Πρωτοχριστιανικά – Νίκος Ματσούκας

Σ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, ἐπιχειρεῖται ἡ ἀντίκρουση τῆς θέσης τοῦ Νίκου Ματσούκα ὅτι «ἡ χριστιανικὴ θεολογία εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀκόμη κι ἂν χρησιμοποιεῖ ἀρχαιοελληνικὴ ὁρολογία καὶ ἀκόμη κι ὅταν μορφὴ καὶ περιεχόμενο εἶναι δυσδιάκριτα». Τὰ ἐπιχειρήματά του δὲν εἶναι πειστικά.

Γράφει ὁ ἀρθρογράφος:

Πώς είναι, όμως, δυνατόν οι Πατέρες να χρησιμοποιούν κατά κόρον φιλοσοφικούς όρους, χωρίς όμως ταυτόχρονα να εισάγουν φιλοσοφικές αντιλήψεις στα δόγματα της χριστιανοσύνης; Ο Ματσούκας ισχυρίζεται πως αυτό γίνεται διότι μεταχειρίζονται τους όρους της ελληνικής φιλοσοφίας χωρίς τις αρχικές σημασίες τους αλλά με σημασίες που είναι αμιγώς χριστιανικές. «Επομένως», όπως λέει, «με τούτο το μπόλιασμα έχουμε μετάπλαση όρων και περιεχομένου. Μπροστά μας κείται μια νέα δημιουργία αυθύπαρκτη» (σελ. 49-50)! Είναι λογικό και εφικτό κάτι τέτοιο; Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ας φανταστούμε έναν ιεραπόστολο ο οποίος πηγαίνει στην Ινδία με σκοπό να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Αναμφίβολα πρέπει να μάθει να χρησιμοποιεί αξιοπρεπώς την ινδική γλώσσα. Ωστόσο, ο εν λόγω ιεραπόστολος δεν αρκείται σε αυτό και προχωρά πολύ παραπέρα: εντρυφά στον ινδουισμό και, όταν αισθάνεται σίγουρος για την εξοικείωσή του, γράφει ένα εκτενές εγχειρίδιο χριστιανικής δογματικής χρησιμοποιώντας συστηματικά τεχνικούς όρους της ινδουιστικής θρησκείας και φιλοσοφίας, όπως κάρμα, γιόγκα, σαμσάρα, άτμαν, άβαταρ κ.ο.κ. Ποιες πιστεύετε πως είναι οι πιθανότητες να μείνει η χριστιανική δογματική εντελώς ανέπαφη από τον ινδουισμό υπό αυτές τις συνθήκες;

Καταρχάς, ἡ Ἰνδία δὲν ἦταν τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Κατὰ δεύτερον, ὁ χριστιανὸς ποὺ θὰ προσηλύτιζε τοὺς Ἰνδουιστὲς θὰ ἄλλαζε τὴ σημασία τῶν ἰνδικῶν λέξεων αὐτῶν ὥστε νὰ μὴν σημαίνουν κάτι μὴ χριστιανικὸ ἀκόμη κι ἂν σήμαιναν κάτι παραπλήσιο πρὸς τὸ ἰνδικὸ-ἰνδουιστικό τους νόημα. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ στὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Ἀλλὰ ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα κάτι πολὺ ἁπλό: Ἡ λέξη Ἐκκλησία σήμαινε κάτι τελείως διαφορετικὸ τὸν 5ο αἰώνα π.Χ. ἀπὸ ὅ,τι τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Ὑπάρχει ἡ συνάθροιση, τὸ κάλεσμα. Ἡ κοινότητα. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι πολιτικὴ κοινότητα ποὺ ἀποφασίζει γιὰ πολιτικὰ ζητήματα. Αὐτὸ δὲν ὀφείλεται σὲ κάποια χριστιανικὴ διαστρέβλωση: Ἔπαψε ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου νὰ πρωταγωνιστεῖ στὴν ἀρχαία ζωή, καὶ τὸ νόημά της ἔγινε τόσο θολὸ ὥστε ὡς σκέτη λέξη μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ κάτι ἄλλο. Ἂς πάρουμε ἕνα ἄλλο παράδειγμα: Ἡ λέξη φιλόσοφος γιὰ τὸν Μάρκο Αὐρήλιο σημαίνει ἕνα εἶδος ἱερέα καὶ ὑπηρέτη τῶν θεῶν, ἐνῶ σὲ μοναστικὰ κείμενα ἡ (ἀληθινή) φιλοσοφία εἶναι ὁ μοναχισμός. Τὰ παραδείγματα εἶναι ὄχι λίγα (π.χ. οὐσία, φύσις, ὑπόσταση κ.ἄ.). Μιὰ λέξη μπορεῖ νὰ χάσει τὴ σημασία της, νὰ σημαίνει κάτι παραπλήσιο ἢ κάτι παντελῶς ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀρχική.

Αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὴ χριστιανικὴ μετάπλαση τῶν φιλοσοφικῶν ὅρων. Δὲν σημαίνουν πάντοτε τὸ ἴδιο πράγμα. Ἡ μετάπλαση τῶν λέξεων δὲν εἶναι οὔτε ἀνύπαρκτη οὔτε (γιὰ ὅσους ἔχουν μιὰ καπιταλιστικὴ ἀντίληψη τῆς προνεωτερικῆς ἐποχῆς) λογοκλοπή. Εἶναι ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ δὲν ἀμφισβητεῖται. Τὰ παραδείγματα ὑπάρχουν. Οἱ Πατέρες, ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι νομίζει ὁ ἀρθρογράφος, δὲν χρησιμοποιοῦσαν τὶς λέξεις χωρὶς νὰ τροποποιήσουν τὰ νοήματά τους, καὶ δὲν ἐπαναπαύονταν στὶς ὁμοιότητες. Ὁ ἀρθρογράφος γιὰ παράδειγμα ἀναφέρει τὴν ἑλληνικὴ ἰδέα τῆς ἄχρονης γέννησης, ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ περιγράψει τὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα. Τὸ ζήτημα ποὺ παραβλέπει εἶναι ὅτι πουθενὰ στὴν πλατωνικὴ σκέψη δὲν ὑπάρχει κάποια Τριάδα θεοτήτων (ποὺ μόνο αὐτὲς ὑπάρχουν) στὴν ὁποία ἡ δεύτερη κατὰ σειρὰ «ὑπόσταση» γεννᾶται ἀχρόνως ἀπὸ τὴν πρώτη. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν περίφημη λέξη ὁμοούσιος. Ἕνας κίονας, γιὰ νὰ τὸ θέσουμε πιὸ ἁπλά, μπορεῖ νὰ στηρίζει τὸ οἰκοδόμημα γιὰ νὰ μὴν πέσει αὐτό, ὅπως στὸν ἀρχαιοελληνικὸ ναό· μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι ἁπλῶς διακοσμητικὸ στοιχεῖο, ὅπως σὲ ἕνα ρωμαϊκὸ ἢ βυζαντινὸ ἀρχιτεκτόνημα, ὅπου θὰ μποροῦσε καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει.

Ὁ ἀρθρογράφος ἐπικαλεῖται τὸν μάρτυρα Ἰουστίνο γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ θέση του. Μᾶς λέει ὅτι ὁ Ἰουστίνος πίστευε στὴν πλατωνικὴ ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ, σάμπως ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν ὑπερτονίζει τὴν ἀπόσταση ἀνθρώπου – Θεοῦ, τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ δεύτερου. Τὸ ὡραῖο εἶναι ὅτι ὁ ἀρθρογράφος παραθέτει τμῆμα τοῦ διαλόγου πρὸς τὸν Τρύφωνα. Σὲ ἕνα ἄλλο τμῆμα τοῦ ἴδιου διαλόγου, ὁ Ἰουστίνος γράφει ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας ἦταν βλακώδης:

Καὶ μὲ ἥρει σφόδρα ἡ τῶν ἀσωμάτων νόησις, καὶ ἡ θεωρία τῶν ἰδεῶν ἀνεπτέρου μου τὴν φρόνησιν, ὀλίγου τὲ ἐντὸς χρόνου ὤμην σοφὸς γενονέναι καὶ ὑπό βλακείας ἤλπιζον αὐτίκα κατ’ ὄψεσθαι τὸν θεόν· τοῦτο γὰρ τέλος τῆς Πλάτωνος φιλοσοφίας.

Ὁ ἀρθρογράφος παρερμηνεύει κραυγαλέα τὴν ἄποψη τοῦ Δαμασκηνοῦ ὅτι μὲ τὸ τριαδικὸ δόγμα δὲν ἔχουμε τὴν πλάνη τῆς πολυθεΐας οὔτε τὴν ἰουδαϊκὴ πίστη. Νομίζει ὅτι ὅταν ὁ Δαμασκηνὸς γράφει «Καὶ ἀπὸ τὶς δύο αἱρετικὲς ἀποκλίσεις παραμένει ἡ ὠφέλεια» ἐννοεῖ ὅτι πῆραν κομμάτια τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ ἔκαναν σύνθεση. Πουθενὰ στὸ κείμενο δὲν γίνεται παραδεκτὸ ὅτι πάρθηκαν στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο τμῆμα καὶ δημιουργήθηκε τὸ τριαδικὸ δόγμα. Πουθενὰ δὲν γίνεται λόγος γιὰ «διόρθωση» καὶ «σύνθεση», παρὰ στὴ φαντασία τοῦ ἀρθρογράφου. Ὑπάρχει μόνο ἡ παραδοχὴ ὅτι ὑπάρχει τμηματικὴ ὠφέλεια σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ θρησκεῖες, ἰουδαϊσμὸ καὶ ἐθνικὴ φιλοσοφία. Ἄλλωστε, εἶναι οἱ Πατέρες αὐτοί (Θεόφιλος Ἀντιοχείας, Ἰουστίνος κ.ἄ. μεταγενέστεροι), ποὺ ἑρμηνεύοντας τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα φανερώνεται ἐμμέσως (π.χ. στὴν ἐπίσκεψη στὸν Ἀβραὰμ τῶν τριῶν ἀγγέλων, στὸ «ποιήσωμεν» τῆς Γένεσης κ.ἀ.), δηλαδὴ ὅτι οἱ μετὰ Χριστὸν Ἰουδαῖοι δὲν κατανόησαν καλὰ τὰ κείμενα τῆς Βίβλου ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν τὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου.

