Θεσσαλονικιώτικα / ἑβραϊκά

Γράφει ὁ Πάνος Θεοδωρίδης, γιὰ τοὺς Ἑβραίους τῆς Θεσσαλονίκης:

Προς Εβραίους επιστολη αδέσποτος

Ήταν πόλη σας και τώρα δεν είναι. Αφήστε τους την πλατεία Ελευθερίας και τις αναμνήσεις των πολέμων, αφού τους βλέπετε που μιζεριάζουν και περηφανεύονται που σας αφήνουν ακόμη να υπάρχετε, αρκεί βέβαια να έρχεται κανας πατριώτης σας να πλερώνει πιττόγυρα στην «Νέα Ιερουσαλήμ». Μη ανακατεύεστε. […] Κι αφήστε τους να φιλοσοφουν γιά το ποιός μπήκε και βγήκε στην πλατεία Ελευθερίας. Δήθεν πολιτισμενιά, και θα το πήξουν στα τραπεζοκαθίσματα και δήθεν θα ανασαλεύουν τα δέντρα και λιμάνι Κωνσταντίνου και αναπόδεικτες επινοήσεις, εκκλησιαστικές σκάλες και ναοι της Παναγίας, επειδή δεν χωράνε αλλού να φτιαχτεί κι άλλη καριερα. Δικό τους. Ήταν πόλη σας και τώρα δεν είναι. Και πάντα θα ψάχνονται με τόση προσφυγιά που ήρθε, με τέτοιο μίσος που φυτεύτηκε,με «συμμοριόπληκτους» και «καρφίτσες» άν είναι δυνατόν με τόσο αίμα και με τόση σπέκουλα να μη έχει πέσει κατάρα στην πόλη! Με τόσους δολοφονημένους, απο όλες τις πλευρές, στους αγαπημένους δρόμους και καταμεσής στην ερωτικη πόλη. Επινοημένη πόλη. Ηρθαν εδώ τόσοι απο την ενδοχώρα, τόσοι απο άλλες περιφέρειες, τόσοι μικρασιάτες και εκ Βαλκανίων,τόσοι εξ Ασίας, εγγυς και πρόσω. Με τέτοιο «είδος μικτό αλλα νόμιμο», με τέτοιο αμάλγαμα αιμάτων, θα έπρεπε να είναι ένας επίγειος παράδεισος. Κάποιοι την έκαψαν κάποιοι την χώρισαν, κάποιοι σας έφαγαν 11 χιλιάδες ακίνητα, επειδή δεν υπάρχετε. Επειδή πουθενά στον κόσμο δεν επαινείται μια πόλη σημειακά, παρεκτός και κανει μόνον σαπουνέ χαλβά και τον πουλάει στα διόδια. […]

 

Μᾶλλον δὲν φαίνεται νὰ τὸν νοιάζει (ἔστω, αὐστηρὰ ἀπὸ ἱστορικὴ ἄποψη, ὅπως λ.χ. νοιάζεται ὁ Toynbee) πῶς κάποιος ἀποκτᾶ μιὰ πόλη ἢ ἕνα ἀγαθό. Μὲ τὸν ἀγώνα του ἢ σὲ βάρος ἄλλων, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τρίτων, ποὺ ἐγκλημάτησαν; Ἢ μήπως τώρα θὰ μᾶς θυμίσει κανένας τὶς ἐξυπνάδες γιὰ τοὺς χριστιανοὺς βαλκάνιους ἀγρότες ποὺ ἔτρεχαν στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια γιὰ νὰ σωθοῦν οἰκονομικὰ ἀπὸ τὰ καταπιεστικὰ χριστιανικὰ ἀφεντικά τους; «ξεχνώντας» ὄχι μόνο μαρτυρίες γιὰ τὴν κακὴ συμπεριφορὰ τῶν Ὀθωμανῶν ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «εἰρήνη» ποὺ προσέφεραν οἱ Ὀθωμανοὶ θὰ ἦταν ἀχρείαστη ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν οἱ Ὀθωμανοὶ ποὺ ἐπέδραμαν κατὰ τῶν χριστιανικῶν αὐτῶν πληθυσμῶν χαλώντας τὴν εἰρήνη ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ χριστιανοὶ ἀγρότες εἶχαν.

