Στὰ 867 μ.Χ.

Οἱ Εἰκονομάχοι ἔχουν χάσει ὁριστικά· στὴν Ἁγία Σοφία στὸ τεταρτοσφαίριο τοῦ ἱεροῦ βήματος ἔχει ὁλοκληρωθεῖ τὸ ψηφιδωτὸ μὲ τὴν Θεοτόκο καὶ τὸν Χριστό. Στὰ ἐγκαίνια τῆς ἀπεικόνισης ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Φώτιος ὁ Μέγας ἐκφωνεῖ λόγο. Σὲ ἕνα τμῆμα τοῦ λόγου, φανερώνει τὴν διασύνδεση αἰσθητικῆς καὶ πίστης τὴν ὁποία εἶχαν οἱ μεσαιωνικοὶ Ἕλληνες:

Ἡμᾶς ἡ τῆς παρθένου μορφὴ ἐγχαραττόμενη κατευφραίνει δεξιώσεσιν καλοῦ θεάματος παρέχουσα ἀπαρύεσθαι, ὑφ οὗ τὸ νοερὸν ἡμῶν τῆς ψυχῆς διὰ τῶν σωματικῶν ὀμμάτων καταρδόμενον, καὶ πρὸς ἔρωτα θεῖον ὀρθοδοξίας τὴν βλάστησιν ὀμματούμενον τὴν τοῦ ἀληθοῦς ἀκριβεστάτην θέαν ἐν λόγῳ καρποφορίας προβάλλεται. Οὕτως ἡ τῆς παρθένου χάρις εὐφραίνει, θάλπει, ῥωννύει καὶ εἰκονίσματι. […] Ὑπόκρισις ἄρα τῆς ἄνωθεν ἐπιπνοίας ἡ ζωγράφου τέχνη οὕτως ἀκριβῶς εἰς φύσιν τὴν μίμησιν ἕστηκε.

Φωτίου ὁμιλία λεχθεῖσα ἐν τῷ ἄμβωνι τῆς μεγάλης ἐκκλησίας ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν φιλοχρίστων βασιλέων ὅτε ἡ τῆς Θεοτόκου ἐξεικονίσθη καὶ ἀπεκαλύφθη μορφή, ἔκδ. Σ. Ἀριστάρχης, Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντίνου Πόλεως Λόγοι καὶ Ὁμιλίαι, τ. 2, Κωνσταντινούπολη 1900, 298-299 (β΄). Στὴ μητρική μας γλώσσα:

With such a welcome does the representation of the Virgin’s form cheer us, inviting us to draw not from a bowl of wine, but from a fair spectacle, by which the rational part of our soul, being watered through our bodily eyes, and given eyesight in its growth towards the divine love of Orthodoxy, puts forth in the way of fruit the most exact vision of truth. Thus, even in her images does the Virgin’s grace delight, comfort and strengthen us! […] With such exactitude has the art of painting, which is a reflection of inspiration from above, set up a lifelike imitation.

C. Mango, The Homilies of Photius Patriarch of Constantinople. English Translation, Introduction and Commentary, Cambridge MA 1958, σ. 290.