Ἐκεῖ βέβαια ποὺ ἀπορεῖ κανεὶς εἶναι μὲ τὴν ἄποψη γιὰ τὶς τρεῖς ὑποστάσεις τοῦ νεοπλατωνισμοῦ ὡς πρότυπα τῆς Ἁγίας Τριάδας: Ἡ ἀπορροὴ ἀπὸ τὸ Ἓν δὲν εἶναι οὔτε ἠθελημένη οὔτε εὐχάριστη ἢ δυσάρεστη γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Ἕν. Οὔτε κἂν γνωστὴ στὸ ἴδιο. Εἶναι μιὰ «ὑπερεκχείλιση», ποὺ τὸ ἀφήνει ἀδιάφορο. Ὁ χριστιανικὸς Δημιουργὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν κόσμο καὶ δὲν τὸν δημιουργεῖ ἐξανάγκης. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν χριστιανικὸ Θεό, ὁ Νοῦς δὲν εἶναι Ἕν, ἐνῶ ὁ Υἱὸς εἶναι καθόλα Θεός. Ἡ νεοπλατωνικὴ ἀπορροὴ τῆς διαδοχῆς Ἕν-Νοῦς-Ψυχὴ/Κόσμος παράγει σὲ κάθε δημιουργικὴ βαθμίδα κατώτερα ὄντα ἢ καταστάσεις, ἐνῶ ὁ χριστιανικὸς Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε φτιάξει ὄντα ὁμοούσια καὶ τέλεια, ἐὰν τὸ ἤθελε –διαφορετικὰ δὲν θὰ ἦταν ἐλεύθερος.

Ὁ ἀρθρογράφος συνεχίζει ἀναφερόμεντος «στην εκκωφαντική σιωπή του Ματσούκα για τα περί ψυχής ζητήματα στην Ιστορία της βυζαντινής φιλοσοφίας». Ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ἱστολόγος ἔχει μερικὴ γνώση τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ν.Μ. Στὴν Ἱστορία τῆς φιλοσοφίας, τὸ δεύτερο μέρος τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Βυζαντινὴ Φιλοσοφία, ὁ Ματσούκας κάνει λόγο γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ γιὰ τὶς διαφορὲς μεταξὺ Πλατωνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ψυχή. Ὁ Ματσούκας σχολιάζει σὲ διάφορα ἔργα του (καὶ στὴν Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας καὶ στὰ ἔργα τοῦ Δαμασκηνοῦ) τὴ θέση τοῦ Δαμασκηνοῦ ὅτι ὁ ἄγγελος καὶ κατ’ ἐπέκταση ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ ὡς κτιστὴ εἶναι σωματική, πράγμα ποὺ εἶναι σχεδὸν βλασφημία γιὰ τὸν Πλατωνισμό. Καὶ τὸ νοητὸ καὶ τὸ αἰσθητό, ὄντας κτιστὰ ἔχουν συγγένεια ἀναμεταξύ τους, καὶ ὑφίσταται ἀπόλυτη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἀρθρογράφος ψάχνει ψύλλους στ’ ἄχυρα καὶ δὲν σχολιάζει καμμία ἀπὸ τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ Ματσούκα σχετικὰ μὲ τὶς βασικὲς διαφορὲς Πλατωνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ. Νὰ τὶς θεωρήσει λ.χ. «πλατωνικὸ ἐσωτερικὸ ἀντίλογο» (!) ἢ ἀνύπαρκτες…

Κατὰ τὸν ἀρθρογράφο, ὅταν ὁ Ν.Μ. ἐνδιαφέρεται γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀντίθεση μεταξὺ Πλατωνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ, ξεχνᾶ κάθε ἄλλη πλατωνικὴ ἐπίδραση κι ἔτσι δὲν πείθει. Νά τί γράφει:

καμιά άποψη, κατά τον Ματσούκα, δεν είναι πλατωνική, ή έστω πλατωνίζουσα, αν εμπεριέχει τις λέξεις κτίση, δημιουργία και τις συναφείς.

Μόνο ἡ ἀπόρριψη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας θὰ ἔπειθε τὸν ἀρθρογράφο ὅτι ὑφίσταται «αὐτονομία» τῆς Χριστιανικῆς σκέψης, θὰ μποροῦσε νὰ συμπεράνει κάποιος. Τί καλὰ ποὺ τὰ ἔλεγε κι ὁ Ἰουλιανός («γιατὶ χρησιμοποιεῖτε τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀφοῦ δὲν τὴν παραδέχεστε κ.λπ.;») -θὰ συμπλήρωνε κάποιος ἄλλος. Ὅμως, ἡ χρήση ἴδιων λέξεων δὲν σημαίνει τίποτε. Αὐτὸ εἶχε πεῖ κι ὁ ἅγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνὸς στὸν Ἰουλιανό, γιὰ ἄλλο λόγο.

Πάντως, στὸ παραπάνω παράθεμα τοῦ ἄρθρου του, ὁ ἱστολόγος ἀντιλαμβάνεται τὶς λέξεις («δημιουργία») κάπως περίεργα, ὅτι ἔχουν κάποιο σταθερὸ νόημα κι ἄρα ὅτι ὅποιος τὶς χρησιμοποιεῖ ἐννοεῖ τὸ ἴδιο πράγμα. Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ χριστιανικὴ δημιουργία ἐκ τοῦ μὴ ὄντος (ὄν εἶναι ὁ Θεός), δηλαδὴ ὄχι σὰν ἀμοιβάδα ποὺ διαιρεῖται, κι ἄλλο πράγμα ἡ δημιουργία ἐκ τοῦ ὄντος, ὅπως λ.χ. στὶς βαβυλωνιακὲς μυθολογίες ἢ τὸν πλατωνικὸ θεό, ὅπου ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὰ κομμάτια θεῶν φτιάχνεται ὁ κόσμος ἤ, ἀντίστοιχα, ὁ πλατωνικὸς θεὸς χρησιμοποιεῖ τὴν ἀδημιούργητη ὕλη. Δημιουργία εἶναι τὸ πρῶτο, δημιουργία καὶ τὸ δεύτερο, ἀλλὰ μὲ τεράστια φιλοσοφικὴ κ.λπ. διαφορά. Ἀλλιῶς ἀντιλαμβάνεται τὴ δημιουργία ὁ Χριστιανὸς κι ἀλλιῶς ὁ Πλατωνικός. Ἄλλωστε, διαχρονικὴ σταθερὰ τῶν Πατέρων ἀπὸ τὸν ἅγιο Βασίλειο ὣς τὸν Παλαμᾶ εἶναι ὅτι δὲν διαφωνοῦμε γιὰ τὶς λέξεις ἀλλὰ γιὰ τὰ πράγματα, κι ἂν ἐννοοῦμε τὸ ἴδιο πράγμα μὲ μιὰ διαφορετικὴ λέξη τότε συμφωνοῦμε. Ὁ ἀρθρογράφος δὲν κάνει κανένα λόγο γιὰ τὶς ἄλλες τεράστιες διαφορές, ὅπως τὴ διάκριση Κτιστοῦ – Ἄκτιστου (ἀνύπαρκτη στὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία, ποὺ διακρίνει μόνο μεταξὺ ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ ἢ νοητοῦ), τὴν θεώρηση τῆς ὕλης ὡς κακῆς ἐπειδὴ στερεῖται τὸ νοητὸ στοιχεῖο, καὶ ἄλλων. Δὲν τὸν συμφέρει, βλέπετε. Αὐτὸ κι ἂν εἶναι παραλογισμός.

Ἡ ἄποψη τοῦ ἀρθρογράφου γιὰ τὰ ὅσα λέει ὁ Ματσούκας γιὰ τὸν Ὠριγένη εἶναι ἐπίσης ἐσφαλμένη καὶ ὀφείλεται μερικῶς στὴν ἄγνοια τῶν κειμένων. Ὁ Ματσούκας γράφει ὅτι ὁ Ὠριγένης κρίθηκε μὲ βάση τὴ θεολογικὴ γλώσσα μιᾶς μεταγενέστερης περιόδου, γιὰ τὴν ὁποία φυσιολογικὰ ἡ γλώσσα τοῦ Ὠριγένη ἦταν περίεργη καὶ ἀπαράδεκτη. Ἂς θυμηθοῦμε ὅμως τὸ «μία φύσις τοῦ Θεοῦ λόγου σεσαρκωμένη»  ποὺ ὁ Κύριλλος τὴ θεωροῦσε φράση τοῦ Μ. Ἀθανασίου.

