Ἕ. Σκοπετέα, Φαλμεράυερ

Ἕ. Σκοπετέα, ΦΑΛΜΕΡΑΫΕΡ. Τεχνάσματα τοῦ ἀντιπάλου δέους [Μικρὴ Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη], Ἀθήνα 1999 [Α΄ἀνατ.], σσ. 81-97:

Τὸν ἀντιβυζαντινισμό του ὁ Φαλμεράυερ [JAKOB PHILIPP FALLMERAYER, 10.12.1790 † 25.04.1861] τὸν ἐκδηλώνει μὲ ἰδιόρρυθμο τρόπο. Ἐχθρὸς τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ τὸ γνώρισε, κι ὅλο καὶ πιὸ ἐχθρὸς ὅσο βαθαίνει ἡ γνωριμία του, εἶναι συγχρόνως θερμὸς προπαγανδιστὴς τῆς συστηματικῆς καλλιέργειας τῶν βυζαντινῶν σπουδῶν στὴν Δύση –καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες τους. Φαίνεται ἀντιφατικὸ ἀλλὰ δὲν εἶναι. Ὁ Φαλμεράυερ θεωρεῖ δεδομένο ὅτι οἱ δυτικοευρωπαϊκὲς βυζαντινὲς σπουδές, ὅταν μὲ τὸ καλὸ γίνει κοινὴ συνείδηση ἡ χρησιμότητά τους, θὰ εἶναι μοιραῖα ἀντιβυζαντινές. Σὲ δυτικὸ περιβάλλον δὲ θὰ μποροῦσε νὰ συμβεῖ διαφορετικά: φτάνει νὰ εἶναι δυτικό. Γι’ αὐτὸ καὶ κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ὅταν καταγράφει τὶς ἐπιδόσεις τῆς Ῥωσίας στὴν βυζαντινολογία. Σὰν νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἱστορία σὰν πεδίο ἄσκησης ἐπιστημονικῆς κατασκοπίας –μὲ τὶς συμπαρομαρτοῦσες πρακτικὲς σκοπιμότητες-, ὁ συγγραφέας μας, θορυβημένος, ἀποφαίνεται πὼς εἶναι κρίμα, καὶ ἐπικίνδυνο, οἱ Ῥώσοι νὰ κατανοοῦν πρῶτοι –καὶ γιὰ τοὺς δικούς τους φυσικὰ κακοὺς σκοπούς- ὅτι οἱ Δυτικοὶ ἔχουν κάθε συμφέρον νὰ κατανοήσουν τὸ γρηγορότερο, ἀντὶ νὰ ὀλιγωροῦν [1].

Ἀπέναντι στὴν βυζαντινὴ ἱστορία, ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ «ἠθικὴ ἐξαχρείωση καὶ ἐμετικὴ φρίκη», ἕνας Δυτικός, φρονεῖ ὁ Φαλμεράυερ, δύσκολα θὰ ἔνιωθε ἄλλο ἀπὸ δίκαιη ἀποστροφή· γι’ αὐτὸν ἕνα θέμα μισητό, ἀνιαρὸ καὶ ἀδιάφορο. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἐξαφάνιση τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὴν δυτικὴ μνήμη· ἔχει σκόπιμα ἀπωθηθεῖ, σὰν ἕνα κακὸ ὄνειρο [2]. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἐπίμονη ἀπροθυμία τῶν δυτικῶν ἱστορικῶν νὰ ἐγκύψουν στὸ Βυζάντιο· ἀπροθυμία πού, στὴν περίπτωση τῶν Γερμανῶν –τῶν ἀμεσότερα ἐνδιαφερομένων, καθὼς αὐτοὺς πρώτους θὰ ὠφελοῦσε μιὰ ὀρθὴ ἀποτίμηση τοῦ Βυζαντίου-, ἐνθαρρύνεται ἀπὸ τὴν γνωστή τους ψύχωση μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, καὶ τὶς συνδεόμενες μ’ αὐτήν, γνωστὲς ἐπίσης, αὐταπάτες [3]. Κι ὅμως, πρόκειται γιὰ τεράστια παρεξήγηση, ποὺ ὁ Φαλμεράυερ ἀναλαμβάνει νὰ διαλύσει.

Ἐφιστώντας τὴν προσοχὴ στὸ Βυζάντιο, ὁ ἱστορικός μας γνωρίζει ὅτι καὶ ἄλλοι τὰ ἴδια χρόνια προβληματίζονται παρεμφερῶς· ὑπάρχουν ἀνὰ τὴν Εὐρώπη ἐρευνητὲς τοῦ ἑλληνικοῦ Μεσαίωνα στοὺς ὁποίους δὲν ἀρνεῖται τὴν ἐκτίμησή του (μὲ τὴν ἀνάλογη συγκατάβαση ὅποτε τοῦ ἀμφισβητοῦν τὴν θεωρία)· [4] τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ πίστη στὴν δική του πρωτοτυπία μέχρι ἄθικτη, καθὼς δὲν βλέπει δίπλα του δεύτερο ἑρμηνευτὴ τοῦ Βυζαντίου. Βέβαια δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ γνωρίζει -ὅπως τὸ γνωρίζουμε ἐμεῖς γιὰ λογαριασμό του ἑνάμιση αἰώνα μετά- πόσο παιδὶ τῆς ἐποχῆς του εἶναι· ὅτι ὅλοι μαζί, ἐπομένως καὶ αὐτὸς ἀνάμεσά τους, ἀποτελοῦν μέρος μιᾶς εὐδιάκριτης τάσης στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστοριογραφία, πρὸς τὸν Μεσαίωνα γενικὰ καὶ τὸ Βυζάντιο εἰδικότερα. Ἀκόμα κι ἔτσι, ὁ ὀξὺς ἀντιβυζαντινισμός του τὸν διαφοροποιεῖ ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους συναδέλφους του –καὶ ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους βυζαντινολόγους· γιατὶ οἱ βυζαντινὲς σπουδές, διαψεύδοντάς τον, δὲν ἔλαβαν, στὸ σύνολό τους καὶ παρὰ τὶς ἐξαιρέσεις, τὸν νομοτελῶς ἀντιβυζαντινὸ -καὶ ἀνθελληνικό- χαρακτήρα ποὺ εἶχε προβλέψει. Καὶ ποῦ νὰ φανταζόταν ὅτι ἐν καιρῷ ἡ βυζαντινολογία θὰ ἀνθοῦσε καὶ στὴν Ἑλλάδα –τὸ παραπεταμένο «ἀπολειφάδι τοῦ Βυζαντίου» [5], ποὺ ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ Φαλμεράυερ θὰ ἦταν ὁ τελευταῖος γιὰ νὰ ‘χει γνώμη σὲ τέτοια θέματα.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι μεριά, οὔτε ὁ ἀντιβυζαντινισμὸς εἶναι κάτι τὸ πρωτόγνωρο ἢ σπάνιο στὴν Εὐρώπη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὥς καὶ Ἕλληνες, καὶ πρὶν καὶ μετὰ τὸν Φαλμεράυερ, υἱοθετοῦν, ὅπως ξέρουμε, τὴν ἄνευ ὅρων καταδίκη τοῦ βυζαντινοῦ τους παρελθόντος –ἀφοῦ στὴν Ἑλλάδα πῆρε πολὺ χρόνο μέχρι νὰ ἐσωτερικευθοῦν οἱ συνήθεις ἀπαιτήσεις μιᾶς ὑπὸ συγκρότησιν ἐθνικῆς ἰδεολογίας, ποὺ βεβαιωμένα ἀνέχεται ἀντιφάσεις, ἄλλὰ ὄχι καὶ ἱστορικὰ κενά, καὶ μάλιστα ὑπερχιλιετή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ εὐρωπαϊκὸς ἀντιβυζαντινισμὸς εἶναι ὑπόθεση παλιά, καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ πάμε πολὺ πίσω, νὰ ἀναπλεύσουμε ὢς τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἀντιπαλότητας Ῥώμης-Κωνσταντινούπολης: πρὶν κὰν ὑπάρξει «Εὐρώπη» δηλαδή. Γιὰ τὶς ἀνάγκες ὅμως τοῦ 19ου αἰώνα, ἀρκεῖ νὰ γίνει ἀναφορὰ στὴν συνδυασμένη κληρονομιὰ τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τοῦ «ῥομαντικοῦ φιλελληνισμοῦ» -μιὰ παράδοξη σύμπτωση τῶν κατὰ τὰ ἄλλα, φυσικά, ἀσύμβατων μεταξύ τους. Ἡ ἱστορία τοῦ Βυζαντίου -ἡ ἴδια ἡ ἔννοια «Βυζάντιο»- ερχόταν σὲ σύγκρουση τόσο μὲ τὸν ὀρθὸ Λόγο, τὸ χαϊδεμένο τοῦ διαφωτισμοῦ, ὅσο καὶ μὲ τὶς κλασσικὲς ὀνειροφαντασίες τοῦ φιλελληνισμοῦ, καὶ ἦταν ἐπόμενο νὰ ἀπορριφθεῖ, μὲ ἰδιαίτερη βδελυγμία ἀπὸ τὸν πρῶτο, καὶ σιωπηρά, τουλάχιστον, ἂν καὶ ἐξίσου αὐτονόητα ἀπὸ τὸν δευτέρο.