Ὄχι ὅτι ἔχει ἄλλη σημασία πέρα ἀπὸ μιὰ ἔνοχη παραδοχή, ἔστω ἕνα συλλογικὸ ἀργοπορημένο συγγνώμη, ἀφοῦ στὶς συζητήσεις γιὰ τὸ ἑβραϊκὸ παρελθὸν τῆς πόλης κυριαρχοῦν μονόπλευρες ἀποφάνσεις γιὰ συλλογικὲς ὀντότητες, γιὰ κοινότητες καὶ ἔθνη. Αὐτὴ ἡ συγγνώμη λείπει· ἡ αὐτοκριτικὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μονομερὴς ἁπλῶς ἐπειδὴ κάποια θλιβερὰ γεγονότα εἶναι πιὸ πρόσφατα ἀπὸ ἄλλα θλιβερὰ γεγονότα. Τὸ πιὸ περίεργο εἶναι ὅτι στὴν καλλιέργεια συλλογικῶν ἀποφάνσεων διαπρέπουν ἐκεῖνοι ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα κηρύττουν ἕναν ἀναρχο-φιλελευθερισμό, ἕναν τρόπο ζωῆς χαλαρὸ καὶ ἀτομιστικό. Τὸ ἴδιο σύμφωνη μὲ τὸ ὀθωμανικὸ πνεῦμα τῶν μιλὲτ εἶναι ἡ ἀγανάκτηση τοῦ Π. Θ. γιὰ τὶς περιουσίες τῶν δολοφονημένων Ἑβραίων, τὶς ὁποῖες κάποιοι Ἕλληνες ἔφαγαν ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἵχνος ἀπὸ Ἑβραίους ποὺ θὰ τὶς διεκδικοῦσε μεταπολεμικὰ ὡς συγγενικές. Ἐπειδή, δηλαδή, οἱ διάφοροι κατήγοροι τῆς μεταπολεμικῆς νεοελληνικῆς Θεσσαλονίκης δὲν μποροῦν νὰ κατηγορήσουν προσωπικὰ ὅσους ἅρπαξαν περιουσίες, νὰ τοὺς κατονομάσουν δημόσια γιατὶ ὑπολογίζουν ὅτι θὰ μπλέξουν μὲ τοὺς ἀπογόνους τῶν Ἑλλήνων ἁρπάγων, γι’ αὐτὸ καταλήγουν θέλοντας καὶ μὴ στὴ γνωστὴ γενικὴ καὶ νεφελώδη ἐπίκριση. Τὴν λὲς καὶ ἄδικη, μιὰ τέτοια συλλογικὴ ἀπόδοση εὐθυνῶν ἢ ἔστω «ἀδιαφορίας». Λὲς καί, στὴν περίπτωση ποὺ τὸ 1943 κ.ἑ δὲν ἅρπαζαν κάποιοι τὶς περιουσίες τῶν δολοφονημένων Ἑβραίων ποὺ δὲν εἶχαν συγγενεῖς, οἱ περιουσίες αὐτὲς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδοθοῦν στὴν ἰσραηλιτικὴ κοινότητα -μὲ τὴ νοοτροπία τοῦ ὀθωμανικοῦ μιλέτ. Λὲς καί, μὲ τὴν μετεμφυλιακὴ εἴσοδο τόσων δεκάδων χιλιάδων ἐπαρχιωτῶν στὴν Θεσσαλονίκη, αὐτὴ δὲν θὰ γινόταν «ἑλληνικὴ», ἐντελῶς εἰρηνικά, ἀκόμη κι ἂν δὲν ἐξοντωνόταν οὔτε ἕνας Ἑλληνοεβραῖος τῆς πόλης. Τελικά, διαφαίνεται ὅτι «ἐνάντια στὸν ἐθνικισμό», προτιμᾶται ὄχι ὁ «ἀναρχοφιλελευθερισμός», ἀλλὰ ὁ βέρος ὀθωμανισμός.

