Σὲ τί ὑπερέχει ὁ Καβάφης, τέλος πάντων…

…ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Μὲ τί ἐνοχλεῖται, λοιπόν, ὁ Κ. Κουτσουρέλης; Βάζει κάποια δῆθεν ἀντικειμενικὰ κριτήρια ἀνωτερότητας ἢ κατωτερότητας τῆς «ποιητικῆς τέχνης» τῶν ποιητῶν: Τὴν «κυκλοφορία των βιβλίων τους«, τὴν «απήχηση στο εξωτερικό«, τὰ διαδικτυακὰ εὑρήματα τῆς ἀναζήτησης μὲ τὸ ὄνομα τοῦ κάθε μεγάλου ποιητῆ, τὸν ἀριθμὸ μελετῶν, τῶν ποιημάτων ποὺ ἄλλοι ποιητὲς τοῦ ἀφιέρωσαν, τὸν «ρόλο του στην ιστορία και την εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας«, τοὺς «δρόμους που άνοιξε στους νεώτερους«, ἐνῶ προσθέτει τὴν ἐκτίμηση τῶν ξένων ποιητῶν καθὼς καὶ τῆς ὁμοφυλοφικῆς κοινότητας.

Ὅμως, ξεχνᾶ κάτι σπουδαιότερο, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Καβάφης συνήθως μισεῖται ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὲς δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσει: Τὴν παθιασμένη ἀγάπη του γιὰ τὸ Βυζάντιο, τὴν πραγματικὴ ἀγάπη του καὶ τὴ γνώση του γι’ αὐτὸ καὶ τὸν πολιτισμό του. Λέγοντας «πραγματικὴ ἀγάπη» ἐννοῶ ἐκείνη ποὺ δὲν δημιουργεῖται δευτερευόντως ἐξαιτίας ἑνὸς πρωταρχικοῦ «ἐθνικισμοῦ», ἀλλὰ τὸ ἐντελῶς ἀνάποδο. Ἐπειδή –καὶ ὅσο– κάποιος διαβάζει, «ζῆ» κ.λπ., τὸ Βυζάντιο, τὸ ἀγαπᾶ ὅλο καὶ περισσότερο (ἂν τὸ ἀγαπᾶ…)· καί, κατόπιν, ἕνα δευτερεῦον προϊὸν εἶναι κι ἡ «ἐθνικὴ / ἐθνικιστικὴ» ἀγάπη γιὰ τὸ Βυζάντιο. Μετά ἔρχεται ἡ «ἐθνικιστικὴ» συνειδητοποίηση, ἡ πολιτικὴ «ἰδιοποίηση», κι ὄχι πρώτη. Ὁ Καβάφης ἀγαπᾶ τὸ ὀρθόδοξο Βυζάντιο, παίρνει τὸ μέρος τῶν Χριστιανῶν κατὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ, γράφει ποιήματα γιὰ τὴν Ἅλωση καὶ τὴν προγενέστερη παρακμή του. Ὁ Κ.Κ. θεωρεῖ ἑλληνικὸ τὸ Βυζάντιο, δηλαδὴ τὸ ἀποδέχεται «γιὰ ἐθνικοὺς λόγους», γιὰ πολιτικοὺς λόγους συνέχειας κ.λπ., ἀλλὰ ἀντιπαθεῖ τὸ πνεῦμα του, τὸ ὁποῖο βέβαια ἀγνοεῖ -δὲν εἶναι οὔτε ὁ πρῶτος οὔτε ὁ τελευταῖος, ἄλλωστε. Θὰ ἦταν περιττό, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυστυχῶς, νὰ πῶ ὅτι τέτοια ἀποδοχή (τοῦ Βυζαντίου ἢ ἄλλων πραγμάτων) «μὲ βαριὰ καρδιὰ» εἶναι καταστροφική. Δὲν βοηθᾶ οὔτε κἂν τὸ σκοπὸ τοῦ ἀποδεχόμενου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γράφεις ποιήματα μὲ θέμα ἀηδιαστικὰ συναξάρια καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἱστορίες σκοταδόψυχων ἀντιδιανοουμενιστῶν; Ἔλα μου, ντέ…