Μετὰ ἀπὸ ὅσα προηγήθηκαν στὰ προηγούμενα κεφάλαια, θὰ ἦταν φαιδρὸ νὰ λέγαμε ὅτι ὁ ἀντιβυζαντινισμὸς τοῦ Φαλμεράυερ ἔχει τὴν παραμικρὴ σχέση μὲ τὸν φιλελληνικὸ ἀντιβυζαντινισμό, κι ἂς χρησιμοποιεῖ συγγενῆ γλῶσσα ὅταν ἀναφέρεται στὸ Βυζάντιο. Οὔτε ὅμως βρίσκεται ὁ συγγραφέας μας ἀκριβῶς στὴν προέκταση τοῦ διαφωτισμοῦ. Ὁ διαφωτισμὸς εἶχε κι ἐκεῖνος άντιπαθήσει βαθύτατα τὴν βυζαντινὴ ἱστορία, ὅπως μέσες ἄκρες τοῦ ἦταν γνωστή. Ἀλλὰ ἀπλῶς ἀπέστρεψε τὸ βλέμμα: τὴν εἶδε ὢς κάτι τελείως ἄσχετο ἀπὸ τὴν δυτικὴ ἱστορία· κάτι ποὺ θὰ ’ταν χαμένος κόπος νὰ διερευνήσει κανείς. «Αἶσχος», λέει ὁ Βολταῖρος. Ἔτσι, οἱ πρόοδοι ποὺ εἶχε σημειώσει ὁ φιλίστωρ 17ος αἰώνας σ’ αὐτὸν τὸν τομέα παραδόθηκαν στὴν λήθη [6]. Ὁ Φαλμεράυερ ἀπὸ τοὺς διαφωτιστὲς διαφοροποιεῖται στὸ ὅτι -ἤδη τὴν ἐπαύριο τῆς Ἱστορίας τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Τραπεζοῦντος, καὶ ἴσως ἐξαιτίας της- θεωρεῖ τὴν βυζαντινὴ ἱστορία πολὺ σχετικὴ μὲ τὴν δυτικὴ ἱστορία, καὶ γι’ αὐτὸ ἀξιομελέτητη. Δὲν κουράζεται νὰ ἐπαναλαμβάνει πὼς οἱ δύο πλευρὲς διαπλέκονται μεταξύ τους ἐπὶ μονίμου βάσεως στὴν διάρκεια τῶν αἰώνων· πὼς ὑπάρχει ἀναγκαία ἀλληλεξάρτηση, ὥστε καμιὰ νὰ μὴν εἶναι αὐτοτελὴς ἀπέναντι στὴν ἄλλη· κι αὐτὸ ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἔχει νόημα νὰ ἀγνοεῖ κανεὶς τὴν βυζαντινὴ ἱστορία στὴν Δύση, οὔτε νὰ τὴν μελετᾶ χωρὶς νὰ ἔχει τὴν Δύση κατὰ νοῦ, σὰν ἕνα οἱοδήποτε «οὐδέτερο» ἐπιστημονικὸ ἀντικείμενο. Κατὰ κάποιον τρόπο, δηλαδή, τὸ Βυζάντιο εἶναι μιὰ σχεδὸν ἐσωτερικὴ δυτικὴ ὑπόθεση· ἂν μή τι ἄλλο, γιατὶ ἀπὸ τὴν διερεύνησή του ἡ Δύση εἶναι ποὺ θὰ ἔβγαινε κερδισμένη· τὸ λιγότερο, θὰ γνώριζε τὸν ἑαυτό της.

Ἂς τὸ δοῦμε αὐτὸ ἀπὸ πιὸ κοντά. Ἡ σχέση τῶν δύο, ἔτσι ποὺ τὴν βλέπει ὁ Φαλμεράυερ, δὲν ἐξαντλοῦνταν στὸ ἱστορικὸ τῆς διένεξης Ἁγιας Ἕδρας καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁπωσδήποτε προϋπῆρχε –καὶ ἐπέζησε- τῆς σύντομης συνάντησης Δύσης καὶ Βυζαντίου ἐπὶ Φραγκοκρατίας· σχετικὰ μὲ τὴν ὁποία ὁ συγγραφέας, καὶ μετὰ τὴν ἀξιοσημείωτη ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν ἀπόλυτα ἀρνητικὴ ἐκτίμηση τῆς Ἱστορίας τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Τραπεζοῦντος, ποὺ εἶδαμε πιὸ πάνω, δὲν ἔχει καλὰ λόγια νὰ πεῖ.

