Ἀρειανισμὸς καὶ Χριστούγεννα

…ὁ κτιστὸς Ὑιὸς τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ὡς Χριστὸς «ἐν χρόνῳ» ὄχι ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ μόνο ἀνθρώπινο σῶμα χωρὶς ψυχή («ἄψυχον σῶμα»), ἀφοῦ τὴ θέση τῆς ψυχῆς κατέλαβε ὁ κτιστὸς Λόγος. Σκοπὸς ὅμως τῆς «ἐν-σωματώσεως» τοῦ Λόγου ἦταν ὄχι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου στὰ πλαίσια τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς θειας οἰκονομίας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἡ γνωστοποίηση στοὺς ἀνθρώπους τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ-Πατρὸς καὶ τῆς προσφορᾶς ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ ἠθικοῦ ὑποδείγματος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν καλὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου τους καὶ τὴν κατὰ χάρη «υἱοθεσίαν» καὶ «θεοποίησίν» τους. Ὁ Χριστός, λοιπόν, ἀφοῦ δὲν ἦταν κατὰ φύσιν ἀληθινὸς Θεός, δὲν ἦταν ὁπωσδήποτε καὶ ὁ Σωτὴρ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅπως δίδασκε ἡ Ἐκκλησία. Ἦταν ἕνας χαρισματικὸς διδάσκαλος καὶ ἁπλὸς μεσίτης μεταξὺ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ-Πατρὸς καὶ τῶν ἀνθρώπων. Συνεπῶς, ὁ ἀρειανισμὸς μὲ ἀφετηρία τὴ μεταφυσικὴ «μοναρχία» τῆς θεότητας ἀποσυνέθετε καὶ τὸ ὅλο περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστεως σὲ φιλοσοφικὲς κοσμολογικὲς ἢ ἠθικὲς θεωρίες, οἱ ὁποῖες ἦταν ξένες τόσο πρὸς τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ πρὸς τὸν σωτηριολογικὸ χαρακτήρα τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας.

Βλάσης Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, τ. 1, σ. 390, ὅπου περιγράφει τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Ἄρειου γιὰ τὸν Χριστό.

Ὁ Χριστὸς τοῦ Ἀρειανισμοῦ μοιάζει κάπως μὲ τὸν Χριστὸ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἦταν «ἕνας πολὺ καλὸς ἄνθρωπος»· ἡ «ἀποστολή» του (ἂν ὑπῆρχε) δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μὲ καμμία «σωτηρία τῶν ἀνθρώπων», οὔτε ὑπῆρχε ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀνάγκη γιὰ τέτοια «σωτηρία» (βλ. σχετικὰ τὴν σφοδρότητα τῆς διαφωτιστικῆς-νεοτερικῆς ἐναντίωσης στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἄποψη γιὰ τὴν ὕπαρξη προπατορικοῦ ἁμαρτήματος). Ἁπλῶς, ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας καλὸς σοφός. Ἕνα βῆμα ἀπέχει ἡ ἀρειανιστικὴ καὶ διαφωτιστικὴ θεώρηση ἀπὸ τὴν κατοπινὴ θεώρηση τοῦ Χριστοῦ ὡς «κομμουνιστῆ», ποὺ «ἂν ζοῦσε σήμερα, θὰ ἔμπαινε μπροστάρης σὲ ἕνα μαζικὸ κίνημα» ἀριστεριστῶν κ.τ.λ. (αὐτὸς μπροστά, μὲ τὴ ντουντούκα). Ἡ δὲ ἠθικὴ υἱοθεσία καὶ (ψευτο)θεοποίηση τοῦ ἀρειανικοῦ Χριστοῦ ταιριάζει ἀρκετὰ μὲ τὴν ἔμφαση τοῦ Προτεσταντισμοῦ στὰ ἠθικά, καλὰ ἔργα, στὸν «ἔμπρακτο Χριστιανισμό», κι ὄχι «στοὺς ὑποκριτὲς συντηρητικοὺς Χριστιανούς». Ἄλλωστε, οἱ πρόγονοι τῶν Προτεσταντῶν, τὰ γερμανικὰ φύλα τοῦ 4ου αἰ., παρέμειναν ἐπὶ ἕνα τουλάχιστον αἰώνα Ἀρειανιστές (π.χ. οἱ Λομβαρδοὶ ὣς τὸν 7ο αἰ.). Ἀλλὰ καὶ πόσο μοιάζει ὁ Χριστὸς τοῦ Ἄρειου μὲ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ἰσλάμ, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ στὸν Ἀλλὰχ ὅτι οὐδέποτε ζήτησε νὰ τὸν θεωρήσουν οἱ ἄνθρωποι ὡς Θεό! Βεβαίως, οἱ ἰδέες ἀνακυκλώνονται· ὅσο ταχύτερα τὸ καταλάβουμε, τόσο γρηγορότερα θὰ γλιτώσουμε ἀπὸ μάταιο κόπο σὲ βαρετότατες συζητήσεις.