Ἄλλος εἶναι ὁ ἑλληνισμὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ: Ὅτι ἀπευθυνόμενος σὲ φιλοσοφημένους λαοὺς ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀπαντήσει φιλοσοφικά, στὰ ἐρωτήματα ποὺ ἔθεταν, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις του. Ἐκεῖ κρίνεται ἐὰν ἡ πατερικὴ θεολογία εἶναι πλατωνισμὸς ἢ ἐὰν εἶναι ἀπάντηση οὐσιωδῶς διαφορετική. Κι ὄχι στὸ ἂν βρίσκουμε τὴν ἴδια λέξη ἢ ἀκόμη καὶ ἰδέα στὰ ἀρχαιοελληνικὰ καὶ τὰ πατερικὰ κείμενα. Ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήματα Ἑλλήνων καὶ ὄχι ἄλλων, ἀλλὰ μὲ ἀπαντήσεις βιβλικές.

Καὶ κάτι τελευταῖο. Προφανῶς, ὅποιος ἔμμεσα ἐπιτίθεται στὸ τριαδικὸ δόγμα, ὑποστηρίζοντας λίγο πολὺ ὅτι πρῶτος ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὸ 380 ἔκανε λόγο γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι λίγο-πολὺ ἕως τότε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν θεωρεῖτο Θεός*, ἐνῶ ταυτόχρονα ὑποστηρίζει τὴν ἀρχαιοελληνικὴ προέλευση τῶν χριστιανικῶν δογμάτων καὶ τὴν «ἀπομάκρυνση τῶν Πατέρων ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη», τρία πράγματα μποροῦμε νὰ πιθανολογήσουμε γιὰ τὸν ἴδιο: Εἶναι εἴτε νεο-Ἀρειανιστής, ἢ μάρτυρας τοῦ «Ἰεχωβὰ» ἢ κάτι φιλοσοφικῶς ἀντίστοιχο (καὶ ἄσχετο μὲ τοὺς ΜΤΙ), εἴτε ἀρχαιοκεντρικός, εἴτε προτεστάντης. Ἂς σημειώσω ἐδῶ ὅτι τόσο οἱ Ἀρειανιστὲς ὅσο καὶ ὁ Ἰουλιανὸς εἶχαν σὲ ἐκτίμηση τοὺς Ἰουδαίους, μὲ τοὺς ὁποίους ταίριαζαν τόσο καλά, ὄχι μόνο φιλοσοφικὰ (ὡς πρὸς τὸν ἰουδαΐζοντα μονοθεϊσμό, ποὺ τάχα προέρχεται ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη) ἀλλὰ καὶ στὶς βίαιες ἐπιθέσεις τους κατὰ τῶν Ὀρθόδοξων κατὰ τὸν 4ο αἰώνα. Φυσικά, οἱ Προτεστάντες πρωτοστατοῦσαν στὴν ἐπίθεση κατὰ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἐξελληνισμένων», δηλαδὴ μὴ πραγματικῶν Χριστιανῶν, διότι αὐτοὶ εἶδαν τὸ φῶς δεκαέξι αἰῶνες μετὰ καὶ ἔκαναν καλύτερη ἑρμηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης.

* Ἔχει ξεχάσει ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος (†379) σὲ ἐπιστολή του γράφει: «Πατρὸς γὰρ καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος φύσις μὲν ἡ αὐτή, καὶ Θεότης μία» (P.G. 32, 773B-C).

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, Αρχαιότητα, θρησκεία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

14 Responses to Πρωτοχριστιανικά – Νίκος Ματσούκας

  1. Ο/Η Φιλίστωρ λέει:

    Σας ευχαριστώ για την κριτική σας. Εξυπακούεται πως έχω πολλές αντιρρήσεις στα όσα γράφετε (και για το αν κατανοήσατε πλήρως τι γράφω και για το πώς αντικρούετε αυτό που θεωρείτε ότι κατανοήσατε πως γράφω) αλλά δεν θέλω να μπω σε δευτερεύουσες, χρονοβόρες λεπτομέρειες χωρίς να θιγεί ένα κεντρικό σημείο, το οποίο θεωρώ πως το προσπεράσατε βιαστικά.
    Από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου τονίζω πως ο Ματσούκας, όπως και ο ίδιος ομολογεί (δήλωση που παραθέτω στην αρχή του άρθρου μου), επινοεί και παρουσιάζει μια παγκόσμια πατέντα ως προς την εξήγηση της σχέσης μεταξύ της ελληνικής/ελληνιστικής φιλοσοφίας και της ορθόδοξης πίστης. Ο Ματσούκας δεν διαφωνεί μονάχα με τις διεθνώς αποδεκτές θέσεις (τις οποίες με έναν υπεραπλουστευτικό τρόπο σταμπάρετε και απορρίπτετε ως μη Ορθόδοξες), αλλά και ειδικότερα με τις θέσεις πολλών σημαινόντων Ορθόδοξων πατρολόγων όπως ο Andrew Louth, ο Jaroslav Pelikan, o Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ακόμα και ο Ιωάννης Ρωμανίδης. Ο Ματσούκας διαφωνεί ακόμη και με το πόρισμα της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου σχετικά με την αιρετικότητα ή τις πλατωνικές επιρροές του Ωριγένη.

    Το ερώτημά μου προς εσάς είναι απλό:

    Τάσσεστε με τον Ματσούκα ή με την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο, που καταδίκασε τον Ωριγένη;
    Τάσσεστε με τον Ματσούκα ή με τον Φλωρόφσκυ και τους άλλους Ορθόδοξους πατρολόγους που παραδέχονται την ισχυρή πλατωνική επιρροή στον Ωριγένη;

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η Χρονογραφίες λέει:

      Καλημέρα σας κι ευχαριστώ για την γρήγορη ανταπόκρισή σας.
      Ἐξήγησα σύντομα τί θεωρεῖ ὁ Ματσούκας ὅτι συνέβη μὲ τὸν Ὠριγένη στὴν Ε’ Οἰκουμενική. Σὲ ἑπόμενο σχόλιο ἢ ἀνάρτηση, θὰ παραθέσω τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι ἀπαντοῦν ἐν μέρει καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημά σας. Τώρα, γιὰ τὴν παγκόσμια πρωτοτυπία τοῦ Ν. Ματσούκα, τί νὰ πῶ; γιὰ τὸν Ρωμανίδη καὶ τὴ δική του πατέντα; Ἂς ἀρκεστῶ ὅτι 100-150 χρόνια πρίν, ἀποκαλοῦσαν τὶς βυζαντινὲς μορφὲς τῶν εἰκόνων μούμιες. Τώρα, τὸ τί κατάλαβα, ἔχετε δίκαιο, ἂς τὸ ἀφήσουμε ὅπως καὶ τὰ ὅσα λέτε γιὰ τὴν ἁγιοπνευματικὴ καινοτομία τοῦ ἅγιου Γρηγόριου τοῦ Θεολόγου, δὲν θὰ βγεῖ ἄκρη. Οὔτε θὰ μπῶ στὸν κόπο νὰ ρωτήσω ἐὰν πιστεύετε στὶς οἰκουμενικὲς κ.ἄ. συνόδους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιὰ τὶς ὁποῖες κάνετε λόγο. Πρὸς τὸ παρόν, ἀφήνω δυὸ ἀναρτήσεις ἐδῶ γιὰ τὸν «πλατωνισμὸ» τοῦ ἅγιου Γρηγόριου Νύσσης:μία τοῦ Ν. Ματσούκα (πρὸς τὸ τέλος) καὶ μία ἑνὸς μὴ Ἕλληνα, γιὰ τὴν «μεταμόρφωση» τοῦ Πλατωνισμοῦ.
      https://chronographiae.wordpress.com/2018/10/29/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%e1%bd%b7-2/ καί:
      https://chronographiae.wordpress.com/2018/10/19/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%e1%bd%b7/

      Μου αρέσει!

      • Ο/Η Φιλίστωρ λέει:

        Κατά τη γνώμη μου, αυτοί που υιοθετούν τις θέσεις του Ματσούκα αδυνατούν να κατανοήσουν πως είναι άλλο πράγμα η ταύτιση με τον πλατωνισμό και άλλο η επιρροή από τον πλατωνισμό. Όπως έχω ήδη γράψει στο άρθρο για τον Ματσούκα, κανείς δεν μιλάει για ταύτιση. Είναι αφελές αυτό για πολλούς λόγους. Οι ίδιοι οι πλατωνιστές δεν ταυτίζονται πλήρως μεταξύ τους. Ούτε καν τα έργα του ίδιου του Πλάτωνα δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους.

        Από την άλλη, για να καταλάβει κανείς αν και πόσο υπήρξε επιρροή από τον πλατωνισμό δεν αρκεί μόνο η σύγκριση με τον πλατωνισμό αλλά και η σύγκριση με την Αγία Γραφή, που είναι η αφετηρία του χριστιανισμού. Η αποστασιοποίηση από τη Γραφή και η μετατόπιση προς τον πλατωνισμό είναι ολοφάνερη.

        Δεν θα μακρυλογήσω. Έχω γράψει εκτενώς.

        Ειδικότερα για τον Γρηγόριο Νύσσης έχω συγκεντρώσει αρκετό υλικό εδώ:
        https://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2010/08/09/4-2-platonic_soul_in_christendom/

        Για τον Ματσούκα και την καταδίκη/αιρετικότητα του Ωριγένη θα αναμένω τα σχόλιά σας.

        Καλή συνέχεια.

        Μου αρέσει!

