Καὶ ἄλλος χριστιανικὸς «κομμουνισμὸς» καὶ κοινοκτημοσύνη

Ὁ Μαντζαρίδης κάνει διάκριση ἀνάμεσα στὸ «αὐτὰ ποὺ ἔχω πρέπει νὰ τὰ καταστήσω ὅλων» καὶ στὸ «αὐτὰ ποὺ ἔχεις πρέπει νὰ στὰ πάρουμε»:

Ἡ χριστιανικὴ κοινοκτημοσύνη διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν κομμουνιστική. Τὸ ἀξίωμα στὸν Χριστιανισμὸ εἶναι, «καθετὶ ποὺ μοῦ ἀνήκει εἶναι καὶ δικό σου», ἐνῶ τὸ ἀξίωμα στὸν Κομμουνισμὸ εἶναι, «καθετὶ ποὺ σοῦ ἀνήκει εἶναι καὶ δικό μου». Ἡ χριστιανικὴ κοινοκτημοσύνη στηρίζεται στὴν ἐλεύθερη καὶ αὐθόρμητη συγκατάθεση, ἐνῶ ἡ κομμουνιστικὴ στὴν ἐξωτερικὴ ἐπιβολὴ καὶ τὸν καταναγκασμό. Ἐπιπλέον ἡ χριστιανικὴ κοινοκτημοσύνη ἀναγνωρίζει ὡς πραγματικὸ κύριο τῶν ἀγαθῶν τὸν Θεό, ἐνῶ ἡ κομμουνιστικὴ τὸν ἄνθρωπο.

Γ. Ι. Μαντζαρίδης, Χριστιανικὴ Ἠθική, τ. 2, Θεσσαλονίκη 20102, σ. 452.

Παρατηρεῖται εὔκολα ὅτι οἱ Πατέρες ἐνῶ προτρέπουν τοὺς πλούσιους νὰ ἐλεοῦν καὶ νὰ διαμοιράσουν τὴν περιουσία τους καὶ τοὺς κατηγοροῦν μὲ δριμύτητα γιὰ τὴν πλεονεξία, τὴν ἀνισότητα καὶ τὴν κατοχὴ περιττῶν ἀγαθῶν, ὅταν ὡστόσο ἀπευθύνονται στοὺς φτωχοὺς δὲν προτρέπουν στὴν ἐπανάσταση, προτροπὴ ἡ ὁποία φυσικὰ εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω μιᾶς κομμουνιστικῆς πολιτικῆς γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῆς φτώχειας:

Νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν ἀποστολικὸν λόγον «δι’ ὅλα νὰ εὐχαριστῆτε». Εἶσαι πτωχός; ἔχεις ἐξάπαντος ἄλλον πτωχότερον ἀπὸ ἐσέ. Ἔχεις διὰ δέκα ἡμέρας τρόφιμα ἐσύ; ἐκεῖνος ἔχει διὰ μίαν.

Μ. Βασίλειος, Ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ, 6

Μάλιστα, ὁ ἐπιπλέον πλοῦτος, ἡ ἀνισότητα δὲν εἶναι καταρχὴν κακή. Ἡ φτώχεια δὲν ἀποτελεῖ λόγο γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ κάνει ὁ φτωχὸς ὑπομονὴ καὶ ὁ πλούσιος νὰ τὸν βοηθάει:

Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν δὲν τὸν κατηγόρησε διὰ ἀγνώμονα συμπεριφοράν, ἀλλὰ πάντοτε εἰς τὸν ὑπάρχοντα πλοῦτον ἐπρόσθετε καὶ ἄλλον, μήπως τυχόν, ἀφοῦ τοῦ ἐπροκαλοῦσε κάποτε κορεσμόν, θὰ ἠμποροῦσε νὰ προτρέψῃ τὴν ψυχὴν νὰ γίνῃ κοινωνικὴ καὶ ἥμερη. […] Διατί λοιπὸν ἔφεραν μεγάλην ἐσοδείαν τὰ χωράφια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔμελλε νὰ κάμῃ κανένα καλὸν ἀπὸ τὴν εὐφορίαν; Διὰ νὰ φανῇ καλύτερα ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἡ ἀγαθότης του φθάνει μέχρι καὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. […] Μήπως ὁ Θεὸς εἶναι ἄδικος ποὺ ἄνισα μοιράζει εἰς ἡμᾶς τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ζωήν; Διατί ἐσὺ πλουτεῖς καὶ ἐκεῖνος εἶναι πτωχός; Διὰ κανένα ἄλλον λόγον παρὰ διὰ νὰ λάβῃς ἐξάπαντος καὶ ἐσὺ τὸν μισθὸν τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως καὶ ἐκεῖνος διὰ νὰ τιμηθῇ μὲ τὰ μεγάλα ἔπαθλα τῆς ὑπομονῆς.

Μ. Βασίλειος, Ὁμιλία εἰς τὸ ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ· «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζοντας οἰκοδομήσω», καὶ περὶ πλεονεξίας, 1 καὶ 7.

Κατὰ τὸν Χρυσόστομο:

Εἶναι μεγάλο ἀπόκτημα ἡ πτωχεία εἰς ἐκείνους ποὺ τὴν ὑπομένουν μὲ χριστιανικὸν τρόπον ζωῆς, θησαυρὸς ἀναφαίρετος… […] Ἂς ζῶμεν χριστιανικὰ εἰς ὅλα, ἀγαπητοί, καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς βλάψῃ καθόλου ἡ πτωχεία, ἀλλὰ καὶ θὰ μᾶς ὠφελήσῃ τὰ μέγιστα, θὰ μᾶς κάνει λαμπροτέρους καὶ πλουσιωτέρους ἀπὸ ὅλους τοὺς πλουσίους.

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Β΄ ὁμιλία εἰς τοὺς ἀνδριάντας, 8, καί:

…νὰ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν, διότι σὲ κατέταξεν εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν (τοῦ φτωχοῦ), ὄχι ἀπὸ μίσος, ἀλλὰ ἀπὸ μεγάλην ἀγάπην…

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Α΄ ὁμιλία εἰς τοὺς ἀνδριάντας, 11.

Ὁ Χρυσόστομος κι ἀλλοῦ τονίζει, παράλληλα μὲ τὸ ὑποχρεωτικὸ τῆς ἐλεημοσύνης, τὸν ὑποκειμενικὸ χαρακτήρα τῆς ἐλεημοσύνης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι «ἀπὸ τὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὶς δυνατότητές του» ἀλλὰ «ἀνάλογα μὲ τὴ διάθεσή του»:

…Διότι δὲν εἶπε (ὁ ἀπ. Παῦλος) νὰ εἰσφέρῃς τόσον καὶ τόσον, διὰ νὰ μὴ γίνῃ βαρεῖα ἡ ἐπιταγὴ καὶ προβάλλουν πολλοὶ τὴν πενίαν ὡς πρόσχημα. Ὥστε νὰ μὴν λέγουν οἱ πτωχοὶ τί νὰ δώσωμεν, ἂν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν; Ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς εἰσφορᾶς τὸ ὥρισεν ἀναλόγως πρὸς τὴν δύναμιν τῶν εἰσφορόντων. «Κάθε ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς», λέγει, «ἂς ξεχωρίζῃ εἰς τὸ σπίτι του κάποιο ποσὸν καὶ ἂς μαζεύῃ σιγὰ – σιγὰ θησαυρὸν μὲ ὅ,τι εὐκολύνεται»· καὶ δὲν εἶπεν ὅ,τι ἢμπορεῖ ἢ ὅ,τι εὑρεθῇ ἀλλὰ «ὅ,τι εὐκολύνεται» […] Διότι ἂν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὸ συμφέρον ἐκείνων (τῶν φτωχῶν), τότε θὰ διέτασσε (ὁ Θεός) μόνον νὰ δοθοῦν τὰ χρήματα καὶ δὲν θὰ ἐζητοῦσε καὶ τὴν προθυμίαν τῶν διδόντων. Τώρα ὅμως βλέπεις ὅτι ὁ ἀπόστολος μὲ κάθε τρόπον παραγγέλλει αὐτὸ κυρίως…Καὶ λέγει μὲν κάποτε· «Νὰ δίδῃς ὄχι μὲ λύπην ἢ ἀπὸ ἀνάγκην, διότι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ ἐκεῖνον ποὺ δίδει μὲ προθυμίαν καὶ χαρούμενον πρόσωπον».

