Οἱ πολυθεϊστὲς Ρωμαῖοι Αὐτοκράτορες: «θεοὶ» ἢ τέρατα;

Ἕνα ἀπὸ τὰ προσφιλὴ ἀφηγήματα τῶν Νέων Χρόνων γιὰ τὸν Μεσαίωνα (ἀπὸ τὸν ὁποῖο μᾶς «γλίτωσαν») εἶναι ἡ μνεία –μὲ ἔκδηλη τὴ φρίκη καὶ ἀηδία, κατὰ τὴν ἐξιστόρηση– στοὺς αἱμοσταγεῖς Βυζαντινοὺς Αὐτοκράτορες, μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν προσωπική τους ζωή καὶ καθημερινὴ συμπεριφορά. Οἱ ὁποῖοι Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες, μᾶς λέει μὲ σιχασιὰ ὁ ἠθικιστὴς τῶν Νέων Χρόνων, ἔκοβαν μύτες, χέρια, πόδια στὴν αὐλή, εὐνούχιζαν καὶ τύφλωναν κατὰ βούληση ὅποιον κακόμοιρο ἔβρισκαν μπροστά τους καὶ τὸν θεωροῦσαν ἐχθρό τους. Ὅλον τὸν καιρό τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ σὲ ἐκκλησιαστικὲς συνόδους, οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες τὸν περνοῦσαν μὲ τέτοιο ἀπάνθρωπο τρόπο. Τί βυζαντινισμοί, τί ἴντριγκες, τί Θεοδώρες καὶ Ἰουστινιανοὶ καὶ Ἀπόκρυφες Ἱστορίες τοῦ Προκόπιου, τί συζυγοκτόνοι καὶ παιδοκτόνοι Κωνσταντίνοι! Ὁ κατάλογος δὲν ἔχει τέλος. Αὐτὴ εἶναι ἡ λίγο πολὺ καθιερωμένη ἐκδοχὴ τῆς πιάτσας (διαδικτυακῆς καὶ «μορφωμένης») γιὰ τὴ βυζαντινὴ ἐξουσία. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ αἰτία γιὰ αὐτὴ τὴ στάση εἶναι ὁ Χριστιανισμὸς τοῦ Βυζαντίου, καὶ μόνον αὐτός, ποὺ τοὺς ἐνοχλεῖ. Πρὶν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς Αὐτοκράτορες, ἐπικρατοῦσε ὁ ὀρθολογισμός…

Τὸ ἐντυπωσιακὸ μὲ τὴ Νεοτερικότητα εἶναι ὅτι ἐνῶ χρησιμοποίησε καὶ χρησιμοποιεῖ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ὑποκειμενικότητας / σχετικότητας κάθε ἀξιακοῦ συστήματος ἐναντίον τῶν ἀξιῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ (προκειμένου κατόπιν νὰ ἐπιβάλλει τὶς δικές τις ὑποκειμενικὲς ἀξίες ὡς ἀντικειμενικὲς καὶ πανανθρώπινες), ὅταν πρόκειται γιὰ τοὺς «αἱμοχαρεῖς, αἱμοδιψεῖς καὶ αἱμοβόρους» Βυζαντινοὺς Αὐτοκράτορες παθαίνει μιὰ κάποια «φιλοσοφικὴ ἀμνησία» καὶ ξεχνᾶ τί θὰ πεῖ ἱστορικὴ σύγκριση. Τί θὰ πεῖ, δηλαδή, νὰ συγκρίνουμε τοὺς χριστιανοὺς Ρωμαίους Αὐτοκράτορες (δηλαδή, τοὺς Βυζαντινούς) μὲ τοὺς ἐθνικοὺς / πολυθεϊστὲς Ρωμαίους Αὐτοκράτορες.

Δὲν μένει, λοιπόν, παρὰ νὰ δοῦμε, μέσα ἀπὸ τὶς πηγές, τί εἴδους ἄνθρωποι ἦταν οἱ πολυθεϊστὲς Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες. Οἱ ρωμαῖοι ἱστορικοὶ ἄφησαν μερικὰ ἀθάνατα ἔργα, καὶ εἶναι κρίμα νὰ μένουν ἀναξιοποίητα. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Σουετώνιος.

Ἂς ξεκινήσουμε μὲ τὸν ἐθνικὸ / πολυθεϊστὴ αὐτοκράτορα Καλιγούλα.

«Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μεταφερθοῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὰ πιὸ λαμπρὰ καὶ ἱερὰ ἀγάλματα θεῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐκεῖνο τοῦ Ὀλύμπιου Δία καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν οἱ κεφαλές τους μὲ τὴ δική του» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 22).

Γιὰ τὴ γιαγιά του, «μερικοὶ πιστεύουν πὼς τὴ δηλητηρίασε κιόλας. Στὴ νεκρὴ δὲν ἀπέδωσε καμιὰ τιμὴ καὶ  παρακολούθησε τὴ νεκρικὴ πυρὰ ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς τραπεζαρίας τοῦ παλατιοῦ» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 23).

«Τὸν ἀδελφό του Τιβέριο, ἐντελῶς ἀνυποψίαστον, τοῦ πῆρε τὴ ζωή, βάζοντας ἕνα χιλίαρχο νὰ τὸν σκοτώσει. Τὸν Σιλανὸ ἐπίσης, τὸν πεθερό του, τὸν ὑποχρέωσε νὰ κόψει τὸ λαρύγγι του μὲ ξυράφι, κατηγορώντας τον ὅτι δὲν τὸν ἀκολούθησε στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα καὶ ὅτι ἔμεινε πίσω μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ γίνει κύριος τῆς πόλης, ἐὰν τοῦ συνέβαινε κάτι» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 23).

«Μὲ ὅλες τὶς ἀδερφές του ἐρχόταν σὲ συχνὴ συνουσία…Τὴν ἀδελφή του Δρουσίλλα πιστεύεται ὅτι τὴν ξεπαρθένεψε, ὅταν ὁ ἴδιος ἦταν ἀκόμη νεαρὸ ἀγόρι, ἐνῶ συνέχισε νὰ πλαγιάζει μαζί της καὶ ἀργότερα, ὅταν μεγάλωναν μαζὶ στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς του Ἀντωνίας, ἡ ὁποία καὶ τοὺς συνέλαβε ἐπ’ αὐτοφώρῳ» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 24).

«Ὅταν ἡ Δρουσίλλα πέθανε, κήρυξε δημόσιο πένθος, κατὰ τὸ ὁποῖο ἀπαγορευόταν μὲ θανατικὴ ποινὴ τὸ γέλιο, τὸ λούσιμο καὶ τὸ σύνδειπνο μὲ γονεῖς, σύζυγο ἢ τέκνα» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 24).

Ὅταν στὸ ἀμφιθέατρο, κι ἐνῶ εἶχε εἰσέλθει ὁ κόσμος γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὰ θεάματα, ἄρχισε νὰ καίει ὁ ἥλιος, «ἔδινε ἐντολὴ νὰ μαζευτοῦν οἱ ἀντιηλιακὲς τέντες, ὁπότε καὶ ἀπαγόρευε στὸν κόσμο τὴν ἔξοδο» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 26).

«Ὅταν διαπίστωσε ὅτι τοῦ στοίχιζε ἀκριβὰ τὸ κρέας γιὰ τὴ σίτιση τῶν θηρίων ἑνὸς θεάματος ποὺ ἑτοίμαζε, ὑπέδειξε ἐγκληματίες τῶν φυλακῶν γιὰ βορὰ τῶν θηρίων. Παίρνοντας μὲ τὴ σειρὰ τὶς φυλακές, χωρὶς κἂν νὰ λαμβάνει ὑπόψη του τὶς πινακίδες, πάνω στὶς ὁποῖες ἀναγράφονταν τὰ σχετικὰ τῆς ποινῆς, στεκόταν στὴν κεντρικὴ αἴθουσα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέλεγε τὰ θύματά του» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 27).

«Πολλοὺς ἀξιότιμους ἀνθρώπους, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς παραμόρφωσε μὲ καυτὸ σίδερο, στὴ συνέχεια τοὺς καταδίκασε σὲ καταναγκαστικὴ ἐργασία στὰ μεταλλεῖα ἢ στὰ ὁδικὰ ἔργα ἢ τοὺς ἔριξε στὰ θηρία ἢ τοὺς ἔκλεισε σὲ κλουβιὰ γιὰ τετράποδα θηρία ἢ τοὺς τεμάχισε στὰ δύο μὲ πριόνι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν ἐξίσου βαριὲς γιὰ ὅλους: Ἄλλος καταδικάστηκε γιατὶ ἐκφράστηκε ἀρνητικὰ γιὰ κάποιο θέαμα, καὶ ἄλλος γιατὶ δὲν ὁρκίστηκε ποτὲ στὸ θεῖο του πρόσωπο» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 27).

