Ἀναγεννησιακά

Συγκρίνοντας αὐτό:

ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ Η΄ ΤΟΥ Γ. ΣΕΦΕΡΗ που κυκλοφόρησαν πριν λίγες ημέρες, υπάρχει ένα εξαιρετικό επίμετρο: μια ανεπίδοτη επιστολή του μεγάλου ποιητή προς τον Ζ. Λορεντζάτο. Διαβάζοντάς την μπορεί να στοχαστεί κανείς ποια είναι η γνήσια Παράδοση ενός έθνους που πορεύεται στην Ιστορία και ποια η ιδεολογική κατασκευή του «χαμένου κέντρου» που ο ορθοδοξισμός του Λορεντζάτου και των επιγόνων του, θεολόγων και φιλολόγων, καλλιέργησαν, ερήμην των Ελλήνων. «Μικρός γνώρισα τον κόσμο της παράδοσης που λες» -γράφει ο Σεφέρης- «αυτόν τον κόσμο που οι άνθρωποι είχαν δεσμούς (αλληλεγγύη) μεταξύ τους (ήταν μια μεγάλη φαμίλια) και την ευσέβεια ριζωμένη μέσα τους σαν την ελιά και σαν τ’ αμπέλι, φ υ σ ι κ ά – χωρίς ξάφνισμα«. Σήμερα όμως τι προστατεύει αυτή την παράδοσή μας που υπήρχε μέχρι πρόσφατα, αναρωτιέται λίγο παρακάτω ο Σεφέρης, νιώθοντας το ψέμα της ιδεολογικής εξιδανίκευσης αλλά και της εμμονής στον πριν την Αναγέννηση κόσμο. Η γνώμη του σαφής: «Χρειαζόμαστε παιδεία, και την παιδεία την έχουμε γράψει στα παλιά μας τα παπούτσια. Χρειαζόμαστε καλούς υπηρέτες του Θεού κι έχουμε όλο και τρισχειρότερους. Χρειαζόμαστε αγάπη και γλεντάμε κάθε τόσο φορώντας το πετσί του λύκου. Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, αναρωτιέμαι, μη δε θα ‘ταν καλύτερο να οικονομάμε τις σαϊτες μας εναντίον στη λογοτεχνία, όπως την παρασταίνεις, για να τις έχουμε διαθέσιμες για εκείνα τα χάλια μας;«

Μὲ αὐτό:

Μέχρι τότε εμείς δεν είχαμε κανένα πρόβλημα σχετικό με τη διανομή της πανάρχαιας κληρονομιάς μας, είχαμε περάσει “με καιρό και με κόπο” (Σολωμός), με αιώνες πολλούς συντήρηση και αξιοθαύμαστη σοφία ή σύνεση, από την ελληνική στη χριστιανική μορφή της παράδοσης μας, και οι ανοιχτοί μας λογαριασμοί με τα μάρμαρα ή με τα αρχαία αγάλματα είχαν κλείσει, ουσιαστικά, προτού κλείσει ο Ιουστινιανός τις σχολές στην Αθήνα (529) και φύγουν οι τελευταίοι νεοπλατωνικοί στην Περσία. Η μια παράδοση είχε παραχωρήσει τη θέση της στην άλλην, είχε ζήσει κανονικά το θάνατο και πεθάνει τη ζωή της άλλης, καθώς λεει ο Ηράκλειτος, ζώντες τον εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες (fr. 62). Oι Έλληνες δεν είχαμε έλλειψη από παράδοση –δεν πρέπει, να ξεχνάμε πως εμείς δε γνωρίσαμε μήτε Ιερή Εξέταση, μήτε Αναγέννηση, μήτε Μεταρρύθμιση– μηδέ η παράδοσή μας πέρασε ποτέ από κρίση απέναντι στον εχθρό ή αμφιβολίες, όπως των Ευρωπαίων. Εμείς δε χρειαζόταν να δείχνομε προγονική νοσταλγία ή να κοιλοπονάμε διάφορες σκέψεις γύρω από τα αρχαία αγάλματα, δεν αμφιβάλλαμε ποτέ για τη ζωντανή παράδοσή μας, αλλά απλούστατα ξέραμε πως είχαν και οι αρχαίοι, έναν καιρό, την πνευματική ή την μεταφυσική παράδοσή τους –τα όσια και τα ιερά τους– όπως τα δικά μας εμείς. “Τ’ αγάλματα είναι γερά [= Ιερά] πράγματα” (Μακρυγιάννης, Β, 63). Εκείνο που προοριζόταν να ζήσει, από την ελληνική μορφή της παράδοσης, διαφυλάχτηκε ακέριο μέσα στη χριστιανική μορφή της παράδοσης, όπου και ζει μέχρι σήμερα –εν έτερα μορφή– γιατί αυτό που λέμε Ελλάδα ή ό,τι βιώσιμο πνευματικά περισώθηκε από την πα­ράδοση της ελληνικής αρχαιότητας, δεν έζησε ποτέ –όπως πολλοί νομίζουν– και δε ζει, βέβαια, στο Schleiermacher, στο Shelley ή στην “Ωδή σε μια ελληνική υδρία” (“Οde on a Grecian Urn”), άλλα στο άδυτο της χριστιανικής πνευματικότητας, όπως τη μετάδωσαν στους ορθόδοξους προγόνους μας οι Πατέρες της Ανατολής ή όσοι διατήρησαν απαρασάλευτη, μέσα από τόσους αμείλιχτους αιώνες, την ίδια ακριβώς μεταφυσική ή ιερή γεωγραφία, χτίζοντας συχνά τους ναούς των, ακόμα και με τα ίδια λιθάρια, ή στα ίδια μέρη όπου χτίστηκαν, μια φορά, οι σωπασμένοι ναοί (απέσβετο και λάλον ύδωρ) των αρχαίων Ελλήνων.

 

Δὲν μπορῶ νὰ μὴν προσθέσω ὅτι ἡ Ἀναγέννηση ἦταν ἕνα τεράστιο «ψέμα ἑλληνικότητας», ὅσο κι ἂν μᾶς κολακεύει γιὰ τὴν ἐξύμνησή της πρὸς κάθε τὶ ἀρχαιοελληνικό. Παρ’ ὅλο ποὺ μεταπολεμικοὶ Δυτικοὶ τεχνοκριτικοὶ καὶ Δυτικοὶ ἱστορικοὶ ἔχουν παρατηρήσει ὅτι ἡ «Ἀναγέννηση» προϋποθέτει τὴν πλήρη δυτικομεσαιωνικὴ χιλιετὴ ἀποξένωση ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα οὕτως ὥστε νὰ φτειαχτεῖ μιὰ ψευτο-Ἀρχαιότητα στὰ μέτρα καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ ὕστερου μεσαιωνικοῦ πολιτισμοῦ, στὴν Ἑλλάδα εἴμαστε ἀκόμη τόσο πολὺ καθηλωμένοι στὰ παλαιά (ἡλικίας τουλάχιστον ἑνάμιση αἰώνα) δυτικὰ δόγματα, ὥστε ἀγνοοῦμε τέτοιες παρατηρήσεις, καὶ προτιμοῦμε τὸν μύθο τῆς ἀναγεννησιακῆς ἑλληνικότητας. Τὸ ψέμμα τῆς Ἀναγέννησης τὸ ἔχει περιγράψει ὁ μαρξιστὴς καὶ ἄθεος Παπαϊωάννου (Ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ ἴσκιος του) δεκαετίες πρίν, καὶ ἄσχετα ἀπὸ τὸν Λορεντζάτο. Ὀφείλει καθένας νὰ διακηρύξει ὅτι ὁ «οὑμανισμὸς» τῶν Ἀναγεννησιακῶν μὲ τὴν πανανθρώπινη διάστασή του δὲν βρίσκεται στὴν Ἀρχαιότητα παρὰ ὡς ἐλαχιστότατες ἐξαιρέσεις σὲ κάποια κείμενα. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν ἦταν οὔτε ἀνθρωποκεντρικοὶ οὔτε οὑμανιστές. Ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τους (τὸν πολιτισμό) ὑπῆρχε εἴτε ἡ βαρβαρότητα εἴτε ἡ φυσικὴ ἀγριότητα εἴτε  ἄλλες πόλεις – δυνητικὰ ἐχθροί.