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Περὶ ἐλεημοσύνης, 4.

Φαίνεται ὅτι οἱ χριστιανοσοσιαλιστὲς διάβασαν μόνο τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Μὲ τὴν ἴδια ἀντίληψη μὲ τὸν Μ. Βασίλειο, ὁ Χρυσόστομος ζητᾶ ἀπὸ τὸν φτωχὸ νὰ ὑπομένει:

Πόσους ἀκούω νὰ λέγουν, ἂς μὴ ὑπάρχῃ ἡ φτώχεια; Ἂς ἀποστομώνωμεν λοιπὸν αὐτοὺς ποὺ λέγουν τέτοια· διότι εἶναι βλασφημία νὰ λέγωνται αὐτά. Ἂς λέγωμεν λοιπὸν πρὸς αὐτούς, ἂς μὴ ὑπάρχῃ μικροψυχία· διότι ἡ πτωχεία ἐπέφερεν εἰς τὴν ζωήν μας ἀναρίθμητα ἀγαθά […] Καὶ σὺ λοιπὸν εἶσαι πλούσιος; Νὰ ἐπιδείξῃς πολλὴν τὴν ἐλεημοσύνην σου. Ἔγινες πτωχός; Νὰ ἐπιδείξεις μεγάλην καρτερίαν καὶ ὑπομονήν. Διότι οὔτε ὁ πλοῦτος εἶναι κακὸς γενικῶς, οὔτε ἡ πτωχεία· ἀλλὰ γίνονται καλὰ ἢ κακὰ ἀπὸ τὴν προαίρεσιν ἐκείνων ποὺ τὰ μεταχειρίζονται.

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία ΙΕ΄ εἰς τὴν συμφορὰν τῆς πόλεως Ἀντιοχείας, 3. Καί:

Ὁ φτωχὸς… οὔτε ἀπελπίστηκε οὔτε βλασφήμησε, οὔτε ἀγανάκτησε· δὲν εἶπε στὸν ἑαυτό του, αὐτὸ ποὺ λένε πολλοί· «Τί ἄραγε σημαίνει αὐτό; Αὐτὸς ποὺ ζῇ μὲ τὴν κακία καὶ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀπανθρωπιὰ τὰ ἀπολαμβάνει ὅλα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι πρέπει, καὶ οὔτε λύπη ὑπομένει οὔτε κανένα ἄλλο ξαφνικὸ κακὸ ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ συμβαίνουν στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡδονὴ καθαρὴ τὴν ἀπολαμβάνει· ἐνῶ ἐγὼ δὲν μπορῶ ν’ ἀπολαύσω οὔτε τὴν ἀπαραίτητη τροφή. Σ’ αὐτόν, ἐνῶ δαπανᾶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του σὲ παρασίτους καὶ σὲ κόλακες καὶ στὴ μέθη, τρέχουν ὅλα σὰν ἀπὸ πηγές, ἐνῶ ἐγὼ γίνομαι παράδειγμα σὲ ὅσους μὲ βλέπουν καὶ ντροπὴ καὶ περίγελως καὶ λειώνω ἀπὸ τὴν πείνα. Ἄραγε αὐτὰ εἶναι ἔργα πρόνοιας; ἄραγε ἐπιβλέπει κάποια δικαιοσύνη τὰ ἀνθρώπινα πράγματα;» Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶπε, οὔτε σκέφθηκε.