Ἦταν μιὰ ἄγονη συνάντηση, ποὺ ἁπλῶς ἐπιβεβαίωσε τὸ βαθὺ χάσμα, τὸ ἀδύνατο τῆς συνύπαρξης, κι ἔδωσε μιὰν ἱστορικὴ ἀπόδειξη γιὰ τὸ ὅτι στὸ Βυζάντιο ἡ Δύση μόνο νὰ καταστρέψει μποροῦσε -ὄχι καὶ νὰ δημιουργήσει [7]. Ἀπέδειξε μ’ ἄλλα λόγια ὅτι, παρὰ τὶς ἀλληλοκαταστροφικὲς διαθέσεις, οἱ δύο κόσμοι ἦταν ἀμοιβαῖα στεγανοί –δὲν ὑπῆρχε χῶρος γιὰ ἐνδιάμεσες καταστάσεις- καὶ ἡ παρατήρηση προσφερόταν γιὰ γενικεύσεις κάθε εἴδους: Ὅπως, π.χ., ὁ Φαλμεράυερ δὲν βλέπει μέλλον γιὰ τὴν μεταρρύθμιση στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία –καὶ ἀδημονεῖ μὲ τὰ αἰγυπτιακὰ πειράματα τοῦ «ἐκσυγχρονιστή» Μεχμέτ Ἀλί-, ἔτσι καὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν κηρύσσει ἀνεπίδεκτη ἐκδυτικισμοῦ, θεωρώντας –εἰς πεῖσμα τῆς βαυαρικῆς αἰσιοδοξίας- ἄσκοπη καὶ ἀνόητη τὴν μεταφύτευση δυτικῶν θεσμῶν σὲ ἑλλαδικὸ περιβάλλον. Συνάγεται ὅτι τὰ στεγανὰ αἴρονταν μόνον ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ τὴν κατὰ μέτωπον ἐπίθεση τοῦ ἑνὸς ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου: τοῦ «δυτικοῦ» ἐκ μέρους τοῦ «ἀνατολικοῦ» ἢ ἀντιστρόφως –μὲ τὸ «δυτικό», θὰ δοῦμε στὰ ἐπόμενα, αἰσθητικὰ πιὸ εὐάλωτο.

Ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα, ἡ σχέση ἦταν κεφαλαιώδους σημασίας ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε τὸ Βυζάντιο, καὶ τέτοια εἶχε παραμείνει, γιὰ τὸν Φαλμεράυερ, ὢς τὴν ἐποχή του· δὲν ἀφοροῦσε λοιπὸν μόνο στὸ δυτικὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ στὸ δυτικὸ παρόν –καὶ κυρίως σ’ αὐτό. Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα εἶναι ποὺ ὑπαγορεύει τὴν προτροπή του γιὰ τὴν μελέτη τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας. Ὅταν ἀρχίσουν νὰ ἐρωτῶνται οἱ βυζαντινὲς σπουδές –και «ὄχι πλέον οἱ Δελφοὶ ἢ τὸ σπήλαιον τοῦ Τροφωνίου»- θὰ κατορθώσει ἡ Δύση νὰ χαράξει μιὰν ὀρθὴ πολιτικὴ γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ Ἀνατολικοῦ Ζητήματος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνακαλύψει τὸ νόημα τῆς δυτικῆς ἱστορίας· θὰ ἀποκτήσει, ἀκόμα, καὶ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἐλάσσονος προβλήματος τοῦ χαρακτῆρα τῶν Ἑλλήνων –ποὺ τόσο κούρασαν τὴν «τιμωρὸ Εἱμαρμένη»- καὶ γιὰ τὴν ἀσφαλὴ πρόβλεψη τοῦ μέλλοντός τους. Καὶ τὸ «καταγέλαστο ὄνομα ἑνὸς Ἀσημάντου» -ἔτσι ἀναφέρεται ὁ συγγραφέας μας στὸν ἑαυτό του- θὰ πάρει τὴ θέση ποὺ τοῦ ἀνήκει [9].

Εἶπα καὶ πιὸ πάνω ὅτι ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ὁ Φαλμεράυερ δὲν ἔγραψε ποτέ· μετὰ τὶς πολεμικὲς γύρω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ ἄντεχε, λέει ὁ ἴδιος, δεύτερη παρόμοια δοκιμασία, κι ἔμεινε μὲ τὸν καημό [10]. Σὲ ὅσα πρόλαβε νὰ γράψει, ἡ βυζαντινὴ παρουσία εἶναι συνεχὴς καὶ ποικίλη· τόσο στὴν Ἱστορία τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Τραπεζοῦντος καὶ τὴν Ἱστορία τῆς Χερσονήσου τοῦ Μορέως ὅσο καὶ στὰ δημοσιογραφικά του κείμενα· ὥστε, παρόλο που δὲν εἶναι πάντα ἁπλὸ νὰ τὴν ἀποκολλήσει κανεὶς ἀπὸ τὴν σλαβικὴ παρουσία, εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐξετάσει ὢς ἕναν βαθμὸ ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτήν.

Ἡ βυζαντινὴ παρουσία βρίσκει, βασικά, δύο τρόπους ἔκφρασης. Ἔχουμε, ἀφενός, μιὰ ἱστορία μὲ ἀρχή, μέση καὶ τέλος –τὴν ἱστορία τοῦ βυζαντινοῦ κράτους-, ἡ εἰκόνα τῆς ὁποίας, ὅπως τὴν συνέλαβε ὁ Φαλμεράυερ, εὔκολα ἀποκαθίσταται ἀπ’ ὅσα σκόρπια ἔγραψε σχετικά. Καὶ ἀφετέρου ἔχουμε μιὰ ἱστορία δίχως τέλος, ποὺ ἀποκαθίσταται δυσκολότερα, καὶ σ’ αὐτὴν εἶναι ποὺ στρέφει κυρίως τὴν προσοχή του. Ἀποκαθίσται δυσκολότερα γιατὶ ἀφορᾶ τὴν ἄχρονη διάσταση τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας: τὸ «Πνεῦμα» τοῦ Βυζαντίου, τὸ ὁποῖο ζεῖ καὶ βασιλεύει ἀκόμα τὸν 19ο αἰώνα, καὶ ἐπιπλέον, κατὰ τὰ φαινόμενα, εἶναι καὶ ἀθάνατο· ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἡ ὀρθοδοξία εἶναι στενὰ συνυφασμένες μ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα· ἀλλὰ οὐτὲ καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία μένει ἐντελῶς ἀπ’ ἔξω, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ὁ νόμιμος κληρονόμος τοῦ Βυζαντίου. Κωδικοποιώντας προσωρινὰ τὶς διασυνδέσεις ἀνάμεσα στὰ τρία –καὶ λαμβάνοντας ὑπόψη ὅτι ἡ στάση τοῦ Φαλμεράυερ ἀπέναντι στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία παρουσιάζει διακυμάνσεις-, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἂν οἱ Σουλτάνοι διαδέχθηκαν τὸ σῶμα τοῦ Βυζαντίου, οἱ Τσάροι διαδέχθηκαν τὸ πνεῦμα του. Ὅσο γιὰ τὴν ὀρθοδοξία, αὐτὴ θὰ χωροῦσε στὸ ἴδιο σχῆμα ὡς «χριστιανικὸ Ἰσλάμ»· γιατί –γιὰ ὅσο διάστημα τουλάχιστον ὁ Φαλμεράυερ κρατάει ἀντιτουρκικὴ στάση- τὸ Βυζάντιο παραμένει Βυζάντιο, εἴτε ἰσλαμικὸ το χαρακτηρίσουμε εἴτε χριστιανικό.

Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ βυζαντινοῦ κράτους:
«Ἡ διαδικασία γένεσης ἐκείνου τοῦ ἰδιόρρυθμου, ἐκτεινόμενου σ’ ὅλον τὸν Μεσαίωνα, καὶ σήμερα ἀκόμα ζωντανοῦ πολιτικοθεολογικοῦ συμπλέγματος λαῶν, ποὺ ἀποκαλοῦμε Imperium Byzantinum, ἄρχισε μόλις μετὰ τὴν βαθμίαια ἐξάλειψη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πολιτισμοῦ, στὴν διάρκεια τοῦ ἕκτου αἰώνα μετὰ Χριστὸν ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ, τοῦ Πανδέκτειου ἥρωα. Ὁ Ἰουστινιανὸς Α΄, ὁ νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος τῶν νομομαθῶν μας, ἦταν ἀπὸ τὴν καταγωγή του καὶ τὸ αἷμα του ἕνας ἐκσλαβισμένος βάρβαρος, καὶ συγχρόνως ὁ βυζαντινὸς Ἡρόστρατος, ποὺ μὲ τὸν αὐτοκρατορικό του Κώδικα καὶ τὸ αὐτοκρατορικό του Εὐαγγέλιο διέλυσε τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ἀρχαίου κόσμου» [12].

Ἐννοεῖται ὅτι τὸ Βυζάντιο, ὡς καταστροφέας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας, ποὺ στὴν θέση τῆς ἐλευθερίας ἐγκαθιστᾶ τὸν πολιτικὸ καὶ θρησκευτικὸ δεσποτισμό, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ περιέχει τίποτε τὸ ἑλληνικό, καὶ πολὺ λιγότερο νὰ συνεχίζει μιὰ πολιτικὴ κατάσταση [13]. Τόσο αὐταπόδεικτο εἶναι αὐτὸ ὥστε τὸ αἷμα, πρωταγωνιστὴς στὴν ἱστορία τῆς Πελοποννήσου -ἀφοῦ ἐκεῖ ἐπρόκειτο γιὰ τὴν ἀπόδειξη τῆς βιολογικῆς ἐξαφάνισης τῶν κατοίκων τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδας- παίζει σχετικὰ ἀσήμαντο ῥόλο στὴν παρουσίαση τοῦ Βυζαντίου. Ἡ ὀπτικὴ γωνία εἶναι διαφορετική. Ὁ Φαλμεράυερ δὲν στέκεται στὴν παρουσίαση ὅτι ἡ Αὐτοκρατορία κατοικοῦνταν ἀπὸ συνονθύλευμα φυλῶν (ἀνάμεσά τους, ἄλλωστε, ἀναγνωρίζει καὶ ὀλίγους Ἕλληνες)· αὐτὸ τὸ ἀναφέρει παρεμπιπτόντως. Ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο δίνει κατηγορηματικὰ τὴν ἔμφαση εἶναι ὅτι τὸ Βυζάντιο ἀδυνατοῦσε ἀπὸ τὴ φύση του νὰ διαδεχθεῖ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο τὴν κλασσικὴ ἀρχαιότητα, νὰ ἐνσωματώσει ὁτιδήποτε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὸ πολιτισμό, ἀκόμα κι ἂν ὑποθέσουμε πὼς ἐνδιαφερόταν γιὰ κάτι τέτοιο (πράγμα ποὺ δὲν συνέβαινε)· θέμα διαδοχῆς δὲν ἐτέθη κάν. Τὸ πιὸ πίσω ποὺ μποροῦμε νὰ πᾶμε εἶναι ἡ Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, στὴν ὁποία τὸ βυζαντινὸ κράτος ἀναγνώρισε μοιρολατρικὰ τὶς ὀφειλές του, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία υἱοθέτησε ὁρισμένα ἀπὸ τὰ πιὸ ἄκαμπτα καὶ αὐταρχικὰ στοιχεῖα -ὅ,τι τοῦ χρειαζόταν ἴσα-ἴσα γιὰ νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ ἀξιοποίηση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Μὲ τὴν δὲ παιδεία τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμα χειρότερα: ἡ βυζαντινὴ λογοτεχνία ἀντιμετωπίζει τὴν ἀρχαία κληρονομιὰ ὡς ἕτοιμο κεφάλαιο, καὶ τὸ κατασπαταλᾶ, «μέχρι ποὺ τελικὰ ὁ τελευταῖος σφυγμὸς παγώνει κάτω ἀπὸ τὴν πληγὴ τῆς ὀρθόδοξης βαρβαρότητας, καὶ ἡ σήψη ἐκδηλώνεται παντοῦ» [14]. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἐπέπρωτο νὰ παραμείνει νεκρὸς καὶ ἐνταφιασμένος βαθιὰ μέσα στὰ ἑλλαδικὰ χώματα, ἕως ὅτου, πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα, στὴν Δύση, μὲ τὴν γερμανικὴ διαμεσολάβηση, συντελέστηκε τελικὰ ἡ αὐθεντικὴ «ἐνσάρκωση καὶ μετεμψύχωση τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πνεύματος» -ὅ,τι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ συντελεστεῖ ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους [15].

Ὥστε ὁ ἐκσλαβισμὸς τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν ἦταν φυσικὴ ἔκβαση τῆς πρωταρχικῆς βυζαντινῆς νόσου, καὶ γιὰ τὴν τελικὴ καταστροφὴ τοῦ Βυζαντίου δὲν ἀποτέλεσε αὐτὸς τὸν ἀποφασιστικὸ παράγοντα. Ὑπεύθυνος ἦταν τὸ ἴδιο τὸ Βυζάντιο (ποὺ ἐπέτρεψε, ἄλλωστε, τὸν ἐκσλαβισμό), ἔστω καὶ μὲ συναυτουργὸ τὴν μοίρα. Ἡ ἱστορία τοῦ Βυζαντίου εἶναι μιὰ ἱστορία προϊούσας παρακμῆς, ποὺ ξεκινάει ὅπως βλέπουμε ἀπὸ ἕνα σημεῖο ἤδη χαμηλό, καὶ δὲν θὰ εἶχε νόημα νὰ ἀνιχνεύσουμε περαιτέρω τὶς ἀσαφεῖς της φάσεις (ποὺ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς σαφεῖς φάσεις τοῦ ἐκσλαβισμοῦ): πέρα ἀπὸ τὶς ἀλλεπάλληλες ἧττες καὶ ταπεινώσεις, ἢ τὴν ἐναλλαγὴ μονότονα ἀνικάνων ἢ διεφθαρμένων αὐτοκρατόρων, δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει τίποτε ἄξιο λόγου στὸ Βυζάντιο –δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει κὰν τίποτε. «Τὸ Βυζάντιο τίποτε δὲν ἀνακάλυψε καὶ τίποτε δὲν δημιούργησε· μονάχα ξέχασε, κατέστρεψε, ἔθαψε καὶ ἔπνιξε» [16].