Πρέπει, δηλαδὴ νὰ μπουχτίσουμε στὴν πτωχοπροδρομικὴ μαχητικότητα καὶ τὸν σουρεαλιστικὸ ὑπαρξισμό, νὰ ποῦμε «Ἄχ, κι ἐσᾶς σᾶς ἀδίκεψαν οἱ μπούληδες οἱ ντόπιοι ὅπως ἐμᾶς τοὺς κατὰ φαντασίαν πρόσφυγες; (ἀλλὰ ἐδῶ καὶ μισὸ αἰώνα νοικοκυραίους καὶ παντρεμένους μὲ ντόπιους/ες)», γιὰ νὰ πάρουνε τὰ ὄνειρα ἐκδίκηση καὶ νὰ μᾶς φύγει τὸ ἄχτι; ἀλλιῶς δὲν παίρνουν;

Μόνο κακὲς ὑπηρεσίες πρὸς τοὺς ἐναπομείναντες Ἑλληνο-Ἑβραίους προσφέρει τέτοια τάχατες φιλοεβραϊκη ὀπτική. Στὴν πραγματικότητα, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ Ἑλληνοεβραῖοι (μερικοὶ κάνουν τὸν χαζό, νομίζοντας ὅτι θὰ τοὺς βγεῖ σὲ καλό), οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς «ἀντιεθνικιστὲς» ποὺ κλαῖνε γιὰ τὴ μοίρα τῶν Θεσσαλονικιῶν Ἑβραίων, κλαῖνε καὶ γιὰ τοὺς ἐρχόμενους στὴν Ἑλλάδα «πρόσφυγες» τοῦ Ἰσλάμ, οἱ ὁποῖοι στὴν Δ. Εὐρώπη (καὶ σύντομα, στὴν Ἑλλάδα) διαπρέπουν στὸν ἀντισημιτισμὸ καὶ στὶς ἐπιθέσεις κατὰ τῶν εὐρωπαίων Ἑβραίων. Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ περισσότεροι «κατήγοροι τοῦ νεοελληνικοῦ ἐθνικισμοῦ» πατοῦν σὲ δύο ἐχθρικὲς βάρκες. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι καλὸ οὔτε γιὰ τοὺς Ἑλληνοεβραίους.

Πόσο πιὸ ἁπλά, ψυχρὰ ἀλλὰ καὶ ὄμορφα τὰ λέει ὁ Ζήσης Σαρίκας (Ψίχουλα, Θεσσαλονίκη 20082, σ. 58), ποὺ οὔτε ἐθνικιστὴς καὶ βυζαντινολάτρης ἢ ἀραβολάγνος εἶναι ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐξπὲρ στὸ σουρεαλιστικὸ μελόδραμα:

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Πῆγα σὲ μιὰ τελετὴ γιὰ τὸ ὁλοκαύτωμα τῶν Ἑβραίων τῆς Θεσσαλονίκης. Πῆρε τὸ λόγο ἕνας ἐμφανῶς πλούσιος Ἑβραῖος καὶ μὲ συγκινημένη φωνὴ ἄρχισε νὰ μιλᾶ γιὰ τὰ μαρτύρια τῶν ὁμοεθνῶν του. Ἐγὼ τοὺς συμπαθοῦσα πάντα τοὺς Ἑβραίους, γιατὶ μεγάλωσα μὲς στὶς παράγκες ἑνὸς δικοῦ τους συνοικισμοῦ. Δὲν τοὺς γνώρισα ποτέ. Μὰ τώρα, κι ἐνῶ ὁ ὁμιλητὴς δὲν εἶχε τελειώσει, ἀναρωτήθηκα: τί θὰ ἦταν σήμερα οἱ Ἑβραῖοι, ἂν δὲν εἶχαν ἐξοντωθεῖ καὶ εἶχαν μιὰ ἀνθηρὴ καὶ πολύάνθρωπη κοινότητα στὴ Σαλονίκη; Θὰ ἔδειχναν κάτι καλύτερο ἀπὸ μᾶς ἢ θὰ τοὺς κυρίευε μαζὶ μ’ ἐμᾶς καὶ ἐναντίον μας καμιὰ ἐθνικιστικὴ καὶ ἀδελφοκτόνα μανία; Ἢ μήπως θὰ εἶχαν γίνει σὰν κι ἐμᾶς, δηλαδὴ ἰδιοτελὴ ἀνθρωπάκια ποὺ θὰ ἔβλεπαν σαράντα ὧρες τηλεόραση, θὰ πηλαλοῦσαν στὰ καζίνα καὶ θὰ σκοτώνονταν μὲ τὰ αὐτοκίνητα τὰ Σαββατοκύριακα; Κι αὐτὸς ποὺ μᾶς μιλοῦσε τώρα θὰ ἔδινε φράγκο γιὰ τοὺς συμπατριῶτες του;

Advertisements
This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις, Εβραίοι, Θεσσαλονίκη and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s