  2. Ο/Η Χρονογραφίες λέει:

    Ἡ «ἐπιρροὴ ἀπὸ τὸν Πλατωνισμὸ» γιὰ τὴν ὁποία κάνετε λόγο καὶ τὴν ὑπερασπίζεστε εἶναι κάτι τὸ πολὺ γενικό, ποὺ τελικὰ δὲν σημαίνει τίποτε· πόσο μᾶλλον ὅταν τὴ διακρίνετε σὲ σχέση μὲ τὴν «ταύτιση μὲ τὸν Πλατωνισμό». Αὐτὸ ποὺ ὁ Ματσούκας διαπιστώνει ὡς λάθος εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἀνάγκη τὸν Πλατωνισμὸ καὶ ὅτι μάλιστα ἀντέγραψε τὶς ἰδέες του γιατὶ εἶχε θεολογικὰ κενά. Ἐὰν ὁ Πλατωνισμός, ὅπως παραδέχεστε κι ὁ ἴδιος, διαφωνεῖ μὲ τὸν ἑαυτό του, αὐτὸ ἐντέλει συνεπάγεται τὸν Πλατωνισμὸ ὡς 5-6-7 βασικὲς μεταφυσικὲς θέσεις στὶς ὁποῖες ἀντιτίθενται οἱ Πατέρες ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ βιβλικοῦ ὑποβάθρου τους· συνεπῶς, ταύτιση μὲ αὐτὲς δὲν προκύπτει. Ἐπιρροὴ μπορεῖ νὰ σημαίνει ὅτι πληροφοροῦμαι γιὰ κάτι, βρίσκεται μπροστά μου, καὶ τὸ καταπολεμῶ ἢ ἀντιθέτως ὅτι τὸ ἐνστερνίζομαι. Οἱ 5-6 ἀρχὲς τὶς ὁποῖες θεωρεῖτε ὡς πλατωνικὲς καὶ χριστιανικές (στὸ δεσμὸ ποὺ παραθέσατε) θὰ μποροῦσε νὰ δειχθεῖ ὅτι μόνο ἀπὸ πρόχειρη ἀνάγνωση τῶν πατερικῶν κειμένων μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν χριστιανικὲς-πατερικές. Γιὰ παράδειγμα, ἡ πατερικὴ ἀναγνώριση τῆς ψυχῆς ὡς σημαντικότερης τοῦ σώματος μπορεῖ νὰ βρεθεῖ σὲ εὐαγγελικὲς ρήσεις τοῦ Χριστοῦ (Κατὰ Ματθαῖον, 10.28), ὁ Πλάτωνας ἔρχεται κατόπιν ὡς σάλτσα γιὰ μορφωμένους· ἐκτὸς κι ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν μαθητὴς τοῦ Πλάτωνα· βλ. καὶ τὴν Β΄ πρὸς Κορινθίους 5.1-8. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ἡ ἄποψη ὅτι λ.χ. ἡ πατερικὴ ἐπιχειρηματολογία γιὰ τὴν ὕπαρξη Θεοῦ μὲ βάση φιλοσοφικὰ ἐπιχειρήματα συνιστᾶ Πλατωνισμὸ κι Ἑλληνισμὸ εἶναι ρηχή. Εἴτε στὸν Χρυσόστομο, ποὺ κάνει λόγο γιὰ τὴν πίστη σὲ μεταθανάτια ἀνταμοιβὴ / τιμωρία, καὶ χρησιμοποιεῖ παραδείγματα ἀρχαιοελληνικῶν δοξασιῶν, εἴτε στὸν Δαμασκηνὸ ποὺ γιὰ ν’ ἀποδείξει ὅτι ὑπάρχει θεὸς πρῶτα χρησιμοποιεῖ ἐξωχριστιανικὰ ἐπιχειρήματα κι ἔπειτα χριστιανικά: Ἀφενὸς τὸ βάρος (σὲ ὄγκο ἀλλὰ καὶ τονισμό) δίνεται στὰ βιβλικὰ ἐπιχειρήματα, ἀφετέρου ἐπιχειρεῖται νὰ πειστοῦν μορφωμένοι Ἐθνικοὶ καὶ κατὰ τρίτον νὰ γίνει κατανοητὸ στὸ ἐκκλησίασμα ὅτι οἱ μὴ Χριστιανοὶ εἶχαν ἕνα κομμάτι τῆς ἀλήθειας, πολὺ μικρὸ ὅμως καὶ μὴ συγκρινόμενο μὲ τὴν χριστιανικὴ Ἀποκάλυψη, ἐν τέλει τόσο ἀνάξιο λόγου ὥστε καλύτερα τὸ ἐκκλησίασμα νὰ πληροφορηθεῖ κατευθείαν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

    Τὸ ὅτι οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν π.χ. πλατωνικὰ κ.ἄ. ἐπιχειρήματα κατὰ τῶν βασικῶν θέσεων τοῦ Πλατωνισμοῦ (φύσει ἀθανασία ψυχῆς, ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχὴ καὶ ὄχι σῶμα, ἡ αἰωνιότητα κόσμου-ὕλης, διάκριση νοητοῦ-ὑλικοῦ, μετενσάρκωση) δὲν δείχνει τὴν «ἐπιρροὴ = ἀποδοχὴ τοῦ Πλατωνισμοῦ», ἀλλὰ ὅτι αὐτὸς πολεμήθηκε μὲ τὰ ὅπλα του (τὴ φιλοσοφικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς), κι ὅτι συνέβη αὐτὴ ἡ μεταμόρφωση-μετάπλαση γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ματσούκας καὶ ἄλλοι κάνουν λόγο. Δὲν εἶναι ἄλλωστε ἡ μόνη φορὰ ἱστορικὰ ποὺ «γλώσσα» κι ἐπιχειρήματα χρησιμοποιοῦνται γιὰ ἐνάντιο ἢ διαφορετικὸ σκοπὸ ἀπὸ ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖο ἀρχικὰ φτιάχτηκαν (π.χ. ἡ «κοινωνικὴ ἀπελευθέρωση» ὡς ἐπιχείρημα γιὰ ἀστυνομικὰ μέτρα κ.λπ.). Δὲν ἀρνοῦμαι, οὔτε, πιστεύω, θὰ ἀρνιόταν ὁ Ματσούκας, τὴν πλατωνικὴ ἐπίδραση στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔννοια τῆς πρόκλησης, δηλαδὴ ὅτι προϋπάρχει ἕνα θρησκευτικὸ-φιλοσοφικὸ σύστημα ἀπέναντι στὸ ὁποῖο ἦταν ἀναγκασμένη νὰ πάρει θέση. Ἂν εἶχε νὰ κάνει μὲ Ἰνδουιστές, θὰ ἔπρεπε νὰ λάβει θέση ἔναντι στὴν ἰνδουιστικὴ μετενσάρκωση κ.λπ. στοιχεῖα τοῦ Ἰνδουισμοῦ, δηλαδὴ θὰ ὑπόκειτο στὴν ἐπίδραση τοῦ Ἰνδουισμοῦ. Ἄλλο ἡ ἐπίδραση ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια κι ἄλλο ἡ –ὅπως δείχνει ὁ Ματσούκας– ἀπόλυτη διαχρονικὴ καταδίκη τῶν «βασικῶν σημείων» τοῦ Πλατωνισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (δηλαδὴ ἐκείνων τῶν σημείων στὰ ὁποῖα δὲν διαφωνοῦν μεταξύ τους οἱ Πλατωνικοί· λ.χ. εἴτε ὑποστηρίζουν τὴ μετενσάρκωση στὰ ζῶα εἴτε μόνο σὲ ἀνθρώπους, πάντως δέχονται μετενσάρκωση).

    Πάντως, δὲν γίνεται ἀπὸ τὴ μιὰ νὰ στέκεστε στὸ δῆθεν μέγιστο ζήτημα τῆς καταδίκης τοῦ Ὠριγένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὡς πλατωνικοῦ ἀσφαλῶς, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ διακρίνετε τὴν κυριαρχία τοῦ Πλατωνισμοῦ στὴν πρωτοβυζαντινὴ πατερικὴ Ἐκκλησία καὶ θεολογία. Εἴτε ἡ ἐκκλησιαστικὴ θεολογία ἦταν πλατωνικὴ εἴτε καταδίκαζε τὸν Πλατωνισμό. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀξιοποίηση μόνο ὁρισμένων, τῶν θετικῶν, ἀπόψεων τοῦ Ὠριγένη ἀπὸ Ὀρθόδοξους καὶ ἡ παράλληλη ἀξιοποίηση τῶν ἀρνητικῶν ἀπὸ τοὺς Ἀρειανιστὲς τὸν 4ο αἰ. εἶναι γεγονός, ἀκριβῶς γιατὶ ἦταν προγενέστερος καὶ παρεῖχε δυνατότητες καὶ γιὰ τοὺς μὲν καὶ γιὰ τοὺς δέ. Ὅσα λοιπὸν λέτε ὅτι «απολάμβανε μεγάλη φήμη μεταξύ των μεγάλων κατοπινών θεολόγων…» θολώνουν μιὰ ἀρκετὰ πιὸ περίπλοκη πραγματικότητα, ἐπιφυλακτικῆς / ἀποσπασματικῆς ἀποδοχῆς ἢ ἐπίκρισης (ἀπὸ Ὀρθόδοξους), ἐνῶ γιὰ μεγάλα διαστήματα κανεὶς δὲν ἀσχολιόταν (βλ. τὴν χρονικὴ ἀπόσταση μεταξὺ τῶν ὠριγενικῶν ἐριδῶν 4ου καὶ 6ου αἰ.). Ὅσο κι ἂν βρίσκω τουλάχιστον παράξενη τὴν περίπτωση νὰ μὲ ρωτᾶν γιὰ τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Ματσούκα τῆς καταδίκης τοῦ Ὠριγένη ἀπὸ τὴν Πέμπτη Οἰκουμενικὴ ἀνθρωποι ποὺ ζήτημα εἶναι ἐὰν πιστεύουν (τὸ φυλάσσουν ὡς ἑπτασφράγιστο μυστικό) σὲ ὅσα ἀποφασίστηκαν στὴν 5η καὶ στὶς λοιπὲς Οἰκουμενικὲς καὶ μὴ Συνόδους τῆς Ὀρθοδοξίας (καὶ τὴ βρίσκω παράξενη γιὰ τὸν ἴδιο λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο θεωρῶ ἀστεῖο νὰ ἐπενέβαινα ὡς ἐξωτερικὸς παρατηρητὴς καὶ μὴ κομμουνιστὴς στὶς ἐσωκομματικὲς κομμουνιστικὲς διαμάχες καὶ ἀντίπαλες μαρξικὲς ἑρμηνεῖες, γιὰ νὰ τοὺς ὑποδείξω ποιὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ μαρξικὴ ἑρμηνεία), ἂς παραθέσω σχετικὰ τὸν Ματσούκα.