Ἀντίθετα πρὸς τοὺς Δυτικούς, ποὺ ἀπὸ πολὺ νωρὶς (τὸ 599 καὶ 600, σὲ ἐπιστολὲς τοῦ Πάπα Γρηγόριου τοῦ Μεγάλου πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Μασσαλίας) εἶχαν καθορίσει ὅτι οἱ ἀπεικονίσεις ἐπιτρέπονται στὶς ἐκκλησίες μόνο ὡς «βιβλίο γιὰ τοὺς ἀγράμματους» (τέτοια αἰτιολογία ὑφίσταται καὶ στὸν Ἰωάννη Δαμασκηνό, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἔκδ. B. Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos 2. Expositio Fidei [Patristische Texte und Studien 12],  Berlin – N. York 1973, 207.35-38 (89), μὲ μικροδιαφορές), ὡς ὑπόδειξη τοῦ ποιὸν νὰ λατρεύουν ἢ ὡς ἀνάμνηση τῶν γεγονότων τῆς Βίβλου καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων, ὅπως ὑποστήριξε ἡ γερμανικὴ σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης τὸ 794 (τέτοια αἰτιολογία ἀπαντᾶ καὶ στὸν Ἰωάννη Δαμασκηνό, ὅ.π., 207.39-40), στοὺς Ρωμαίους ὑπῆρχε καὶ μιὰ καθαρὰ αἰσθητικὴ προσέγγιση: Ἀπὸ τὸ σωματικὸ κάλλος μπορεῖ κάποιος νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ὑπερφυσικὴ ἀλήθεια. Οἱ ἰδέες αὐτὲς τοῦ Μ. Φώτιου (9ος αἰ.) σὲ μιὰ παραλλαγμένη μορφὴ ἀπαντοῦν στὴν Ρωμανία τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 6ο αἰ. (Βλ. C. M. Chazelle, Pictures, books, and the illiterate: Pope Gregory I’s letters to Serenus of Marseilles, Word and Image 6.2 (1990), 145). Ἀντίθετα, στὴ Δύση, ἤδη ἀπὸ τὸν Αὐγουστίνο, ὑπῆρχε μιὰ διαρκὴς ὑποτίμηση τῶν εἰκόνων, ὡς κατώτερων· ἕνας ὑπερτονισμὸς τῆς διαφορᾶς μεταξὺ κειμένου καὶ εἰκόνας / αἰσθητικῆς (ὅ.π., 146-147). Σὲ τί ὀφείλεται αὐτός; Μὰ στὴν ἀμορφωσιὰ τῶν ἀνάμεικτων (ρωμαϊκῶν καὶ γερμανικῶν) πληθυσμῶν στὴν ἀλλοτινὴ δυτικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία εἰδικὰ μετὰ τὸ 400-450. Οἱ ἰδέες αὐτὲς ὁδήγησαν, πολὺ ἀργότερα καὶ ἐμμέσως, στὴν αἰσθητικὴ καφρίλα ποὺ συνιστᾶ ὁ Προτεσταντισμὸς καὶ στοὺς βανδαλισμοὺς τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης.

Ἐδῶ δὲν ἔχει θέση κανένας Πλατωνισμός, καμμία προτεσταντικὴ ἄποψη ὅτι οἱ Πατέρες ἀντιγράφουν τὸν Πλάτωνα ἢ ἐπηρεάζονται ἀπὸ αὐτόν. Γιατὶ, ἀφενός, ὁ Πλάτωνας ἦταν κατὰ βάσιν ἐνάντιος στὴ ζωγραφική. Καὶ ἀφετέρου γιατὶ ὁ Πλάτων ὑποστηρίζει ὅτι ἀπὸ τὸ σωματικὸ κάλλος κάποιος μπορεῖ νὰ θυμᾶται τὴν ἀληθινή, νοητή, ὀμορφιά (Φαῖδρος, 249d), ἐνῶ ὁ Μέγας Φώτιος καὶ κάθε Πατέρας δὲν κάνει ποτὲ λόγο γιὰ καμμιὰ ἀνάμνηση, φυσικά. Ἂν ψάχνει κάποιος γιὰ πλατωνικὴ καὶ «ἑλληνικὴ» διαστρέβλωση τοῦ ἀρχέγονου καινοδιαθηκικοῦ Χριστιανισμοῦ, θὰ τὴ βρεῖ στοὺς αἱρετικούς, Δυτικοὺς καὶ Ἀνατολίτες. (Ἀντίθετα ἀπὸ ὅσα ὑποστηρίζουν ἰδεοληπτικοί, Προτεστάντες καθὼς καὶ ὅσοι ἄθεοι ἀντιλαμβάνονται τὸν ἑαυτό τους ὡς «φιλοχριστιανὸ» καὶ χρησιμοποιοῦν ἐργαλειακὰ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανισμὸ ἐπειδὴ αὐτὸς τυχαίνει νὰ εἶναι ἡ θρησκεία τῶν Νεοελλήνων.)

Advertisements
This entry was posted in τέχνη, Δυτικοί, Δύση, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s