Ἡ σημαντικότερη εὐκαιρία στὴν ἱστορία του δόθηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους αὐτοκράτορες, τοὺς στόχους τῶν ὁποίων ὁ Φαλμεράυερ ἐκτιμᾶ θετικά (ὅπως καὶ ὁ Παπαρρηγόπουλος !):
«Ἦταν ὅμως μιὰ πολιτικο-θεολογικὴ ἀπόπειρα ἀνατροπῆς τῆς Μοναρχίας τῆς ἀνατολικης Ῥώμης ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοστεῖ δεσποτικὰ διὰ τῆς βίας τῶν ὅπλων ἐνάντια στὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ, ἕνας ἀγώνας τῆς προόδου, τῆς ἀναβίωσης, τοῦ δυτικοῦ στοιχείου, κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀκινησίας καὶ τῆς ἀπολίθωσης τοῦ Βυζαντίου» [17].

Ἡ εὐκαιρία χάθηκε φυσικά. Ἡ παρακμὴ συνεχίστηκε. Καὶ ὅταν στὰ τέλη τοῦ 14ου αἰώνα τὸ πράγμα πλησίαζε στὸ ἀπροχώρητο, ὁ συγγραφέας μας ἀναρωτιέται, μήπως «δὲν θὰ ‘πρεπε νὰ εὐχηθοῦμε, ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ λαὸς κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς καταπίεσης [ἐπὶ Φραγκοκρατίας], τόσο στὴν πρωταρχική του ἑστία ὅσο καὶ στὴν πρωτεύουσά του στὴν Προποντίδα καὶ στὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, νὰ ὑποκύψει στὰ πλήγματα τῶν Σλάβων καὶ τῶν Γερμανῶν καὶ νὰ ἐξαφανιστεῖ ὁλοσχερῶς ἀπὸ προσώπου γῆς. […] Μόνο ποὺ ἡ ἀνάκτηση τῆς πρώτης του πατρίδας, τῆς κατοικημένης ἀπὸ ξένους, καὶ ἡ ἐκδίωξη τῶν Γερμανῶν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ῥίχνουν τὴν ευθύνη ὅλης τῆς δυστυχίας τῶν ἑπόμενων χρόνων σ’ αὐτὸν καὶ μόνο. Ὁ λαὸς καὶ ἡ κυβέρνηση τῆς νεοελληνικῆς αὐτοκρατορίας ὢς τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα στέκουν στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα ὡς σύμβολο τῆς ἀνικανότητας, τῆς δειλίας, καὶ τῆς βαθύτερης ἠθικῆς κατάπτωσης στὰ χρονικὰ τῶν χριστιανικῶν λαῶν [18]».

Βέβαια τὸ ὅτι ὁ Φαλμεράυερ φτάνει στὸ σημεῖο νὰ εὔχεται -ἔστω καὶ μόνο ῥητορικά- νὰ ἦταν ἐξαφανισμένος ὁ ἑλληνικὸς λαός, πρὶν τὸν δοῦμε σὲ τέτοια οἰκτρὴ κατάσταση, εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀξιοσημείωτο, καὶ ἔχει κανεὶς τὸν πειρασμὸ νὰ μὴν ἀποδώσει τὴν εὐχὴ ἀποκλειστικὰ στὸ γενναιόδωρο αἴσθημα τοῦ οἴκτου· μὲ δεδομένη τὴν ἐκ τῶν προτέρων ἀρνητική του στάση, δὲν θὰ ’ταν ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε ὅτι ἐνδεχομένως ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου ὁ συγγραφέας βρίσκει ἕνα συμπαθητικὸ πρόσχημα γιὰ τὴν διατύπωση μιᾶς πραγματικῆς εὐχῆς [19], ποὺ ἡ ἐκπλήρωσή της θὰ τὸν εἶχε γλιτώσει προσωπικὰ ἀπὸ πολλὲς σκοτοῦρες. Ἄλλωστε, παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἐκφράσεις συμπαθείας ἀπὸ πλευρᾶς του, σπανίως ἀφήνει τὴν ἐπισήμανση τῆς δυστυχίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τοὺς μέσους χρόνους ἀσυνόδευτη ἀπὸ ἀναφορὲς στὶς βαθιὰ ῥιζωμένες ἀμαρτίες του –ποὺ καθιστοῦν τὸν λαὸ ἐξίσου ἔνοχο μὲ τοὺς ἄρχοντες ποὺ τὸν κυβερνοῦν [20].

Καὶ ἰδοὺ τὸ ἀνθρώπινο ὑλικὸ ποὺ βρῆκαν οἱ Τοῦρκοι στὰ βυζαντινὰ ἐδάφη ὅταν ὁλοκλήρωσαν τὴν κατάκτησή τους:
«Ὑπάρχει καμιὰ κακία στὸν ἄνθρωπο, ἂς ποῦμε ἀπιστία, ψέμα, προδοσία, ἀπονιά, ἀπάτη, νωθρότητα, ἀλαζονεία, ἀντίσταση ἐναντίον κάθε ἀνθρώπινης τάξης, ἀγνωμοσύνη, ἀπληστεία, πονηριά, δειλία καὶ μοχθηρία πάσης φύσεως, ποὺ νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐπιδείξουμε τοὺς Μωραΐτες καὶ τοὺς Βυζαντινοὺς τοῦ Μεσαίωνα, ἰδίως τῶν λεγομένων ἀνωτέρων τάξεων, ὡς ἀποτροπιαστικὸ παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους λαούς; [21]»

Ἂν προσθέταμε τὸν ἀντιδυτισμό, ποὺ γιὰ τὸν Φαλμεράυερ ἀποτελεῖ ἐθνικὸ χαρακτηριστικὸ τῶν Βυζαντινῶν, θὰ εἴχαμε ἐδῶ μιὰ μᾶλλον πλήρη περιγραφὴ τῆς εἰκόνας τους, ὅπως τὴν ἐπεξεργάστηκε καὶ τὴν συντήρησε διὰ βίου. Καὶ περιττὸ νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ συνέχεια μεταξὺ Βυζαντινῶν καὶ Νεοελλήνων εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ ἄρρηκτη. «Γιατὶ νὰ προϋποθέσουμε σήμερα στοὺς Βυζαντινοὺς χριστιανοὺς εὐελιξία, ἐνεργητικότητα καὶ πολιτικὲς ἀρετὲς ποὺ δὲν εἶχαν πλέον ἤδη τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα; [23]»

Ὁ βυζαντινὸς λαὸς λοιπὸν ζεῖ, κι ἔτσι δὲν ξέρουμε κατὰ πόσον τὸ «Πνεῦμα» τοῦ Βυζαντίου θὰ ἐπεβίωνε καὶ χωρὶς αὐτόν. Ναὶ μᾶλλον, ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι γιὰ ἕνα διάστημα τουλάχιστον μπόρεσε νὰ βρεῖ καταφύγιο στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία –πρὶν ἀποδημήσει στὴν μακρινὴ Ῥωσία· καὶ, κυρίως, ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι μὲ τὸν θάνατο αὐτοῦ τοῦ Πνεύματος θὰ κατέρρεε ἀναγκαστικὰ καὶ ἡ ἱστορικὴ σύλληψη τοῦ Φαλμεράυερ, στὴν ὁποία κατεῖχε μιὰ κεντρικὴ θέση. Ἔτσι βρισκόμαστε μπροστὰ στὸ ἐξῆς παράδοξο: Ὁ βυζαντινὸς λαὸς ἐπέζησε μέν, ἀλλὰ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐπωμιστεῖ τὸ βάρος τοῦ βυζαντινοῦ Πνεύματος (ποὺ ὡστόσο εἶχαν ἐπωμιστεῖ οἱ ἄθλιοι πρόγονοί του). Μέρος τῆς σλαβικῆς θεωρίας εἶχε νὰ κάνει μὲ τὴν ἀπόδειξη αὐτοῦ τοῦ σημείου.