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία Α΄ εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον, 9. Καί:

Δὲν εἶπε αὐτὸ ποὺ λένε πολλοὶ ἀπὸ τοὺς φτωχούς· «Αὐτὰ εἶναι ἀπόδειξις τῆς πρόνοιας; Ἐπιβλέπει ἄραγε ὁ Θεὸς τὰ ἀνθρώπινα; Ἐγὼ ζῶ ἐνάρετα καὶ πεινῶ, καὶ αὐτὸς ζῆ μέσα στὴν ἀδικία καὶ εἶναι πλούσιος». Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν σκέφθηκε, ἀλλὰ ὑποτασσόταν στὴν ἀκατάληπτη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ· ἔσφιγγε τὴν ψυχή του, ὑπέμενε καρτερικά, γινόταν πρότυπο ὑπονομνῆς…

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία Στ΄ εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον, 5.

Στὸν «αὐθεντικὸ Χριστιανισμὸ» δὲν ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ ἀσπρόμαυρες νεοτερικὲς παρωπίδες οὔτε τὸ ὀρθολογικὸ πρόγραμμα τοῦ ἐπιστημονισμοῦ, ποὺ ὅλα τὰ βλέπει ἁπλά, ἀφοῦ ἡ Γῆ «ἔτσι κι ἀλλιῶς θὰ γίνει κόκκινη» εἴτε ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀδικημένων εἴτε ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν πλούσιων:

Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχη ἄνθρωπος τελείως δίκαιος, ὥστε νὰ εἶναι καθαρὸς ἀπὸ ἁμαρτία· καὶ πάλι, δὲν ὑπάρχει κανένας ἄνθρωπος τόσο κακός, ὥστε νὰ μὴν ἔχη ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ καλό. Ἐννοῶ τὸ ἑξῆς μ’ αὐτὸ ποὺ λέγω. Ὁ τάδε ἁρπάζει καὶ ἐκμεταλλεύεται καὶ καταστρέφει, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς δίνει ἐλεημοσύνη, μερικὲς φορὲς εἶναι συνετός, μερικὲς φορὲς λέγει ἕναν καλὸ λόγο, κάποτε βοήθησε ἔστω κι ἕναν ἄνθρωπο, μερικὲς φορὲς ἔκλαψε, μερικὲς φορὲς λυπήθηκε. 

Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία Στ΄ εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον, 9.

Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια πρέπει νὰ κατανοηθοῦν τὰ παρακάτω:

Ποῖον, λέγει (ὁ πλούσιος), ἀδικῶ μὲ τὸ νὰ προστατεύω τὰ ἰδικά μου; Ποῖα, πές μου, εἶναι ἰδικά σου; Ἀπὸ ποῦ τὰ ἔλαβες καὶ τὰ ἔφερες εἰς τὴν ζωήν; Ὅπως ὅταν κάποιος, ἀφοῦ καταλάβῃ εἰς τὸ θέατρον θέσιν θέας, ἐμποδίζῃ ἔπειτα τοὺς εἰσερχομένους, μὲ τὸ νὰ νομίζῃ ἰδικόν του αὐτὸ ποὺ εἶναι κοινὸν κατὰ τὴν χρῆσιν εἰς ὅλους, τέτοιοι εἶναι καὶ οἱ πλούσιοι. Δηλαδὴ ἀφοῦ ἐκ τῶν προτέρων ἐκυρίευσαν τὰ κοινὰ ἀγαθά, τὰ ἰδιοποιοῦνται λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ ἐπρόλαβαν. […] Ἢ αὐτὸς μὲν ποὺ ἀπογυμνώνει τὸν ντυμένον θὰ ὀνομασθῇ λωποδύτης, ἐκεῖνος δὲ ποὺ δὲν ἐνδύει τὸν γυμνόν, ἐνῶ ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, ἀξίζει νὰ ὀνομασθῇ μὲ ἄλλο ὄνομα; Τὸ ψωμὶ ποὺ κρατᾶς ἐσύ, εἶναι αὐτοῦ ποὺ πεινᾶ. Τὸ ἔνδυμα ποὺ φυλάσσεις εἰς τὰς ἱματιοθήκας εἶναι αὐτοῦ ποὺ γυμνητεύει. Τὰ παπούτσια ποὺ σαπίζουν εἰς σὲ εἶναι τοῦ ξυπόλυτου. Τὸ ἀργύριον ποὺ ἔχεις παραχωμένον εἶναι αὐτοῦ ποὺ τὸ χρειάζεται. Λοιπὸν τόσους ἀδικεῖς, ὅσους ἠμποροῦσες νὰ εὐεργετήσῃς.