Ἡ ἱστορικὸς Πολύμνια Ἀθανασιάδη, πού, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ ὑπὲρ τοῦ ἀρχαίου προχριστιανικοῦ κόσμου, συνηθίζει ἀντιστρέφοντας τὴν πραγματικότητα νὰ ἀποδίδει τὴν θρησκευτικὴ ἀνεκτικότητα τοῦ (ἀρχικά, ἁπλῶς φιλοχριστιανοῦ) Κωνσταντίνου στὴν κουλτούρα τῆς παγανιστικῆς Ρώμης (κι ὄχι στὸ Χριστιανισμό), καὶ τὴν μισαλλοδοξία τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ (εἰδικά, τοῦ δεύτερου) στὸν (πρὸ Βυζαντίου…!) «βυζαντινισμό τους», γράφει κάπου ὅτι «ὅπως ἔχει εὔστοχα παρατηρηθεῖ, ὅλοι οἱ θεολόγοι πρὶν ἀπὸ τὸν Ἄρειο ἦταν ἀρειανοί». Δυστυχῶς, δὲν παραθέτει τὴν πηγὴ αὐτῆς τῆς παρατήρησης, κι ἔτσι ὁ ἀναγνώστης ἀφήνεται ἀβοήθητος νὰ συμπεράνει ἂν τέτοιος ἀφορισμὸς βασίζεται στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ἢ ὄχι. Ἡ παράλειψη εἶναι ἀρκετὰ σημαντικὴ γιὰ ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖο ἀπασχόλησε συνοδικὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ 318 ὣς τὸ 381, ἀλλὰ καὶ τὴν αὐτοκρατορικὴ πολιτική. Εἶναι πραγματικὰ περίεργο, πῶς ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπὸ τὸν τίτλο του φαίνεται ὅτι ἀφορᾶ τὴν «ἄνοδο τῆς μονοδοξίας», δηλαδὴ ἀφορᾶ τὶς θεολογικὲς καὶ θρησκευτικὲς μεταφυσικὲς ἀπόψεις ὡς πρὸς τὶς κοινωνικὲς κυριαρχικές τους τάσεις, δὲν καταπιάνεται μὲ τὸ τί ἦταν αὐτὴ ἡ «δόξα», οἱ ὁπαδοὶ τῆς ὁποίας (τῆς κάθε μιᾶς) ἤθελαν νὰ τὴν καταστήσουν «μόνη δόξα» στὴν Αὐτοκρατορία.

Καταρχάς, πρέπει νὰ δοῦμε τί ἔλεγε ὁ Ἄρειος, γιὰ νὰ δοῦμε ἐὰν «ὅλοι πρὶν ἀπὸ τὸν Ἄρειο ἦταν κατ’ οὐσίαν ἀρειανιστές». Ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὀντολογικῶς ἐνδιάμεσο μεταξὺ τῶν λοιπῶν δημιουργημάτων καὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ὁποῖο κάποτε (πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα κτίσματα) δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεό, κι ἄρα δὲν εἶναι συνάναρχος καὶ συναΐδιος μὲ τὸν Πατέρα. Ὑπέστη μιὰ «ἠθικὴ θεοποίηση», ἐξαιτίας τῆς καλῆς χρήσης τοῦ αὐτεξουσίου του, ἀλλὰ οὔτε κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔγινε ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ-Πατέρα.

