευμένη ἄρνηση τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας. Δὲν βλέπω τὸ λόγο γιατί νὰ μὴν ὑποστηρίξουμε τὴν ἄποψη ὅτι οἱ Ἐθνικοὶ ἦταν οἱ μόνοι πραγματικοὶ θεοκράτες, ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ ἦταν ἐνάντιοι στὴ θεοκρατία καὶ στὴ σύγχυση ἀξιώματος – φορέα του. Οἱ Χριστιανοὶ ἦταν θεοκεντρικοί, ἀλλὰ ὄχι πολιτικὰ θεοκράτες. Φυσικά, μιλᾶμε γιὰ τοὺς «μὲ σάρκα καὶ ὀστὰ» Ἐθνικοὺς καὶ ὄχι τὰ πλάσματα τῆς φαντασίας τῶν μεταπολεμικῶν διανοουμένων (εἰδικά, τῶν Ἑλλήνων), οἱ ὁποῖοι ἀνιστορικὰ ἀντιπαραθέτουν τὸν Αἰσχύλο καὶ τοὺς Σοφιστὲς στοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. (Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ δὲν συνεπάγεται τὴν ἄποψη ὅτι οἱ πρῶτοι εἶναι καλύτεροι «ἂν καὶ οἱ δυὸ ζοῦσαν τὴν ἴδια ἐποχή».)

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, Ύστερη Αρχαιότητα, Ρωμαίοι, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s