Μ. Βασίλειος, Ὁμιλία εἰς τὸ ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ· «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζοντας οἰκοδομήσω», καὶ περὶ πλεονεξίας, 7.

Στὴ χριστιανικὴ γραμματεία, εἴτε τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἐπεισόδιο μὲ τὸν Ἀνανία) εἴτε στὰ πατερικὰ κείμενα ὅπως τὰ παραπάνω, δὲν ὑπάρχει ἡ σοσιαλιστικὴ ἀπειλὴ βίας πρὸς ὅσους δὲν ἐκπληρώνουν τά (χριστιανικά) καθήκοντά τους πρὸς τὸν πλησίον. Εἴτε ὁ Μ. Βασίλειος κι ὁ Χρυσόστομος ὑπενθυμίζουν τὶς μεταθανάτιες συμφορὲς γιὰ ὅσους δὲν βοηθοῦν τοὺς φτωχούς, εἴτε ὁ Ἀνανίας πεθαίνει θαυματουργικά, δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀστυνομία. Αὐτὴν τὴν ἀπουσία σοσιαλιστικῆς ἀστυνομίας «ἀγνοοῦν» οἱ ἐνθουσιώδεις ὁπαδοὶ τῆς σύγκλισης χριστιανισμοῦ καὶ κομμουνισμοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ σοφιστικὸ συμπέρασμα ἑνὸς βέρου Ἀριστεροῦ, ὅτι μὲ τὰ παραπάνω οἱ Πατέρες, καὶ γενικότερα ὁ Χριστιανισμός, εὐνοοῦν τὴν παρούσα κατάσταση ταξικῆς ἀνισότητας, προϋποθέτει τὴν ἀτεκμηρίωτη ἄποψη ὅτι οἱ Πατέρες, οἱ συγγραφεῖς τῆς Κ. Διαθήκης, οἱ «παπάδες» κ.λπ. δὲν πίστευαν στὴν μεταθανάτια τιμωρία παρὰ κορόιδευαν τὸν κοσμάκη. Τὸ ἀντίθετο συμβαίνει: Καὶ τὶς μεταθανάτιες τιμωρίες ὑπενθυμίζουν ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον γιὰ βοήθεια ἐδῶ καὶ τώρα.

Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ψιλὰ γράμματα γιὰ ὅσους θέλουν νὰ προσδέσουν τὸν «αὐθεντικὸ Χριστιανισμὸ» στὸ α ἢ τὸ β (κι αὔριο τὸ γ) κοινωνικοπολιτικὸ ὅραμα καὶ σύστημα. Στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις βρόντα, ὅσον ἀφορᾶ ἀνθρώπους ποὺ πέρασαν ἀπὸ ἀριστερὲς φοιτητικὲς ὀργανώσεις ἢ ἀναρχικὲς καταλήψεις. Ἡ μὴ προτροπὴ σὲ βίαιη ἐπανάσταση δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα ἀπαγόρευσή της, βεβαίως. Ἡ ἀπουσία προτροπῆς γιὰ νὰ ἐξεγερθεῖς δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα μὲ τὴν προτροπὴ νὰ μὴν ἐξεγερθεῖς. Οὔτε ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως λαθεμένες οἱ ἐξεγέρσεις. Ἡ ἀπουσία προτροπῆς γιὰ ἐξέγερση, ὅμως, σημαίνει ἀπαραίτητα ὅτι ὅταν ἕνας Χριστιανὸς καὶ πολλοὶ Χριστιανοὶ σκέφτονται ἂν θὰ πρέπει νὰ συμμετάσχουν σὲ μιὰ ἐξέγερση ἡ ἀπόφασή τους ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἄλλους παράγοντες κι ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν γενικὴ χριστιανικὴ αἴσθηση περὶ ἀδικίας. Καὶ συνεπῶς, σημαίνει ὅτι δὲν μποροῦν νὰ δικαιολογήσουν τὴ συμμετοχὴ ἢ μὴ συμμετοχὴ σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἐξέγερση (ἢ τὴν ἔναρξη, μόνοι τους, μιᾶς ἐξέγερσης) μὲ βάση τὴ γενικὴ χριστιανικὴ αἴσθηση περὶ ἀδικίας, ἀλλὰ ἀπαιτοῦνται κι ἄλλα κριτήρια, πολιτικά. Ἄλλωστε, κανεὶς δὲν εἶδε τοὺς Ἀριστεροχριστιανούς (ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἀριστερούς) νὰ τρέχουν σὲ κάθε διαδήλωση καὶ κάθε ἐκδήλωση κοινωνικοῦ ἀκτιβισμοῦ, οὔτε σὲ κάθε «κάλεσμα» καὶ κάθε «πορεία». Παρὰ μόνο συμμετέχουν σὲ μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις-ἀκτιβισμούς, μὲ τοὺς ὁποῖους ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζουν ὅτι συμφωνοῦν ἰδεολογικὰ ἢ καὶ κομματικά. Τὶς ὑπόλοιπες τὶς σνομπάρουν. Ἄρα, διαψεύδουν τὸν ἑαυτό τους ὅταν ἐπικρίνουν τοὺς μὴ ἀκτιβιστές –τούς, ἁπλά, πιὸ δύσπιστους στὶς ἀποτυχημένες ὑποσχέσεις ἐπίγειας Οὐτοπίας. Κατανοῶ κι ἀποδέχομαι τὸν σχετικισμὸ τοῦ τύπου «ἡ κοινωνικὴ ἐξέγερση ἦταν ἀδύνατη κατὰ τὸν 4ο αἰώνα ὡς κοινωνικὴ δυνατότητα, καὶ γι’ αὐτὸ ἀδιανόητη ὡς προτροπὴ γιὰ τοὺς Πατέρες, ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι». Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀπόπειρα να πᾶμε στὸ –τελείως ἀβάσιμο, μὲ βάση τοὺς Πατέρες τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ Ἀριστεροχριστιανοί– ἄλλο ἄκρο. Μιὰ ἐξέγερση μπορεῖ νὰ εἶναι καλὴ ἢ κακή, ὅμως οὔτε δικαιολογεῖται οὔτε ἀπορρίπτεται βάσει ἁπλῶς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι πέρα ἀπὸ τὴν βίαιη ἐξέγερση ἢ τὴν συμμετοχὴ καὶ δικαιολόγησή της, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνυπακοὴ σὲ ἄδικες ἐντολές (Πράξεις, 5.29) ἢ ὁ δημόσιος ἔλεγχος τοῦ ἀδικοῦντα (Κατὰ Ἰωάννην, 18.23). Σὲ κάθε περίπτωση, οἱ Ἀριστεροχριστιανοὶ διαστρεβλώνουν τοὺς Πατέρες τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται ἀφήνοντας τὸ ὑπονοούμενο ὅτι τὰ γραπτά τῶν Πατέρων ἐκείνων χρησιμεύουν ὡς φιλοσοφικὴ βάση γιὰ βίαιη ἐξέγερση.

