«Ἡ τέχνη ἐξετράπη τοῦ προορισμοῦ της…»

Δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι φιλελεύθερος καὶ νὰ διαμαρτύρεσαι γιὰ ὁτιδήποτε πέρα ἀπὸ τὴν ὕπαρξη μονοπωλίων. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὴν τέχνη. Ὁ φιλελεύθερος δὲν ἔχει «μεταφυσική», εἴτε αὐτὴ γίνει ἀντιληπτὴ στὴ χριστιανική της διάσταση (οὐσιοκρατικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου) εἴτε ὡς ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο δεοντολογίας κοσμικῆς, καὶ κοσμικισμοῦ.

Ὅταν διαμαρτύρονται οἱ φιλελεύθεροι γιὰ τὴν ἀπαξίωση τῆς τέχνης, καὶ τῆς ποίησης, στὰ μάτια τῶν πολλῶν, κι ὅταν ὑποδεικνύουν ὡς ἐνόχους τοὺς μεταμοντέρνους, δύο εἶναι τὰ προβλήματα τῆς διαμαρτυρίας τους: Πρῶτον, δημιουργοῦν μιὰ φανταστικὴ προ-μεταμοντέρνα ἐποχή, ὅπου ἡ τέχνη ἦταν κτῆμα τοῦ λαοῦ. Δεύτερον, ἀγνοοῦν τὴ «μεταφυσικὴ» τῆς μαζικῆς δημοκρατίας.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρῶτο, ἐκτὸς κι ἂν ὡς πρότυπό μας ἔχουμε καταστάσεις τῶν μικροσκοπικῶν πόλεων-κρατῶν (εἴκοσι πέντε καὶ εἴκοσι ἑπτὰ αἰῶνες πρίν) τότε τὸ μόνο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὅταν οἱ φιλελεύθεροι λένε «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θυμόντουσαν τοὺς στίχους τῆς ποίησης» ἐννοοῦν τὸ ἐπίσης πολὺ μικρὸ κοινὸ τοῦ 19ου αἰ. καὶ τοῦ α’ μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰ. -πολὺ μικρὸ γιὰ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς μας. Τὸ μικρὸ κοινὸ τῶν μορφωμένων μικροαστῶν καὶ ἀστῶν. Ὅσοι εἶχαν γονεῖς τῆς ἄμεσα μεταπολεμικῆς γενιᾶς ποὺ ἦταν ἔστω καὶ τυπικὰ-πανεπιστημιακὰ μορφωμένοι, αὐταπατῶνται νομίζοντας ὅτι ὁ κόσμος γνώριζε Ρίτσο, Σεφέρη, Καρυωτάκη, Ἐλύτη. Ὁ κόσμος ἔμαθε Ρίτσο καὶ Σεφέρη καὶ Ἐλύτη μόνο ἐπειδὴ τοὺς μελοποίησαν, ἀλλιῶς οὔτε ποὺ θὰ τοὺς ἤξερε κανείς. Ἡ μελοποίηση προϋποθέτει νὰ δουλεύει τὸ ἐργοστάσιο 8 ὧρες/ἡμέρα, νὰ βγάζει πικάπ, νὰ ἔχει ὁ κόσμος -ὁ μπακάλης κι ὁ κυρ Παντελῆς- λεφτά, νὰ ἀγοράζει πικάπ, δίσκους, κι αὐτὸ θὰ πεῖ μαζικὴ κοινωνία, γοῦστα τρελὰ κι ἰδιωτικά, καθ’ ὅλα σεβαστά… Τό χασες τὸ παιχνίδι, συντηρητικέ, ποὺ χωρὶς Χριστιανισμὸ θὰ πεῖς τοῦ κόσμου τί θὰ κάνει. Ἄστοχο τὸ παράπονο, λοιπόν, γιατὶ ἡ ὀφθαλμαπάτη ὅτι «παλιά, τὸ κοινὸ κι ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος κ.λπ.» βασίζεται ἀφενὸς σὲ μελοποιήσεις  ἀφετέρου στὸ γεγονὸς ὅτι μέσῳ τῆς σχολικῆς ἐκπαίδευσης σήμερα ὅλοι μαθαίνουν γιὰ τοὺς νεοέλληνες ποιητές, καὶ νομίζουν ὅτι ὅλοι τοὺς γνώριζαν ἀπὸ πάντα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ πνευματικὰ ἐπιτεύγματα τοῦ Μεσαίωνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολιόταν μιὰ δράκα ἀνθρώπων -κι ὅμως ἐμεῖς συζητᾶμε γιὰ τὸν Μεσαίωνα (καὶ τὴν Ἀρχαιότητα) ὡσὰν τὸ κύριο γεγονὸς τῆς ζωῆς νὰ ἦταν αὐτά. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερο πρόβλημα, εἶναι φυσικὸ ὅτι ἡ ἐξάπλωση τῆς παιδείας ὁδηγεῖ στὴν χαλάρωση τῶν ἀπαιτήσεων καὶ στὴν πτώση τοῦ ἐπιπέδου. Σὲ μιὰ κοινωνία ἀντιιεραρχική, ποιὸς ἐμποδίζει τὴν ἐλεύθερη ἐξάπλωση τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης παραξενιᾶς; Ἡ μόνη ἀπαγόρευση ποὺ ὑφίσταται ἀφορᾶ τὴν προσπάθεια κατάργησης τοῦ ὑπερπλαισίου στὸ ὁποῖο ἐλεύθερα ἐκδιπλώνονται κι ἐκδηλώνονται ὅλα τὰ γοῦστα τῆς μαζικῆς δημοκρατίας. Ὁ φιλελευθερισμὸς ἀπὸ τὴ φύση του ἀπαγορεύει τὴν παρεμπόδιση ἔκφρασης τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης παραξενιᾶς -στέκεται ἀδιάφορος ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἠθικο/αἰσθητικὸ περιεχόμενό της-, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀκατανόητη ποίηση καὶ τέχνη.