    1. «…Ἱστορικὰ γεγονότα, οἱ ὠριγενιστικὲς παρανοήσεις, οἱ ἐκμεταλλεύσεις…ἔθεσαν τὸν Ὠριγένη στὸ κέντρο τῶν ἐντάσεων, καὶ μοιραῖα παρερμηνεύθηκε ἢ χρησιμοποιήθηκε σκόπιμα καὶ ἀπὸ ὁμάδες αἱρετικῶν ἀποκλίσεων. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας τελικὰ πρέπει νὰ κριθεῖ μὲ κατανόηση ὡς ὀρθή […] Ὁ Ὠριγένης ἐπικρίθηκε καὶ καταδικάστηκε…ἐπειδὴ ὑποστήριξε πὼς ἡ δημιουργία συνυπάρχει μὲ τὸ δημιουργὸ Θεό, ἀφοῦ πάντα ἦταν καὶ εἶναι δημιουργὸς παντοδύναμος καὶ παντοκράτορας, ὅπως ἀκριβῶς μιὰ τέτοια ἰδιότητα προσιδιάζει σ’ αὐτόν. Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Ὠριγένης διόλου δὲν ὑποστηρίζει τὴν πλατωνικὴ ἄποψη, μιὰ καὶ ρητῶς δέχεται τὴ δημιουργία ἐκ τοῦ μηδενός {παραπομπὴ PG 11, 117A}, καὶ συνεπῶς τὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ἑπομένως σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο δὲν ὑφίσταται καμιὰ αἱρετικὴ ἀπόκλιση. Ὅπως εἰπώθηκε πρωτύτερα, ὁ Θεὸς διαφέρει ριζικὰ ἀπὸ τὴν κτίση, ὄχι ἐπειδὴ προηγεῖται χρονικά, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ἄκτιστος. Ὁ χρόνος εἶναι συμφυὴς μὲ τὸ σύμπαντα κόσμο, μιὰ καὶ δημιουργήθηκε καὶ ἀναδύθηκε στὸ εἶναι μαζὶ μὲ αὐτόν. Ἑπομένως Θεὸς ἄκτιστος καὶ κτιστὸς κόσμος δὲν βρίσκονται σὲ μιὰ γραμμικὴ χρονικὴ πορεία, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κανεὶς συγκρίσεις χρονικὲς μεταξὺ Θεοῦ καὶ κόσμου».
    Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 394-395, 521-522.

    2. «…Ὅταν γιὰ προσωπικὲς συγκρούσεις, χρησιμοποιοῦσαν τὸν προβολέα τῶν μεταγενέστερων θεολογικῶν καὶ τεχνικῶν ὅρων, ὁπότε ἡ ὠριγενιστικὴ θεολογία ἔμενε ἔκθετη. […] Ὁ Ὠριγένης…δὲν καθόρισε τὸ πότε ἔγινε ἡ δημιουργία, γιατὶ δὲν δέχτηκε καμιὰ χρονικὴ προτεραιότητα τοῦ Θεοῦ, πράγμα ποὺ κανένας θεολόγος ὡστόσο δὲν μπορεῖ νὰ τὸ προσδιορίσει σὲ ὁρισμένα πλαίσια. Τὸ βασικὸ ἀπὸ θεολογικὴ ἄποψη εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ ἡ διάκριση μεταξὺ δημιουργοῦ καὶ δημιουργήματος, καὶ ὄχι φυσικὰ μεταξὺ χρονικῶν ἀποστάσεων. Ὁ Ὠριγένης λοιπὸν δὲν φαίνεται νὰ ἀρνεῖται τὴ διαφορὰ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ἑπομένως γίνεται ἡ διάκριση τῆς γέννησης τοῦ Λόγου ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Φρονῶ ὅτι ὁ G. Florovsky στὸ σημεῖο αὐτὸ μὲ τὴ διαφορετικὴ ἑρμηνεία, ποὺ δίνει, ἀδικεῖ τὸν Ὠριγένη, καὶ φυσικά, ὅπως εἶχε συμβεῖ στὶς ὠριγενιστικὲς ἔριδες, χρησιμοποιεῖ τὰ κριτήρια τῆς θεολογίας μετὰ τὸν Ὠριγένη, ὁπότε ἡ ἑρμηνεία του γίνεται ἐπισφαλής. Ὁ Υἱὸς κατὰ τὸν Ωριγένη εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατέρα, καὶ γεννιέται ὡς ὑπόσταση ἀπ’ αὐτόν· ὅ,τι κάνει ὁ Πατέρας, τὸ κάνει καὶ ὁ Υἱός. Ἑπομένως καὶ ὁ Υἱὸς μετέχεις τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, καὶ ἔτσι διακρίνεται ἀπ’ αὐτήν. Τὸ ὅτι ὁ Ὠριγένης μιλάει γιὰ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὡς γεννήτορα τοῦ Υἱοῦ καὶ δημιουργοῦ τοῦ κόσμου, τοῦτο ἐξάπαντος πρέπει νὰ κατανοηθεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν πολὺ μεταγενέστερή του ἀρειανικὴ διδασκαλία. Ὁ Ὠριγένης σαφῶς διακρίνει τὸν Υἱὸ ὡς γέννημα, ἀπὸ τὰ δημιουργήματα· καὶ ἡ διάκριση αὐτὴ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι ἔκανε στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Ἄρειος. Ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε, εἶναι παραπλανητικὴ μιὰ ἑρμηνεία ποὺ στηρίζεται σὲ θεολογικὰ κριτήρια ὄχι σύγχρονα μὲ τὸν Ὠριγένη, ἀλλὰ σὲ πολὺ μεταγενέστερά του».
    Δογματικὴ καὶ συμβολικὴ θεολογία τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 19882 (Β΄ ἀνατύπωση Θεσσαλονίκη 1996) σσ. 154 (σημ. 126) καὶ 155-156.

    3. «Ἐδῶ νὰ σημειώσω ὅτι οἱ ἀπόψεις αὐτὲς [σημ.: γιὰ ἐνσάρκωση ὡς τιμωρία καὶ τὴν αἰτιολόγηση τῆς ὕπαρξης δαιμόνων κατ’ ἀντίστοιχο τρόπο] δὲν υἱοθετήθηκαν μήτε ἀπὸ τὴ θεολογία μήτε ἀπὸ ἐπίσημη ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας….Πάντως, δὲν ξέρουμε στὸ τεταμένο ἐκεῖνο κλίμα τί ἔμεινε ἀτόφιο καὶ τί ἀλλοιώθηκε ἀπ’ αὐτὰ τὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὠριγένη. Ἐν πάση περιπτώσει, ὁ Ὠριγένης ἁπλῶς δὲν δέχτηκε δημιουργία σώματος καὶ ψυχῆς συγχρόνως ἢ ἐννοεῖ τὸ φθαρτὸ σῶμα ὡς ἐπακόλουθο τῆς ἀλλοίωσης τῆς ψυχῆς μετὰ τὴν πτώση, καί, ἐπειδὴ δὲν ἀρνεῖται τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος δημιουργία, ἔτσι κι ἀλλιῶς τὰ ἐπιλήψιμα παραπάνω στοιχεῖα, σὲ σχέση μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ δόγματος, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν πλατωνικά»
    Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ θεολογία, τ. Γ΄, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 190 (σημ. 42).