Βέβαια, ὅλα αὐτὰ κανονικὰ θὰ ἦταν φιλολογικὲς ὑποσημειώσεις. Ποιὸς θὰ νοιαζόταν πέρα ἀπὸ τοὺς φιλοπερίεργους καὶ φιλόλογους γιὰ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε μιὰ πολιτικὴ προσπάθεια νὰ φανεῖ, μὲ συνέδρια «Ἐκκλησίας καὶ ΣΥΡΙΖΑ Ἀριστερᾶς», χαριεντιζόμενους κληρικοὺς μὲ ΓΑΠ καὶ Συριζαίους, μὲ «προοδευτικοὺς θεολόγους», μὲ παλαιολιθικοὺς ἀντιδεξιοὺς ποὺ ψάχνουν γιὰ ἀνθρωπιστικὴ συμμαχία μὲ σταλινο-τροτσκυστο-αντιφάδες κ.λπ., πόσα κοινὰ στοιχεῖα ἔχει ἡ ἀριστερὴ παράδοση μὲ τὸν «αὐθεντικὸ Χριστιανισμό»; Καὶ πόσο δόλο ἐμπεριέχει ἡ λήθη τοῦ γεγονότος ὅτι ἂν στὴν Ἑλλάδα ἡ διοίκηση τῆς μετεμφυλιακῆς Ἐκκλησίας ἦταν φανατικὰ ἀντιαριστερὴ αὐτὸ ὀφείλεται ἀποκλειστικά, καὶ μόνο, στὴν μεσοπολεμικὴ σοβιετικὴ καὶ ἐγχώρια Ἀριστερά, ποὺ γκρέμιζε ἐκκλησίες καὶ χειροκροτοῦσε τὸ γκρέμισμα, ἀντίστοιχα;

Ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες, θὰ ἔβρισκα πολὺ διασκεδαστικοὺς τόσο τοὺς ἐθνικόφρονες Χριστιανοὺς ποὺ καμαρώνουν γιὰ τὶς ἐθνικὲς βίαιες ἐξεγέρσεις καὶ κατανοοῦν τὶς αἰτίες τους ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν μιὰ ἐξέγερση γιὰ κοινωνικὰ αἴτια (λένε καὶ taxation is theft)· ὅσο καὶ τοὺς ἀριστερόστροφους Χριστιανοὺς ποὺ κάνουν τὸ ἀντίθετο, καὶ κατανοοῦν πάντοτε μιὰ ἐξέγερση γιὰ κοινωνικὰ κριτήρια ἢ μὲ θέμα τὸν δικαιωματισμό, ἀλλὰ ὅποτε πρόκειται γιὰ «ἐθνικὰ θέματα» σοῦ ρίχνουν τὸ antifa σύνθημα-καραμέλα περὶ «ἐθνικισμοῦ», ταυτιζόμενοι ἀνεπίγνωστα μὲ τοὺς ἀκροδεξιούς, ἐθνικοσοσιαλιστὲς κ.ἄ. ὅσον ἀφορᾶ τὴν σημασία τῆς λέξης «ἐθνικισμός» (ὄχι λ.χ. μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαναστασίου). Δυστυχῶς ὅμως, οἱ συνθῆκες εἶναι τέτοιες ὥστε ἀντὶ γιὰ γέλια σὲ πιάνουν τὰ κλάματα μὲ τοὺς ἐθνικόφρονες Χριστιανοὺς καὶ τοὺς χριστιανοκομμουνιστὲς Χριστιανούς.

 

Advertisements
This entry was posted in Αριστερά, ανθρωπισμός, θρησκεία, κοινωνία and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s