Εἶναι τόσο ἁπλό! Δὲν μπορεῖς παρὰ ἂν εἶσαι ἀντιφιλελεύθερος (κομμουνιστής, χριστιανός, πλατωνικὸς κ.λπ.) νὰ ἐπιβάλεις ποιοτικὰ κριτήρια στὴν τέχνη -ἄσχετα ἀπὸ τὸν βαθμὸ βίας καὶ κοινωνικοῦ ἐξαναγκασμοῦ τὸν ὁποῖον θὰ χρησιμοποιήσεις. Καὶ τότε, φυσικά, θὰ ὑπάρχει τὸ πρόσθετο πρόβλημα ὅτι τὰ ποιοτικὰ ἀντιφιλελεύθερα κριτήρια τοῦ ἑνός, π.χ. τοῦ κομμουνιστῆ, δὲν θὰ ἀρέσουν στὸν πλατωνικὸ ἢ στὸν χριστιανό, κ.ο.κ. Ἐπίσης, δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος, ἐκτὸς κι ἂν τηλεμεταφερθεῖς στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. καὶ στὸ α’ μισὸ τοῦ 20οῦ.

Ἡ πλάκα ποὺ σπάει ὁ ἑλληνικὸς κινηματογράφος μὲ τὴ σκηνὴ ποὺ περιγράφεται παρακάτω ἢ μὲ τὸν ποιητὴ Φανφάρα, εἶναι ἡ ἀναμενόμενη ἀμηχανία τοῦ χωριάτη ποὺ μόλις ἦρθε στὴν πόλη, ἢ τοῦ «μορφωμένου παλαιᾶς κοπῆς» μπροστὰ στὸν νέο μεταπολεμικὸ κόσμο. Σύντομα, ἡ συμμαχία ἔσπασε, ἀφοῦ ὁ χωριάτης ἔγινε λοῦμπεν κάτοικος τῆς πόλης ἢ δημόσιος ὑπάλληλος, κι ὁ μορφωμένος παλαιᾶς κοπῆς ἐξαφανίστηκε. Ἄλλωστε, κι οἱ μορφωμένοι παλαιᾶς κοπῆς (19ος – α’ μισὸ 20οῦ) εἶχαν κατεδαφίσει τὴν κυριαρχία τῆς Ἐκκλησίας -στὴν Ἑλλάδα ὄχι φανατικὰ καὶ ρητά, ἀλλὰ «ἤπια», στριμώχνοντάς την στὸ περιθώριο, μὲ κοραϊκὸ τρόπο. Μετὰ τὸ 1945, εἶδαν κι αὐτοὶ πῶς εἶναι νὰ σὲ ἐκθρονίζουν.

Σχόλιο στό:

