ἀρχαῖα νέα ἀπὸ τὸν βόρειο Ἑλληνισμό

Τέλος πάντων, τὸν μὴ νότιο.

Στὰ 1511, διάφοροι Χιῶτες, ἐγγράμματοι καὶ μή, σὲ παράκλησή τους πρὸς τοὺς Γενουάτες, ἀποκαλοῦνται Γραικοί, καὶ ὀνομάζουν τὸ νησί τους μέρος τῆς Ἑλλάδας (ἔκδ. F. Miklosich – J. Müller, Acta et diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, τ. 3, Bonn 1865, σσ. 261-262):

«Οἱ πάντες Γραικοὶ τῆς νήσου Χίου, εὐγενεῖς καὶ οἱ καθόλου λαοῦ…Ἡ Νέα Μονή, τὸ μόνον ἀναψύχιον τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, τὸ ἀγαπητὸν καὶ εὐλαβέστατον κατοικητήριον πάσης Ἐλάδος (sic)….οὐχὶ μόνον ἡμεῖς πάντες οἱ οἰκοῦντες ἐν Χίῳ ἀπολαύσωμεν ἰδίως καὶ ἑνικὼς τὴν χάριν, ἀλλὰ ἀκομὴ πᾶσα ἡ Ἐλλάς».

Στὸν πρόλογο τῆς Ἱστορίας τοῦ Δωρόθεου Μονεμβασίας (1631) ἀπὸ τὸν Γιαννιώτη Ἀπόστολο Τζηγαρᾶ δίνεται ἡ συμβουλὴ πρὸς «Πάντας τοὺς Ἕλληνας καὶ ὀρθοδόξους χριστιανούς (Ἕλληνας ἀπὸ τὸ γένος, καὶ ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν πίστιν) νὰ ἀγοράσουν τοῦτο τὸ βιβλίο».

Στὸ Χρονικὸ τοῦ Ἄμστερνταμ (1774), ὁ Θεσσαλὸς Ἰωάννης Πρίγκος, (ἔκδ. Ν. Ἀνδριώτη, Νέα Ἑστία 112 (1931), 852-853) σημειώνει: «Ἀσήκωσε, Θεέ μου, ἕναν ἄλλον Ἀλέξανδρον, ὥς ποτε ἐκεῖνος τοὺς Πέρσας ἔδιωξε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔτζι καὶ αὐτὸν τὸν τύραννο νὰ τὸν διώξη, νὰ λάμψη πάλε ἡ χριστιανοσύνη στοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος καθὼς καὶ πρῶτα [] Οἱ Μανιάτες…καὶ ἄλλοι ἕλληνες ὀρθόδοξοι, ὁποὺ καὶ Ρωμαῖοι λέγονται [] ἀκόμη ὅτι χιλιάδες ἕλληνες, ἤγουν Ρωμαῖοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί» κ.ο.κ.

Στὸ Μπεράτι τὸ 1779, καταγράφηκε ἐνθύμηση τοῦ περάσματος τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ: «Ἀφοῦ ἐγύρισεν εἰς ὅλα τὰ μέρη εἰς Γραικίαν καὶ Ἀρβανιτίαν».

Τὸ 1787 ὁ Πολίτης Δ. Καταρτζῆς (1730-1807) στὸ Λόγος προτρεπτικὸς στὸ γνῶθι σαυτὸν καὶ στὴν κοινὴ παιδαγωδία τοῦ ἔθνους, ἢ σοφός, ἡμιμαθής, ἀμαθής, γράφει: «Εἶναι τρία ἔθνη ὁμόπιστοι καὶ δύνδουλοί μας ποὺ τὰ μεταχειρίζονται (τὰ σλαβικά) στῆς ἐκκλησίαις τους, ἤγουν Βουργάροι, Σίρμποι καὶ Μποσνάκοι», ἐνῶ τὸ 1783, στὸ Σχέδιο β’ κάμει διάκριση μεταξὺ Βλάχων (κατοίκων τῆς Μολδοβλαχίας) καὶ Ρωμηῶν.

Τὸ 1802, ὁ ἱερομόναχος Δανιὴλ ἀπὸ τὴ Μοσχόπολη (1754-1825) γράφει στὸ τετράγλωσσο Λεξικὸν τῶν τεσσάρων κοινῶν διαλέκτων τὴν ἑξῆς ἀφιέρωση: «Ἀλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι ἀλλόγλωσσοι χαρῆτε κι ἑτοιμασθῆτε ὅλοι σας Ῥωμαῖοι νὰ γενῆτε… νὰ τιμήσετε…καὶ τὰς πατρίδας τὰς Ἀλβανοβουλγαρικὰς κάμνοντας Ἑλληνίδας».

Ὁ Ἀθανάσιος Χριστόπουλος ἀπὸ τὴν Καστοριά στὸ Ὄνειρον (1810), ἕναν διάλογο γιὰ τὴ γλώσσα, γράφει: «Ὅτ’ οἱ Ρωμαῖοι εἶν’ ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, αὐτὸ κι αὐτοὶ τὸ ἠξεύρουν καὶ κανένας δὲν διστάζει».

Ἐὰν τὰ Ἕλλην κ.λπ. σήμαιναν τὸν εἰδωλολάτρη ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἐὰν δηλαδὴ ἦταν τόσο ἀπαράδεκτη ἡ σημασία τῶν λέξεων αὐτῶν, ποτὲ δὲν θὰ ἦταν τόσο ἐλεύθερη ἡ χρήση τους στὰ βιβλία, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς λόγιους ποὺ συνέγραφαν ἔργα γιὰ τοὺς ὁριακὰ ἐγγράμματους ὁμοεθνεῖς τους, ὅπως λεξικὰ καὶ παγκόσμιες ἱστορίες. Ἂν τὸ Ἕλλην περιμέναμε νὰ ἔρθει ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κράτος, ἐνῶ ἡ χρήση του βρίσκεται σὲ σημαντικὰ κέντρα ποὺ ἔμειναν ἐκτὸς συνόρων, τότε συμμεριζόμαστε τὴν ὀφθαλμαπάτη τῆς Ἀθήνας. Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι, ὡστόσο ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ τρισχιλιετοῦς, μὲ Ἀρχαίους καὶ Βυζαντινοὺς μαζί, ὑφίστατο στὴν Τουρκοκρατία ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν τὸ Ἕλλην σήμαινε τὸν εἰδωλολάτρη. Ἄλλο ἂν ἀναμενόμενα δὲν βρίσκεται τὸ Ἕλλην σὲ κάθε χωριουδάκι καὶ κωμόπολη. Σάμπως ὁ μέσος ἀγρότης τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας ἢ τῆς ἀρχαίας Μεσσηνίας ἤξερε ὅτι ἦταν Ἕλλην καὶ εἶχε διαβάσει τὴ μυθολογία;

 

Advertisements
This entry was posted in Ελλάδα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s