«Ἐξανάγκαζε γονεῖς νὰ παρευρίσκονται στὴ θανατικὴ ἐκτέλεση τῶν γιῶν τους καί, ὅταν κάποιος ζήτησε εὐγενικὰ νὰ μὴν παρευρεθεῖ λόγῳ ὑγείας, τοῦ ἔστειλε φορεῖο. Κάποιον ἄλλον, ἀμέσως μετὰ τὸ θέαμα τῆς ἐκτέλεσης τοῦ γιοῦ του, τὸν κάλεσε σὲ γεῦμα, ὅπου προσπαθοῦσε μὲ κάθε φιλοφρόνηση νὰ τὸν κάνει νὰ γελάσει καὶ νὰ εὐθυμήσει» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 27).

«Τὸν ὑπεύθυνο τῆς διοργάνωσης τῶν μονομαχικῶν ἀγώνων καὶ θηριομαχιῶν, ἀφοῦ ἔβαλε νὰ τὸν μαστιγώνουν παρουσίᾳ του καὶ γιὰ πολλὲς ἡμέρες, τὸν ἀποτελείωσε μόνον ὅταν προσβλήθηκε ἀπὸ τὴν κακοσμία τοῦ ἐγκεφάλου του, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ σαπίζει» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 27).

«Κάποιον ἐξόριστο γιὰ πολλὰ χρόνια, ὅταν ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη, τὸν ρώτησε ὁ Καλιγούλας πῶς τὰ περνοῦσε ἐκεῖ. Ἐκεῖνος γιὰ νὰ τὸν κολακέψει τοῦ ἀπάντησε: «Παρακαλοῦσα τοὺς θεοὺς νὰ πεθάνει ὁ Τιβέριος καὶ νὰ ἀναλάβεις ἐσύ, ὅπως καὶ ἔγινε». Νομίζοντας τότε ὅτι καὶ οἱ δικοί του ἐξόριστοι εὔχονταν τὸ θάνατό του, ἔστειλε στρατιῶτες στὰ γύρω νησιὰ νὰ τοὺς θανατώσουν ὅλους» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 28).

Ἀφότου κατακρεούργησε ἕναν συγκλητικὸ μέσα στὴν αἴθουσα τῆς Συγκλήτου, «Ἡ ἐπιθυμία του ἱκανοποιήθηκε μόνον ὅταν εἶδε μπροστά του συγκεντρωμένα τὰ μέλη καὶ τὰ σπλάχνα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὰ περιμάζεψαν ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς πόλης» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 28).

«Ὅταν θανατωνόταν κατὰ λάθος ἄλλος ἀντὶ ἄλλου, ἔλεγε πὼς κι αὐτὸς τὸ ἴδιο ἄξιζε» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 30).

«Συχνὰ τὴν ὥρα ποὺ δειπνοῦσε ἢ διασκέδαζε, γίνονταν μπροστά του ἀνακρίσεις μὲ χρήση βασανιστηρίων, ἐνῶ κάποιος στρατιῶτης, τεχνίτης στὶς καρατομήσεις, ἀποκεφάλιζε ὅσους τοῦ ἔφερναν ἀπὸ τὶς φυλακές» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 32).

«Στὰ ἐγκαίνια τῆς γέφυρας στοὺς Πουτεόλους, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε καλέσει πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἀκτὴ νὰ ἔρθουν κοντά του, ξαφνικὰ τοὺς γκρέμισε ὅλους κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα καὶ ὅσοι πῆγαν νὰ πιαστοῦν ἀπὸ τὸ πηδάλιο, τοὺς ἔσπρωξε στὴ θάλασσα χτυπώντας τους μὲ κουπιὰ καὶ κοντάρια» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 32).

«Ὅταν κάποτε εἶχαν ἤδη προσαχθεῖ στὸ βωμὸ τὰ προοριζόμενα γιὰ τὴ θυσία σφάγια, ὁ ἴδιος ντυμένος ὡς θύτης σήκωσε ψηλὰ τὸν πέλεκυ καὶ ἀντὶ γιὰ τὸ ζῶο σκότωσε τὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ τὸ τεμάχιζε» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 32).

«Στάθηκε δίπλα στὸ ἄγαλμα τοῦ Δία καὶ ρώτησε τὸν Ἀπελλή, ἕναν ἠθοποιὸ τραγωδίας, νὰ τοῦ πεῖ ποιὸς τοῦ φαινόταν μεγαλύτερος· ἐπειδὴ ἐκεῖνος δίσταζε, ἄρχισε νὰ τὸν μαστιγώνει καὶ νὰ ἐπαινεῖ πότε-πότε τὴ φωνή του, λέγοντας πὼς εἶναι γλυκιὰ ἀκόμα καὶ μέσα στὸ κλάμα του» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 33).

«Ἀγάλματα ἐπιφανῶν ἀνδρῶν ποὺ εἶχαν μεταφερθεῖ ἐπὶ Αὐγούστου ἀπὸ τὸ Καπιτώλιο στὸ Πεδίο τοῦ Ἄρεως, αὐτὸς τὰ γκρέμισε καταγῆς καὶ τὰ διαμέλισε, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ συναρμολογηθοῦν, παρόλο ποὺ σώθηκαν οἱ ἐπιγραφές τους» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 34).

«Σκέφθηκε ἐπίσης νὰ καταστρέψει τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη, γιατὶ, ὅπως ἔλεγε, πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ μὴν ἔχει αὐτὸς τὸ δικαίωμα ποὺ εἶχε ὁ Πλάτων, ὅταν τὰ διέγραφε ἀπὸ τὴν πολιτεία του» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 34).

Ἀφότου ἀτίμαζε γυναῖκες τῆς ἀριστοκρατίας σὲ διάφορα συμπόσια, «ἐπιστρέφοντας μὲ φανερὰ τὰ ἴχνη τῆς πρόσφατης ἀκολασίας εἴτε τὴν ἐπαινοῦσε δημόσια εἴτε τὴν ἔψεγε ἀπαριθμώντας τὰ καλὰ ἢ ἄσχημα σημεῖα τοῦ σώματος καὶ τῆς συμπεριφορᾶς της» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 36).

«Γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει κανέναν τρόπο χρηματοθηρίας ἀδοκίμαστο, ἄνοιξε πορνεῖο στὸ παλάτι» (Σουετώνιος, Καλιγούλας, 41).

 

Ἀλλά, θὰ ἀπολογηθοῦν οἱ φιλο-παγανιστές, ὁ Καλιγούλας ἦταν τρελός, καὶ «δὲν μετράει». Ἂς παράσχουμε τὸ τεκμήριο τῆς τρέλας, καὶ τὴν πολυτέλεια τῆς τρέλας εἰς βάρος ἀθώων, στὸν Παγανισμό, λοιπόν. Κι ἂς δοῦμε παρακάτω τί ἔκανε ἕνας μεγάλος πολυθεϊστὴς αὐτοκράτορας, ὁ Τιβέριος.

Ὁ Τιβέριος «Ἄφησε τὴν Ἱσπανία καὶ τὴ Συρία γιὰ ἀρκετὰ χρόνια χωρὶς ὑπατικοὺς διοικητές, τὴν Ἀρμενία νὰ καταλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς Πάρθους, τὴ Μοισία ἀπὸ τοὺς Δάκες καὶ τοὺς Σαρμάτες, τὶς δύο Γαλατίες νὰ λεηλατοῦνται ἀπὸ τοὺς Γερμανούς. Ἐπρόκειτο γιὰ ἐξευτελισμὸ τῆς αὐτοκρατορίας» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 41).

Ἕνας γέρος συγκλητικὸς προσκάλεσε τὸν Τιβέριο, κι αὐτὸς δέχτηκε «ὑπὸ τὸν ὅρο…πὼς στὸ τραπέζι θὰ τοὺς περιοποιοῦνται γυμνὲς ὑπηρέτριες» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 42).

«Ὅταν ἀποσύρθηκε στὸ Κάπρι, ὀργάνωσε μία αἴθουσα μὲ δίφρους γιὰ τὰ μυστικὰ ἐρωτικά του ὄργια, ὅπου μάζεψε ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἀκόλαστες κοπέλες καὶ ἀγόρια καὶ ἐπινοητὲς παρὰ φύσιν συνουσίας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ σειρὰ ἀνὰ τρεῖς ἐπιδίδονταν σὲ ἐρωτικὲς πράξεις μπροστά του, γιὰ νὰ διεγείρουν τὸν πεσμένο ἀνδρισμό του» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 43).

