βυζαντινὰ πλοῖα

Γ. Μακρής, Πλοῖα, στό: Ἀ. Λαΐου (ἐκδ.), Οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὸν 7ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα, τ. 1, Ἀθήνα 2006, 171 – 180:

Ο δρόμων, πρωτοαναφέρεται τον 6ο αιώνα κωπήρες με βοηθητική μόνο ιστιοφορία. Οι δρόμωνες συνέχιζαν μεν τη ρωμαϊκή ναυπηγική παράδοση, ήταν όμως τόσο εξελιγμένοι ώστε να αποτελούν καθαρά βυζαντινούς τύπους. Ενώ τον 6ο αιώνα ο δρόμων ήταν μονήρες πλοίο, τον 9ο αιώνα ο όρος περιλαμβάνει όλα τα μακρά πολεμικά σκάφη με κύριο τύπο εκατοντάκωπες διήρεις. Μερικές δεκαετίες αργότερα, στα χρόνια του Κωνσταντίνου Ζ’ (913-959), μαρτυρούνται δρόμωνες με ερετικό 230 κουπιών που έφεραν ως κύριο όπλο το σίφωνα, τον εκτοξευτήρα του υγρού πυρός. Το μήκος αυτών των μεγάλων δρομώνων του 10ου αιώνα υπολογίζεται πως έφτανε τα 60 μ., το πλάτος τα 10 μ., το ύψος τους από την τρόπιδα μέχρι την κορυφή των πύργων, της πλώρης και της πρύμνης τα 5-6 μ., και το βύθισμά τους το 1,5 μ. Με εκτόπισμα πάνω από εκατό τόνους, τα πλοία αυτά θα μπορούσαν να καλύψουν 5 ναυτικά μίλια την ώρα και να αναπτύξουν ταχύτητα μάχης 7 μιλίων…. Υπήρχαν επίσης και ελαφρότεροι δρόμωνες…Τα πλοία μάχης συνοδεύονταν από βοηθητικά, μεταγωγικά, ιππαγωγά και μεικτά, όπως τα χελάνδια και οι βαρείς πάμφυλοι. …Ενώ τα χελάνδια αναφέρονται από τον Κωνσταντίνο Ζ’ ως πολεμικά (ίδια σημασία έχει και ο παράγωγος όρος shalandi στα αραβικά), στα έγγραφα της Πάτμου η λέξη χρησιμοποιείται για πλοία κάθε λογής. Άλλοι προσδιορισμοί που χρησιμοποιούνται στις πηγές είναι σανδάλιον (από βάρκα μέχρι μικρό σκάφος), πλατίδιον (μικρό εμπορικό), κουτρούβιον (πλοίο για μεταφορά υγρών), γρίππος (αλιευτικό πλοιάριο). […]

Η ευρεία διαφοροποίηση στα καθαρά πολεμικά σκάφη του 10ου αιώνα, εποχή που στη Δύση τα μεταγωγικά πλοία δεν διακρίνονταν από τα πολεμικά, πιστοποιεί την υψηλή στάθμη του βυζαντινού ναυτικού γενικά…. Ριζική αλλαγή στην τεχνολογία των θαλάσσιων μεταφορών επέφερε η αντικατάσταση του πήλινου αμφορέα από το ξύλινο βαρέλι, που έκανε τα υγρά φορτία κατά 30% ελαφρύτερα, επιτρέποντας έτσι και τη μείωση του μεγέθους των πλοίων, δεν είναι όμως ακόμα γνωστό πότε γενικεύτηκε η χρήση των ξύλινων δοχείων στα βυζαντινά πλοία.

[…] Ένα από τα πρώτα μέτρα των αυτοκρατόρων μετά την ανάκτηση της Κρήτης (960/961) ήταν να απαγορεύσουν την εξαγωγή ξυλείας προς τους Άραβες…. Μέχρι πρότινος πιστευόταν πως η μέθοδος ναυπήγησης κατά την οποία οι νομείς (στραβόξυλα, τα καμπύλα πλευρά του σκελετού του πλοίου) τοποθετούνται εγκάρσια στην τροπίδα, για να στερεωθεί με καρφιά επάνω τους το εξωτερικό περίβλημα, είχε αναπτυχθεί στην Ιταλία τον 10ο/11ο αιώνα και πως το ναυτικό των ιταλικών πόλεων όφειλε μάλιστα την υπεροχή του κατά ένα μέρος σε αυτόν τον νεωτερισμό, που επέτρεπε να κατασκευάζονται ασφαλέστερα πλοία με χαμηλότερο κόστος από όσο με την παλαιότερη μέθοδο, όπου τα τοιχώματα, κυρίως με τις διαδοκίδες και τις συνδεόμενες περίτεχνα μεταξύ τους σανίδες τους, αποτελούσαν τον φέροντα σκελετό των σκαφών, όπως προκύπτει από το ναυάγιο στη νησίδα Γιασί Αντά ενός βυζαντινού εμπορικού πλοίου του 7ου αιώνα, που έχει μελετηθεί και δημοσιευτεί υποδειγματικά. Χάρη όμως στην ενάλια και υποβρύχια αρχαιολογία γνωρίζουμε τώρα πως η αναφερθείσα εξέλιξη στη ναυπηγική συντελέστηκε βαθμιαία σε όλη τη Μεσόγειο, αρχίζοντας από τον πρώιμο Μεσαίωνα. Ένα βυζαντινό πλοίο του 11ου αιώνα, του οποίου τον ναυάγιο βρέθηκε στο Σερτσέ Λιμανί, είχε κατασκευαστεί με μεικτή μέθοδο˙ εγκοίλια (υποτυπώδεις, μικροί και ελαφρώς λυγισμένοι νομείς) εναλλασσόμενου μεγέθους, τοποθετημένα αμφίπλευρα στην τρόπιδα, συναποτελούν με αυτήν και με τα τοιχώματα το πήγμα. Πόσο εξειδικευμένες ήταν οι ανάγκες σε ναυπηγήσιμη ξυλεία συνάγεται από το ότι στο εσωτερικό του πλοίου οι σανίδες της γάστρας ήταν από κυπαρίσσι, όπως και η τρόπιδα και το ποδόστημα, και των τοιχωμάτων από κουκουναριά˙ τα εγκοίλια ήταν από το εύκαμπτο ξύλο της φτελιάς, ενώ οι λοιπές δοκοί στα ύφαλα ήταν δρύινες, από ξύλο δηλαδή που δεν σήπεται εύκολα»

[…] Τη ναυπηγική παράδοση των ελληνικών χωρών αξιοποίησαν και οι Βενετοί, όπως δείχνει η περίπτωση των Παλοπάνων, μιας δυναστείας ναυπηγών. Όταν το 1407 πέθανε ο πρώτος τους, ο Θεόδωρος Βάσος (Theodoro Baxon των βενετικών πηγών), ο ικανότερος κατασκευαστής γαλέρας της εποχής τους, η Γαληνοτάτη κατάφερε, ύστερα από προσπάθειες δεκαεφτά χρόνων και με αδρότατη αντιμισθία, να φέρει από τη Ρόδο για διάδοχό του τον ανεψιό του Νικόλαο Παλοπάνο (Nicolo il Greco), που διηύθυνε τα ναυπηγεία ως το 1437, αφήνοντας συνεχιστή τον γιο του Γεώργιο (Giorgio il Greco). Ο τίτλος του αρχιναυπηγού στη Βενετία ήταν proto (> πρώτος = αρχιμάστορας)

Advertisements
This entry was posted in Ρωμανία and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s