    Ἄλλωστε, στὴν πρώτη ἀνάρτησή σας, ποὺ εἶναι ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀνάρτησή μου, στὴν παράθεση τοῦ Ματσούκα (νομίζω οἱ σελίδες εἶναι λάθος) ποὺ κάνετε, ὁ Ν.Μ. χαρακτηρίζει μὴ ἀποδεκτὴ τὴν ἄποψη τοῦ Ὠριγένη γιὰ τὴν ἐνσάρκωση στὰ σώματα. Μὲ βάση δὲ καὶ τὰ παραπάνω ἀποσπάσματα ποὺ παρέθεσα εἶναι προφανὲς ὅτι κάνετε λάθος ὅταν λέτε ὅτι ὁ Ματσούκας διαφωνοῦσε μὲ τὴν Ε΄ Οἰκουμενική. Στὸ δεύτερο ἐρώτημά σας, θὰ ἔπρεπε ἐσεῖς νὰ μοῦ ἐξηγήσετε γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Ὠριγένης αἰτιολογοῦσε τὴν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν. Συγκεκριμένα, ἐὰν τὴν αἰτιολογοῦσε μὲ βάση τὰ πλατωνικὰ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὸν Φαίδωνα κ.ἄ. συγγράμματα ἢ μὲ βάση διάφορα ἁγιογραφικὰ χωρία. Ἐπίσης: αἰτιολογοῦσε ὁ Ὠριγένης τὴν «πτώση τῶν ψυχῶν» μὲ βάση τὴν πλατωνικὴ αἰτιολόγηση ἢ έπειδὴ τὰ πνεύματα «ἔχασαν τὴ θέρμη τῆς ἀγάπης, ὀνομάστηκαν ψυχὲς καὶ γιὰ τιμωρία ἐνδύθηκαν σώματα καὶ ὀνομάστηκαν ἄνθρωποι»; Ἔχω ἀναφερθεῖ προηγουμένως ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιὰ δημιουργία πρέπει νὰ διακρίνουμε μεταξὺ τῆς χριστιανικῆς καὶ τῆς πλατωνικῆς δημιουργίας· γι’ αὐτὸ τὸ λόγο εἶναι ἀτυχές, ὅπου παβλωφικὰ διαβάζουμε τὴ λέξη «δημιουργία» σὲ πλατωνικὰ κείμενα νὰ νομίζουμε ὅτι ἀντικρούσαμε τὸν Ματσούκα, ποὺ κάνει λόγο γιὰ «βιβλικὴ δημιουργία», δηλαδὴ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος. Ἐπειδὴ ὁ Ὠριγένης (α) βασίζει τὴν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν σὲ ἐδάφια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ (β) δὲν ἀποδέχεται τὴν πλατωνικὴ δημιουργία, ἔχει δίκαιο ὁ Ματσούκας ὅτι οἱ συγκεκριμένες του ἀπόψεις δὲν εἶναι πλατωνικές.

    Μου αρέσει!

  3. Ο/Η Αντώνης λέει:

    θα μπλέξεις με τον Φιλίστορα!
    Ο τύπος αρνείται την άχρονη γέννηση του Λόγου και λέει ότι τάχα
    «η διδασκαλία της άχρονης και αιώνιας γέννησης του Υιού δεν εμφανίστηκε παρά εκατό χρόνια μετά τη συγγραφή του Ευαγγελίου υπό την επιρροή του πλατωνισμού,»
    https://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2013/03/20/1-12/

    Τι να πει κανείς!! Αυτός είναι ικανός να μας πει ότι κι ο Απόστολος Παύλος πλατωνίζει όταν μας λέει:
    «Οὗτος γὰρ ὁ Μελχισεδέκ,…ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές»

    «μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων» , Άναρχος ο Λόγος μιστερ Φιλίστωρ ούτε Πλάτων ούτε ελληνική φιλοσοφία ούτε τπτ!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    • Ο/Η Χρονογραφίες λέει:

      Μὴν στεναχωριέσαι, ὁ Φιλίστωρ ὅταν ἐρωτήθηκε ποιὰ βιβλία συστήνει γιὰ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μεταξὺ ἄλλων συνέστησε βιβλίο τῆς «Σκοπιᾶς». Γιὰ νὰ ἔχει κάποιος «ὅλες τὶς ὀπτικές», καὶ καλά -ἀλλὰ γιατί δὲν ἀναφέρθηκε καὶ βιβλίο μὲ τὴν ὀπτικὴ τοῦ Ἰσλὰμ ἢ τῶν Βουδιστῶν γιὰ τὰ Εὐαγγέλια, ἅμα συστήνεται βιβλίο μὴ Χριστιανῶν;
      Ἐντάξει, αὐτὸ μὲ τὸ «γιὰ πρώτη φορὰ εἰπώθηκε τὸ ΤΑΔΕ» εἶναι τόσο ἐσφαλμένο καὶ φιλολογίστικο (βλ. τὴν ἄποψη τοῦ Φιλίστωρα ὅτι πρῶτος ὁ Ἅγ. Γρηγόριος θεώρησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Θεό), ὅσο ἡ ἀναγωγὴ τῶν πάντων (ἢ φαινομενικὰ παραπλήσιων ἀντιλήψεων) στὸν Πλατωνισμό. Τὸ ἀστεῖο εἶναι ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους 3 μ.Χ. αἰῶνες στοὺς «Ἕλληνες» ἦταν ἑδραιωμένη ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Πλάτων καὶ ἄλλοι κλασικοὶ φιλόσοφοι ἀντέγραψαν καὶ τοὺς Ἰουδαίους (ὁ Πορφύριος τὸ λέει) ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Αἰγύπτιους, τοὺς Βαβυλώνιους καὶ τοὺς μάγους. Τώρα, μὲ τὴν ἀναγωγὴ τοῦ παντὸς στὸν Πλάτωνα γίνονται, γιατί ὄχι;, καὶ τὰ Εὐαγγέλια πλατωνικά.

      Μου αρέσει!

      • Ο/Η Δημήτριος λέει:

        Θυμάμαι ότι πριν τέσσερα ή πέντε χρόνια είχα ρωτήσει γι’ αυτό το ιστολόγιο την ΟΟΔΕ και μου είχαν πει ότι ο διαχειριστής του ήταν ψευδομάρτυρας του Ιεχωβά…

        Μου αρέσει!

  4. Ο/Η Φιλίστωρ λέει:

    Θα ήθελα να είμαι όσο πιο σύντομος γίνεται.

    Παραπάνω είπα ότι δεν κατανοείτε πλήρως τι γράφω και τώρα προσθέτω πως ίσως δεν κατανοείτε και ο Ματσούκας τι γράφει.

    Είπατε: «Μὲ βάση δὲ καὶ τὰ παραπάνω ἀποσπάσματα ποὺ παρέθεσα εἶναι προφανὲς ὅτι κάνετε λάθος ὅταν λέτε ὅτι ὁ Ματσούκας διαφωνοῦσε μὲ τὴν Ε΄ Οἰκουμενική»

    Τι λένε (ακροθιγώς) τα απόσπασματα που παρουσιάσατε;
    1) «Ἡ πολιτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας τελικὰ πρέπει νὰ κριθεῖ μὲ κατανόηση ὡς ὀρθή».
    2) «Φρονῶ ὅτι ὁ G. Florovsky στὸ σημεῖο αὐτὸ μὲ τὴ διαφορετικὴ ἑρμηνεία, ποὺ δίνει, ἀδικεῖ τὸν Ὠριγένη, καὶ φυσικά, ὅπως εἶχε συμβεῖ στὶς ὠριγενιστικὲς ἔριδες, χρησιμοποιεῖ τὰ κριτήρια τῆς θεολογίας μετὰ τὸν Ὠριγένη, ὁπότε ἡ ἑρμηνεία του γίνεται ἐπισφαλής».
    3) «ὁ Ὠριγένης ἁπλῶς δὲν δέχτηκε δημιουργία σώματος καὶ ψυχῆς συγχρόνως ἢ ἐννοεῖ τὸ φθαρτὸ σῶμα ὡς ἐπακόλουθο τῆς ἀλλοίωσης τῆς ψυχῆς μετὰ τὴν πτώση, καί, ἐπειδὴ δὲν ἀρνεῖται τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος δημιουργία, ἔτσι κι ἀλλιῶς τὰ ἐπιλήψιμα παραπάνω στοιχεῖα, σὲ σχέση μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ δόγματος, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν πλατωνικά».

    Δηλαδή: κατά τον Ματσούκα η «πολιτική της εκκλησιαστικής εξουσίας» ήταν ορθή αλλά η ερμηνεία για τις θέσεις του Ωριγένη εσφαλμένη. Ο Ματσούκας επικροτεί την καταδίκη των αιρετικών ως απόφαση σοφή για τη διασφάλιση της εκκλησιαστικής εξουσίας (δηλαδή εδώ ουσιαστικά επικροτεί τη σιδηρά πολιτική του Ιουστινιανού), αλλά θεωρεί πως τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στη Σύνοδο (και προφανώς και στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας) ήταν (εν μέρει τουλάχιστον) εσφαλμένα και ότι όσοι υιοθετούν αυτά τα επιχειρήματα (που υποτίθεται πως είναι θεόπνευστα αφού τα εξέφρασε η Σύνοδος) επίσης σφάλλουν, καθότι για τον Ματσούκα ο Ωριγένης δεν υιοθέτησε πλατωνικές θέσεις (μάλιστα βάζει αυτό το ανατριχιαστικό “απλώς” για να δείξει ότι ο Ωριγένης έκανε απλώς ένα παιδικό σφαλματάκι), και αυτό ακριβώς κριτικάρω στον Ματσούκα, το ότι πλασάρει έναν δήθεν μη πλατωνίζοντα Ωριγένη.