Ἂν ἡ Ἀθανασιάδη ἐννοεῖ ὅτι πρὶν ἀπὸ τὸν Ἄρειο, οἱ χριστιανοὶ θεολόγοι πίστευαν ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ἦταν Θεὸς ἀλλὰ ὅτι ἦταν κτίσμα ἢ ὅτι ὁ Λόγος δὲν θεωρεῖτο ξεχωριστὸς ὡς ὑπόσταση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα, τότε σφάλλει· οἱ ὅμοιες μὲ ἐκεῖνες τοῦ Ἄρειου (ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἀπὸ αὐτόν) αἱρετικὲς χριστολογικὲς ἀντιλήψεις καταδικάζονταν πάντοτε κι ὄχι γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Νίκαια τὸ 325. Ὅταν ὁ Θεόδοτος ὁ Σκυτεὺς δίδαξε στὴ Ρώμη ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἄνθρωπος κι ὁ Θεὸς τὸν υἱοθέτησε, ὁ Ρώμης Βίκτωρ (189-198) τὸν ἀφόρισε. Ὅταν πάλι ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Παῦλος Σαμοσατεῦς δίδαξε ὅτι ὁ Υἱὸς ἦταν ἀπρόσωπη θεία δύναμη τοῦ Πατέρα, ποὺ «γέμισε» τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ τὴν ὥρα τῆς βάπτισης στὸν Ἰορδάνη ποταμό, συγκλήθηκαν δύο σύνοδοι στὴν Αντιόχεια τὸ 264 καὶ τὸ 268, ὅπου ὁ Παῦλος καταδικάστηκε, καὶ τὸ 272 ἐκβλήθηκε ἀπὸ τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα. Διάφοροι (π.χ. Σαβέλλιος) ποὺ ταύτιζαν τὸν Ὑιὸ μὲ τὸν Πατέρα εἶχαν καταδικαστεῖ κατὰ τὸν 3ο αἰώνα. Ὁ φιλο-ἀρειανιστὴς Καισάρειας Εὐσέβιος θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν Νίκαια «ὀρθόδοξος» ἐπειδὴ κατέθεσε σ’ αὐτὴν τὸ βαπτιστήριο σύμβολο τῆς Καισαρείας (Caesarea Maritima, στὴν Παλαιστίνη), τὸ ὁποῖο ἔλεγαν ὅσοι βαπτίζονταν. Ὁ Ἰγνάτιος (1ος αἰώνας) δεχόταν τὴν ἐν Χριστῷ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου, κι ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν «πρὸ αἰώνων» μὲ τὸν Θεὸ-Πατέρα. Ὁ Ἀθηναγόρας (2ος αἰ.) εἶχε μιὰ ἐπίσης ὀρθόδοξη (μὲ σημερινὰ κριτήρια) χριστολογικὴ ἀντίληψη, ὅπως καὶ ὁ Εἰρηναῖος Λουγδούνου (2ος αἰ.) καὶ ἄλλοι μεταγενέστεροι.

Ἂν ἡ Ἀθανασιάδη, πάλι, πιστεύει ὅτι οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἄρειου εἶχαν τὴν πλειοψηφία τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τότε ἀγνοεῖ τὶς ἐπανειλημμένες καταδικαστικὲς ἀποφάσεις σὲ βάρος τοῦ Ἄρειου σὲ συνόδους στὴν Αἴγυπτο τὸ 320 (μόνο δύο ἀπὸ τοὺς ἑκατὸ ἐπισκόπους συμφώνησαν μὲ τὸν Ἄρειο) καὶ τὴν Ἀντιόχεια τὸ 325 λίγους μῆνες πρὸ τῆς Νίκαιας. Ὁ ἀντι-ἀρειανικὸς «Τόμος» τοῦ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρου, ποὺ στάλθηκε καὶ στὴ Συρία, τὴν  Μ. Ἀσία κ.ἀ., ὑπογράφηκε μεταξὺ 321-322 ἀπὸ πάνω ἀπὸ 200 ἐπισκόπους. Ὁ σκληρὸς θεολογικὸς πυρήνας τοῦ Ἀρειανισμοῦ κάθε ἄλλο παρὰ κυρίαρχος ἦταν στὴν Ἀνατολή.

