1453..

Σὲ ἄλλα ἄρθρα, ἔχω ἀπαντήσει στὴν ἄποψη ὅτι οἱ Ἀνθενωτικοὶ ἔφταιγαν γιὰ τὴν Ἅλωση, καὶ ἔχω ὑποστηρίξει ὅτι ὁ εὐρωπαϊσμὸς προϋποθέτει τὴν ὑποταγὴ τὴς ἀνατολικὴς Εὐρώπης στὴ δυτική, κι ὄχι τὴν ἰσότητά τους. Ἐδῶ σκέφτομαι ἄλλα πράγματα κι ὄχι τὸ Συνδικάτο τῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Ἑνωτικῶν ἢ τὸ Σύλλογο ἐκ γενετῆς ἐξορισθέντων στὰ Βαλκάνια Δυτικῶν.

Ἕνα ἰσχυρὸ Βυζάντιο, σὰν τοῦ Βουλγαροκτόνου, ἐὰν ἐπιβίωνε στὸ διάστημα 1050-1500 (ὅταν ἔπαψαν οἱ εἰσβολὲς στὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο) θὰ ἀποτελοῦσε πραγματικὰ ἕνα ἀντίβαρο στὸν ἀναδυόμενο γερμανικὸ καὶ στὸν ἰσλαμικὸ πολιτισμό. Θὰ ἦταν ἕνα ἄλλο πολιτισμικὸ πρότυπο (πρὸς μίμηση) σὲ θέματα σχέσεων ἐκκλησίας-κράτους, γαιοκτημόνων-λαοῦ. Μιὰ πολιτεία ὅπου τὸ ἰδεῶδες τῆς σύγκρουσης δὲν κυριαρχεῖ σὲ πράξη καὶ θεωρία.

Ὅλες οἱ μεταμεσαιωνικὲς δυτικὲς λύσεις ἔχουν ὁδηγήσει σὲ θανατηφόρο ἀδιέξοδο: Γιὰ παράδειγμα, ἡ σύγκρουση (γερμανοῦ) αὐτοκράτορα καὶ Πάπα ὁδήγησε ἐν τέλει (ὡς σύγκρουση Προτεσταντῶν-Ρωμαιοκαθολικῶν) στὸ οὐδετερόθρησκο κράτος, τὸ ὁποῖο σήμερα εὐθύνεται γιὰ τὴν ἰσλαμοποίηση τῆς Δ. Εὐρώπης καὶ τὸν πολιτισμικὸ μηδενισμό. Ἐπίσης, ἡ θεοποίηση τῆς ταξικῆς πάλης (τοῦ ἐμφυλίου μέχρι τελικῆς ἐξόντωσης) ἀφότου πρῶτα κατέστη ἀναπόφευκτη, λόγῳ τῆς ἀπουσίας ἑνὸς κυρίαρχου ἐξισορροπητικοῦ Κράτους (ὅπως τὸ βυζαντινό), καὶ ἐξαιτίας τῆς διαμάχης ἀστῶν-φεουδαρχῶν καὶ ἀργότερα ἀστῶν-προλετάριων, τελικὰ ὁδήγησε ἀφενὸς σὲ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα «σωτήρων τοῦ λαοῦ» ἀφετέρου στὴν πολτοποίηση διὰ τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ὡς σοσιαλδημοκρατικοῦ τεχνάσματος προκειμένου νὰ μὴν γίνουν κομμουνιστὲς (ἀπὸ ἀπόγνωση) οἱ πολλοί. Εἶναι αὐτό, ποὺ οἱ νεοφιλελεύθεροι δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν πόσο σοφὴ γιὰ τὴν κοινωνικὴ συνοχὴ ἦταν ἡ συγκράτηση τῶν τιμῶν καὶ ἡ βυζαντινὴ-διοκλητιάνεια θέσπιση ποσοστοῦ κέρδους. Πῶς σκέφτεσαι (ὡς κράτος-κοινωνία) μὲ βάση τοὺς αἰῶνες ἢ μὲ βάση τὶς δεκαετίες. Μπορῶ νὰ φανταστῶ ἀκόμη καὶ μιὰ λιγότερο ριζοσπαστικὴ καὶ πολιτισμικὰ μηδενιστικὴ μετάβαση σὲ δημοκρατικὲς μορφὲς διακυβέρνησης, χωρὶς ὅλες αὐτὲς τὶς μανιχαϊστικὲς διαμάχες Καλοῦ-Κακοῦ καὶ Φωτὸς-Σκοταδιοῦ, ὅπου ἀπὸ τὴ μία εἶναι οἱ δημοκράτες ποὺ θὰ τὰ κάψουν ὅλα καὶ θὰ τὰ μπαζώσουν ὅλα προκειμένου νὰ τὰ ξαναφτιάξουν, ὅλα, ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι οἱ σκοταδιστὲς ἐμμονικοί. Ὁ Καστοριάδης ἔχει ἄπειρο, ἀπόλυτο λάθος ὅταν νομίζει ὅτι ἀπὸ τὸ Βυζάντιο δὲν ἔχουμε τίποτε νὰ διδαχτοῦμε γιὰ ζητήματα πολιτικῆς.

