Ἀρχαιότητα καὶ Μαῦροι

Σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι νομίζουν οἱ ἀντιρατσιστές, ὁ ρατσισμὸς τῶν πολλῶν πρὸς τοὺς διαφορετικοὺς δὲν ὀφείλεται στὴν πεποίθηση ὅτι ἡ τάδε ὁμάδα ἀνθρώπων ἔχει ἐγγενεῖς ἰδιότητες ποὺ παραμένουν ὁλόιδιες (κάτι τέτοιο, τὸ πιστεύουν λίγοι ἀπὸ τοὺς «ρατσιστές»: οἱ πραγματικὰ ρατσιστές), ἀλλὰ σὲ γεγονότα καὶ ἐνδείξεις. Οἱ ἐνδείξεις αὐτὲς ἐνδέχεται νὰ ἐπανεπιβεβαιώνονται ἢ ἀντιθέτως νὰ ξεθωριάζουν ἐνόψει νέων, θετικῶν ἀντενδείξεων. Ἡ προκατάληψη, κι ὄχι μόνο ἡ ἀρνητική, ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἐξοικονόμησης τῆς σκέψης, ἕνας ὑπολογισμός: ὄχι ἄρνηση νὰ σκεφτεῖς ἀλλὰ μοντέλο σκέψης ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν ἐμπειρία «στὸ περίπου». Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο ἡ πεποίθηση λίγων ὅτι οἱ συλλογικὲς συμπεριφορὲς εἶναι γονιδιακὲς κι ἄρα μαθηματικῶς (ἀντὶ στατιστικῶς) προβλέψιμες, ἀλλὰ καὶ ἡ πεποίθηση κάποιων ἄλλων λίγων ὅτι ἕνα εἶδος παιδείας, μὲ συγκεκριμένο περιεχόμενο, καὶ ἡ καλυτέρευση τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἀλλάζουν ἀπεριόριστα τὶς συλλογικὲς συμπεριφορὲς τῶν ἀνθρώπινων ὄντων.

Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπιζαν οἱ Ἀρχαῖοι (Ἕλληνες καὶ Ρωμαῖοι) τοὺς Μαύρους («Αἰθίοπες») ἐπιβεβαιώνει τὰ παραπάνω: Δὲν ἦταν ἡ ρατσιστικὴ ἤ (ἀντίθετα) ἡ «ἀπροκατάληπτη» ἀντιρατσιστικὴ τάση τῶν Ἀρχαίων ἡ θεωρητικὴ βάση πάνω στὴν ὁποία οἱ Ἀρχαίοι ἀντιμετώπιζαν τοὺς Μαύρους, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο: Ἡ εἰρηνικὴ ἢ ἡ βίαιη συμπεριφορᾶ τῶν Ἀφρικανῶν νοτίως τῆς Αἰγύπτου πρὸς τὸν ἑλληνορωμαϊκὸ κόσμο ἦταν τὸ ἀποφασιστικὸ κριτήριο πού, χρονικὰ πρῶτο, προκαθόριζε τὶς ἀντιλήψεις τῶν Ἀρχαίων γιὰ τοὺς Ἀφρικανούς. Ἔχουμε ἀκόμη μιὰ φορὰ τὴν ἀπόδειξη ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ γιὰ λόγους κομματικότητας τῆς Ἐπιστήμης (τους) ἐκθειάζουν τὸν ὑλισμὸ καὶ τὰ «γεγονότα», κατασκευάζουν μιὰ εἰκόνα τοῦ κομματικοῦ τους ἀντιπάλου μὲ βάση τὴν προτεραιότητα τῶν ἰδεῶν -καὶ τελικὰ καὶ οἱ ἴδιοι βλέπουν τὴν πραγματικότητα μέσα ἀπὸ «ἰδέες». Ὁ Μὰρξ ἐπαινοῦσε ἢ σκυλόβριζε τοὺς τουρκοκρατούμενους Βούλγαρους καὶ Σλάβους ἀνάλογα μὲ τὸ τί ὁ ἴδιος φανταζόταν ὅτι σὲ κάθε χρονικὴ στιγμὴ ἐξυπηρετοῦσε τὰ συμφέροντα τῆς παγκόσμιας ἐπανάστασής του -κι αὐτὸ τὸ πράμα τὸ ἀντιλαμβανόταν ὡς ἐπιστημονικὴ ἀνάλυση τῆς πραγματικότητας.

The Romans’ attitude toward the Aethiopes may well bear a similar interpretation. The term «Aethiopes» denoted all those races whose skin was black. These peoples «who lived near the sun» were reputed to be pious, long-lived, and blessed, and to excel in religious matters, in philosophy, and in the astrological sciences. This fame had been theirs since the time of Homer and persisted from Mimnermus and Herodotus down to Philostratus (Vita Apollonii) and pseudo-Callisthenes (Romance of Alexander) in the early third century A.D. The color of their skin, darkened by the rays of the sun, was simply explained by the environment in which they lived and was often contrasted «to the constant blossoming of pure white flowers from the soul» (thus a non-Christian epigram from Antinoe in Upper Egypt, of the third century A.D.). […] A change in attitude can be traced, however, from the age of Decius (A.D. 249-51) onward. For the first time after centuries of peaceful neighborliness, there began to build on the southern borders of Egypt and the Cyrenaica the threatening pressures that were destined to create many grave problems for the Empire down to the time of Justinian. Thus, parallel to a more precise definition of the Ethiopians (be they Blemmyi, Nobades, or Aksumitae) as an articulated political, economic, and commercial reality that had to be reckoned with, there emerged in literature the notion of the Ethiopians as a dangerous military force (for example, in a popular romance such as the Aethiopica by Heliodorus, of the pretetrarchic age). And it was in Egypt, in northern Africa, and in Syria-Palestine that the ancient identification of the color black with wickedness and ill omen generated the idea of the black man as a metaphor of evil: especially in the Christian hagiographic literature of these regions, it was associated with the idea of sin. According to his βίος, Moses, the Ethiopian ascetic, was able to free himself from subhuman «negritude,» from his «natural tendency toward evil,» and reveal «a shining soul»-though in a «black body»-only thanks to a miracle of God. In this way was born the representation of the Devil as a repulsive and fierce Ethiopian, an image destined to become the standard representation of the Devil in literature and art from the Middle Ages to the nineteenth century.

L. Cracco Ruggini, Intolerance: Equal and Less Equal in the Roman World, Classical Philology 82.3 (1987), 194 – 195.

Advertisements
This entry was posted in πολυπολιτισμός, Αρχαιότητα, Δύση, επιστήμη and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s