Πρὶν ὅμως περάσουμε στὴν σλαβικὴ θεωρία, ἂς μείνουμε λίγο στὸ Πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου. Αὐτοτελὴς περιγραφή του δὲν ὑπάρχει στὰ κείμενα τοῦ Φαλμεράυερ. Ὅποτε γίνεται λόγος γιὰ τὰ χαρακτηριστικά του, βλέπουμε τὸ Πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου κατὰ κανόνα ὡς τὸν ἕτερο πόλο μιᾶς ἀντίθεσης, ὁπότε καὶ περιγράφεται μαζὶ μὲ τὸ ἀντίθετό του (ποὺ οὔτε καὶ αὐτὸ περιγράφεται αὐτοτελῶς, ὅπως εἴδαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο). Ἡ ἀντίθεση παρουσιάζεται μὲ δύο τρόπους: εἴτε ὡς ἀντίθεση Βυζαντίου-Δύσης, εἴτε ὡς ἀντίθεση ὀρθοδοξίας (ἢ καὶ Ἰσλάμ) καὶ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ. Στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ δυὸ ὄψεις τοῦ ἴδιου νομίσματος: γιὰ τὸν Φαλμεράυερ χριστιανισμὸς καὶ Δύση εἶναι ἐν πολλοῖς ταυτόσημα. Ὁ χριστιανισμὸς -«δύναμη, διαμαρτυρία, ἀντιπολίτευση» [24]- κατέστησε δυνατὴ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ ὅπως τὸν γνώριζε ὁ 19ος αἰώνας: ἄποψη ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρουσα ἂν θυμηθοῦμε τὶς προβληματικὲς σχέσεις τοῦ συγγραφέα μὲ τὸ κληρικαλικὸ κατεστημένο τῆς χώρας του.

Ἂς μείνουμε λίγο σ’ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση. Ἐκ πρώτης ὄψεως θυμίζει πολὺ τὴν στερεότυπη ἀντίθεση Ἀνατολή-Δύση. Τὴν ἔχουμε ἤδη δεῖ, σὲ ἀνύποπτο χρόνο, ὡς ἀντίθεση Ῥώμης-Σπάρτης. Πῶς ἐξειδικεύονται τὰ πράγματα στὴν περίπτωση τοῦ Βυζαντίου;
«Ὅλη ἡ ἱστορία ἐδῶ καὶ σχεδὸν δεκαοχτὼ αἰῶνες εἶναι ἁπλῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς π΄σλης τῶν δύο βασικῶν στοιχείων, στὰ ὁποῖα εὐθὺς ἐξαρχῆς διασπάστηκε αὐτὴ ἡ Μία θεία πρωταρχικὴ δύναμη: κινούμενη διαδικασία ζωῆς ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ ἄμορφη ἀκατέργαστη στασιμότητα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Σύμβολο τῆς πρώτης εἶναι ἡ αἰωνία Ῥώμη, μὲ ὅλη τὴν Δύση ποὺ βρίσκεται πίσω της, σύμβολο τῆς δεύτερης ἡ Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν παγωμένη Ἀνατολή. Κάθε δύναμη, κάθε ζωή, τόσο στὸ Βασίελιο τῶν πνευμάτων ὅσο και σ’ ἐκεῖνο τῆς φύσης, ἔχει ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὅπως λένε οἱ σοφοί, ἕνα κληρονομικὸ ἀντίθετο, ποὺ μὲ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί του. Καὶ συνεπῶς εἶναι ἕνας νόμος αἰώνιας καὶ ἀνώτερης ἀναγκαιότητας, αὐτὸ ποὺ διχάζει τὰ δύο κύρια στρατόπεδα τοῦ μαχομένου ἀνθρώπινου γένους, ὄχι λιγότερο ὡς πρὸς τὴν σύλληψη τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν θεωριῶν. […] Ἀναγνωρίζουμε –γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μιὰ καὶ καλή-, ἐνάντια στὴν κοινὴ ἄποψη τῶν Εὐρωπαίων, ἕνα πρωταρχικό, καὶ σήμερα ἀκόμα ζωντανό, ἀθάνατο ὅπως καὶ ἡ Urbs aeterna, ἀνεξάλειπτο αὐτοκρατορικὸ πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου, ὡς δεύτερο στοιχεῖο τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου» [25].

Καὶ ἀλλοῦ:
«Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἠθικῆς προόδου σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἠλίθια διδασκαλία τῆς ὀπισθοδρόμησης καὶ τῆς πνευματικῆς ἀσφυξίας τῶν ἀνατολικῶν ὀρθοδόξων ἐνσταλάχθηκε στὴν δυτικὴ Εὐρώπη ἀπὸ τὴν λατινικὴ ἐκκλησία καὶ οἱ λαοὶ τῆς Δύσης δίνουν ὥς αὐτὴ τὴν ὥρα τὴν μαρτυρία τους γιὰ τὸν σπόρο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀναπτύχθηκαν καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προήλθε ἐξ ὁλοκλήρου ὁ δικός μας τρόπος τοῦ εἶναι, τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τῆς ὀργάνωσης τῆς πολιτικῆς ζωῆς,
et documenta damus, qua simus origine nati.
Πρόοδο καὶ στασιμότητα, κατάρα καὶ εὐλογία, ἄνθηση καὶ μαρασμό, σήψη καὶ ζωή, αὐστηρὸ δίκαιο καὶ δίκαιη ἐξέγερση –αὐτὰ σημαίνουν στὸν Μεσαίωνα Βυζάντιο καὶ Ῥώμη» [26].

