παραδοσιακά

Ἐπειδὴ εἴπαμε ὅτι ἡ Ἑλλάδα ὡς ἔθνος-χῶρος ἔχει διόμιση χιλιετίες ἱστορία διαχωρισμοῦ μεταξὺ λόγιων καὶ λαϊκῶν ἀνθρώπων, ποὺ ζοῦσαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον σὰν σὲ τελείως χωριστὰ γκέτο, τί ἀπομένει ἀπὸ τὴν μὴ λόγια παράδοση, τοῦ χωριοῦ: Καταρχάς, κάποτε τὰ χωριὰ εἶχαν μιὰ κάποια αὐτόνομη λόγια παράδοση, μὲ «ἑλληνικὰ σχολεῖα», «γυμνάσια» καὶ «παρθεναγωγεῖα»: Αὐτὴ καταστράφηκε γιὰ πάντα. Οἱ ἔνοχοι γιὰ αὐτὰ εἶναι γνωστοί, ἀπὸ τὸν Ἐμφύλιο καὶ τὶς δεξιὲς ἀμερικανιὲς ἕως τὸν Ἀνδρέα, τὸν Ἐκσυγχρονισμὸ καὶ τὸν «Καποδίστρια». Ἡ Ἱεραρχία καὶ ἡ Παράδοση εἶναι ἀντικειμενικὰ ἀλάνθαστοι ὁδοδεῖκτες (παρὰ τὴν σκληρότητα κάποιων πτυχῶν τους), καθὼς ὁ τύπος ἀντικειμενικὰ σώζει τὴν οὐσία, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὲς ἀπέμεινε μιὰ παρέλαση ξοάνων, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία φορᾶ τὰ καλά του στὶς καλοκαιριάτικες γιορτὲς καὶ ἀνταμώματα στὸ χωριό. Ἡ ἴδια ἡ κοινότητα, ἐνῶ δὲν ἦταν ποτὲ κάτι τὸ μονοκόμματο, ὅπως τὸ ἑλληνορθόδοξο ἀφήγημα θέλει (εἶχε ἕνα μεγάλο εὖρος ἀποκλινουσῶν συμπεριφορῶν), ἔχει διαλυθεῖ: Ἀφενὸς οἱ ἄσχετοι τύποι ποὺ κατακλύζουμε τὰ χωριὰ ξέρουμε 3-4 συγγενεῖς σὲ ἕνα θέατρο ἀγνώστων μακρινῶν συγγενῶν· ἀφετέρου τὰ διάφορα ἐντόπια ζούζουλα, ψεκαγανακτισμένα ἢ μή, νομίζουν ὅτι δραστηριοποιοῦνται παράγοντας πολιτισμὸ ἢ μοντερνιὰ καὶ καινοτομία (ὅπως ἐπὶ Ἐκσυγχρονισμοῦ διαλαλοῦσαν τὴν δυνατότητα τῆς ἐπαρχίας «νὰ ξοδέψει»), χωρὶς βέβαια νὰ ἔχουν ψάξει τί καθιστοῦσε τὸ χωριό τους σὲ παλιότερες ἐποχὲς πλούσιο καὶ μὲ πολιτισμό, π.χ. τί παρῆγε, τί ἐμπορευόταν, τί σπίτια ἔκτιζε κ.ο.κ. Ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες, θὰ μποροῦσε νὰ ἀναδειχτεῖ ἡ ὅποια παράδοση ὑφίσταται, σὲ ἀντίθεση βέβαια μὲ ὅ,τι νομίζουν οἱ φυλετικὰ ἀνάμεικτοι* (ἀθηναϊστὲς Ἕλληνες μὲ πολιτισμὸ αὐτὸν τῶν σειρῶν τοῦ MEGA), οἱ λόγῳ τῆς ἰδιαίτερής τους καταγωγῆς (χωρὶς πραγματικὰ χωριά)* ἰδεολογικὰ ἀδιάφοροι ἕως ἐχθρικοὶ γιὰ τὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα (ἀπ’ ὅπου κατάγεται ὁ κύριος ὄγκος τῶν Ἑλλήνων), καὶ οἱ δεδηλωμένοι ἐχθροὶ τῆς παράδοσης. Ἂς ποῦμε, ὅσοι ἔχουν περάσει τὰ παιδικὰ καλοκαίρια τους στὰ χωριά τους κι ὄχι σὲ διακοπὲς στὰ νησιά, καὶ κατόπιν ὡς φοιτητὲς δὲν γλένταγαν στὰ μπουζούκια (ἢ τὶς ροκιές) τοῦ Μ. Σαββάτου στὴν πόλη -μὴ χάσουν- γιὰ νὰ ἔρθουν κατόπιν ξυνο-νυσταργοπορημένοι μεσημέρι Κυριακῆς τοῦ Πάσχα καὶ νὰ φᾶνε μπιφτεκάκι καὶ σνίτσελ (τὸ ἀρνὶ τοὺς χαλᾶ τὸ στομάχι, ὡς βαριὰ βλάχικο), καταλαβαίνουν πολὺ καλύτερα τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει.

*Προφανῶς, ἀναφέρομαι μόνο σὲ τμῆμα, μεγάλο ὅμως, τῆς κατηγορίας αὐτῆς.

 

Advertisements
This entry was posted in παράδοση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s