Στὴν Ἑλλάδα ὡστόσο, ὅπως θεωροῦμε ἐσφαλμένα ὅτι ἡ βυζαντινὴ ἑλληνικότητα εἶναι ὁ σχολιασμὸς καὶ ἡ ἀντιγραφὴ τῶν ἀρχαίων κειμένων, ἔτσι ὑποχρεωνόμαστε νὰ βαρᾶμε προσοχὴ στὴν Ἀναγέννηση. Πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀριστερά, τὸν «Μάη» καὶ ὁλάκερη τὴ «Δύση», ὀφείλουμε νὰ στεκόμαστε σούζα μπροστὰ στὴν ἰταλικὴ Ἀναγέννηση, τὴν τέχνη της, τὴν πόζα της, τὶς μελέτες της. Δηλαδή: Νὰ ἀναπαράγουμε τεχνητὰ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ὕστερες δυτικομεσαιωνικὲς συνθῆκες (δυτικὸς Χριστιανισμός, φεουδαρχία, γοτθικὴ τέχνη, πόλεμος Πάπα – Γερμανοῦ αὐτοκράτορα, συσσωρευμένο κεφάλαιο ἀπὸ τὶς Σταυροφορίες, λατινο-νορδικὸς ψυχισμός), νὰ τὶς μεταφέρουμε στὴν Ἑλλάδα. Ἂν δὲν ἀποτινάξουμε τὸ ψέμμα, ἂν δὲν τὸ ὀνομάσουμε ψέμμα, γιατρειὰ δὲν ὑπάρχει.