Ὑπάρχει ἤδη μιὰ παρέκκλιση ἀπὸ τὰ δυτικὰ στερεότυπα γιὰ τὴν ἀντίθεση Δυσης καὶ Ἀνατολῆς. Ἂν ἡ τάυτιση καθολικισμοῦ καὶ Δύσης δὲν εἶναι τόσο ἀσυνήθιστη ἀπὸ μιὰ δυτικὴ ὀπτικὴ γωνία, ἀσυνήθιστος ὅμως εἶναι ὁ ῥόλος ποὺ ὁ Φαλμεράυερ ἀποδίδει στὸν καθολικισμό: δὲν τὸν περιγράφει μόνον ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἑνοποιητικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴν Δύση, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀναδεικνύει στὴν θέση τοῦ πρωταρχικοῦ ἐκκοσμικευτὴ τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν –μέσα σ’ ἕνα σχῆμα ὅπου ὁ προτεσταντισμὸς (μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Φαλμεράυερ δὲν ἔχει ἰδιαίτερα καλὲς σχέσεις) παρακάμπτεται ὡς λεπτομέρεια ἀνάξια λόγου, μέρος κι αὐτὸς μιᾶς «λατινικῆς Εὐρώπης», ἀφοῦ ἐμφανίζεται ὅταν ἡ Ῥώμη ἔχει ἤδη ἀσκήσει τὴν εὐεργετική της ἐπίδραση, καὶ ἡ «κοινή», «ἀθάνατη» εὐρωπαϊκὴ ἰδέα ἔχει γεννηθεῖ καὶ διαδοθεῖ στοὺς δυτικοὺς λαούς. Ἡ Ῥώμη βρίσκεται στὴν ἀρχὴ τῶν πάντων, καὶ ὄχι μόνο αὐτό:
«[…] Ἡ ἔννοια μιᾶς νόμιμης, ἔστω καὶ παθητικῆς ἀντίστασης τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας ἀπέναντι στὴν ὑλικὴ αὐθαιρεσία ἐμφυτεύθηκε στοὺς λαοὺς αὐτοὺς πρῶτα ἀπὸ τὴν ἁγία Ἕδρα καὶ μ’ αὐτὸ τὸ δῶρο ῥίζωσε ταυτόχρονα στὴν καρδιὰ ὅλων τῶν λατινικῶν κρατῶν ὁ σπόρος τῆς ἀστικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἠθικῆς τάξης. […] Τὴν ἀνάγκη νὰ ἀντιταχθεῖ τὸ ἐσωτερικὸ ἔνστικτο στὸν Βυζαντινισμό, νὰ ἀντιπαρατεθεῖ στὴν τυφλὴ ὕλη τὸ πνεῦμα, στὴν παγωμένη ἀγκύλωση ἡ κίνηση, στὸ σκοτάδι τὸ φῶς, στὴν τραχύτητα ἡ εὐγένεια καὶ στὴν κτηνώδη αὐθαιρεσία ὁ Νόμος, δὲν μπορεῖτε πλέον νὰ τὴν ἀποσιωπήσετε» [27].

«Ὕλη», λοιπόν, τὸ Βυζάντιο, «πνεῦμα» ἡ Ῥώμη. Ἀλλὰ ἡ περικοπὴ ἔχει τὴν σημασία της γιὰ ἄλλον λόγο: ὁ Φαλμεράυερ ἐδῶ χρεώνει στὴν Ῥώμη –καὶ δι’ αὐτῆς στὴν Δύση- τὴν «Ἐπανάσταση», λέξη ποὺ στὰ κείμενά του ἔχει πολῦ ἰδιότυπο περιεχόμενο. Θὰ τὴν συναντήσουμε πιὸ κάτω. Πρὸς τὸ παρὸν περιορίζομαι στὴν παρατήρηση ὅτι παραπέμπει κατευθεῖαν στὴν σύγχρονη τοῦ συγγραφέα μας Γερμανία καὶ στὰ μεθεόρτια τοῦ 1848, καὶ ὅτι συνδέεται μ’ ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τῆς ἀντίθεσης Δύσης καὶ Ἀνατολῆς: τὴν ἀντίθεση τῶν κεντρόφυγων –δυτικῶν- καὶ κεντρομόλων -ἀνατολικῶν- δυνάμεων ποὺ δροῦν ταυτόχρονα γιὰ νὰ διαμορφώσουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν δυτικῆ ἱστορία· τὴν ἀντίθεση τοῦ Ἑνὸς τῆς ἀνατολικῆς μονολιθικότητας καὶ τῶν πολλῶν τοῦ δυτικοῦ ἀτομικισμοῦ. Εἶναι αὐτὴ ποὺ κυρίως διαφοροποιεῖ τὴν ἀντίθεση τοῦ Φαλμεράυερ ἀπὸ τὴν στερεότυπη:
«Γιὰ νὰ κρατήσει τὸ αντίβαρο στὴν φυγόκεντρη Μαινάδα τῶν δυτικῶν λαῶν, ποὺ ἁλωνίζει τὴν ὑδρόγειο, γιὰ νὰ ἀπαλύνει τὴν διαβρωτικὴ δράση τῆς πνευματικῆς της κινητικότητας καὶ νὰ βάλει φραγμοὺς στοὺς ὀργισμένους, ἡ Φύση κρέμασε, σὰν μολύβι, τὴν βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία στὰ πέλματα τῆς Εὐρώπης, καὶ συνάπτοντας μιὰ μη-δυτικὴ συμφωνία μὲ τὴν αἰωνιότητα τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος, διακήρυξε ταυτόχρονα τὸ ἀδιάλυτο τῆς Μοναρχίας, ποὺ ἔχει καρδιὰ καὶ κέντρο της τὴν Κωνσταντινούπολη» [28].

Μ’ αὐτὴ τὴν περίπλοκη εἰκόνα συνοψίζεται ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ Βυζαντίου γιὰ τὸν Φαλμεράυερ. Καὶ συνεχίζει:
«Θέλουμε νὰ ποῦμε ἐδῶ ἀπερίφραστα, ὅτι κατὰ τὴν ἄποψή μας καμιὰ πολιτική, καμιὰ ἀνθρώπινη σοφία, δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ διασπάσει τὴν συμπαγῆ, μὲ πίστη, αἷμα καὶ δάκρυα ἀξεδιάλυτα ζυμωμένη μάζα τῆς ἰλλυρικῆς χερσονήσου, νὰ τὴν διαλύσει στὰ συστατικά της στοιχεῖα καὶ νὰ τὰ κρατήσει ἐπὶ μονίμου βάσεως χωρισμένα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο».

Δὲν εἶναι ὅμως τὸ Βυζάντιο ἀπὸ μόνο του ὁ προμηθευτὴς τῆς κολλητικῆς οὐσίας ποὺ συνέχει τοὺς βαλκανικοὺς λαούς, καὶ ὁ φραγμὸς στὴν δυτικὴ διείσδυση. Ὁ Φαλμεράυερ φτάνει κάποτε στὸ σημεῖο νὰ δεχτεῖ ὅτι ὅσο τὸ Βυζάντιο ἦταν ἑλληνικό, παρὰ τὴν ἀρρώστια του καὶ τὸ ἀγεφύρωτο χάσμα μὲ τὴν Δύση, ὑπῆρχε ἀκόμα ἡ δυνατότητα μιᾶς κάποιας ἐπικοινωνίας μεταξὺ τῶν δύο. Ἡ κατάσταση ἄλλαξε μόλις ἐμφανίστηκαν οἱ Σλάβοι στὸ προσκήνιο [29]. Ἂς μετατοπίσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τώρα τὴν ὀπτική μας γωνία, κι ἂς δοῦμε πλέον τὸ Βυζάντιο στὴν σχέση του μὲ τοὺς Σλάβους –καὶ τὴν Μόσχα.