Ἀλλὰ αὐτά, θὰ μᾶς ποῦν οἱ «ἀπελευθερωμένοι ἀπὸ τὴν ἀστικὴ-χριστιανικὴ ἠθική», δὲν μᾶς λένε κάτι σπουδαῖο. Σιγὰ τὰ λάχανα. Κι αὐτά;

«Ἐκπαίδευε μικρὰ παιδιά, ποὺ τὰ ἀποκαλοῦσε ψαράκια, καὶ τὰ ὁποῖα τριγύριζαν ἀνάμεσα στὰ σκέλη του, ὅταν κολυμποῦσε καὶ παῖζαν γλείφοντάς τον ἢ δαγκώνοντάς τον στὰ ἀπόκρυφα μέρη…. Σὲ μικρὰ ποὺ δὲν εἶχαν σταματήσει τὸ θηλασμὸ τοὺς ἔδινε τὸ ὄργανό του σὰ βυζί, νιώθοντας ἱκανοποίηση τόσο ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ καθαυτὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν παιδιῶν»

«Σὲ κάποια θυσία αἰσθάνθηκε τέτοια ἕλξη ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ὑπηρέτη ποὺ ἄναβε τὸ θυμίαμα, ὥστε δὲν μπόρεσε νὰ κρατηηθεῖ καὶ μόλις καὶ μετὰ βίας ἀφοῦ τέλειωσε ἡ τελετὴ τὸν τράβηξε ἀπόμερα καὶ ἀσέλγησε μαζί τουμ καθὼς καὶ μὲ τὸν ἀθλητὴ ἀδερφό του. Καὶ ὅταν οἱ παθόντες διαμαρτυρήθηκαν, διέταξε καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 44).

Ὅταν ἡ νύφη του Ἀγριππίνα, παραπονέθηκε σὲ τρίτους γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ἄντρα της, ὁ Τιβέριος ἔβαλε νὰ τὴ χτυπήσουν «κατὰ τέτοιο τρόπο ποὺ ἔχασε τὸ ἕνα της μάτι» καὶ τελικὰ τὴν ὁδήγησε στὴν αὐτοκτονία (Σουετώνιος, Τιβέριος, 53).

Ὅσο γιὰ τὰ ἐγγόνια του, πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ συκοφαντοῦσε στοὺς πάντες, τὰ καταδίκασε σὲ λιμοκτονία, τὸ ἕνα στὰ ὑπόγεια τοῦ παλατιοῦ καὶ τὸν ἄλλο σὲ ἕνα νησί. «Λέγεται ὅτι ὁ Νέρωνας ὑποχρεώθηκε νὰ αὐτοκτονήσει, ὅταν τὸν ἐπισκέφτηκε ἕνας δήμιος ποὺ ἰσχυρίστηκε ὅτι πῆγε ἐκεῖ μὲ ἐντολὴ τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ ἐπέδειξε τὴ θηλιὰ καὶ τὸ γάντζο. Ὁ Δροῦσος βασανίστηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν πείνα, ποὺ προσπάθησε  νὰ φάει τὸ στρῶμα του. Τὰ λείψανα καὶ τῶν δύο σκορπίστηκαν κατὰ τρόπο ποὺ νὰ μὴν μπορέσει ποτὲ ἄνθρωπος νὰ τὰ μαζέψει» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 54).

«Ὁ Τιβέριος δὲ φέρθηκε ἠπιότερα ἀπέναντι στοὺς Ἕλληνες ἀκολούθους του, στὴν παρέα τῶν ὁποίων ἔβρισκε ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση. Ὅταν κάποιος Ξένωνας χρησιμοποίησε ἐξεζητημένο λόγο, ὁ Τιβέριος τὸν ρώτησε ποιὰ ἐνοχλητικὴ διάλεκτος ἦταν αὐτή· καὶ ὅταν ὁ Ξένωνας τοῦ ἀπάντησε ὅτι εἶναι ἡ Δωρική, τὸν ἐξόρισε στὸ νησὶ Κινάρα πιστεύοντας ὅτι τὸν εἰρωνεύτηκε γιὰ τὴν παλιά του αὐτοεξορία στὴ Ρόδο, ὅπου μιλοῦσαν Δωρικά. Ὁ ἴδιος συνήθιζε στὸ τραπέζι νὰ ὑποβάλλει ἐρωτήσεις ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ εἶχε διαβάσει τὴν προηγούμενη καὶ ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ γραμματικὸς Σέλευκος ρωτοῦσε τοὺς δούλους νὰ τοῦ ποῦν τί διάβασε ὁ Τιβέριος, ὥστε νὰ ἔρχεται προετοιμασμένος στὸ τραπέζι, στὴν ἀρχὴ τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴ συντροφιά του καὶ τελικὰ τὸν ἀνάγκασε σε αὐτοκτονία» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 56).

«Ὅταν κάποτε περνοῦσε μιὰ κηδεία καὶ ἕνας ἀστεῖος τύπος καλοῦσε δυνατὰ τὸν νεκρὸ νὰ πεῖ στὸν Αὔγουστο ὅτι τὰ κληροδοτήματα ποὺ ἄφησε στὸ λαὸ δὲν ἔχουν ἀκόμα πληρωθεῖ, ὁ Τιβέριος τὸν ἅρπαξε μὲ τὴ βία καὶ διέταξε νὰ «πληρωθεῖ» στέλνοντάς τον στὸ θάνατο καὶ λέγοντάς του νὰ πεῖ τὴν ἀλήθεια στὸν πατέρα του» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 57).

«Λίγες ἡμέρε μετὰ τὴν ἄφιξή του στὸ Κάπρι, καὶ ἐνῶ βρισκόταν μόνος του, ἐμφανίστηκε ἀπροσδόκητα μπροστά του ἕνας ψαρὰς καὶ τοῦ προσέφερε ἕνα μεγάλο μπαρμπούνι. Ὁ Τιβέριος τρόμαξε, καθὼς ὁ ἄγνωστος τοῦ εἶπε ὅτι ἔφτασε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τοῦ νησιοῦ ὑπερπηδώντας ἀπότομα καὶ ἀπρόσιτα βράχια, καὶ διέταξε νὰ τρίψουν τὸ ψάρι στὸ πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ ψαρᾶ. Ὅταν κατὰ τὴ διάρκεια τῶν βασανιστηρίων ὁ ψαρὰς εὐχαριστοῦσε τὸν οὐρανὸ ποὺ δὲν εἶχε φέρει στὸν αὐτοκράτορα καὶ τὴ μεγάλη καραβίδα ποὺ εἶχε πιάσει, ὁ Τιβέριος διέταξε νὰ τοῦ χαλάσουν τὸ πρόσωπο καὶ μὲ τὴν καραβίδα» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 60).

«Δὲν περνοῦσε οὔτε μιὰ ἡμέρα χωρὶς  νὰ γίνει ἐκτέλεση, χωρὶς νὰ ἐξαιροῦνται οὔτε γιορτὲς οὔτε ἱερὲς ἡμέρες. Σκότωσε ἀνθρώπους ἀκόμα καὶ τὴν πρωτοχρονιά. Πολλοὶ κατηγορήθηκαν καὶ καταδικάστηκαν μαζὶ μὲ τὰ παιδιά τους… Ἀπαγορεύτηκε στοὺς συγγενεῖς τῶν θυμάτων νὰ τοὺς θρηνοῦν» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 61).

«Πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ καλοῦνταν σὲ ἀπολογία, αὐτοτραυματίζονταν στὸ σπίτι τους, θεωρώντας βέβαιη τὴν καταδίκη τους καὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφύγουν τὰ βάσανα καὶ τὶς ταπεινώσεις, ἐνῶ ἄλλοι ἔπιναν δηλητήριο μπροστὰ στὴ σύγκλητο. Τοὺς τραυματισμένους, ἀφοῦ τοὺς ἔδεναν τὶς πληγές, τοὺς ὁδηγοῦσαν μισοπεθαμένους καὶ μὲ σπασμοὺς στὴ φυλακή. Ὅσοι ἐκτελοῦνταν, πετάγονταν στὸ χῶρο τῶν Θρήνων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ γάντζους (σέρνονταν στὸν Τίβερη). Μιὰ ἡμέρα σύρθηκαν εἴκοσι πτώματα, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα γυναῖκες καὶ παιδιά».

«Ἐκεῖνοι ποὺ ἤθελαν νὰ πεθάνουν ἐξαναγκάζονταν νὰ ζήσουν, γιατὶ θεωροῦσε τὸ θάνατο πολὺ ἐλεφριὰ τιμωρία, κι ὅταν ἔμαθε πὼς κάποιο θύμα, ἕνας ὀνόματι Καρνοῦλος πρόλαβε νὰ πεθάνει, κραύγασε: «Μοῦ ξέφυγε ὁ Καρνοῦλος»».

«Ὅταν ἐπιθεωροῦσε κάποτε τὶς φυλακὲς καὶ κάποιος τὸν παρακάλεσε νὰ ἐπισπεύσει τὴ θανάτωσή του, τοῦ ἀπάντησε: «Δὲν ἔχω γίνει ἀκόμα φίλος σου»» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 61).

«Στὸ Κάπρι δείχνουν ἀκόμα τὸν τόπο τοῦ βασανιστηρίου, ἀπ’ ὅπου ἔβαζε νὰ πετοῦν μπρὸς στὰ μάτια του μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω στὴ θάλασσα ἐκείνους ποὺ καταδικάζονταν σὲ θάνατο ὕστερα ἀπὸ βασανιστήρια, ἐνῶ παράλληλα μιὰ ὁμάδα  ναυτῶν περίμεναν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ περισυλλέξουν τὰ πτώματα καὶ τοὺς ἔσπαζαν τὰ κόκκαλα μὲ τὰ κουπιὰ καὶ μὲ ναυτικοὺς γάντζους γιὰ νὰ εἶναι σίγουροι πὼς δὲν ἐπέζησε κανένας».

«Ἀνάμεσα στὰ διάφορα μαρτύρια ποὺ εἶχε ἐπινοήσει ἦταν καὶ αὐτό: ἐξαπατοῦσε τὰ θύματα καὶ τοὺς πότιζε πολὺ κρασί, ὁπότε ξάφνικὰ ἔδενε τὰ γεννητικά τους ὄργανα καὶ τοὺς ἄφηνε νὰ πρήζονται ἐξαιτίας τοῦ σχοινιοῦ καὶ τῆς κατακράτησης τῶν οὔρων» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 62).

«Ὅταν κάποτε θέλησε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἑλληνικὴ λέξη «μονοπώλιο», ζήτησε συγγνώμη ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ χρησιμοποιήσει ἕναν ξένο ὅρο. Ἄλλη μιὰ φορά, ὅταν διάβασε τὴν ἑλληνικὴ λέξη «ἔμβλημα» σὲ ἕνα ψήφισμα τῆς συγκλήτου, σύστησε νὰ ἀλλάξει καὶ νὰ ἀντιακτασταθεῖ ἀπὸ λατινική· καὶ ἂν δὲν βρισκόταν ὁ ἀντίστοιχος ὅρος, τότε νὰ γραφεῖ περιφραστικά. Σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση, ὅταν σὲ ἕναν στρατιώτη ζητήθηκε νὰ καταθέσει στὰ ἑλληνικά, ὁ Τιβέριους τοῦ ἀπαγόρευσε νὰ ἀπαντήσει ἑλληνικὰ ἀλλὰ μόνο λατινικά» (Σουετώνιος, Τιβέριος, 71).

Σημαντικό: Ὁ αὐτοκράτορας αὐτὸς ἔζησε στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ.

 

Τί λέει ὁ Σουετώνιος γιὰ τὸν Κλαύδιο:

«Ἕναν εὐηπόληπτο ἄνδρα, ἐξέχοντα πολίτη τῆς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπειδὴ ἀγνοοῦσε τὴ λατινικὴ γλώσσα, ὄχι μόνον τὸ διέγραψε ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀφαίρεσε τὸ δικαίωμα τοῦ Ρωμαίου πολίτη» (Σουετώνιος, Κλαύδιος, 16).

Αὐτούς, τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τοὺς λάτρευαν ὡς θεούς οἱ ἕλληνες Παγανιστὲς τῆς Ρωμαιοκρατίας καὶ τοὺς ἔχουν σὲ ἐκτίμηση οἱ ἕλληνες Νεοπαγανιστές.

 

Τί λέει ὁ Σουετώνιος γιὰ τὸν Νέρωνα:

Στὴν Ὀλυμπία, «Γιὰ νὰ σβήσει τὴ μνήμη ὅλων τῶν ἄλλων νικητῶν στὰ ἀγωνίσματα καὶ νὰ μὴν ἀφήσει ἴχνος ἐνθύμισής τους, διέταξε νὰ γκρεμίσουν τὰ ἀγάλματά τους καὶ τοὺς ἀνδριάντες τους καὶ ἀπέσυρε ἢ ἐξαφάνισε τὰ βιβλία ποὺ ἀναφέρονταν σὲ αὐτούς» (Σουετώνιος, Νέρων, 24).

«Μόλις νύχτωνε, φοροῦσε περούκα καὶ σκοῦφο καὶ γυρνοῦσε στὶς ταβέρνρες ἢ τοὺς δρόμους προκαλώντας ἐπεισόδια. Συνήθως χτυποῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γυρνοῦσαν στὸ σπίτι τους ἀπὸ τὰ γεύματα καὶ μαχαίρωνε ὅποιον τοῦ ἀντιστεκόταν πετώντας τον μετὰ στοὺς ὑπονόμους. Ἀκόμα ἔσπαζε τὶς πόρτες μαγαζιῶν και τὰ λεηλατοῦσε, ἔτσι ποὺ δημιούργησε στὰ ἀνάκτορά του μιὰ ὁλόκληρη ἀγορὰ μὲ τὰ κλεμμένα, ποὺ ἀφοῦ τὰ ταξινομοῦσε, τὰ πουλοῦσε σὲ δημοπρασία καὶ ὕστερα ἐπαναλάμβανε τὸ παιχνίδι» (Σουετώνιος, Νέρων, 26).

«Βίαζε ἀγόρια ἐλεύθερων οἰκογενειῶν καὶ ἀποπλανοῦσε παντρεμένες γυναῖκες. Διέφθειρε ἀκόμα καὶ τὴν Ἑστιάδα Παρθένο Ρουβρία» (Σουετώνιος, Νέρων, 28).

«Εὐνούχισε τὸ παιδὶ Σπόρο καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν κάνει γυναίκα του. Τέλεσε μαζί του, μὲ ὅλες τὶς τυπικότητες γάμο, μὲ προίκα καὶ νυφικὰ πέπλα καὶ τὸν ἐγκατέστησε στὸ σπίτι του, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος λαοῦ. Καὶ συμπεριφέρθηκε ἀπέναντί του σὰν νὰ ἦταν σύζυγό του» (Σουετώνιος, Νέρων, 28).

«Ντυνόταν τὸ δέρμα κάποιου ἄγριου ζώου, πεταγόταν ἔξω ἀπὸ ἕνα κλουβὶ καὶ ἐπετίθετο στὰ ἀπόκρυφα μέρη ἀντρῶν καὶ γυναικῶν ποὺ ἦταν δεμένοι σὲ στύλους» (Σουετώνιος, Νέρων, 29).

«Ὅταν συνευρισκόταν μὲ τὸν Δορυφόρο μιμοῦνταν τὶς φωνὲς καὶ τὰ κλάματα παρθένας ποὺ τὴν διαφθείρουν. …ἦταν ἀκλόνητα πεπεισμένος πὼς κανένας ἄνθρωπος δὲν ἦταν ἁγνὸς ἢ καθαρὸς στὸ σῶμα του, ἀλλὰ οἱ πιὸ πολλοὶ ἔκρυβαν τὰ βίτσια τους μὲ κάποιο πέπλο ποὺ ἔριχναν πάνω τους» (Σουετώνιος, Νέρων, 29).

«Λεηλάτησε πολλὰ ἱερὰ καὶ ἔλιωνε τὰ χρυσὰ καὶ ἀσημένια ἀναθήματα» (Σουετώνιος, Νέρων, 32).

Θανάτωσε τὴ μητέρα του. «Ὅταν ἔτρεξε νὰ δεῖ τὸ πτῶμα τῆς μάνας του ἔπιανε τὰ μέλη της, ἄλλα κατακρίνοντάς τα καὶ ἄλλα σχολιάζοντάς τα, καὶ τελικὰ δίψασε καὶ γύρεψε νὰ τοῦ δώσουν  νὰ πιεῖ». Ἐπίσης, δολοφόνησε τὴ θεία του (Σουετώνιος, Νέρων, 34).

«Γιὰ νὰ πάρει τὴ Μεσσαλίνα ἔσφαξε τὸν ἄντρα της Ἀττικὸ Οὐηστίνο, σὲ στιγμὴ ποὺ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπάτου» (Σουετώνιος, Νέρων, 35).

Τὴ γυναίκα του Ποππαία «τὴ σκότωσε μὲ κλοτσιές, ἐνῶ ἦταν ἔγκυος, ἐπειδὴ τοῦ γκρίνιαξε, ὅταν κάποιο βράδυ ἄργησε νὰ γυρίσει ἀπὸ τὸ ἱπποδρόμιο» (Σουετώνιος, Νέρων, 35).

«Διέταξε νὰ πνίξουν τὸν Ρούφριο Κρισπίνο, μωρὸ ἀκόμα, πρόγονό του καὶ γιὸ τῆς Ποππαίας. Τὴν ἐντολὴ…τὴν ἔδωσε…ἐπειδὴ τὸ παιδάκι ἔπαιζε στὰ παιχνίδια του τὸ στρατηγὸ καὶ τὸν αὐτοκράτορα»  (Σουετώνιος, Νέρων, 35).

Κάποιων στασιαστῶν «τὰ παιδιὰ ἐξορίστηκαν ἢ θανατώθηκαν μὲ ἀσιτία ἢ δηλητήριο» (Σουετώνιος, Νέρων, 36).

