ἁλάτια

Στὴν προηγούμενη ἀνάρτηση ἔκανα λόγο γιὰ τὴ διάβρωση τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς κοινωνίας τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ εἶναι «ἁλάτι τῆς γῆς» προκειμένου νὰ συνεχίσει ἡ κοινωνία νὰ ὑφίσταται. Ἕνα κομμάτι, οἱ «παπάδες», πρέπει νὰ τηρεῖ καὶ νὰ διδάσκει τὸν πιὸ ἀνέπαφο ἀπὸ τὴν καθημερινὴ κακία (πρακτικὴ καὶ κοσμοθεωρητική) αὐστηρὸ βίο. Ὅταν τὸ κομμάτι αὐτὸ ἀρχίσει νὰ αὐτοϋπονομεύεται ποικιλοτρόπως (εἴτε οἰκουμενιστικά-σχετικιστικά, εἴτε μὲ ἐκπτώσεις στὶς ἀξίες του γιὰ νὰ γίνει ἀρεστὸ στοὺς Ἐχθρούς του), τότε χάνει τὶς ἀξιώσεις κυριαρχίας ἀλλὰ καὶ τὸν ρόλο του ὡς προτύπου, καὶ συμβάλλει στὴν ἀκόμη πιὸ ἔντονη παρακμή. Δὲν μιλᾶνε γιὰ τὴν διακριτικὴ εὐχέρεια τοῦ παπᾶ νὰ ἐφαρμόσει ἢ ὄχι τὸ α ἢ β ἐπιτίμιο, μιλᾶνε γιὰ τὴν κατάργηση τοῦ ἀναχρονιστικοῦ ἐπιτίμιου. Εἶναι τελείως διαφορετικὸ τὸ νὰ μὴν ἀντέχει κάποιος νὰ πραγματώσει κάποιες ἀρχὲς ἀπὸ τὸ νὰ θεωρητικοποιήσει τὴν ἄρνησή τους. Ὁ Γιανναρᾶς καὶ ἄλλοι αὐτὸ τὸ ρόλο ἔπαιξαν, τῆς ἀποενοχοποίησης. (Ὁ Γιανναρᾶς συνόδευε μὲ συνθήματα ἑλληνικότητας καὶ ἀντιδυτικισμοῦ τὴν ἀποενοχοποίηση, ἐνῶ οἱ Ἀριστεροὶ Χριστιανοὶ ὄχι.)

Ἂν προσέξει κάποιος καλὰ τοὺς ἀριστεροὺς Χριστανούς, θὰ δεῖ νὰ δυσανασχετοῦν εἴτε μὲ τὰ ἐπιτίμια τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων εἴτε γενικὰ μὲ τὸν χριστιανικὸ ἀσκητισμό. Προσπαθοῦν νὰ τὰ σχετικοποιήσουν. Τὰ πρῶτα εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου (ἐνῶ λ.χ. ἡ τσόντα εἶναι ἐντὸς χρόνου), ὁ δεύτερος δὲν ἀφορᾶ (ὡς πρότυπο) τὴν ἐκτὸς μοναστηριοῦ κοινωνία. Ἡ σχετικοποίηση αὐτὴ ἔχει μιὰ βάση ἀλήθειας (τὸ «κατ’ οἰκονομία», τὶς ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, καὶ τὴν διακριτικὴ εὐχέρεια τοῦ ἱερέα ἀπέναντι σὲ κάθε ἀτομικὴ περίπτωση), μόνο ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ὅριο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀντιστρέψει τὴν πραγματικὴ σχέση Κανόνα-Ἐξαίρεσης. Ἀντὶ νὰ φέρουν στὴν Ἀριστερὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, φέρνουν στὴν Ἐκκλησία τὸ ἀριστερὸ στυλάκι: «νὰ εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι» κ.ο.κ., μὲ βάση τὴν ἄποψη (ποὺ ἀνάγεται ἐντέλει στὸν Ἄρειο καὶ τὸν Πορφύριο κι ἐπανέρχεται στὸ Διαφωτισμό) ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν πολὺ καλὸς ἄνθρωπος (μόνο). Ἀπέναντι στοὺς βήγκαν ἢ στοὺς μιμητικὰ ἀχόρταγους ταξικιστές, ποὺ «θὰ τὰ πάρουν ὅλα πίσω» (καὶ τὸ κότερο), δὲν ἀντιτάσσουν –ὄχι ὡς ἐναλλακτικότητα καὶ ἀτομικό τους γοῦστο ἀλλὰ ὡς ἀντικειμενικὴ ἀλήθεια– τὶς νερόβραστες φακὲς τῶν μοναχῶν τῆς Αἰγύπτου οὔτε τὴν ἀλάδωτη νηστεία. Μετατρέπουν τὴν δίκαια ἐργατικὴ ἀμοιβὴ τῆς Π. Διαθήκης σὲ προάγγελο τῆς θεωρίας τῆς ὑπεραξίας. Σὲ τί χρησιμεύουν οἱ ἴδιοι, παραμένει ἄγνωστο.

This entry was posted in θρησκεία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s