Γυναῖκες ἀπελευθερωμένες: ἡ λαϊκιὰ ὄψη τοῦ βαμπιρισμοῦ

Ἂν κάτι κατάφερε ἡ σεξουαλικὴ ἀπελευθέρωση καὶ ἡ  πολιτιστικὴ ἐπανάσταση τοῦ ’60 γιὰ τὶς γυναῖκες ἦταν νὰ τὶς φορτώσει μὲ ἀκόμη βαρύτερες εὐθύνες καὶ ρόλους: Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἁπλῶς «δωρεὰν πόρνες» (χρησιμοποιῶ τὶς ἀξιολογικὲς κρίσεις τοῦ Ἀντιεξουσιασμοῦ καὶ τοῦ Φεμινισμοῦ), πλύστρες καὶ νταντάδες, μετὰ τὸ 1960 ἦταν ὄχι μόνο δωρεὰν πόρνες, πλύστρες καὶ νταντάδες ἀλλὰ καὶ μοντέλα ὑποχρεωτικὰ ὣς τὰ 50 τους, καθὼς καὶ ἀναμενόμενα, ἤτοι ὑποχρεωτικά, συνεισφέρουσες στὸ οἰκογενειακὸ εἰσόδημα. Τὸ τίμημα τῆς Ἐλευθερίας ἦταν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι λεπτὲς κι ἀδύνατες σὰν εἰκοσάρες στὰ 45 τους, καὶ νὰ συνεισφέρουν στὸ σπίτι λεφτά -ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αὐτονόητη ἀπαίτηση (ἀνδρική, κοινωνική, καὶ τῆς μαμᾶς τους) νὰ πλένουν, νὰ μαγειρεύουν, νὰ νταντεύουν καὶ νὰ εἶναι σεξουαλικὰ δεμένες μὲ τὸν ἄντρα τους. Τὸ ἀντιεξουσιαστικὸ κίνημα, ὁ φεμινισμὸς καὶ ὁ προοδευτισμὸς ἦταν (εἰδικὰ ὅταν τὸ ἀρνιόντουσαν ὅτι εἶναι, μὲ δυσώδεις ἀστειότητες ὅπως οἱ ἀξύριστες γυναικεῖες μασχάλες) οἱ μεγαλύτεροι σπόνσορες τῶν γυναικείων γυμναστηρίων καὶ τῶν ἑταιρειῶν καλλυντικῶν γιὰ τὶς ἀγχωμένες σαραντο-πενηντάρες ποὺ πλέον φοβόντουσαν μήπως τὶς ποῦν παλιόγριες, θεῖτσες καὶ βρωμόχοντρες μουστακαλοῦδες. Γιατὶ δὲν ἦταν ἡ ἀξία ποὺ εἶχε ἡ γυναίκα, ὡς σύμβολο τῆς ἡδονῆς, αὐτὸ ποὺ ἀμφισβήτησε  ὁ ἀντιεξουσιασμός (εἰδάλλως, θὰ ἦταν χριστιανικὸς ἀσκητισμός), ἀλλὰ ἡ κατοχή του ἀπὸ τὸν ἄντρα. Ἡ ψυχούλα τῶν ἐπιτέλους ἐλεύθερων γυναικῶν ἔτρεμε μήπως τὶς κατηγορήσουν γιὰ τὸ ὅτι δὲν εἶναι ὑπεράνθρωποι: καὶ αἰώνια νέες, & ἐπιτυχημένες οἰκονομικά, & μὲ παιδιά.

Ἡ λύση ἦταν, ἀναμενόμενα, μία: Νὰ παρατήσουν οἱ γυναῖκες τὸ ρόλο τῆς δωρεᾶν μαμᾶς-νταντᾶς, τῆς μαγείρισσας καὶ τῆς δεμένης σεξουαλικὰ (καὶ τζάμπα) μὲ ἕναν ἄντρα, ἢ νὰ τὸν περιορίσουν σὲ μεγάλο βαθμό. Αὐτὴ ἡ τάση ἀφορᾶ τὶς «μορφωμένες» (ἔστω καὶ κατὰ καιροὺς ἄνεργες) καὶ ξεψαρωμένες ποὺ ἔχουν δικαιώματα καὶ τὰ γνωρίζουν. Ἀλλὰ ὄχι μόνο αὐτές. Ἀφορᾶ καὶ τὶς λαϊκάντζες, τὶς γλάστρες κ.λπ. Ἂν οἱ στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ τῆς Ζουγανέλη ἐκφράζουν τὴν πρώτη μορφὴ ἀπελευθέρωσης, οἱ στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ τῆς Βανδῆ ἐκφράζουν τὴν δεύτερη μορφή, τὴ λαϊκιά:

Πολύ καλά περνάγαμε, Μαζί το διασκεδάζαμε Μα ξαφνικά μου λες εγώ Πώς θέλεις να σε παντρευτώ. A πα πα πα πα πα πα πα πα Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα μια και καλή να το χωνέψεις Πως δεν τα πάω καλά με τις δεσμεύσεις. Σε είχα ερωτευτεί πολύ Μαζί σου είχα τρελαθεί Μα ξαφνικά μου λες εγώ Πως θέλεις να σε παντρευτώ.

Ἀσφαλῶς, τὸ τσόκαρο δὲν μπορεῖ νὰ τὰ καταφέρει τόσο καλὰ νὰ ἐπιβιώνει μόνο του ὅσο μπορεῖ ἡ χιπστεροὺ εὐέλικτη στελεχάρα, κι ἔτσι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ τσόκαρου εἶναι μικρότερη ἢ ἐπισφαλέστερη. Κι ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ «περνᾶμε καλὰ» εἶναι ἡ ἰδεολογία τοῦ ἰσχυροῦ, ἀλλὰ μόνο ἰσχυρὴ δὲν εἶναι ἡ «αὐτεξούσια γυναίκα» ποὺ μόνη της πρέπει νὰ περάσει -γιὰ νὰ γυρίσει σπίτι της- δίπλα ἀπὸ τὸ hot-spot ἢ μέσα ἀπὸ τὶς ἰσλαμοκρατούμενες γειτονιὲς καὶ δρόμους τῆς Ἀθήνας καὶ τῆς Θεσσαλονίκης τὰ βράδια. Ὅμως, ἡ μίμηση εἶναι τὸ πιὸ ἰσχυρὸ πράγμα στὸ σύμπαν. Φᾶτε μάτια ψάρια.

 

 

 

This entry was posted in γυναίκες and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s