«Θανάτωσε τὸν Σαλβιδένιο Ὀρφίτο ἐπειδὴ εἶχε τρεῖς ταβέρνες στὴν Ἀγορά. Τὸν Κάσσιο Λογγίνο, ἕναν γέρο νομομαθή, ἐπειδὴ διατηροῦσε στὸ παλιό του σπίτι τὴ μάσκα τοῦ Γάιου Κάσσιου, τοῦ δολοφόνου τοῦ Καίσαρα. Τὸν Παῖτο Θρασέα, ἐπειδὴ εἶχε σκυθρωπὸ ὕφος ὡς παιδαγωγός. Παραχωροῦσε ἀναβολὴ μόνο λίγων ὡρῶν σὲ κείνους ποὺ διέτασσε νὰ αὐτοκτονήσουν, καί, γιὰ νὰ προλάβει πιθανὴ καθυστέρηση, τοὺς ἔστελνε γιατρό, ποὺ εἶχε ἐντολή, σὲ περίπτωση δισταγμοῦ, νὰ τοὺς περιποιεῖται ἐπιτόπου· αὐτὴ ἦταν ἡ ἔκφρασή του γιὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν φλεβῶν τους ὥστε νὰ ἐπέλθεο ὁ θάνατος. Ὑποστηρίζουν ἀκόμα ὅτι ἤθελε νὰ ρίχνει ζωντανοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς κατασπαράζει ἕνα τέρας γεννημένο στὴν Αἴγυπτο, ποὺ εἶχε τὴ συνήθεια νὰ τρώεει ὠμὸ κρέας καὶ ὅ,τι ἄλλο τοῦ ἔριχναν. Γεμάτος περηφάνια γιὰ τὶς τόσο λαμπρές του ἐπιτυχίες, δήλωσε: «Κανένας αὐτοκράτορας δὲν ἤξερε ὅλα ὅσα τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ κάνει»» (Σουετώνιος, Νέρων, 37).

«Ἔβαλε φωτιὰ καὶ ἔκαψε τὴ Ρώμη. Καί, παρόλο ποὺ πολλοὶ συγκλητικοὶ εἶδαν μέσα στὶς ἰδιοκτησίες τους δούλους τῶν ἀνακτόρων τοῦ Νέρωνα μὲ τοὺς δαυλοὺς στὸ χέρι, δὲν τόλμησαν νὰ τοὺς πιάσουν. … Οἱ φλόγες ἔκαιγαν τὴ Ρώμη γιὰ ἕξι ἡμέρες καὶ ἑφτὰ νύχτες, ὑποχρεώνοντας τὸ λαὸ νὰ ζητήσει καταφύγιο στὰ δημόσια μνημεῖα καὶ στοὺς τάφους. Ἔτσι, ἔξω ἀπὸ τὰ ἀμέτρητα κοινὰ σπίτια, οἱ φλόγες κατάφαγαν τὶς κατοικίες παλιῶν στρατηγῶν ποὺ ἦταν ἀκόμα διακοσμημένες μὲ τὰ τρόπαια τῶν ἐχθρῶν, ναοὺς τῶν θεῶν…» (Σουετώνιος, Νέρων, 38).

 

Βιτέλλιος: «Ὁ Ἀσιατικὸς ἦταν πολὺ νέος ὅταν ὁ Βιτέλλιος τὸν εἶχε σύρει σὲ ἀνήθικες σχέσεις. Ὕστερα ἐκεῖνος ἀηδιασμένος ἔφυγε, ἀλλὰ ὁ Βιτέλλιος τὸν ξανάπιασε στοὺς Πουτεόλους, ὅπου πουλοῦσε φτηνὰ κρασιά, καὶ τοῦ πέρασε ἁλυσίδες. Τὸν ἀπελευθέρωσε, ὅμως, σὲ λίγο, γιὰ νὰ τὸν κάνει ξανὰ ἐρωμένο του» (Σουετώνιος, Βιτέλλιος, 12).

Ὁ Βιτέλλιος «Ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν καταδίκασε σὲ θάνατο μὲ βασανιστήρια, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ πήγαινε νὰ τὸν χαιρετήσει, ἀλλὰ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔσερναν στὰ βασανιστήρια μετάνιωσε καὶ ἀνακάλεσε τὴ διαταγή. Ἔτσι ὅλος ὁ κόσμος ἐπευφήμησε τὴν ἐπιείκειά του. Καὶ τότε ὁ Βιτέλλιος δικαιολογήθηκε ὅτι δὲν τοῦ χάριζε τὴ ζωή, ἀλλὰ ἤθελε ἁπλῶς νὰ θανατωθεῖ μπροστά του. Ὅταν τὰ δύο παιδιὰ ἑνὸς ἄλλου προσπαθοῦσαν νὰ πετύχουν χάρη, τοὺς καταδίκασε νὰ Ὑποστοῦν τὸν ἴδιο μαρτυρικὸ θάνατο. Ὅταν ἕναν Ρωμαῖο ἱππέα, ποὺ κραύγαζε, ἐνῶ τὸν ἔσερναν γιὰ ἐκτέλεση ‘Σᾶς ὁρίζω κληρονόμο μου’, τὸν ὑποχρέωσε νὰ τοῦ δείξει τὴ διαθήκη του, ἀλλά, βλέποντας ὅτι ἄφηνε καὶ ἕναν ἀπελεύθερο του συκληρονόμο του, διέταξε νὰ τοὺς θανατώσουν καὶ τοὺς δύο. Διέτασσε τὴν ἐκτέλεση καὶ ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ, ἐπειδὴ ἁπλῶς εἶχεαν ἐκδηλωθεῖ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἐναντίον τῶν Γαλάζιων στὸν ἱππόδρομο, ἐπειδὴ πίστευε ὅτιπροσέβαλλαν τὸ πρόσωπό του. Ἰδιαίτερα σκληρὰ φερνόταν ἀπένταντι σὲ κείνους ποὺ τὸν σατίριζαν μὲ τὰ γραπτά τους» (Σουετώνιος, Βιτέλλιος, 14).

«…ἐπωφελούμενος ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σαβίνος καὶ οἱ ἄλλοι Φλάβιοι περιφέρονταν χωρὶς φόβο, τοὺς χτύπησε ξαφνικὰ καὶ τοὺς ἀπώθησε μέσα στὸ Καπιτώλιο, ὅπου καὶ τοὺς ἔκαψε βάζοντας φωτιὰ στὸ ναὸ τοῦ Βέλτιστου καὶ Μέγιστου Δία» (Σουετώνιος, Βιτέλλιος, 15)

 

Τί ἔκαναν οἱ στασιαστὲς ὁπαδοὶ τοῦ Βεσπασιανοῦ, στὸν Βιτέλλιο: «Τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια πίσω, τοῦ πέρασαν μιὰ θηλιὰ στὸ λαιμό, τοῦ ξέσκισαν τὰ ροῦχα καὶ ἔτσι μισόγυμνο τὸν ἔσυραν στὴν Ἀγορά, δέρνοντάς τον σ’ ὅλη τὴ διαδρομὴ τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ καὶ ρίχνοντας καταπάνω του ὅλες τὶς βρισιές: τοῦ τράβηξαν τὸ κεφάλι ἀπὸ τὰ μαλλιὰ πρὸς τὰ πίσω, ὅπως κάνουν τοὺς ἐγκληματίες, καὶ μὲ τὴ μύτη ἑνὸς ξίφους τοῦ σήκωσαν τὸ πηγοῦνι, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται τὸ πρόσωπό του καὶ νὰ μὴ σκύβει τὸ κεφάλι. Ἄλλοι τοῦ πετοῦσαν ἀκαθαρσίες καὶ λάσπες, ἄλλοι τὸν ἔβριζαν …. Τέλος, κοντὰ στὴ Σκάλα τῶν Θρήνων οἱ στρατιῶτες τὸν τσάκισαν μὲ σιγανὰ χτυπήματα καί, ὅταν τὸν ἀποτελείωσαν, ἔσυραν τὸ πτῶμα του μὲ γάντζο στὸν Τίβερη» (Σουετώνιος, Βιτέλλιος, 17).

 

Δομιτιανός «Τὸν πρῶτο καιρὸ μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο εἶχε τὴ συνήθεια νὰ ἀπομονώνεται γιὰ μερικὲς ὧρες τῆς ἡμέρας καὶ νὰ ἀσχολεῖται ἀποκλειστικὰ μὲ τὸ νὰ πιάνει μύγες καὶ νὰ τὶς τρυπάει μὲ μιὰ μυτερὴ βελόντα. Κι αὐτὸ τὸ βεβαιώνει, μὲ πνεῦμα, ὁ Βίβιος Κρίσπος, ποὺ ὅταν τὸν ρώτσαν ἂν βρίσκεται κανένας μαζὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα, εἶπε: «Κανένας, οὔτε μιὰ μύγα»» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 3).

«Ἐκτέλεσε ἕνα μαθητῆ τοῦ δασκάλου τῆς παντομίμας Πάρι, παρόλο ποὺ δὲν εἶχε γίνει ἀκόμα ἔφηβος καὶ ἀκριβῶς σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἦταν ἄρρωστος, ἐπειδὴ θύμιζε πολὺ τὸ δάσκαλό του» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 10).

«Θανάτωσε ἕνα πλῆθος συγκλητικῶν… Ὁ Αἴλιος Λαμίας θανατώθηκε γιὰ τὰ ἀστεῖα του, ποὺ κρίθηκαν ὕποπτα, ἐνῶ ἦταν πολὺ παλιὰ καὶ δὲν πρόσβαλλαν κανέναν. Γιατὶ ὁ Λαμίας, ποὺ ὁ Δομιτιανὸς τοῦ εἶχε ἁρπάξει τὴ γυναίκα, εἶχε ἀπαντήσει σὲ κάποιον ποὺ ἐπαινοῦσε τὴ φωνή του «Ἀσκῶ τὴν ἐγκράτεια»» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 10).

