«Ὅ,τι σκέφτεσαι γιὰ μένα, τὰ διπλὰ εὔχομαι γιὰ σένα»

Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ εἰδωλολάτρες πρόγονοί μας συνεχίζουν νὰ ἐπιζοῦν ἐν μέρει μέσα ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ἀνεπίγνωστα εἰδωλολάτρες: Μὲ τὰ «φτοὺ κακά», «σκόρδα», «χτύπα ξύλο», «μὲ κουτσούλησε περιστέρι», «σὲ καλὸ νὰ μᾶς βγεῖ τὸ γέλιο», τὰ «κακὰ ὄνειρα», τὰ «ζώδια», «μπὲς μὲ τὸ δεξί», «ἂς εἶναι ἐλαφρὺ τὸ χῶμα» καὶ ἄλλα τέτοια. Οἱ κοραϊκοὶ διανοούμενοί μας, ἀγνωστικιστὲς ἢ ἀντιχριστιανοί, χαίρονται μὲ τέτοιες ἐπιβιώσεις καὶ τὶς θεωροῦν ἀπόδειξη γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Γιατὶ κανονικὰ κανένας δὲν χαίρεται μὲ ὅσες ἄσχημες συνήθειες εἶχε ὁ πατέρας του, ἀλλὰ μόνο μὲ τὰ καλά του, τὰ ὑπόλοιπα χαρακτηριστικά. Ἐξαίρεση στὸν κανόνα αὐτὸν εἶναι οἱ κοραϊκοὶ διανοούμενοί μας, ποὺ κάνουν συνδικαλισμὸ κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἢ τῆς Ἐκκλησίας. Κατ’ αὐτούς, ἡ ἀπόδειξη τῆς καταγωγῆς τους ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἔγκειται στὸ ὅτι συνεχίζουμε τὶς χειρότερες, καὶ ὄχι τὶς καλές, συνήθειές τους. Μπεκρὴς (ἐκτὸς ἄλλων) ὁ πατέρας, ἄρα ἡ πατρότητά του ἀποδεικνύεται μόνο ἂν ὁ γιὸς εἶναι ἐπίσης μεθύστακας. Χαιρόμαστε, ἐὰν ὁ γιὸς εἶναι μεθύστακας, γιατὶ ἀποδεικνύεται τὸ DNA μας.

Φυσικά, οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας δὲν ἦταν ἕνα πράγμα, ἀλλὰ πολλά. Ἦταν οἱ προληπτικοί, ἀλλὰ ἦταν καὶ οἱ φιλόσοφοι ποὺ θεωροῦσαν γελοία τὴν γνώμη τῶν προληπτικῶν καὶ τὴ θεολογία τοῦ Ἡσίοδου. Ἦταν οἱ μισογύνηδες ποὺ κλείδωναν στὸ σπίτι τὴ νόμιμη σύζυγο, καὶ στὰ συμπόσια καὶ τὸ γυμνάσιο καλοπέρναγαν μὲ ἑταῖρες κι ἀγοράκια, ἀλλὰ ἦταν καὶ ὁ Ξενοφάνης, ποὺ ὅταν γιὰ πλάκα τοῦ ἔβαλαν τὴ Φρύνη τὴ νύχτα δίπλα του γιατὶ δὲν εἶχε ποῦ νὰ μείνει, τὴν ἑπομένη μέρα ἡ Φρύνη εἶπε ὅτι ξάπλωσε δίπλα σ’ ἕνα ἀνδριάντα. Γιὰ τιμωρία, οἱ πολλοὶ εἰδωλολάτρες συχνὰ-πυκνὰ ἐξόριζαν, φυλάκιζαν καὶ ἐκτελοῦσαν τοὺς φιλόσοφους, ποὺ «δὲν νόμιζαν» τὰ ἴδια περὶ θεῶν. Ὅμως, οἱ σημερινοὶ διανοούμενοι δὲν παίρνουν τὸ μέρος τῶν φυσιολογικῶν προγόνων τους, τῶν φιλοσόφων: Παίρνουν τὸ μέρος τῶν ἐχθρῶν τῶν διανοούμενων προγόνων τους. Ἀπὸ τὸ ἀντιεκκλησιαστικὸ μένος τους καταλήγουν νὰ μισοῦν τοὺς ἰδιαίτερους ἀρχαίους προγόνους τους, τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους καὶ λογίους.

Ἂν αὐτὰ περὶ «εἰδωλολατρῶν» σοκάρουν, καλὸ θὰ ἦταν ὅποιος προσβάλλεται νὰ κακοχαρακτηρίσει καὶ τὸν Κολοκοτρώνη, ποὺ ἐπὶ λέξει ἔλεγε ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ προσκυνοῦσαν ξύλα καὶ πέτρες.

Καταλαβαίνω ὅτι κάποιοι κυττοῦν τὸ ἀσήμαντο κι ὄχι τὸ σημαντικό: Τοὺς δείχνεις ἕναν καρχηδονιακὸ ναό, τοὺς λὲς ὅτι μέσα σ’ αὐτὸν θυσίαζαν βρέφη, κι αὐτοὶ ἀπαντᾶν: Ὅμως, μὰ τί ὡραία ἀρχιτεκτονική.

Εἶναι αὐτό: Οἱ κοραϊκοί, καὶ οἱ δυτικοὶ διανοούμενοι (ἀπὸ Μακιαβέλλι ὣς Νίτσε καὶ Μάρξ) χρησιμοποίησαν τὴν Ἀρχαιότητα ἐργαλειακά, σὰν πολεμικὴ σημαία: Λάβαρο ἐναντίον κάποιου, φυσικά. Καὶ ὁ «κάποιος» αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστιανισμός. Προφανῶς, ἡ ἐργαλειακὴ χρήση συνεπάγεται διαστρεβλώσεις, στρογγυλέματα, ψιλο-απατεωνιές, και ὅ,τι ἄλλο ἀπαιτεῖ ἡ πολεμικὴ χρήση τῶν ἐννοιῶν καὶ τῶν ἐποχῶν. Πόσο ἀντίθετα ἔπρατταν οἱ Χριστιανοὶ βυζαντινοί, εἶναι προφανές: Ἄλλοτε ἐπαινοῦσαν τοὺς Ἀρχαίους, κι ἄλλοτε τοὺς κατέκριναν. Πάντα γιὰ συγκεκριμένα ζητήματα. Δὲν μποροῦσαν νὰ διανοηθοῦν τὴν χονδροειδέστατη ἄποψη τῶν Νέων Χρόνων ὅτι ὁ Ἀρχαῖος Ἑλληνισμὸς εἶναι συνολικὰ κάτι ποὺ θεοποιεῖς ἢ δαιμονοποιεῖς. Ἀντέγραφαν τὰ ἀρχαῖα κείμενα, τὰ μελετοῦσαν, τὸ ἐκπαιδευτικό τους σύστημα βασιζόταν σὲ αὐτά, ἦταν περήφανοι γιὰ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία τους, ποὺ τοὺς διέκρινε ἀπὸ τοὺς τοτινοὺς Χριστιανοὺς (βαλκάνιους καὶ μή) καὶ ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους. