Τοῦρκοι καὶ Βαυαροί

Πολυετὴς καὶ εἰλικρινὴς διάλογος πότε γινόταν, τόσα χρόνια, γιὰ τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας καὶ τῆς «ἀπο-δημοσιοϋπαλληλοποίησης» τῶν κληρικῶν καὶ δὲν τὸ κατάλαβε κανείς; Οἱ κληρικοὶ ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Ἱερώνυμος ένήργησε μόνος του.

Μὲ τὴ συμφωνία ἐμμέσως ἀπαγορεύεται ἡ αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κληρικῶν (σημεῖο 8), ἀφοῦ τὸ διαθέσιμο ποσὸ δὲν θὰ ἀλλάζει. Κατὰ συνέπεια, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι οἱ κληρικοὶ δὲν θὰ εἶναι πλέον δημόσιοι ὑπάλληλοι μὲ τὴ Μεγάλη Σφραγίδα τοῦ Κράτους (μεγάλος ὁ καημός μας…), ἀλλὰ ὅτι ἐὰν κάποτε οἱ συνθῆκες καλυτερεύσουν καὶ ζητηθοῦν περισσότεροι κληρικοί, αὐτὸ θὰ ἀπαγορεύεται ἐκ τῶν πραγμάτων.

Φυσικά, ἄλλο πράγμα εἶναι ἕνα ἐτήσιο μισθολογικὸ κονδύλι ποὺ θὰ καθυστερεῖ (σκόπιμα, μάλιστα) ἢ δὲν θὰ καθυστερεῖ νὰ ἀποδοθεῖ στοὺς κληρικούς, καὶ ἄλλο ὁ τακτικὸς μισθός. Σωστὰ ἐπισημάνθηκε ὅτι μὲ τὴ συμφωνία τοῦ Ἱερώνυμου ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶναι λιγότερο ἀνεξάρτητη σὲ σχέση μὲ τώρα. Ἐννοεῖται κι ὅτι ἔχουμε μιὰ μαζικὴ ἀπόλυση δημοσίων ὑπαλλήλων γιὰ νὰ προσληφθοῦν ἡμέτεροι, καὶ κανεὶς ἀριστερὸς δὲν μιλᾶ, γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ τὴν θέσπιση τῆς μονιμότητας στὸ Δημόσιο. Ἡ χρησιμότητα τοῦ κλήρου, φυσικά, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀφοῦ ἡ χρησιμότητα δὲν εἶναι πάντοτε ἀντικειμενική, ἔχει καὶ σχέση μὲ τὸ τί θέλει μιὰ κοινωνία, πῶς φαντάζεται τὸν ἑαυτό της κ.λπ. Εἶναι ἄραγε χρήσιμη ἡ ΕΡΤ τοῦ ΣΥΡΙΖΑ;

Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι δημιουργεῖται ταμεῖο ἀξιοποίησης περιουσίας (σημεῖα 9-14) τῆς ὁποίας ἡ κυριότητα εἶναι ἕως σήμερα ἀμφισβητήσιμη. Δηλαδή, ἀντὶ πρῶτα νὰ ξεκαθαριστεῖ δικαστικῶς  σὲ ποιὸν ἀνήκει λ.χ. ἕνα χωράφι, Ἐκκλησία καὶ Κράτος θὰ τὸ «ἀξιοποιήσουν» κατὰ 50-50 προτοῦ ἡ δικαιοσύνη ἀποφασίσει. Ὅπως τὸ Ὑπερταμεῖο θὰ ἀξιοποιήσει τοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους; Κι ἂν μετά, κάποτε, τὰ δικαστήρια ἀποφασίσουν ὅτι ἡ «κοινὰ ἀξιοποιήσιμη» περιουσία καὶ συγκεκριμένο τμῆμα της ἀνήκει στὸ Κράτος ἢ στὴν Ἐκκλησία λ.χ. σὲ ἀναλογία 70-30 (κι ὄχι 50-50), τί θὰ κάνει ὁ παρανόμως «ὠφεληθεὶς» τὰ κέρδη του; θὰ τὰ δώσει πίσω στὸν νόμιμο κάτοχο; Μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ περίπτωση νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἀπὸ τὸ Κράτος τὰ κέρδη «του» γιὰ νὰ πληρώνει τοὺς δανειστές; Νὰ δώσει πρώην ἐκκλησιαστικὴ γῆ σὲ Γερμανοὺς ἢ σὲ ἀδέρφια μας, πρόσφυγες;