Ὅσο γιὰ τὸ Σεφέρη, μιλᾶ γιὰ μιὰ «παγανιστικὴ» λαϊκὴ εὐλάβεια τῆς μικρῆς κοινότητας. Δὲν εἶναι στ’ ἀλήθεια Χριστιανός. Ἀδυνατεῖ νὰ πιστέψει στ’ ἀλήθεια. Ὅλα εἶναι μιὰ ἀγωνία  ἀπόδειξης ἑνὸς εὐπατρίδη περιηγητῆ, ὅτι σκεφτόμαστε σύμφωνα μὲ τὴν «ἑλληνικότητα». Πῶς κάνουμε ἐκεῖνες τὶς πατριωτικὲς «σοῦμες» Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὅπου Πλήθων καὶ Μᾶρκος Εὐγενικός, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς καὶ Κοραῆς, μπαίνουν στὸ ἴδιο «πράμα»;; (Μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ «καὶ οἱ δυὸ νοιάζονταν γιὰ τοὺς Ἕλληνες».) Ἔτσι κι ἐδῶ. Αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἐπικριτικὰ καταρχήν, ἐπικριτικὰ τὸ λέω ὅταν νομίζουμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ «παγανιστικὴ» χωριάτικη εὐσέβεια συνδυασμένη μὲ μιὰ δόση, ἰσχυρὴ ἢ ὄχι, διανοουμενίστικης ἀρχαιολατρίας, ἀχριστιανικῆς. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε, ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ κεντρικὴ παράδοση τῆς ὑπαρκτῆς ἑλληνικότητας, ὄχι ἡ νοσταλγία γιὰ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ ἡ λόγια ἀρχαιομάθεια, ποὺ εἶναι περιφερειακὴ παράδοση. Καί, φυσικά, θὰ ἐπικρίνουμε ὅσους πιστεύουν τὸ ἀντίθετο, ὄχι γιατὶ ἐκκινοῦμε ἀπὸ διαφορετικὴ ἰδεολογικὴ ἀφετηρία ἢ μὲ βάση κοσμοθεωρητικὲς ἀτέλειωτες κοκκορομαχίες, ἀλλὰ ἐπειτα ἀπὸ ἀτράνταχτες ἱστορικὲς διαπιστώσεις: Ἑλληνικὰ μιλοῦσαν οἱ Τουρκοκρητικοὶ καὶ οἱ Βαλαάδες, ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα ἀντέγραφαν καὶ οἱ μεσαιωνικοὶ Ἄραβες, ἀλλὰ ὅλοι τους ἦταν ἐχθροί, πολέμιοι τῶν «μὲ σάρκα καὶ ὀστὰ» συγκαιρινῶν τους Ἑλλήνων. Συνεπῶς,  ὅ τ ι δ ή π ο τ ε  ἐναντιώνεται σὲ αὐτὴν τὴν ἱεράρχηση μὲ τὸν Χριστιανισμὸ πρῶτο, δὲν πᾶ αὐτὸ νὰ λέγεται «Ἀναγέννηση» ἢ «νεοτερικότητα», τότε αὐτὸ στρέφεται κατὰ τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καὶ ταυτότητας. Καὶ δὲν συνιστᾶ «ὀρθοδοξισμὸ» ἡ διαπίστωση αὐτή. Βεβαίως, ὑπῆρχε στὸ Βυζάντιο μελέτη τῶν Ἀρχαίων χάριν τῆς μελέτης. Ἀλλὰ δὲν ἦταν μέγεθος αὐτόνομο ἢ ἀνταγωνιστικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Θὰ πρόσθετα ὅτι στὸ Βυζάντιο ὑπῆρχε καὶ πολὺ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀργότερα, ἐπὶ Τουρκοκρατίας θέριεψε λόγῳ τῆς τυραννίας: μισοπαγανιστικὲς ἀντιλήψεις καθ’ ὁμολογίαν Χριστιανῶν. «Πισωγύρισμα» δὲν εἶναι νὰ μνημονεύεις τὴν προτεραιότητα τοῦ προαναγεννησιακοῦ βυζαντινοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ ἐπιστρέφεις στοὺς προβυζαντινοὺς Ἀρχαίους (μὲ ἀναγεννησιακὰ γυαλιά) χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεσαι τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὸ τέλμα τους κατὰ τὴ ρωμαϊκὴ περίοδο. Ἐν τέλει, πισωγύρισμα εἶναι νὰ μὴν ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαῖοι ἀπόγονοι (στὸν 2ο, 3ο καὶ 4ο αἰώνα μ.Χ.) τῶν «Κλασσικῶν» Ἀρχαίων (τοῦ 5ου π.Χ. αἰώνα) ἔγιναν Χριστιανοὶ μὲ τὴ θέλησή τους, περιθωριοποιώντας τὶς παλιατζοῦρες τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ καθιστώντας τες «μελέτη».

Ἂν θέλουμε βεβαίως νὰ πιστεύουμε ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι ὡς ἀνθρωποτύπος ἦταν φιλόσοφοι, λογοτέχνες καὶ τραγικοί, μποροῦμε νὰ λέμε ψέμματα στὸν ἑαυτό μας στὸ διηνεκές. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ διανοουμενίστικη νεοτερικὴ ὑπεράσπιση τοῦ Χριστιανισμοῦ φαντάζει ὡς ἀντίφαση. Ἀλλὰ δὲν εἶναι -εἶναι μιὰ λύση ἀνάγκης: Ἀκόμη κι ὅταν οἱ διανοούμενοι αὐτοὶ ξαφνικὰ ἀνακαλύπτουν τὶς διαφορὲς Ἑλλάδας καὶ Δύσης, γιατὶ «εἶδαν τὸ Φῶς». Γιὰ «ὀρθοδοξισμό», πάντως, ἔκαναν πρῶτες λόγο διάφορες γαλλικὲς ἀντισερβικὲς ἐφημερίδες κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν γιουγκοσλαβικῶν πολέμων (1991-1999). Ἀρκετὴ θλίψη μὲ τοὺς ἀναγεννησιακοὺς καὶ τὰ ἀρχαῖα τους βιώσαμε.

 

This entry was posted in παράδοση, παλιά και νέα θεότητα, Αρχαιότητα, Αναδημοσιεύσεις, Δύση, Ελλάδα, Μεσαίωνας and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s