Ἐννοεῖται ὅτι ἡ μοδέρνα ὑστερικὴ τάση τῶν στρατευμένα ὁμοφυλόφιλων νὰ ἰδιοποιοῦνται μεγάλες προσωπικότητες δὲν ἔχει ἰσχὺ στὸν Καβάφη. Τὸ κυριότερο ἀντεπιχείρημα ἐδῶ εἶναι ὅτι τὰ ἐρωτικά του ποιήματα εἶναι ἕνα μέρος τοῦ ἔργου του, ὄχι τὸ μεγαλύτερο, ἐνῶ τὰ ἱστορικά του εἶναι σημαντικότερα -καὶ κατὰ τὸν ἴδιο τὸν Καβάφη.

Ὅλα τὰ ἄλλα κριτήρια ποὺ ἀναφέρει ὁ Κ.Κ. προϋποθέτουν ὅτι ἡ ποίηση εἶναι μιὰ ἐπιστήμη, ὅπου αὐστηρὰ μαθηματικῶς ἀποδεικνύονται πειθαναγκαστικὰ ὁρισμένα ἀξιώματα. Ἡ ποίηση δὲν εἶναι Φυσική, ὅμως.

Τώρα, ἂν τὸ νὰ πουλᾶ περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα ἕνα ἔργο εἶναι σοβαρὸ κριτήριο ἀνωτερότητας στὴν Τέχνη, τότε ὁ Μάικλ Τζάκσον εἶναι καλύτερος μουσικὸς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Τὰ περισσότερα διαδικτυακὰ ἀποτελέσματα ἄλλων ποιητῶν εἶναι προϊὸν τῆς ἄσχετης μὲ τὴν ποίηση αὐτὴ καθεαυτὴν «λαϊκότητας» (βλ. παρακάτω) ποὺ ἀπέκτησαν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι ποιητὲς ἀλλὰ καὶ τῆς κομματικῆς ὑπερπροβολῆς, καθὼς καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐπιλογῶν (τίνος καὶ πόσα ποιήματα θὰ βάλουμε στὰ ἀναγνωστικά τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαίδευσης). Οἱ ἔπαινοι μεταξὺ τῶν ποιητῶν (αὐτὸ κι ἂν εἶναι κριτήριο, οἱ κλίκες μεταξὺ τῶν ὁμότεχνων!) δὲν εἶναι κριτήριο. Ὅσο γιὰ τοὺς δρόμους ποὺ ἄνοιξε στὴ νεοελληνικὴ λογοτεχνία ἢ τὸν σχετικὸ ρόλο του, τί νὰ πεῖ κανεὶς πιά; Ὑπάρχουν δρόμοι ποὺ ἀνοίγονται καὶ κανεὶς δὲν τοὺς ἀκολουθεῖ. Αὐτὸ δὲν συνεπάγεται τὴν κατωτερότητα ἐκείνου ποὺ τοὺς ἀνοίγει, θὰ μποροῦσε νὰ συνεπάγεται τὴν κατωτερότητα ἐκείνων ποὺ δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς δρόμους ἐκείνους.

Ὁ Κ.Κ. υἱοθετεῖ ἀντιφατικὰ κριτήρια: Ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἑλληνικότητας τοῦ Βυζαντίου, ὁ Κ.Κ. θεωρεῖ ὅτι ἡ γνώμη τῶν ξένων γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ Βυζαντίου ὑπερέχει τῆς (ὑποτιθέμενης, ἀπὸ τὸν Κ.Κ.) γνώμης τῶν Βυζαντινῶν γιὰ τὴν ἑλληνικότητά τους: «Για τον υπόλοιπο κόσμο όμως, που είχε εμπρός του μια άλλη εικόνα, εκ των έξω άρα και σαφέστερη» οἱ Βυζαντινοὶ ἦταν Ἕλληνες, γράφει. Ὅταν, ὅμως, θέλει νὰ ὑποσκάψει τὴν (ὑποτιθέμενη) δημοφιλία τοῦ Καβάφη, ὁ Κ.Κ. ὑποστηρίζει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, δηλαδὴ ὅτι ἡ γνώμη τῶν ξένων ἔχει μικρότερη σημασία ἀπὸ τὴ γνώμη τῶν Ἑλλήνων: «η ποίηση είναι τέχνη εθνική. Μόνο οι ομόγλωσσοι μπορούν να την κρίνουν σωστά«, γράφει. Δὲν χρειάζεται νὰ περιμένουμε μιὰ τελική του ἀπόφανση. Οἱ ρίζες τῆς ἀντίφασης αὐτῆς εἶναι πολὺ βαθιὲς καὶ ἀφοροῦν πάρα πολλοὺς στὴν Ἑλλάδα.