[1] «Édouard de Muralt, Essai de Chronographie Byzantine, pour servir à l’examen des annales du Bas-Empire et particulièrement des chronographes slavons de 395 à 1057, St.-Pétersbourg 1855», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 368-369

[2] Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 372· «Madame la comtesse Dora d’Istria Les femmes en Orient, 2 vols., Éd. Meyer et Zeller, Zürich 1859-1860», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 531

[3] «Gottlieb Lukas Friedrich Tafel», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 412

[4] Βλ., π.χ. «Jean Alexandre C. Buchon, Recherches et matériaux pour servir à une histoire de la domination française aux XIIe, XIVe et XVe siècles dans les provinces démembrées de l’Empire grec à la suite de la quatrième croisade, Paris 1840», «Jean Alexandre C. Buchon, La Grèce continentale et la7 «Morée, voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, Paris 1843», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 171 κ.ἑξ.

[5] «Deutschland und die orientalische Frage (1855)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 139

[6] Ὑπάρχει βέβαια ὡς ἐξαίρεση ὁ Γίββων (ποὺ ὁ Φαλμεράυερ χαίρεται νὰ διορθώνει)· ὅμως τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένη ἡ Παρακμὴ καὶ Πτώση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καθὼς καὶ ἡ ἄγνοια τῶν βυζαντινῶν πηγῶν, δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι συντέλεσαν στὴν προώθηση τῶν βυζαντινῶν σπουδῶν. Βλ. Alexander A. Vasiliev, History of the Byzantine Empire (324-1453), Madison 1952, 4 κ.ἑξ.

[7] «George Finlay, Medieval Greece and Trebizond (1851)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 317

[8] Π.χ. «Madame la comtesse Dora d’Istria Les femmes en Orient, 2 vols., Éd. Meyer et Zeller, Zürich 1859-1860», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 546-547· «Die Renegatenfrage und ihre nächsten Folgen (1844)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 38· «August Bürck, Die Reisen des Venezianers Marco Polo im dreizehnten Jahrhundert , Verlag von Teubner, Leipzig 1845», 100. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπο τὰ κεντρικὰ θέμτα τοῦ Προλόγου τοῦ δεύτερου τόμου τῆς Ἱστορίας τῆς Χερσονήσου τοῦ Μορέως.
[
9] «George Finlay, Medieval Greece and Trebizond (1851)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 298· «Deutschland und die orientalische Frage (1855)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 140-142· «Dr. G. L. Fr. Tafel – Dr. G. M. Thomas, Urkunden zur älteren Handels- und Staatsgeschichte der Republik Venedig: mit besonderer Beziehung auf Byzanz und die Levante; vom 9. bis zum Ausgang des 15. Jahrhunderts, Wien 1856», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 418

[10] «George Finlay, Medieval Greece and Trebizond (1851)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 300. Ὁ καημός του φαίνεται ἀπὸ ἕνα σχόλιο ποὺ γράφει τὴν 15.8.1860 στὸ περιθώριο τῆς ἐγγραφῆς τῆς 19.7.1847, ὅπου κάνει πρώτη φορὰ λόγο γιὰ τὴν ὑπόσχεσή του νὰ γράψει Βυζαντινὴ Ἱστορία: Δὲν τὴν τήρησα, λέει, διότι ὀρρώδησα «πρὸ ἑνὸς Opus de longue haleine» (Ἡμερολόγιο τοῦ Fallmerayer, Museum Ferdinandeum, Innsbruck)

[11] «Über Griechenlands Zukunft und Athens Vergangenheit», Deutsches Museum 4 (1854), 98· «Die Renegatenfrage und ihre nächsten Folgen (1844)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 35

[12] «George Finlay, Medieval Greece and Trebizond (1851)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 318-319

[13] Πρβ. J. Ph. Fallmerayer, Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters. Ein historischer Versuch, Erster Theil, Stuttgart-Tübingen 1830, 181-182

[14] «Édouard de Muralt, Essai de Chronographie Byzantine, pour servir à l’examen des annales du Bas-Empire et particulièrement des chronographes slavons de 395 à 1057, St.-Pétersbourg 1855», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 379

[15] «George Finlay, Medieval Greece and Trebizond (1851)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 302

[16] «Édouard de Muralt, Essai de Chronographie Byzantine, pour servir à l’examen des annales du Bas-Empire et particulièrement des chronographes slavons de 395 à 1057, St.-Pétersbourg 1855», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 379. Σύγκρινε τὸ ἐγκώμιο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Μεσαίωνα, π.χ.: «The Chronicles of Rabbi Joseph Ben Josua Ben Meir […]», Gelehrte Anzeigen 155, [5.8.1837], 209

[17] Jakob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Zweite mit einem Anhang vermehrte Auflage, Stuttgart 1877, 246

[18] J. Ph. Fallmerayer, Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters. Ein historischer Versuch, Zweiter Theil, Stuttgart-Tübingen 1836, 168

[19] Πρβ. Ἡμερολόγιο τοῦ Fallmerayer, Museum Ferdinandeum, Innsbruck , 26.9.1840: «Ἔμφυτο στὴν ἑλληνικὴ φυλὴ εἶναι νὰ μὴν κρατοῦν τὸν λόγο τους, νὰ ψεύδονται καὶ νὰ ἐξαπατοῦν. Πρέπει νὰ τοὺς σκοτώσεις ὅλους γιὰ νὰ ξεριζώσεις αὐτὰ τὰ τρία vitia»
[
20] J. Ph. Fallmerayer, Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters. Ein historischer Versuch, Zweiter Theil, Stuttgart-Tübingen 1836, 396-397. Στὴν περίπτωση τῶν Τούρκων, ὁ Φαλμεράυερ φροντίζει νὰ κάνει τὸν διαχωρισμὸ μεταξύ συμπαθοῦς λαοῦ καὶ κακῆς κυβέρνησης.
[
21] J. Ph. Fallmerayer, Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters. Ein historischer Versuch, Zweiter Theil, Stuttgart-Tübingen 1836, 453

[22] Jakob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Zweite mit einem Anhang vermehrte Auflage, Stuttgart 1877, 211

[23] Jakob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Zweite mit einem Anhang vermehrte Auflage, Stuttgart 1877, 223

[24] «Joh. Jos. Ign. Döllinger: Heidenthum und Judenthum, […] (1858)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 493

[25] Jakob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Zweite mit einem Anhang vermehrte Auflage, Stuttgart 1877, 205-206

[26] «Édouard de Muralt, Essai de Chronographie Byzantine, pour servir à l’examen des annales du Bas-Empire et particulièrement des chronographes slavons de 395 à 1057, St.-Pétersbourg 1855», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, III, 380

[27] «Gegenwart und Zukunft […], I. (1852)», Gesammelte Werke von Jakob Philipp Fallmerayer, hrsg. Von Georg Martin Thomas, Bd.I-III, Leipzig 1861, II, 203-204

[28] Jakob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Zweite mit einem Anhang vermehrte Auflage, Stuttgart 1877, 214

[29] Jakob Philipp Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Zweite mit einem Anhang vermehrte Auflage, Stuttgart 1877, 350

Πηγή

 

Advertisements
This entry was posted in Δυτικοί, Δύση, Ρωμανία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s