    Στα παραπάνω, όμως, αποσπάσματα ο Ματσούκας κάνει (μεταξύ άλλων, που δεν έχω τον χρόνο να σχολιάσω τώρα) το εξής κραυγαλέο σφάλμα: επιμένει στο ότι ο Ωριγένης δεν πλατωνίζει, παρά το ότι πιστεύει στην προΰπαρξη των ψυχών, επειδή λέει ότι αυτές οι ψυχές είναι δημιουργημένες. Να σας θυμίσω τι είχα γράψει στο άρθρο μου, το οποίο δήθεν αναλύσατε;

    «Οι προϋποθέσεις της “αυτονομίας” του Ματσούκα εξ ανάγκης απαλλάσσουν τον Ωριγένη από την όποια επιρροή του πλατωνισμού ακόμη και στα ζητήματα της ψυχής. “Η άποψη του Ωριγένη […] για την προΰπαρξη των ψυχών, που για τον σωφρονισμό τους παίρνουν σώματα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ωστόσο, απλώς διορθώνεται, γιατί δεν είναι κατά βάση φιλοσοφική, δηλαδή πλατωνική. Υπάρχει σίγουρα μια παρεξήγηση από μέρους των ερμηνευτών του. Ο Ωριγένης δέχεται πως οι ψυχές είναι κτιστές και όχι αυθύπαρκτες. Επομένως δεν πλατωνίζει, αλλά ακολουθεί τη βιβλική γραμμή της δημιουργίας”. Όταν ο Ματσούκας φτάνει στο απίθανο σημείο να μας πει ότι ακόμη και το δόγμα της προΰπαρξης της ψυχής, που αντιπροσωπεύει μια παντελώς αντιβιβλική κοσμοθεωρία (καθότι θεωρεί την υλική δημιουργία δεσμωτήριο των ψυχών), δεν αποτελεί πλατωνική επιρροή, εύκολα καταλάβουμε πόσο χαλαρές, πόσο αντιιστορικές, πόσο προκατειλημμένες είναι οι προϋποθέσεις του για τη φανταστική “αυτονομία” που διατρανώνει».

    Αναδιατυπώνω με την ελπίδα αυτή τη φορά να κατανοήσετε τι γράφω: το ζήτημα της προΰπαρξης των ψυχών δεν είναι απλώς μια θεωρητική συζήτηση σχετικά με τη χρονική προτεραιότητα των υποτιθέμενων συστατικών του ανθρώπου, αλλά μια υπαρξιακή/σωτηριακή κοσμοθεώρηση. Το δόγμα της προΰπαρξης των ψυχών και της πτώσης τους στη φυλακή των γήινων σωμάτων σημαίνει (1) ότι ο αρχικός και καθολικός σκοπός του Θεού για τον άνθρωπο είναι να μη ζει ως βιολογικό ον αλλά ως πνευματικό, (2) ότι η βιολογική ζωή στον υλικό κόσμο, δηλαδή τη γη, είναι χαμερπής, αποτέλεσμα της αμαρτίας, ένα ατύχημα από το οποίο πρέπει όλοι μας να ξεφύγουμε, (3) ότι μέσω ενός αυστηρού ασκητικού βίου που αντιμάχεται τη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου (και που ιστορικά περιλάμβανε απομόνωση και υποτίμηση των ανθρώπινων σχέσεων, δηλαδή αντικοινωνική συμπεριφορά) και του μυστικισμού (της προσπάθειας επικοινωνίας της ψυχής με το υπερπέραν) προετοιμαζόμαστε για την επιστροφή στην αρχική, πνευματική κατάσταση.

    Ακόμη και ένας πρωτοετής της θεολογικής σχολής γνωρίζει ότι αυτές τις θέσεις δεν τις πρεσβεύει η Αγία Γραφή (για την οποία η υλική δημιουργία είναι λίαν καλή και ο άνθρωπος αποκαλείται «αδάμ», δηλαδή «χωματένιος», και δημιουργήθηκε για να ζει στη γη με τα ζώα και τα φυτά) αλλά ο γνωστικισμός και ο νεοπλατωνισμός, ενώ οι ρίζες τους εύκολα μπορούν να ανευρεθούν στον πλατωνικό Φαίδωνα και στον Πυθαγόρα. Εντούτοις, ο Ματσούκας λέει ότι ακόμη και εδώ ο Ωριγένης δεν πλατωνίζει. Συγχαρητήρια. Το δέχεστε κι εσείς αυτό; Συγχαρητήρια και σε εσάς. Ας μας κρίνουν οι αναγνώστες μας.

    Ερώτημα: γιατί μας απασχολεί η άποψη του Ματσούκα για τον Ωριγένη; Διότι, επί της ουσίας, πάνω σε αυτή την άποψη ο Ματσούκας στηρίζει την πατέντα του περί «αυτονομίας» της Ορθόδοξης δογματικής και της μη πρόσληψης οποιωνδήποτε εξωχριστιανικών στοιχείων. Ο Ματσούκας καταπιάνεται με τον Ωριγένη (και βγάζει όλους τους άλλους πατρολόγους λάθος) διότι αντιλαμβάνεται πως αποδοχή του πλατωνισμού του Ωριγένη σημαίνει αποδοχή του μολυσμού της Ορθόδοξης δογματικής, εφόσον ο Ωριγένης ήταν καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της δογματικής (λεπτομέρειες γράφω στα άρθρα μου).

    Άλλο ερώτημα: γιατί λένε οι θεολόγοι ανά τον κόσμο ότι η Ορθόδοξη δογματική έχει προσλάβει πλατωνικά στοιχεία όταν η Ορθοδοξία καταδίκασε τον πλατωνισμό; Διότι η γενική στάση των θεολόγων απέναντι στον πλατωνισμό κατά τον 2ο, τον 3ο και τον 4ο αιώνα ήταν διαφορετική από τη στάση των κατοπινών. Και υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για αυτό. Όταν η Ορθοδοξία γίνεται επίσημη θρησκεία του κράτους, αναλαμβάνει να παίξει συγκεκριμένο πολιτικό ρόλο ως ενοποιητικός παράγοντας της αυτοκρατορίας και, επομένως, τα περιθώρια για δογματικούς πειραματισμούς γίνονται πολύ στενά. Τότε, ιδίως από τον Ιουστινιανό και μετά, έχουμε την αποκρυστάλλωση και παγίωση της Ορθοδοξίας, η οποία συντελείται σε μια κατάσταση που είναι ήδη διαμορφωμένη και ουδόλως μπορεί να σηματοδοτήσει την επιστροφή στην κατάσταση της αποστολικής εποχής, πριν δηλαδή από το χριστιανικό φλερτ με την ελληνική φιλοσοφία. Ναι, και φλερτ υπήρξε και γάμος έγινε. (Οι επόμενοι σταθμοί είναι γνωστοί: το ελληνορθόδοξο εθνικιστικό αφήγημα της μετεπαναστατικής Ελλάδας που ξαναθυμήθηκε το φλερτ, την απόπειρα επιστροφής στην υστεροβυζαντινή ορθοδοξία του Ρωμανίδη που αρνήθηκε το φλερτ και στους πρόσφατους μεταπατερικούς θεολόγους που ξαναθυμήθηκαν το φλερτ αλλά δεν θέλουν γάμο. Ο καθείς το πάει όπως γουστάρει δηλαδή, ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες της εποχής, αλλά αυτό δεν πρέπει να αφορά την επιστημονική προσέγγιση).

    Αναφέρατε και πολλά άλλα θέματα, όπως και ο συνομιλητής, τα οποία προς το παρόν δεν θα σχολιάσω για να μη χαθεί η ουσία αυτού του διαλόγου μέσα σε άσχετα θέματα. Αν όμως επιμένετε σε κάποια διευκρίνιση, είμαι στη διάθεσή σας. Αν η πληροφορία που ζητάτε αναλύεται σε κάποιο άρθρο του ιστολογίου μου, θα σας παραπέμψω εκεί για λόγους οικονομίας χρόνου.

    Ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας.

    Μου αρέσει!

  5. Ο/Η Χρονογραφίες λέει:

    Φιλίστωρα,
    μόλις εἴπατε τὶς μαγικὲς λέξεις «ἐθνικισμὸς» καὶ «ἀφήγημα», ποὺ εἶναι δεῖγμα μιᾶς κάποιας ἀμηχανίας -δικῆς σας ἀλλὰ καὶ ἄλλων: Ὅταν τελειώνουν τὰ ἐπιχειρήματα. Σὲ λίγο, φοβᾶμαι μήπως ἀκούσω καὶ γιὰ τὸν «φασισμὸ». Χωρὶς ν’ ἀπαντήσετε στὶς ἐρωτήσεις ποὺ σᾶς ἔκανα κι ἐγὼ κι ἄλλοι (ὁ Ἀντώνης) -διόλου ἄσχετες μὲ τὸ θέμα τοῦ Πλατωνισμοῦ. Χωρὶς νὰ ἀπαντᾶτε ἐπὶ τῆς οὐσίας σὲ ὅσα παρέθεσα ἀπὸ τὸν Ματσούκα, ἢ τὸν Ὠριγένη (δὲν καταδεχτήκατε νὰ μᾶς πεῖτε ποιὰ κείμενα –ἄρα κι ἐπιρροές– ρητὰ ἀναφέρει, πλατωνικὰ ἢ βιβλικά, γιὰ νὰ καταλήξει σὲ ἐσφαλμένες ἰδέες· οὔτε ἐπιχειρήσατε νὰ ἀναιρέσετε μὲ παραπομπὲς στὸν Ὠριγένη τὴν ἄποψη τοῦ Ματσούκα, τὴν ὁποία τεκμηριώνει μὲ παραπομπές, ὅτι ὁ Ὠριγένης δέχεται χριστιανικοῦ τύπου δημιουργία). Οὔτε γιὰ τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ Ἐθνικοὺς καὶ Χριστιανοὺς τῆς Ἀρχαιότητας (ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο καὶ μετά) τῆς μὴ προτεραιότητας τοῦ Πλάτωνα σὲ σχέση μὲ Μεσανατολίτες ὁπαδοὺς τῆς μετενσάρκωσης καὶ τὸν Μωυσή, ἀντίστοιχα· παρὰ ἀρχίζετε τὶς θεωρίες περὶ τοῦ παντὸς γιὰ τὸ τί εἶναι μετεμψύχωση καὶ τί ἀσκητισμὸς καὶ τί ἀντικοινωνικὴ συμπεριφορά. Καὶ κάνετε μόνος σας έρωτήσεις στὶς ὁποῖες μόνος σας ἀπαντᾶτε μὲ θεωρίες γιὰ γάμους καὶ φλέρτ. Τί σόι διάλογος εἶναι ἐτοῦτος ποὺ κάνετε;