Ξεχνᾶ ὁ Κ.Κ. ὅτι οἱ μεγαλύτερες πωλήσεις τοῦ Σεφέρη καὶ τοῦ Ρίτσου δὲν ὀφείλεται στὰ ποιήματά τους αὐτὰ καθεαυτά, ἀλλὰ ἀφενὸς στὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ποιήματά τους μελοποιήθηκαν κι ἔγιναν λαϊκὰ τραγούδια, κι ἀφετέρου ὁ δεύτερος ἦταν κομματάνθρωπος (αὐτὸ δὲν εἶναι κακὸ ἀπὸ μόνο του), δηλαδὴ μὲ ἕτοιμο ἀναγνωστικὸ κοινό. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν Καζαντζάκη, ἕναν βενιζελικό (ἄρα μὲ πολιτικὲς διασυνδέσεις): Ἂν δὲν γινόταν ταινία ὁ Ζορμπάς, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ τὸν γνώριζαν πολλοὶ ξένοι ὥστε ἀργότερα νὰ τὸν μεταφράσουν. Χάρη σὲ ξένη, ἐκτὸς ποιητικῆς τέχνης, βοήθεια λέμε Ρίτσος καὶ Σεφέρης. Δὲν εἶχε ὁ Καβάφης Μπάρμπα ἀπ’ τὴν Κορώνη, τί νὰ κάνουμε;

Στὴν πραγματικότητα, ἀκόμη κι ἂν δὲν μᾶς ἀρέσει ὁ Καβάφης, μᾶς φτάνει τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχει τὰ πράγματα ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἀρέσουν. Δὲν ἔχει αὐτὴ τὴ νιτσεϊκὴ ψηλομύτικη πόζα τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος σὰν ξένος γράφει ποίηση μὲ βάση τὰ μοτίβα γιὰ τὸ «θάνατο τοῦ Θεοῦ», στὴν ἀγροτοποιμενικὴ θρησκευόμενη Ἑλλάδα τοῦ 19ου αἰ., ὅπου πάντες νήστευαν, προσεύχονταν κι ἐκκλησιάζονταν τακτικότατα. Πιὸ παλαβὸς ἐλιτισμὸς ἀπὸ τὸν «ἐκτὸς τόπου» κι ἐλλείψει πραγματικῶν βιωμάτων (ἀντιθέτως, ὁ Νίτσε ζοῦσε κι ἔγραφε σὲ μιὰ ἤδη ἐκκοσμικευμένη, ἄθεη, Γερμανία) δὲν ὑπάρχει. Δὲν ἔχει ὁ Καβάφης αὐτὸν τὸν δηθενισμὸ τοῦ εὐπατρίδη, σοφοῦ γέροντα, περιηγητῆ τοῦ Γένους, ποὺ ἔχει ὁ Σεφέρης. Οὔτε τὸν κνιτισμὸ τοῦ Ρίτσου, οὔτε τὴν ἀνάλαφρη σουρεαλιστικὴ σκατολογία τοῦ αἰώνιου ἔφηβου Ἐλύτη, οὔτε τὴν ψυχοπαθολογικὴ ἀντιδραστικότητα τοῦ Καζαντζάκη. Στὸ δυτικιστικὸ στενόχωρο στάβλο τοῦ Νεοελληνισμοῦ ὁ Καβάφης ἦταν ξένος, ὅμως ἦταν πιὸ Ἕλληνας ἀπὸ ὁποιονδήποτε: ἀκριβῶς ὅπως οἱ μόνοι πραγματικὰ φιλέλληνες (ποὺ ἀγαπᾶν τοὺς σύγχρονους Ἕλληνες) Δυτικοὶ εἶναι οἱ φιλοβυζαντινοὶ Δυτικοὶ καὶ ὄχι οἱ ἀρχαιολάτρες Δυτικοί.

