ἡ Φύση ὡς Ψέμα

Ἡ φύση ὡς τὸ μεγάλο ψέμα τῶν διακοπῶν. Εἶναι τελείως ἄλλο πράγμα νὰ ζῆς μὲ τὴ φύση, ὡς ἀγρότης, ὡς βοσκὸς κ.λπ., καὶ ἄλλο πράγμα νὰ τὴν βλέπεις ὡς ἐπισκέπτης καὶ περιηγητὴς-παρατηρητής.

Στὴν πρώτη περίπτωση, ὣς ἕνα σημεῖο γίνεσαι ἕνα μαζί της (π.χ. ἀκολουθεῖς τὴ διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν, τὸν βαρὺ χειμώνα κ.λπ.). Στὴ ζωὴ μὲ τὴ φύση δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπὸ αὐτὴ τὴν διανοουμενίστικη ἔκσταση καὶ φιλολογία περὶ φύσεως. Μόνο μόχθος, δουλειὰ ἀπὸ τὰ ξημερώματα ὣς τὸ ἀπόγευμα, πρὶν δύσει ὁ ἥλιος· φτωχικὸ φαγητὸ κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο ἢ μιὰ περισσότερο ἢ λιγότερο πρόχειρη καλύβα, τραγούδι πουλιοῦ γιὰ νὰ ξεχαστεῖς κατὰ τὴν ἐργασία, τρεχάλα γιὰ νὰ μαζέψεις τὴν ἀγελάδα ποὺ χάθηκε. Μοναξιὰ στὰ βουνά, παρέα μὲ τὰ πρόβατα καὶ τὰ τζομπανόσκυλα μέσα στὴ βαθιὰ νύχτα τοῦ καλοκαιριοῦ. Ὅσοι τὰ ξέρουν ἀπὸ πρῶτο χέρι, τὰ ξέρουν. Κανένας παγανισμὸς τῶν σαλονιῶν μπροστὰ στὴν ἀνατολὴ καὶ θέαση τοῦ (θεοῦ… χά χά) Ἡλίου, καμμία ψευτοεἰδωλολατρία τῆς αὐγουστιάτικης Πανσέληνου, καὶ καμμιὰ χορτάτη οἰκολογία-κινδυνολογία γιὰ τὸν ὑπὸ ἐξαφάνιση λύκο καὶ τὴ «βαρβαρότητα τοῦ παστουρώματος». Μόνα διαλείμματα: τὰ πανηγύρια, ὁ ἐκκλησιασμός, τὸ καφενεῖο, τὸ παζάρι, τὸ σχολεῖο (γιὰ ὅσους πήγαιναν).

Στὴ δεύτερη περίπτωση, στέκεσαι ἀπέναντί της, ἔχεις κάποιες στιγμὲς μαζί της, ἀλλά, φυσικά, δὲν σοῦ εἶναι τίποτε ἡ Φύση παρὰ μιὰ ἀκόμα ἀτραξιόν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἰδέα τῶν διακοπῶν ὡς καταφυγῆς στὴ φύση, στὴν ἐξοχή, «στὸ χωριό», ἦταν ἀδιανόητη γιὰ τὸν ἀγρότη τοῦ 1940 καὶ τοῦ ’60 -αὐτὰ τὰ ἐννοῶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν γιορτῶν καὶ πανηγυριῶν χάρη στὰ ὁποῖα διακόπτονταν συχνότατα οἱ ἐτήσιες ἀγροτικὲς καὶ ἄλλες ἐργασίες. Γιὰ τὴν πλειονότητα τοῦ κόσμου (πρὸ ἀστυφιλίας), μετάβαση σὲ ἄγνωστο κι ἑλκυστικὸ περιβάλλον ἐκτὸς φύσεως ἦταν μόνο οἱ (γιὰ ἐμπορικοὺς κ.ἄ.) μικρῆς (ἀκόμη καὶ κάποιων ὡρῶν) διάρκειας ἐπισκέψεις στὶς πλησιέστερες ἐπαρχιακὲς πόλεις. Ὅσοι ἔφευγαν στὴν Πόλη ἢ τὴν Ἀμερική, χάνονταν γι’ αὐτὸν τὸν μικρόκοσμο. Οἱ ἄνθρωποι ἔφυγαν ἀπὸ τὴ φύση στὶς πόλεις, στὶς ὁποῖες διδάχτηκαν μιὰ ἰδέα περὶ φύσεως ποὺ δὲν ἀντιστοιχοῦσε σὲ ὅ,τι ζοῦσαν οἱ ἴδιοι μέσα στὴ φύση.

Σήμερα, πᾶμε στὴ φύση ὅπως πᾶμε στὸ ζωολογικὸ κῆπο -ἁπλά, νομίζουμε ὅτι δὲν πᾶμε σὲ ἕναν ζωολογικὸ κῆπο. Στὸ ἴδιο πλαίσιο βρίσκονται οἱ τάχα μου φυσιολατρικὲς ἀναβάσεις σὲ βουνὰ κ.λπ. μὲ τὴν ἀπαραίτητη βοήθεια τοῦ πλέον ὑπερσύγχρονου ἐξοπλισμοῦ (ἀπὸ εἰδικὰ παπούτσια ἕως κινητά).  Τὸ ἀστεῖο εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλάδα ὡς τόπος ἔχει 2.600 χρόνια διανοουμενισμοῦ, δηλαδὴ ριζικοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὴ φύση, καὶ ταυτόχρονα (σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ 2.600 χρόνια) ὁ διανοουμενισμὸς αὐτὸς συνυπάρχει –ὅπως τὸ λάδι μὲ τὸ νερὸ στὸ καντήλι– μὲ μιὰ βαθιὰ «ζωικὴ ἀνθρωπότητα» ὅπως τὴν περιέγραψα στὴν δεύτερη παράγραφο. Ὁ βουκολισμός μας μοιάζει μὲ ἐκεῖνο τῶν ἑλληνιστικῶν καὶ ρωμαϊκῶν χρόνων, παρὰ μὲ τοῦ ἀρχαϊκοῦ (καὶ πρωτόγονου κατὰ τὸν 5ο π.Χ. αἰώνα) Ἡσιόδου. Ἡ φυσιολατρία εἶναι ἀποστειρωμένο συναίσθημα. Ἐὰν θέλετε νὰ βιώσετε τὴ φύση, ξαναγίνετε ὅ,τι ἦταν οἱ πατέρες καὶ οἱ προπάπποι σας, ἀλλιῶς γράψτε κανένα βουκολικὸ ποίημα.

This entry was posted in οικολογία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s