Οἱ ἀντικληρικαλιστὲς μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανοκομμουνιστὲς εἶναι ἄθελά τους καλοὶ σύμμαχοι. Οἱ πρῶτοι εἴτε εἶναι φιλελεύθεροι τῆς κατηγορίας «Βάστα γερά, Μέρκελ» καὶ πατρίδα μας εἶναι ἡ Ε.Ε., καὶ νὰ καεῖ τὸ παληάμπελο, εἴτε εἶναι οἱ πάντοτε χρήσιμοι Ἀριστεροὶ τῶν ὁποίων ἡ τωρινὴ χρησιμότητα εἶναι νὰ δημιουργηθεῖ ἡ ἐντύπωση τῆς ἔλευσης τοῦ ἀταξικοῦ σοσιαλισμοῦ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία (ἡ «ἀμφισβητήσιμη» μερίδα της) θὰ ἀρχίσει νὰ διοχετεύεται –ἐμμέσως ἀπὸ τὰ κέρδη τοῦ Κράτους– στοὺς ὑπερεθνικοὺς δανειστὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Οἱ δεύτεροι, οἱ χριστιανοκομμουνιστές, φαντασιώνονται πρωτοχριστιανικὲς κολλεκτίβες καὶ κοινόβια ἀναρχοχριστιανῶν νέων ἐνοριτῶν. Ἔτσι, ἕνα μεῖγμα μερκελιστῶν, «χριστιανῶν» καταληψιῶν τῆς ἐκκλησιαστικότητας καὶ σοσιαλιστῶν ἐπικροτεῖ τὴ λεηλασία ἑνὸς τουλάχιστον κομματιοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας (ρητὰ ἢ μὴ ἐπικρίνοντάς την). Ὅσο γιὰ τοὺς Ἱεράρχες, ξέρουμε πόσο εὔκολα θὰ ἀποδεχτοῦν τὰ τετελεσμένα.

Ὁ μὴ χωρισμὸς Ἐκκλησίας – Κράτους εἶναι τὸ τελευταῖο κατάλοιπο τῆς ἑλληνικῆς πολιτισμικῆς ἀντίληψης γιὰ τὴ θρησκεία, ἐνάντια στὴν ἀτομοκεντρικὴ ἄποψη τῆς διάστασης θρησκείας – κράτους – κοινωνίας. Τὸ Κράτος (ἢ ἡ πόλη-κράτος) κατὰ τοὺς Ἕλληνες, ἔχει δικαίωμα νὰ ὑφίσταται μόνο ἐφόσον συμφωνεῖ μὲ τὸν πολιτισμό, τὶς ἀπόψεις καὶ τὴ θρησκεία τῆς κοινωνίας, καὶ τὰ προάγει. Εἰδάλλως, στέκεται ἀπέναντι, ἐχθρικά, στὴν κοινωνία, ὡς αὐτόνομο τάχα μέγεθος, ἕνα τέρας πού (ἔτσι, ἀποφάσισε μόνο του) δὲν πρέπει νὰ ἐμπλέκεται σὲ «ἰδεολογίες» καὶ  δῆθεν «μερικότητες». Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἡ θρησκεία χρηματοδοτεῖτο κανονικά (λειτουργία ναῶν, χρηματοδότηση πολυάριθμων γιορτῶν, τελετῶν κ.λπ.). Καὶ μπορεῖ στὸ Βυζάντιο νὰ μὴν ὑπῆρχε «Δημόσιο» μὲ τὴ σημερινὴ μορφή, δηλαδὴ ὑπῆρχαν λίγοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὡστόσο γίνονταν συνεχῶς δωρεὲς τοῦ Κράτους πρὸς τὶς μονὲς καὶ τὴν Ἐκκλησία, οὕτως ὥστε αὐτὲς νὰ συνεχίζουν χωρὶς ὑλικὰ ἐμπόδια ἐπὶ 1.000 χρόνια τὸ κοινωνικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ – ἐκπολιτιστικὸ ἔργο τους. Στὸν ἀντίποδα, τὸ οὐδετερόθρησκο Κράτος ροκανίζει τὶς πολιτισμικὲς βάσεις μιᾶς χώρας καὶ διαλύει πολιτισμικὰ τὴν κοινωνία (γιὰ τὴν ὁποῖα δῆθεν ἐπανιδρύθηκε ὡς οὐδετερόθρησκο) καὶ δημιουργεῖ ἀπειράριθμα  πολιτισμικὰ γκέτο, ὁμάδες κι ὁμαδοῦλες, τὶς ὁποῖες μιὰ ὡραία μέρα ἔρχεται καὶ καταβροχθίζει –ὅπως βλέπουμε νὰ γίνεται στὶς μέρες μας– ἕνας «μονομπλὸκ» νεοεισερχόμενος, τὸ Ἰσλάμ.

Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ Τουρκοκρατίας προστάτευε στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ τὶς ἑλληνικὲς περιουσίες ἀπὸ τὶς ἁρπαχτικὲς διαθέσεις τῶν Ὀσμανῶν, οἱ ὁποῖοι δεσμεύονταν νὰ μὴν ἁρπάζουν (μὲ τὴν ἴδια εὐκολία) ἐκκλησιαστικὲς γαῖες ὅπως ἅρπαζαν ἐκεῖνες τοῦ καθενὸς ραγιᾶ. Σὲ ἀντάλλαγμα οἱ Ἕλληνες ἔπαιρναν τὸ δικαίωμα νὰ νέμονται τὰ κέρδη ἀπὸ τὰ κτήματα ποὺ εἶχαν «χαρίσει» στὴν Ἐκκλησία προκειμένου νὰ τὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὸ Ἰσλάμ. Τὸ ἴδιο θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει καὶ σήμερα, κατ’ ἀναλογία ἐννοεῖται, μὲ τὴν ἄρνηση νὰ παραχωρηθοῦν ἐκκλησιαστικὲς ἐκτάσεις καὶ λοιπὴ περιουσία στὸ Κράτος-Τρόικα. Ὅσον ἀφορὰ δὲ τοὺς ἀναρχο-«χριστιανο»-κομμουνιστές, ἂς τονιστεῖ ὅτι ἐὰν εἶναι οἱ Χριστιανοὶ νὰ δώσουμε σὲ κάποιον τὰ ἰδιωτικὰ λεφτουδάκια μας (ἄρα, ἐν τέλει, τὴν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας μας) χάριν τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινοκτημοσύνης καὶ «γιὰ τὸ καλὸ τῆς κοινωνίας σὲ συνθῆκες κατάρρευσης» (πέρα ἀπὸ τοὺς συνήθεις φόρους κάθε πολίτη), τότε ὁ μόνος στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε ὡς Χριστιανοὶ νὰ τὰ δώσουμε εἶναι ὁ ἐπίσκοπος, ἡ κατὰ τόπους Ἐκκλησία, καὶ ὄχι τὰ ἀλλεπάλληλα μνημόνια τῆς Ἀριστεροδεξιᾶς καὶ τὸ οὐδετερόθρησκο Κράτος, ποὺ οὔτε κἂν συσσίτια δὲν θὰ (μπορεῖ ἢ θὰ θέλει νά) παράσχει στοὺς ὑποσιτιζόμενους Ἕλληνες.

 

 

ieronumosgap

 

Μετά από έναν πολυετή, αναλυτικό και ειλικρινή διάλογο μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, διάλογο ο οποίος διεξήχθη σε κλίμα κατανόησης και σεβασμού, έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε συναινετικές και αμοιβαία αποδεκτές και επωφελείς πρωτοβουλίες που αφορούν τον εξορθολογισμό των σχέσεων μεταξύ μας.

Στόχος μας είναι να θέσουμε το πλαίσιο διευθέτησης και επίλυσης ιστορικών εκκρεμοτήτων, αλλά και να ενισχύσουμε την αυτονομία της Ελλαδικής Εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Κράτους, αναγνωρίζοντας την προσφορά και τον ιστορικό της ρόλο στη γέννηση και τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Για τον λόγο αυτό, εκφράζουμε σήμερα την πρόθεσή μας να καταλήξουμε σε μια ιστορική Συμφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας που θα πάρει τη μορφή νομοθετικής ρύθμισης και προτείνουμε:

1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.

2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.

3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.

4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.

5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.

6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών, με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.

7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.

9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.

11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων, μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.

12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.

13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.

14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.

15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.

 

Πηγή

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, πολιτικά, Αριστερά, Δύση, Ελλάδα, Ρωμανία, θρησκεία, κοινωνία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s