 

This entry was posted in τέχνη, Αναδημοσιεύσεις and tagged , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Σὲ τί ὑπερέχει ὁ Καβάφης, τέλος πάντων…

  1. Ο/Η Vangelis λέει:

    Ιγνατίου Tάφος Κ.Π Καβάφης 1917

    Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
    στην Aλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
    για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
    για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
    για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
    Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
    τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
    Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
    συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
    μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

    [ Τι απαίσιο πράγμα ]
    Σημειώματα ποιητικής και ηθικής

    Tι απαίσιο πράγμα αυτές η νέες φιλοσοφικές ιδέες της σκληρότητος, του σωστού της υπερισχύσεως του δυνατού, του τάχα εξυγιαντικού έργου της πάλης της εξαλείφουσας τους μικρούς και ασθενικούς κτλ. κτλ. Aφού πρέπει να ζήσουμε εν κοινωνία, αφού ο πολιτισμός απορρέει από αυτό, αφού δι’ αυτού του μέσου κατορθώσαμε και αντισταθήκαμε στες δυσχερέστατες βιωτικές περιστάσεις που περιστοίχισαν τα πρώτα την ανθρωπότητα, ― τι θα πουν αυτά τα τρελλά της σκληρότητος, της υπερισχύσεως κτλ. Aν στ’ αλήθεια τα πραγματοποιούσαμε, θα βλέπαμε ότι μας φέρουν στην εκμηδένισι. Eνας δυνατός θα καταστρέψει εμμέσως ή αμέσως, δέκα αδυνάτους εδώ· ένας άλλος 10 αδυνάτους εκεί, και ούτω καθεξής. Δεν θα μείνουν παρά δυνατοί. Eξ αυτών θα είναι μερικοί λιγότερο δυνατοί. Aυτοί ―σαν ξεχασθούν ή εκλείψουν οι αδύνατοι οι πριν― θα είναι οι αδύνατοι· πρέπει να καταστραφούν κι αυτοί 10, 10· ή 5, 5 ή 2, 2. ;Ως που να μείνει μονάχος του ο δυνατότατος, ή οι ολίγοι ισοδύναμοι. Aλλά πώς θα ζήσουν, έτσι; Όχι η σκληρότης· αλλά η Eπιείκια, η Λύπη, η Παραχώρησις, η Kαλοσύνη (αυτά, βέβαια, συνετώς, χωρίς υπερβολές) είναι και η Δύναμις και η σοφία

    ———————————————————————————————————————————–
    [ Οι μοναχοί βλέπουν πράγματα ] Σημειώματα ποιητικής και ηθικής

    Οι μοναχοί βλέπουν πράγματα τα οποία δεν βλέπομεν ημείς· βλέπουν οράματα από τον υπερφυσικόν κόσμον. Λεπτύνουν την ψυχήν διά της μονώσεως και της σκέψεως και της εγκρατείας. Ημείς την αμβλύνομεν διά της συναναστροφής, της απουσίας της σκέψεως, και της απολαύσεως. Δι’ αυτό βλέπουν όσα δεν δυνάμεθα να ίδωμεν επίσης. Όταν είναι τις μόνος εις μίαν σιωπηλήν κάμαραν ακούει καθαρά τον κτύπον του ωρολογίου. Εάν όμως εισέλθουν άλλοι και αρχίση ομιλία και κίνησις, παύει τις να τον ακούει. Αλλά ο κτύπος δεν παύει του να ήναι προσιτός εις την ακοήν

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s