Στὸ ἀστικὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ

Ὁ Θεὸς τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τοῦ ἀστοῦ ὑπῆρχε τόσο ὥστε νὰ δίνει σὲ ὅλους τὴν ἐπιθυμητὴ βεβαιότητα, ἐγγύηση κανονικότητας καὶ τὴν σταθερότητα, νὰ ἐξασφαλίζει τὴν θετικὴ συναίσθηση ὅλων (ἀστῶν καὶ μή) ὅτι ὑφίσταται κάποια ὑποταγὴ ὅλων σὲ κάποιες κοινὲς ἀρχές· νὰ ἀντικρούεται τὸ θαῦμα καὶ τὸ ἔκτακτο (ἄρα ἡ Ἐκκλησία-διαχειριστής του) χωρὶς νὰ διολισθαίνουμε στὸ μηδενισμὸ καὶ τὴν ἀποσάθρωση τῆς κοινωνίας, νὰ παραμερίζεται διὰ τῶν μαθηματικῶν/ἐπιστήμης (ποὺ ὁ Ἴδιος δημιούργησε ἢ προετοίμασε μὲ τοὺς ξεκάθαρους νόμους Του) ἡ «ἀνούσια» συζήτηση περὶ οὐσίας χωρὶς νὰ γίνεται ἄρνηση τῆς σταθερότητας ποὺ ἡ ὕπαρξη μιᾶς κάποιας οὐσίας (καθενὸς πράγματος) συνεπαγόταν. Τὸ 1967 ὅμως ὅλα αὐτὰ ἦταν παρελθόν. Ἡ οὐσία παραμερίστηκε ὡς ἀνύπαρκτη, καὶ ἡ λειτουργικότητα θριάμβευσε. Ὁ «ρόλος» κι ὄχι ἡ «οὐσία» εἶχαν σημασία καὶ ἔκαναν τὴν πραγματικότητα πραγματική, κι ὁ ἄνθρωπος ἰδώθηκε ὡς τὸ ἄθροισμα τῶν ρόλων του. Ἡ ἀέναη κινητικότητα (ποὺ ὁ λειτουργισμὸς συνεπαγόταν) μποροῦσε νὰ ὑποκαταστήσει, ὡς ἐλπίδα ἐπιτυχίας, τὴν ὀφειλόμενη ὑποταγὴ (κοινή, γιὰ ἀστοὺς καὶ μή) στὸ θεϊκὸ πρόσταγμα, ὅσον ἀφορᾶ τὴν διατήρηση τῆς κοινωνικῆς σταθερότητας. Ἀποδέξου τοὺς κανόνες καὶ ἴσως πετύχεις. Αὐτὸ σήμαινε κι ὅτι μποροῦσαν νὰ γίνουν μερικὲς παραχωρήσεις ἀνηθικισμοῦ στὴν προσωπικὴ ζωὴ χωρὶς αὐτὸ νὰ θεωρεῖται μηδενιστικὴ συμπεριφορά. Στὸ βαθμὸ ποὺ οἱ παραχωρήσεις βοηθοῦσαν τὴν κατανάλωση λ.χ. μπύρας («εἶναι δικαίωμα καθενὸς νὰ πίνει ὅσο θέλει»), δινόταν δουλειὰ τόσο μὲ τὶς προσλήψεις ἀστυνομικῶν ποὺ ἔλεγχαν ἔξω ἀπὸ τὸ οἰνοπνευματοποτεῖο τοὺς μεθυσμένους ὅσο καὶ μὲ ἀνάγκη γιὰ περισσότερους ἐργαζόμενους στὴ βιομηχανία τῆς μπύρας (ἐδῶ φαίνεται πόσο ὁ φιλελευθερισμὸς ὡς ἐλευθεριότητα συνεπάγεται τὸν κρατισμὸ καὶ τὸ νόμο), καὶ ὁ ἀνηθικισμὸς ἰδώθηκε μὲ ἄλλο μάτι. Οἱ θεωρητικὲς διεργασίες γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ ἀστοῦ βρίσκονται στὸν 19ο αἰ., ἀπὸ πολλὲς πλευρές, τὸ Νίτσε, τὸ Μὰρξ κ.λπ. Τὸ 1967 δὲν ὑπῆρχε ὁ θεὸς τοῦ ἡμιχριστιανοῦ ἀστοῦ, ὑπῆρχε βέβαια, καὶ ὑπάρχει, ἡ ἀρχαιολογία-ἱστορία τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸν δυτικομεσαιωνικὸ στὸν διαφωτιστικὸ θεὸ καὶ τὸν θεὸ τοῦ 19ου αἰ., ποὺ ὅμως δὲν ὑπῆρχε μετὰ τὸ 1918. Ἀναρωτιέμαι γιὰ τὴ συχνότητα ἐπίκλησης τοῦ ἀστικοῦ θεοῦ ἀπὸ δυτικοὺς ἡγέτες, ἀλλὰ καὶ «ἀστοὺς» συγκριτικά, στὸ Μεσοπόλεμο (1918-1939) καὶ στὰ πρῶτα εἴκοσι ἔτη μετὰ τὸ 1945. Φοβᾶμαι ὅμως ὅτι ὡς λόγο χρήσης τῆς ἔννοιας τοῦ «ἀστοῦ» στὰ 1967 ἔχουμε τὴν ἀναρχομαρξιστικὴ Ἰδέα τοῦ ἀστοῦ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ αὐτὸς εἶχε πεθάνει μαζὶ μὲ τὸ θεό του καὶ τὸ ἡμίψηλό του: Στὸ σκοτάδι τῆς Ἀριστερᾶς, ὅλοι οἱ πλούσιοι καὶ κυρίαρχοι βλέπονται ὡς «ἀστοί».

This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, φιλοσοφίες, αθεϊσμός, θρησκεία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s