Ποτὲ στὸ Βυζάντιο δὲν ἔγινε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ Δύση ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ κέρδους: Ἀπὸ τὴ δαιμονοποίησή του νὰ πᾶμε στὴν θεοποίησή του. Ὁ βασιλιάς (πρὶν ἀπὸ τὴν παρακμὴ τοῦ 11ου αἰώνα) ἦταν μὲ τὸ μέρος τῶν πολλῶν καὶ ὄχι μὲ τοὺς λίγους. Καταλάβαινε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ ἐξουσία του καὶ ἡ ἐπιβίωση τοῦ κράτους στηρίζονταν στὴν ὕπαρξη ἐλεύθερων γεωργῶν καὶ στὴ μέριμνα γιὰ τὸν ἀνεφοδιασμὸ τῶν πόλεων. Γενικά, ὑπόκειτο (στὸ ἄγραφο σύνταγμα τῆς θεωρίας-παράδοσης) στὸ ἑλληνιστικὸ πρότυπο περὶ ἐνάρετου βασιλιᾶ ποὺ φροντίζει γιὰ τὴν πολιτεία καὶ δὲν τὴν ἔχει πατρικὸ-γερμανοφραγκικὸ τσιφλίκι. Σὲ τέτοια ὀπτική, δὲν ὑπάρχει κανένα περιθώριο γιὰ αὐτὴ τὴν ἀντιεξουσιαστικὴ μυθολογία τῆς πατροκτονίας, γιὰ τὸν ἀκροαριστερὸ «ἀγώνα κατὰ τῆς Ἐξουσίας», γιὰ δαιμονοποίηση τῆς ἐξουσίας στὸ ἐπίπεδο τῆς θεωρίας -παρ’ ὅλες τὶς ἐπαναστάσεις ἐνάντια σὲ διάφορους ἀνεπρόκοπους βασιλεῖς. Ἡ σχεδὸν χιλιετὴς συμμαχία λαοῦ-βασιλιᾶ ἀπέτρεπε τὴν κοσμοθεωρητικὴ αὐτονόμηση τόσο τοῦ Ἐμπόρου ὅσο καὶ τοῦ Δυνατοῦ, ἐνῶ ἡ ταύτιση λαοῦ-Ἐκκλησίας ἀπέτρεπε τόσο τὴν ἐμφανιση κάστας Πάπα ἢ «ἀναμορφωτῶν τῆς Ἐκκλησίας» (σήμερα, τηλευαγγελιστῶν) ὅσο καὶ τῶν ἐκκλησιομάχων καὶ (τάχα) ἄθεων ἀπὸ τὸ Διαφωτισμὸ καὶ μετά. Ἐπίσης, ἡ ταύτιση λαοῦ-Ἐκκλησίας ἀπέτρεπε τὴν ἐμφάνιση τῆς ἀπολυταρχίας στὴν ὁλοκληρωτική της ἐκδοχή: Πάντοτε ὁ αὐτοκράτορας ἦταν ἕνας ἁπλὸς πιστός, κι ἀλίμονό του ἂν ἔπαιζε μὲ τὰ δόγματα. Θὰ ἀποτελοῦσε ἡ ὀρθόδοξη συνοδικότητα πόλο μιμητικῆς ἐπιθυμίας τῶν Δυτικῶν γιὰ συνοδικότητα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ χριστιανικὴ πίστη σὲ ἕνα ἀνίκητο Βυζάντιο ποὺ θὰ ἐπιβίωνε τὴν τουρκο-σταυροφορικὴ ἐπιδρομὴ θὰ ἦταν πραγματικὰ τὸ ἁλάτι τῆς Εὐρώπης θὰ λειτουργοῦσε στὰ μάτια καὶ τῶν Δυτικοευρωπαίων (πέρα ἀπὸ ἀσκητικὸ ἀντίδοτο στὸν ὑλισμὸ τοῦ «ὅ,τι φᾶμε κι ὅ,τι πιοῦμε» ὡς δημόσια διακηρυγμένη καὶ θεωρητικὰ ἐπεξεργασμένη ἄποψη) ὡς παράγων ἐνάντιος σὲ κάθε σκέψη γιὰ τὶς τεχνητὲς παγανιστικὲς ὀπισθοδρομήσεις καὶ τοὺς τεχνοφασιστικοὺς μεσσιανισμοὺς ποὺ παρατηροῦμε, ἡ δὲ ἀνυποχώρητη διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ δογματικὲς παρεκκλίσεις ἢ παποκαισαρισμοὺς θὰ ἔδειχνε στὴν Δ. Εὐρώπη ἕνα ἄλλο πρότυπο: τοῦ πόση σημασία ἔχει γιὰ τὴ συγκρότηση μιᾶς κοινωνίας τὸ νὰ μὴν θυσιάζει γιὰ κανένα πρόσκαιρο ὄφελος καὶ πειρασμὸ τὴν πίστη στὴν ἀποστολή της.

