Γιῶργος Βαφόπουλος: Τὸ ξαναγύρισμα τῶν Σατύρων

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ εἰδωλολατρία ξανασήκωσε κεφάλι, μόνο στοὺς κύκλους τῶν «μορφωμένων» (ποιῶν ἄλλων, ἄλλωστε;) ἀλλὰ δίχως θυσίες καὶ ἄλλα τέτοια αἱματηρά, αὐτοὶ δὲν ἔχουν πάψει νὰ βγάζουν ψευτρόνια τοὺς πατέρες τους Ἐθνικούς· καὶ ἀκούραστα νὰ διαβεβαιώνουν ὅτι ἔκανε λάθος ὁ Πλούταρχος (Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων 17), ποὺ διαβεβαιώνει δεκαοκτὼ αἰῶνες πρίν –γιὰ ἕνα συμβὰν ποὺ ἔλαβε χώρα ἐπὶ Τιβερίου (14 – 37 μ.Χ.)– ὅτι «Πὰν ὁ μέγας τέθνηκε», προκειμένου νὰ καταδείξει τὴν παρακμὴ τῶν μαντείων. Ὄχι· αὐτοί, οἱ Νεοτερικοί, τὰ ξέρουν καλύτερα. Σὰν τὸν Κωστῆ Παλαμᾶ, ὁ Γιῶργος Βαφόπουλος τοῦ Μεσοπολέμου μᾶς λέει:

Λυδία, στὰ φύλλα ποὺ ἔσταξε τὸ δάκρυ ἡ ψεσινὴ βροχή,

ἀργὰ σαλεύει μιὰ ἄφραστη κ’ ἐπίσημη γαλήνη.

Ἑνὸς ἀρχαίου ποιμενικοῦ, ποὺ πέθανε, θεοῦ ἡ ψυχή,

μὲ τὴ παλιά της δόξα, λές, τὸ δάσος μεγαλύνει.

Ποιὸς εἶπε πὼς ἡ δόξα πάει τῶν χρόνων τῶν παλιῶν, πὼς πᾶν

οἱ λάλοι αὐλοὶ κ’ οἱ σύριγγες στῆς Ἀρκαδίας τὰ δάση;

Λυδία, καλή μου, ἔλα κοντά, ζεῖ στοὺς δρυμοὺς ἀκόμα ὁ Πὰν

καὶ τὸ αἷμα τῶν σατύρων του τὶς φλέβες πάει νὰ σπάσει.

 

Καὶ δῶσ’ του ὁ ἀδικημένος Πάνας. Καὶ δῶσ’ του ὁ Πάνας ποὺ θὰ ξανάρθει, καὶ δῶσ’ του ὁ θνήσκων θεός Πάνας. Ὅπως λέει ὁ P. Borgeaud,

Starting with the Romantic period, the poets, perhaps inspired by the symbolic analyses of a Creuzer, took pleasure in thinking of the possible coming of a «gracious son of Pan,» all the while preparing the ground for the Victorian (and post-Victorian) representation of a Christ reconciled with Pan. It is in this way that Louis Karl is able to cite a Hungarian poetess, Minka Czobel, who, in her collection Opalok (1903) presents Pan and the Christ crucified side by side, or Pan meeting the Christ crucified and leaving flowers at the foot of the cross. The iconography would soon present a D. H. Lawrence (author of Pan in America) split in two with his face treated, in the same image, as both the goat god and the crucified Christ. […] On the side of the philologists, the Christian reading of Plutarch’s text was abandoned in the middle of the nineteenth century. One of the last of this group to make explicit reference to it, the great Welcker in his Griechische Goetterlehre finds himself limited to imagining a moving and complicated scenario: the history of the death of the great Pan, according to Welcker, would have been imagined piecemeal by a particularly lucid contemporary of Tiberius who had an inspired presentiment of the approaching end of a polytheism destined to perish under the blows of a young and vigorous Christian religion. This is nevertheless an artful scenario, as it lends to paganism a fiction which Christianity enhances in its interpretation, in such a form as betrays a nostalgia for pantheistic origins on the part of the latter. Half a century later, with Gruppe (1895), while the interpretation is equally Romanesque, the content is no longer romantic in the least, and every reference to Christianity has disappeared. Plutarch would have been inspired by a lost satirical work, a sort of pamphlet whose function would have been to ridicule the scholarly credulousness of Tiberius’ satellites.

Advertisements
This entry was posted in ποίηση, Αρχαιότητα, θρησκεία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s