Πατριωτισμός με δυσπιστία προς την κρατική εξουσία («Ένας Ήρως με παντούφλες», «Υπάρχει και φιλότιμο»), γελοιοποίηση των trends της Νέας Αριστεράς («Η Θεία μου η Χίπισσα»), πίστη στον απλό άνθρωπο, στη σκληρή δουλειά, στην ατομική προσπάθεια και στην οικογένεια . Χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί και ο ίδιος, ο μεγάλος Αλέκος Σακελλάριος υπήρξε ο άνθρωπος που προώθησε τις αξίες του συντηρητισμού , περισσότερο από κάθε άλλον, στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Το ίδιο κάνει και σε αυτή τη απολαυστική σκηνή από το «Δόλωμα» (κατά τη γνώμη μου, η καλύτερη, μαζί με την «Μανταλένα», ταινία της Αλίκης) όπου σατιρίζει ανελέητα την μοντέρνα ποίηση, τη δηθενιά της, την ασυναρτησία της, την αυτοαναφορικότητα της και την περιφρόνησή της προς το γούστο του απλού ανθρώπου. («Ένα ποίημα είναι ποίημα άμα δεν το καταλαβαίνει κάνεις. Άμα το καταλαβαίνουν όλοι, δεν είναι ποίημα, είναι τσιφτετέλι», λέει ο Μάνθος, που υποδύεται ο Ντίνος Ηλιόπουλος και που έχει αναλάβει την μεταμόρφωση της Καίτης-Αλίκης από αμόρφωτο κορίτσι της Τρούμπας σε καλλιεργημένη κυρία της υψηλής κοινωνίας)

«Όταν περάσει ο παγοπώλης/θα’ρθει η άνοιξη να μας φέρει λουκουμάδες./Τα σπουργίτια που φτεροκοπάνε στις αναμνήσεις μας/άστα να πλέξουν δαντέλες», λέει το ποίημα που πρέπει να μάθει η Καίτη («-Όλο; -Μάθε το μισό! Μήπως ξέρει κανείς πού αρχίζει και πού τελειώνει;») και να το απαγγείλει, «με μια φωνή άχρωμη, συρτή και μελαγχολικιά» στην καλή κοινωνία των Αθηνών. Έλα όμως που η Καίτη προτιμάει να πει ένα άλλο ποίημα, που κάθε φόρα που το ακούει κλαίει : «Ό,τι κι αν είχε το ‘χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του, τίποτε δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά του», αρχίζει να απαγγέλλει πριν την διακόψει έξαλλος ο Μάνθος. («Σίγα μην τους πούμε και το «αρνάκι άσπρο και παχύ»). Όμως, το ποίημα, που απορρίπτει μετά βδελυγμίας ο Μάνθος, είναι το «Νερωμένο Κρασί» του Ιωάννη Πολέμη, ένα ποίημα από την εποχή που η ποίηση ήταν μια τέχνη λαϊκή και ζωντανή, που οι στίχοι της έφταναν στα χείλη όλων των ανθρώπων και μπορούσε να συγκινήσει τον καθένα. Και κάπως έτσι θα το έμαθε και η Καίτη στην Τρούμπα, αγνοώντας προφανώς και τον ποιητή και τον τίτλο του. Φυσικά, στη δεκαετία του ’60, όταν η μοντέρνα ποίηση είχε κυριαρχήσει, οι διανοούμενοι σνομπάρουν ένα ποίημα απλό, σαφές και ξεκάθαρο σαν το «Νερωμένο Κράσι», που ενδιαφέρεται να τέρψει τον αναγνώστη του και που μπορούσε να το καταλάβει μέχρι και- αν είναι δυνατόν!- ο ταπεινός λαουτζίκος. Τελικά, η απαγγελία της «άνοιξης που θα μας φέρει λουκουμάδες» ενθουσιάζει τις καλλιεργημένες κυρίες των σαλονιών, οι οποίες μάλιστα δηλώνουν και συγκινημένες με τις ασυναρτησίες της μοντέρνας ποίησης, γιατί, όπως λέει μια από αυτές, «κάθε μορφωμένο άνθρωπο τον συγκινεί η μοντέρνα ποίηση, χρυσή μου». Όσο για το «απαγορευμένο» ποίημα του Πολέμη, που τόσο ήθελε να πει η Καίτη, είναι αυτό :

«Ό,τι κι αν είχε το ‘χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,
τίποτε δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.

Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
και ζη, δίχως ο δύστυχος να ξέρη το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.

«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ’ το ξανθό,
και πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι απ’ το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;

Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά…»
Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:

«Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαίς;»

(Tα έχει γράψει ωραία ο Κώστας Κουτσουρέλης στο εξαιρετικό βιβλίο του «Η Τέχνη που Αυτοκτονεί- Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας»- Εκδόσεις Μικρή Άρκτος : «Απ’ την μεγαλειώδη κληρονομιά των προδρόμων τους οι νεωτερικοί παρέλαβαν ό,τι πιο φυγόκοσμο και ανθρωποδιωκτικό, και το επιδείνωσαν ως εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύθηκε επαναστατικό καθήκον. «Make it new», κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Έζρα Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος· εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σου’φερε φίλους και αθρόους θαυμαστές… Για ένα διάστημα η στάση αυτή είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλετάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Όσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν από όλους αυτούς τους -ισμούς και τις πατέντες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια έπλασε για τον εαυτό της.»)

 

Πηγή

This entry was posted in τέχνη. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s