Ὅπως τὸ περιγράφω, τὸ Βυζάντιο εἶναι τὸ ἀντιπρότυπο τῆς σημερινῆς Δύσης. Χωρὶς φυσικὰ νὰ ἔχω ὑπόψη μου μιὰ πιστὴ ἀντιγραφή του, πιστεύω ὅτι σὲ 4-5 βασικὰ ζητήματα εἶναι καλύτερο, ἂν μή τι ἄλλο γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς μακροβιότητάς του, ἀκόμη καὶ τῆς ἀντοχῆς του στὸ ἀσταμάτητο σφυροκόπημα τεσσάρων αἰώνων (11ος-15ος). Τὸ Βυζάντιο ἦταν παγκόσμια δύναμη καὶ ἐπίκεντρο γιὰ 9 αἰῶνες (4ος-12ος). Μπορεῖ ἡ Δύση νὰ κυριαρχεῖ ἐδῶ καὶ 5-6 αἰῶνες, ἀλλὰ δείχνει νὰ διαλύεται, πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅ,τι τὸ Βυζάντιο, ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῆς Κίνας καὶ τοῦ Ἰσλάμ.

Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἦταν ἀναπόφευκτη ἡ πτώση τοῦ Βυζαντίου. Οὔτε ὁ διμέτωπος ἀγώνας τοῦ 11ου-13ου αἰώνα ἦταν κάτι πρωτόγνωρο: Εἶχε ἐπαναληφθεῖ μεταξὺ 7ου καὶ 10ου αἰώνα, ὅταν στὸν Αἷμο εἰσέβαλλαν Ἄβαροι, Σλάβοι καὶ Βούλγαροι καὶ στὴ Μικρασία Ἄραβες καὶ Πέρσες. Τὸ ὅτι τίποτε ἀνθρώπινο δὲν εἶναι τέλειο κι αἰώνιο δὲν ἀποτελεῖ τὴν συγκεκριμένη ἐξήγηση γιὰ τὴ συγκεκριμένη κατάσταση.

Προκύπτει τὸ ἐρώτημα: Αὐτὸ τὸ πρότυπο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ σήμερα; Θεωρητικά, θὰ μποροῦσε. Ἀνοίγουμε τὰ κιτάπια μας, καὶ ἀντιγράφουμε. Πρακτικά, ὅμως, προϋποθέτει αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ εἶπε ὁ Ζὰκ Λὲ Γκόφ (βλέπε τὸν δεύτερο παραπάνω δεσμό): τὴν ὑλική του βάση. Στὸν ἀέρα, τίποτα δὲ χτίζεται, οἱ θεωρητικὲς ἀποδείξεις δὲν ἀρκοῦν. Κάθε καινούργια «Μεγάλη Ἰδέα» ἀποδεικνύεται γελοιογραφία τῆς αὐθεντικῆς: Εἴτε ἡ Ε.Ε. εἴτε ἡ ὀρθόδοξη πολιτισμικὴ κοινοπολιτεία δίχως πολιτικὸ κέντρο. Μόνο μὲ βάση τὴν Κωνσταντινούπολη μπορεῖ νὰ πειστεῖ κάποιος (ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ὄχι οἱ θεωρίες τῶν ἄσαρκων Ἰδεῶν διαδόθηκαν) -ὅμως, ἡ πιὸ στέρεη γνώση σήμερα εἶναι ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη θὰ μείνει γιὰ πάντα τουρκική. Τὸ μόνο σίγουρο πέρα ἀπὸ χαρμόσυνες (γιὰ τὴν Ἑλλάδα) καὶ ὀδυνηρὲς (γιὰ ὅλη τὴν Εὐρώπη) προφητεῖες (καὶ ἐνάντια σὲ ὅσους ἀρνοῦνται κάθε προφητεία καὶ βολεύονται μὲ ἕνα αἰώνιο Παρὸν μὲ τὸ νὰ παριστάνουν ὅτι ἡ ἰσλαμοποίηση δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν εἶναι κακή) εἶναι ὅτι τὰ πράγματα δὲν παραμένουν στάσιμα στὸ 1923, κι ὅτι εἴτε ἡ μία μεριὰ θὰ ἐπικρατήσει εἴτε ἡ ἄλλη. Δὲν βρίσκω τίποτε περισσότερο ὀδυνηρό: Μόνο μὲ τὴν χριστιανικὴ ἑλληνικὴ Κωνσταντινούπολη μπορεῖ νὰ πάψει ὁ ξεπεσμός, ἀλλὰ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἀδύνατο ἢ ἀδιανόητο.

Advertisements
This entry was posted in 1453, Ρωμανία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s