Ἂν ἡ Ἀθανασιάδη, τέλος, ἐννοεῖ ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἡ χρήση τοῦ «ὁμοούσιος» πρὶν ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, τότε σφάλλει κι αὐτὴν τὴ φορά, ἀφοῦ τὸν ὅρο χρησιμοποιοῦσαν πάμπολλοι, τόσο (συνοδικῶς ἀποκηρυχθέντες στὴν ἐποχή τους ὡς) αἱρετικοὶ καὶ Γνωστικοί, ὅσο καὶ γνωστότεροι θεολόγοι. Βέβαια, ὁ ὅρος «οὐσία», μποροῦσε νὰ σημαίνει διαφορετικὰ πράγματα· στὸν ἕναν συγγραφέα σήμαινε τὸ πρόσωπο, στὸν ἄλλον σήμαινε τὴ φύση. Ὁ Σαβέλλιος μὲ τὸν ὅρο «ὁμοούσιος» ἐνοοῦσε «ἕνα ὂν καὶ ἕνα πρόσωπο», ὁ Παῦλος Σαμοσατέας μὲ τὸ «ὁμοούσιος» ἐνοοῦσε τὸν ἀπρόσωπο (ἀνύπαρκτο ὡς ξεχωριστὴ «ὑπόσταση») Λόγο τοῦ Πατέρα, κι ὄχι κάποιο πρόσωπο· ἐνῶ ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ μὲ τὸν ὅρο «ὁμοούσιος» ἐννοοῦσε ὅτι ὑπάρχει «ἕνα ὂν καὶ δύο πρόσωπα», ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι δημιούργημα (κτίσμα), ταυτούσιος μὲ τὸν Θεὸ-Πατέρα, ὄχι ὅμως κατὰ διαίρεση ἢ κατ’ ἀποτομή, οὔτε ἀπρόσωπος. Ἡ σύγχυση προκαλεῖτο κι ἀπὸ τὴ διαφορὰ στὴ γλώσσα (ἑλληνικὰ καὶ λατινικά), ἀφοῦ ἡ Δύση χρησιμοποιοῦσε τὸν ἴδιο ὅρο, substantia, γιὰ τοὺς ἑλληνικοὺς ὅρους ὑπόστασις καὶ οὐσία. Ἔτσι, ὁ Ἀλεξάνδρειας Διονύσιος, τὸν 3ο αἰώνα, ἔγραψε στὸν Διονύσιο, Πάπα τῆς Ρώμης, ὅτι ὁ Υἱος εἶναι ξένος κατ’ οὐσία ἀπὸ τὸν Πατέρα, προκειμένου νὰ δείξει ὅτι ἔσφαλλε ὁ Σαβέλλιος, ποὺ ἔλεγε ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας ταυτίζονται. Ὁ Ρώμης Διονύσιος ἀντέδρασε, γιατὶ βάσει τῆς λατινικῆς ὁρολογίας νόμιζε ὅτι ὁ Ἀλεξανδρείας διαιρεῖ τὴν οὐσία τῆς θεότητας σὲ τρεῖς οὐσίες. Ὅταν Ἀλεξάνδρειας Διονύσιος κατάλαβε το σφάλμα τῆς ὁρολογίας, ἡ ὁποία ἦταν ἀκατανόητη λόγῳ γλώσσας στὴ λατινικὴ Ρώμη, ἀνακάλεσε. Ὁ Ὠριγένης εἶχε χρησιμοποιήσει τὸν ὅρο, ὅπως καὶ ὁ Τερτυλλιανός (155-240) σὲ ἔργα του κατὰ τῶν Γνωστικῶν. Ἐφόσον, πάντως, εἶχε ἤδη τεθεῖ τὸ ζήτημα τῆς ταυτότητας ἢ μὴ τῆς ὑπόστασης Υἱοῦ καὶ Θεοῦ-Πατέρα, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας (ὅπως νοεῖται σήμερα ἡ λέξη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία) τοῦ Υἱοῦ σὲ σχέση μὲ τὸν Θεὸ-Πατέρα, ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ὁμοούσιος» ἦταν ἀναπόφευκτη.

Γενικά, εἶναι τελείως ἐσφαλμένες τόσο ἡ ἄποψη ὅτι ξαφνικὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰ. ἐπινοήθηκε τὸ σημερινὸ ὀρθόδοξο δόγμα χωρὶς νὰ ἔχει συνέχεια καὶ ρίζες σὲ χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῶν προηγούμενων αἰώνων· ὅσο καὶ ἡ ἄποψη ὅτι «δὲν ὑπῆρχε νοητὴ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς πρὶν ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα ἡ διάκριση μεταξὺ αἵρεσης καὶ ὀρθῆς διδασκαλίας».

 

This entry was posted in θρησκεία, ιστορία and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s