«Ὁ Σαλούστιος Λούκουλλος λεγάτος στὴ Βρετανία, θανατώθηκε ἐπειδὴ ἀνέχτηκε νὰ ὀνομάσουν λουκούλλειο ἕνα νέο τύπο λόγχης» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 10).

«Θανάτωσε τον Ἐλβίδιο τὸ Νεότερο μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι σὲ ἕναν κωμικὸ ἐπίλογο, κάτω ἀπὸ τὰ ὀνόματα τοῦ Πάρη καὶ τῆς Οἰνόνης, ἐπέκρινε τὸ δικό του διαζύγιο ἀπὸ τὴ Δομιτία» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 10).

«Θανάτωσε τὸν Φλάβιο Σαβίνο, ἕνα ἀπὸ τὰ δυό του ξαδέλφια, ἐπειδή, ὅταν ἐκλέχτηκε ὕπατος, ὁ ἐκφωνητὴς ἀπὸ λάθος, ἀντὶ νὰ τον ἀναγγείλει ὕπατο, τὸν ἀνάγγειλε αὐτοκράτορα»  (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 10).

«Γιὰ νὰ ἀνακαλύψει καὶ τοὺς πιὸ κρυφοὺς συνενόχους τοῦ Ἀντωνίου, ἐφάρμοσε τρομερὰ βασανιστήρια στὰ μέλη τῆς ἀντίπαλης παράταξης. Τοὺς ἔκαιγε τὰ γεννητικὰ ὄργανα, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν συνενόχους. Ἔκοψε ἀκόμα καὶ τὰ χέρια μερικῶν» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 10).

«Τὴν παραμονὴ τῆς σταύρωσης τοῦ θησαυροφύλακά του, τὸν κάλεσε στὸ δωμάτιό του, τὸν ὑποχρέωσε νὰ καθίσει πάνω στὸ κρεβάτι του, δίπλα του, καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγει χαρούμενος, σίγουρος ὅτι δὲν κινδύνευε» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 11).

Ὅμοια μὲ τοὺς προηγούμενους ἅρπαγες πολυθεϊστὲς αὐτοκράτορες, «Δήμευε τὶς περιουσίες ἀκόμα καὶ τῶν ἄσχετων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, ἂν παρουσιαζόταν καὶ μία μόνο μαρτυρία ποὺ νὰ ἔλεγε ὅτι ἄκουσε τὸ μακαρίτη νὰ λέει, ὅταν ἦταν ζωντανός, ὅτι ἄφηνε κληρονόμο τὸν καίσαρα» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 12).

«Καταδίκασε σὲ θάνατο μὲ βασανιστήρια τὸν Ἐπαφρόδιτο, τὸν ἰδιαίτερο γραμματέα του, ἐπειδὴ ἔλεγαν ὅτι βοήθησε τὸν Νέρωνα νὰ αὐτοκτονήσει, ὅταν ὅλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 14).

«Καταδίκασε σὲ θάνατο μὲ ἐλάχιστες ὑποψίες καὶ ἐνῶ ἀσκοῦσε τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπάτου τὸν ξάδερφό του Φλάβιο Κλήμεντα» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 15).

Ἡ κόρη τοῦ ἀδερφοῦ του «ὅταν ἔχασε τὸν πατέρα της καὶ τὸν ἄντρα της, ἔδειξε τέτοιο πάθος γι’ αὐτήν, ποὺ προκάλεσε τὸ θάνατό της, ὑποχρεώνοντάς την νὰ κάνει ἔκτρωση ἀφοῦ τὴν εἶχε καταστήσει ἐγκυο» (Σουετώνιος, Δομιτιανός, 22).

«Ὁ βασιλιὰς θεώρησε καλὸ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀμπέλια στὴν Ἀσία, ἐπειδὴ ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη πὼς τὸ κρασὶ ὁδηγεῖ σὲ ἐπαναστάσεις, καὶ ἤθελε νὰ ξεριζωθοῦν τὰ ἤδη φυτεμένα καὶ νὰ μὴ φυτευτοῦν ἄλλα. Ἦταν ἀνάγκη λοιπὸν νὰ σταλεῖ μιὰ πρεσβεία…. Ὄχι μόνο ἐπιτράπηκε ξανὰ τὸ φύτεμα τῶν ἀμπελιῶν, ἀλλὰ ἐπίσης ὁρίστηκε ἡ ἐπιβολὴ προστίμου σὲ ὅσους δὲν φύτευαν» (Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστῶν, 1.21.6)

 

Ὁ «καλὸς» Αὔγουστος «Διάλεξε τριακόσιους αἰχμαλώτους ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ἱππέων καὶ τῶν συγκλητικῶν καὶ τοὺς πρόσφερε θυσία στὶς Εἰδὲς Μαρτίου (ἐπέτειο τῆς δολοφονίας τοῦ Καίσαρα) στὸ βωμὸ τοῦ θεοποιημένου Καίσαρα» (Σουετώνιος, Αὔγουστος, 15). «Τὸν μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἀντώνιου ἀπὸ τὴ Φουλβία, τὸν ἔσυρε ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ θεοποιημένου Καίσαρα, στὸ ὁποῖο εἶχε καταφύγει, καὶ παρὰ τὰ μάταια παρακάλια του γιὰ συγγνώμη, διέταξε νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἐπίσης τὸν Καισαρίωνα…ἔστειλε νὰ τὸν καταδιώξουν καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν θανάτωσαν» (Σουετώνιος, Αὔγουστος, 17).

(Οἱ μεταφράσεις εἶναι τῶν  Λ.Μ. Τρομάρα καὶ Π. Ροδάκη)

 

Καὶ τρεῖς αὐτοκράτορες τοῦ 3ου αἰώνα, ὁ Καρακάλλας, ὁ Αὐρηλιανὸς καὶ ὁ Διοκλητιανός. Ἰδοὺ πῶς φέρθηκαν οἱ παγανιστὲς Αὐτοκράτορες στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴ δεύτερη μεγαλύτερη πόλη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας:

Οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἀστειεύθηκαν σὲ βάρος τοῦ Καρακάλλα γιὰ κάποιες πράξεις του (μεταξὺ ἄλλων, τὴ δολοφονία τοῦ ἀδερφοῦ του). Γι’ αὐτό,  ὁ Καρακάλλας τὸ 215 κατέσφαξε ἀναρίθμητους Ἀλεξανδρινούς, καὶ ἔγραψε στὴ Σύγκλητο ὅτι δὲν εἶχε σημασία πόσοι ἢ ποιοὶ Ἀλεξανδρινοὶ πέθαναν, ἀφοῦ ὅλοι ἄξιζαν αὐτὴ τὴ μοίρα. Μάλιστα, ἔγραψε ἐπίσης στὴ Σύγκλητο ὅτι ἔκανε τελετὴ καθαρμῶν, τὴ ἴδια στιγμὴ ποὺ κατέσφαζε τοὺς Ἀλεξανδρινούς. Ὁ Καρακάλλας ἀρχικὰ ἀνακοίνωσε στοὺς Ἀλεξανδρινοὺς ὅτι ἤθελε νὰ σχηματίζει μιὰ φάλαγγα ἀποτελούμενη ἀπὸ νέους τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἔτσι, συγκεντρώθηκαν στὸ Γυμνάσιο τῆς πόλης οἱ νέοι τῆς Ἀλεξάνδρειας, κι ὁ αὐτοκράτορας τοὺς χαιρέτισε. Κατόπιν, μυστικὰ περικύκλωσε τὸ χῶρο μὲ τὸ στρατό, καὶ ἀποσύρθηκε μὲ τὴν προσωπική του φρουρὰ ἀπὸ ἐκεῖ, δίνοντας ἀπὸ τὸ Σεραπεῖο (ὅπου διέμενε) διαταγὲς ἐξολόθρευσης τῶν κατοίκων. Μὲ ἕνα σύνθημα, οἱ στρατιῶτες του κατέσφαξαν τὰ ἀγόρια τῆς Ἀλεξάνδρειας. Αὐτὰ λέει ὁ Ἡρωδιανός. Ἡ σφαγὴ στὴν Ἀλεξάνδρεια, σύμφωνα μὲ τὸν Δίωνα Κάσσιο ἀλλὰ καὶ τὴν Historia Augusta (ἔκδ. H. Hohl, 13.6.2: “magnam caedem Alexandreae fecit”), δὲν τερματίστηκε μὲ τὴν ἐκτέλεση τῶν νέων, ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε σὲ ὅλη τὴν Ἀλεξάνδρεια. Μαζὶ μὲ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς σφάχτηκαν καὶ ὅσοι ξένοι ἔτυχε νὰ βρίσκονται στὴν πόλη. Οἱ σφαγὲς γίνονταν σὲ κάθε μέρος τῆς πόλης, μέρα καὶ νύχτα («τῆς τε γὰρ πόλεως μεγάλης οὔσης, καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν πάσῃ ἅμα αὐτῇ καὶ νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν φονευομένων»). Σύμφωνα μὲ τὸν Δίωνα Κάσσιο, οἱ σφαγὲς διήρκεσαν μέρες καὶ νύχτες («τῶν μιαιφονιῶν … νυξὶ καὶ ἡμέραις»). Οἱ δολοφονημένοι πετάγονταν σὲ βαθεῖς λάκκους («ὠρύγματα μέγιστα» κατὰ τὸν Ἡρωδιανό, «τάφρους βαθείας» κατὰ τὸν Δίωνα Κάσσιο) ποὺ εἶχαν σκαφτεῖ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτόν· οἱ λάκκοι αὐτοὶ γέμιζαν γρήγορα. Σὲ αὐτοὺς θάβονταν ἀκόμη καὶ ἡμιθανεῖς καὶ τραυματισμένοι («πολλοί τε καὶ ἡμιθνῆτες…ἔτι καὶ ἄτρωτοι συνεχώσθησαν»), λέει ὁ Ἡρωδιανός, ὁ ὁποῖος συμπληρώνει ὅτι τέτοια ἦταν ἡ ἔκταση τῶν σφαγῶν ὥστε οἱ ἀκτὲς γύρω ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὁ Νεῖλος κοκκίνισαν ἀπὸ τὰ ποτάμια αἵματος («ἐγένετο φόνος ὡς ῥείθροις αἵματος διὰ τοῦ πεδίου τάς τε ἐκβολὰς τοῦ Νείλου μεγίστας οὔσας τόν τε περὶ τὴν πόλιν αἰγιαλὸν πάντα φοινιχθῆναι»). Ὁ πλοῦτος τῆς Ἀλεξάνδρειας μερικῶς λεηλατήθηκε καὶ μερικῶς καταστράφηκε («Τῶν δὲ χρημάτων τὰ μὲν διηρπάσθη τὰ δὲ διεφθάρη»). Ἀκόμα καὶ μερικοὶ ναοὶ τῆς Ἀλεξάνδρειας λεηλατήθηκαν («καὶ ἱερά τινα ἐσυλήθη»). Κατόπιν, ὁ Καρακάλλας διέταξε τὴν κατάργηση τῶν θεαμάτων καὶ τῶν σισσιτίων γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια, καθὼς καὶ τὴ διαίρεση τῆς πόλης μὲ τεῖχος, μὲ φρούρησή του ὥστε κανεὶς ἀπὸ τὸ ἕνα τμῆμα τῆς Ἀλεξάνδρειας νὰ μὴν εἰσέρχεται στὸ ἄλλο. Οἱ στρατιῶτες ποὺ ἔσφαξαν τοὺς Ἕλληνες τῆς Ἀλεξάνδρειας ἀμείφθηκαν πλουσιοπάροχα (Δίων Κάσσιος, 78.22-23. Ἡρωδιανός, Τῆς μετὰ Μᾶρκον βασιλείας Ἱστοριῶν, 4.9.2-8, ἔκδ. I. Bekker, Herodiani ab excessu divi Marci libri octo, Leipzig 1855, 113.5-114.28).

Τὸ 272, ὁ πολυθεϊστὴς αὐτοκράτορας Αὐρηλιανὸς κατέπνιξε τὴν ἀνταρσία τοῦ Φίρμου στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐπιχειρήσεων πολιόρκησε τὴν Ἀλεξάνδρεια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταστρέψει τὰ τείχη της καὶ τὴν περιοχὴ τοῦ Βρουχείου (ΒΑ τμῆμα τῆς πόλης, δίπλα στὸν ἀνατολικὸ λιμένα), στὴν ὁποία βρισκόταν τὸ Μουσεῖο καὶ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἑκατὸ χρόνια ἀργότερα, τόσο ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνας (PG 43, 239-250) ὅσο καὶ ὁ Ἀμμιανὸς Μαρκελλίνος (22.16.15) ἀναφέρονται στὴν τοποθεσία αὐτὴ ὡς ἐρημωμένη: «καὶ ἔστι τοῦτο τῆς αὐτῆς πόλεως, ἔρημον τανῦν ὑπάρχον».

Τὸ 298, ὁ Διοκλητιανὸς πολιόρκησε τὴν Ἀλεξάνδρεια ἡ ὁποία εἶχε στασιάσει. Ὅταν τὴν κατέλαβε ἀκολούθησε ἕνα φρικιαστικὸ ὄργιο σφαγῶν. Ὁ Διοκλητιανὸς ἔκαψε τὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ εἰσῆλθε στὴν πόλη μὲ τὸ ἄλογό του, τὸ ὁποῖο σκόνταφτε πάνω σὲ σοροὺς πτωμάτων. Τὸ αἷμα ἔφτασε ἕως τὰ γόνατα τοῦ ἀλόγου του: «Παραλαβὼν δὲ Ἀλεξάνδρειαν ἐνέπρησεν αὐτήν· εἰσῆλθεν δὲ ἐν αὐτῇ ἔφιππος, τοῦ ἵππου αὐτοῦ περιπατοῦντος ἐπάνω τῶν λειψάνων. Ἦν δὲ κελεύσας τῷ ἐξπεδίτῳ μὴ φείσασθαι τοῦ φονεύειν, ἕως οὗ ἀνέλθῃ τὰ αἵματα τῶν σφαζομένων ἕως τὸ γόνυ τοῦ ἵππου οὗ ἐκάθητο» (Μαλάλας, 41, ἔκδ. I. Thurn 238.37-40). Κι ὁ Σουίδας γράφει: «Προγραφαῖς τε καὶ φόνοις τῶν ἐπισήμων ἐπῆλθε τὴν Αἴγυπτον» (λήμμα Διοκλητιανός). Στὴν ὑπόλοιπη Αἴγυπτο, ὁ Διοκλητιανὸς ἐκθεμελίωσε τὴν πόλη Κόπτο.

Θυμάστε τὸν χριστιανὸ Θεοδόσιο Α΄ ποὺ κατηγορεῖται γιὰ τὴ σφαγὴ στὸν Ἱππόδρομο τῆς Θεσσαλονίκης; Φυσικά, ἀφοῦ κάθε τόσο σᾶς τὴν τσαμπουνᾶνε ὡς παράδειγμα «χριστιανικῆς βαρβαρότητας». Ὅμως κανεὶς δὲν ἀναφέρει τὴν καταστροφὴ τῆς μεγαλύτερης ἑλληνικῆς πόλης τῆς Ἀρχαιότητας ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους Εἰδωλολάτρες τὸν 3ο μ.Χ. αἰώνα. Γιατί; Γιατὶ τὴ διέπραξαν Εἰδωλολάτρες καὶ ὄχι Χριστιανοί· νά γιατί. Θέλει καὶ ρώτημα; Ξέρει κανεὶς κάτι, ἔστω ἀμυδρά, γιὰ τὴν σφαγὴ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀλεξάνδρειας; Ἢ μήπως συζητιέται πολὺ ἡ ἰσοπέδωση τῆς Ἀθήνας καὶ τοῦ Πειραιᾶ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους Ἐθνικοὺς τοῦ Σύλλα; Οἱ δυὸ σπουδαιότερες πόλεις τῆς Ἀρχαιότητας (Ἀθήνα-Ἀλεξάνδρεια) καταστράφηκαν ἀπὸ Εἰδωλολάτρες, καὶ ὁρισμένοι κατηγοροῦν τὸ Βυζάντιο καὶ τὸν Χριστιανισμὸ ὅτι κατέστρεψε τὸν Ἑλληνισμό.

Δὲν ἔχει νόημα, γιὰ ἀντίκρουση τῶν παραπάνω, ἡ μνεία κάποιων λιγοστῶν «σωφρόνων» πολυθεϊστῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως τοῦ παιδόφιλου Ἁδριανοῦ καὶ τοῦ χριστιανομάχου ἐστὲτ Μάρκου Αὐρήλιου. Ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ ἀνηθικότητα τῶν παγανιστῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ κανόνας, καὶ τὸ ἀντίθετο ἦταν ἡ ἐξαίρεση.

Οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες θέσπισαν νόμους ὑπὲρ τῶν πολλῶν καὶ τῶν ἀδικημένων. Μέτρα ὑπὲρ τῶν φυλακισμένων (C.Th, 9.3.1), ὑπὲρ τῶν παιδιῶν (C.Th. 5.9.1· 11.27.1)· ὑπὲρ τῶν δούλων (C.Th. 2.25.1· 4.7.1· 4.12.2· 9.12.1· 9.12.2· 9.40.2· CJ. 9.14.1)· ὑπὲρ τῶν φορολογούμενων (C.Th., 10.1.4-5· 10.8.3· 8.1.4· 11.1.19)· ὑπὲρ τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν (C.Th. 1.22.1-2 καὶ 5)· τῶν γεωργῶν (C.Th. 11.24.2· C.J. 11.48.5)· κατὰ τῶν «Δυνατῶν» (C.Th. 9.33.1), καὶ ἀντίστοιχα νομοθετοῦσαν καὶ κατὰ τὶς μεταγενέστερες περιόδους τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας. Κατ’ ἐπανάληψη, χάριζαν χρέη σὲ ἐπαρχίες, θέσπισαν σύστημα παροχῶν στοὺς φτωχούς, προστάτευαν τοὺς πολίτες ἀπὸ τὶς καταχρήσεις τῆς διοικητικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἐξουσίας κ.ο.κ. Οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες εἶναι, ὅπως σωστὰ τὰ Συντάγματα τοῦ 1821 τοὺς ἀποκαλοῦν, «Οἱ ἀείμνηστοι ἡμέτεροι χριστιανοὶ αὐτοκράτορες τῆς Ἑλλάδας».

Οἱ παγανιστὲς Αὐτοκράτορες διέπραξαν ἐγκλήματα ἀνήκουστα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνο δὲν ἔπραξαν ἀλλὰ οὔτε κἂν σκέφτηκαν οἱ Βυζαντινοὶ Χριστιανοὶ Αὐτοκράτορες. Ὄχι μία φορὰ ἀλλὰ ἀναρίθμητες, οἱ Εἰδωλολάτρες Αὐτοκράτορες δολοφονοῦσαν τοὺς πιὸ στενοὺς συγγενεῖς τους (πατέρα, μητέρα, γιαγιά, ξαδέρφια, ἀδέρφια, παιδιά τους)· βίαζαν ἀνηψιές τους, τὶς ἀνάγκαζαν νὰ κάνουν ἔκτρωση· ὄντας παιδόφιλοι ἀσελγοῦσαν ἐμετικὰ ἀκόμη καὶ σὲ νήπια, σκότωναν ἀκόμη καὶ παιδάκια. Σκότωναν ἀκόμη καὶ ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῆς Ρώμης γιὰ μιὰ ἁπλὴ κουβέντα τῶν τελευταίων, καὶ τοὺς βασάνιζαν μὲ ἀνήκουστο τρόπο. Οἱ πολυθεϊστὲς Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες σκότωναν γιὰ καθαρὴ εὐχαρίστηση ὅποιον εὕρισκαν μπροστά τους, βασάνιζαν γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα. Εὐνούχιζαν καὶ βίαζαν τοὺς ὑπηρέτες τους. Πέταγαν στὰ θηρία γιὰ πλάκα ὅποιον δὲν τοὺς ἄρεσε ἡ μούρη του· κυριολεκτικά. Δειπνοῦσαν καὶ ταυτόχρονα παρακολουθοῦσαν βασανιστήρια ἀθώων ἀνθρώπων, ὅπως ἐμεῖς βλέπουμε ἀσπρόμαυρες ἑλληνικὲς ταινίες τρώγοντας. Ὁ Μεσαίωνας ὠχριᾶ σὲ ἀπανθρωπιὰ μπροστὰ στὴν Ἀρχαιότητα.

Καὶ θὰ δακτυλοδείξουν ἐπικριτικὰ τοὺς Βυζαντινοὺς Αὐτοκράτορες ποιοί; Οἱ θαυμαστὲς τῶν παραπάνω πολυθεϊστῶν Αὐτοκρατόρων;

Λένε μερικοὶ (κι ἐγώ) ὅτι οἱ Νέοι Χρόνοι μᾶς εἶπαν ψέμματα προκειμένου νὰ μᾶς σώσουν ἀπὸ κάτι ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν χρειαζόταν σωτηρία. Ἀπὸ τὴν μεριὰ τῶν Νέων Χρόνων ὅμως, τὸ πράγμα ἑρμηνεύεται διαφορετικά: Προκειμένου νὰ μᾶς σώσουν οἱ Νεοτερικοὶ ἀπὸ τὸ Μεσαίωνα, ἔ, τὸ ἀντίτιμο γιὰ τὴ σωτηρία αὐτὴ ἦταν νὰ μᾶς ποῦν καὶ λίγα ψέμματα· καὶ τί εἶναι λίγα ψεμματάκια μπροστὰ στὴν προσφορὰ μιᾶς τόσο τεράστιας ὑπηρεσίας;

Ἡ πολυθεϊστικὴ ἐποχὴ πρὶν ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὸν ἑλληνο-ρωμαϊκὸ κόσμο, τὴν ὁποία οἱ μὴ Χριστιανοὶ καὶ ἡ σημερινὴ Δύση θαυμάζουν, καὶ τὴν ὁποία ἐξυμνοῦν καθυβρίζοντας τὸ Βυζάντιο, εἶναι συγκρίσιμη μόνο μὲ τὸ Ἰσλὰμ ὅσον ἀφορᾶ τὴν σαρκολατρεία, τὴν ἐξύμνηση τῆς ἐξουσιαστικῆς βίας καὶ τὸν μισογυνισμό. Ἄλλωστε, τόσο οἱ Εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ οἱ Μουσουλμάνοι πολέμησαν τὸν Χριστιανισμό. Γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα, παρατηροῦμε τὸν «πολιτισμένο κόσμο» νὰ ἐξυμνεῖ τὸ Ἰσλὰμ καὶ νὰ γοητεύεται ἀπὸ τὶς μαντῆλες του, καὶ ταυτόχρονα νὰ μὴ δίνει δεκάρα τσακιστὴ γιὰ τὶς διώξεις τῶν Χριστιανῶν στὴν Αἴγυπτο, τὴ Μ. Ἀνατολὴ καὶ ἀλλοῦ. Γιατὶ τοὺς ἑνώνει τὸ ἴδιο μίσος, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Γαλέριου καὶ τοῦ Ὀμάρ («Οὔμαρου» τοῦ ἅγιου Θεοφάνη), ποὺ τὸν 7ο αἰ. γκρέμιζε ἐκκλησίες καὶ σταυρούς. Ὑπάρχει μιὰ ὑπόγεια (ὄχι καὶ τόσο ὑπόγεια -εἶναι ἡ ἀλήθεια-, πλέον) συγγένεια καὶ συμπάθεια μεταξὺ τῆς μὴ χριστιανικῆς Δύσης καὶ τοῦ Ἰσλάμ.

Καὶ ποιοὶ ἦταν βέβαια ἐκεῖνοι πού, πρῶτοι στὴ Ρωμαϊκὴ Ἱστορία, λύγισαν τὴ θέληση τῶν πολυθεϊστῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων παρὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν; Οἱ Χριστιανοὶ Μάρτυρες. Ἐνῶ προηγουμένως ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι, ἀριστοκράτες, φιλόσοφοι, καὶ τὸ πόπολο, ἔτρεμαν γιὰ τὸ σαρκίο τους μπροστὰ στὰ βασανιστήρια τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα, οἱ Χριστιανοὶ κατέρριψαν τὸ ἐπιχείρημα τῆς βίας. Τὸ γελοιοποίησαν ἀναγκάζοντας τοὺς Αὐτοκράτορες καὶ τοὺς Παγανιστὲς νὰ ὑποχωρήσουν ἀπὸ προαιώνιες (καὶ παράλογες) παραδόσεις καὶ ἀξιώσεις. Τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων ἦταν ὁ σπόρος τῆς Ἐκκλησίας (Τερτυλλιανός, Apologeticus, 50).

Advertisements
This entry was posted in Αρχαιότητα, Ρωμαίοι, θρησκεία and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Οἱ πολυθεϊστὲς Ρωμαῖοι Αὐτοκράτορες: «θεοὶ» ἢ τέρατα;

  1. Ο/Η Αλάστωρ λέει:

    Μπορείτε να αναφέρετε ένα παράδειγμα επιστήμονα ο οποίος, συγκρίνοντας Ρωμαίους και Βυζαντινούς αυτοκράτορες, να χαρακτηρίζει τους πρώτους φιλάνθρωπους σε σχέση με τους δεύτερους;

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η Χρονογραφίες λέει:

      Σήμερα, ἀφενὸς ἡ τάση νὰ ἐξυμνεῖται ἡ ρωμαϊκὴ περίοδος σὲ σχέση μὲ τὴ ἄμεσα ἑπόμενη βυζαντινὴ εἶναι περιορισμένη. Ἀφετέρου ὅμως, ἡ τάση αὐτὴ παραμένει κυρίαρχη στὴ λαϊκὴ καὶ ἐκπαιδευτικὴ κουλτούρα, ἔπειτα ἀπὸ δύο αἰώνων ἀποφάνσεις τῶν τοτινῶν ἐπιστημόνων. Ὑπῆρξαν κάποτε, ἐπιστήμονες ποὺ θεωροῦσαν ἐποχῆ βαρβαρότητας τὸ Βυζάντιο καὶ εὐτυχέστερη ἐποχὴ τῆς Ἀνθρωπότητας τὸν παγανιστικὸ 2ο μ.Χ. αἰ.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s