    Ὁ Ματσούκας, ἀγαπητέ, συμφωνεῖ μὲ τὴν καταδίκη ὅσων καταδικάζει ἡ 5η Οἰκουμενική· διατυπώνει ἐπιφυλάξεις γιὰ τὸ τί ἀπὸ αὐτὰ πίστευε ὁ Ὠριγένης γιατὶ ἁπλούστατα οἱ διάφορες ὠριγενικὲς ὁμάδες εἶχαν ἀναμενόμενα ἐντωμεταξὺ ἐξελίξει τὸν Ὠριγενισμὸ σὲ ἀκόμη πιὸ ἀπαράδεκτες θέσεις καὶ ἐνίοτε ὑπάρχει δυσκολία νὰ ἀνιχνευθεῖ τίνος πραγματικὰ εἶναι κάποια κείμενα, ὠριγενικὰ ἢ τῶν ὠριγενιστῶν. Ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἀναμενόμενα ἡ θεολογικὴ γλώσσα τοῦ 3ου αἰ. ἦταν ἀλλιώτικη (δημιουργώντας εὐκαιρία, μὲ λάθη τοῦ Ὠριγένη, γιὰ νὰ τὰ γιγαντώσουν μετὰ οἱ Ἀρειανιστὲς καὶ οἱ Ὠριγενιστές). Ὡστόσο, αὐτὲς οἱ ἐπιφυλάξεις του, καθὼς καὶ ἡ ἄποψή ὅτι δὲν ἔχει πλατωνικὲς ἐπιρροὲς ὁ Ὠριγένης, δὲν τὸν κάνουν νὰ πεῖ ὅτι κακῶς καταδικάστηκε ὁ Ὠριγένης. Αὐτὸ ποὺ σᾶς ἐνοχλεῖ περισσότερο εἶναι ὅτι ἀρνεῖται τὸν πλατωνισμὸ τοῦ Ὠριγένη· ἡ τάχα μου ἐντυπωσιακὴ ἄποψή σας (πυροτεχνήματα) ὅτι εἶναι ἐνάντιος σὲ μιὰ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶναι δευτερεύουσα παρ’ ὅλο ποὺ τὴν ἀνάγετε σὲ βασικὴ (γιὰ ἐντυπωσιασμό) στὸ ἄρθρο σας στὸ ὁποῖο ἀσκῶ κριτική. Διότι «ἅμα στρέφεται κατὰ μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι δυνατὸ νὰ λέει σωστὰ πράγματα γιὰ τὴ σχέση Πλατωνισμοῦ-Χριστιανισμοῦ;;». Ἐσεῖς ἀποδέχεστε ἢ ἀρνεῖστε τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους γιὰ τὴν ὀρθὴ ἀποδοχὴ τῶν ὁποίων ἀπὸ Ὀρθοδόξους κόπτεσθε καὶ μᾶς ἐφιστᾶτε τὴν προσοχή; Ἀπὸ τὴν 5η Οἰκουμενικὴ θέλετε νὰ μᾶς προστατέψετε ἢ ἀπὸ τὸν Ματσούκα;
    Ἐντάξει, κακὸς ἐξουσιαστὴς ὁ Ματσούκας, εἶναι τοῦ Imperium, βλέπετε (ὄχι τοῦ Ἀμερικανικοῦ ὅπου ξεπήδησαν διάφορες δῆθεν χριστιανικὲς ὁμάδες ἀπὸ τὸ 1800), καί ἔτσι, δὲν εἴχατε παρὰ νὰ πεῖτε ὅτι δὲν ξέρει ἂν εἶναι πλατωνικὴ ἡ μετενσάρκωση. Εἶναι, ἐκτὸς ἀπὸ ἀπαράδεκτο στὰ πλαίσια μιᾶς συζήτησης, πολὺ ἀστεῖο –δὲ βρίσκετε;– ὅτι ἀπ’ τὴ μιὰ συγκροτεῖται μιὰ ἄτυπη οἰκουμενικὴ σύνοδος θεολογικῶν γνωμῶν ὅπου «ὁ Ματσούκας εἶναι μειοψηφία», μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀποσπασματικὰ παρουσιάζουν κάποιοι τὶς ἀπόψεις θεολόγων –π.χ. τοῦ Ματσούκα ἀλλὰ κ.ἄ.–, κι ἀπ’ τὴν ἄλλη οἱ συγκροτοῦντες τέτοιες «παγκόσμιες θεολογικὲς συνάξεις» δὲν ἀποδέχονται τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ τὶς σ’ αὐτὲς πλειοψηφικὲς ἀποφάσεις. Ἔλα, παπποῦ, δηλαδή, νὰ σοῦ δείξω τὰ ἀμπέλια σου. Ἐκτὸς κι ἂν ἀποδέχονται τὶς Συνόδους. Ἀφῆστε καλύτερα καὶ κανέναν ἄλλον νὰ προσπαθήσει (δὲν προλαβαίνει, βεβαίως) νὰ τὰ πεῖ ἀπ’ τὸ θυροτηλέφωνο.

    Μου αρέσει!

  6. Ο/Η Φιλίστωρ λέει:

    Αγαπητέ Αντώνιε, το θέμα του 7ου κεφαλαίου της προς Εβραίους Επιστολής (όπως και του 5ου και του 6ου) είναι η ιδιότητα του Ιησού Χριστού ως αρχιερέα και η σύγκρισή του με τους αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης (γενικά το μοτίβο της προς Εβραίους επιστολής είναι η σύγκριση του Ιησού με άλλους υπηρέτες του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, όπως οι άγγελοι, ο Μωυσής κ.λπ. και η απόδειξη μέσω παλαιοδιαθηκικών εδαφίων της ανωτερότητας του ρόλου του Ιησού Χριστού). Η συζήτηση των ανωτέρω κεφαλαίων αφορά συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις χειροτονίας των αρχιερέων και το γιατί ο Ιησούς, αν και δεν καταγόταν από τη φυλή του Λευί, έλαβε από τον Θεό το αρχιερατικό αξίωμα και τινί τρόπω αυτό το αρχιερατικό αξίωμα είναι ανώτερο από την αρχιερωσύνη του Ααρών και των απογόνων του (καθότι η ααρωνική αρχιερωσύνη ήταν περιορισμένη στη φυλή του Λευί και πήγαινε από πατέρα σε γιο). Αυτό είναι κρίσιμο ερώτημα, καθότι ο Ιησούς καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα και το βασιλικό γένος του Δαβίδ. Ο Παύλος απαντά βιβλικά με το παράδεγιμα του Μεσχισεδέκ ο οποίος ήταν ανώτερος του Αβραάμ (άρα και ανώτερος του Ααρών) αλλά δεν ήταν Λευίτης, δεν ήταν απόγονος του Ααρών και στα δικά μας μάτια, ελλείψει βιογραφικών στοιχείων από τη Βίβλο, είναι αγενεαλόγητος, απάτωρ, αμήτωρ κ.λπ. Η αρχιερωσύνη του είναι απευθείας ανάθεση από τον Θεό, και αυτό είναι που την καθιστά όχι μονάχα έγκυρη αλλά και ανώτερη. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, ο Ιησούς είναι απάτωρ, αμήτωρ και αγενεαλόγητος ως προς τη φυλή του Λευί, αλλά είναι ο ανώτατος αρχιερέας (δηλαδή διαμεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων) γιατί έχει χειροτονηθεί απευθείας από τον Θεό.

    Η συζήτηση, με άλλα λόγια, δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο ή χρόνο ύπαρξης κάποιου ή με τη βιολογική του γέννηση. Μονάχα άτομα που ήδη πιστεύουν στην άρχονη γέννηση του Ιησού θα μπορούσαν να συσχετίσουν τις αναφορές ως δήθεν υπονοούμενα για αυτή την άχρονη γέννηση.

    Για την ιστορία της άχρονης γέννησης του Λόγου, γράφω στο αντίστοιχο άρθρο μου αλλά θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσετε τη βιβλιογραφία που επικαλούμαι.

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η Αντώνης λέει:

      Αν είχε αρχή ημερών ο Υιός φυσικά ο Απόστολος δε θα μας έλεγε αυτά που μας λέει.
      Δε μπορεί να πιστεύει κάποιος ότι ο Υιός δεν υπήρχε πριν την Δημιουργία κι από την άλλη να λέει γι’Αυτόν «μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ…» .
      Αυτά που λέει ο Απόστολος ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος λέγοντας: «Ὁρᾷς ἄναρχον τὸν Υἱὸν, οὐ κατὰ τὸ μὴ ἔχειν αἴτιον· τοῦτο γὰρ ἀδύνατον· ἔχει γὰρ Πατέρα· ἐπεὶ πῶς υἱός; ἀλλὰ κατὰ τὸ μὴ ἔχειν ἀρχὴν ζωῆς, μήτε τέλος. Ἀφωμοιωμένος δὲ, φησὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ.»
      (Ερμηνεία Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴν)
      Εμείς οι χριστιανοί αυτά πιστεύουμε και δεν παρερμηνεύουμε τπτ εσείς κάντε ότι νομίζετε..

      Χρονογράφε, άλλη φορά μη πατήσεις το κουμπί του θυροτηλεφώνου…

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s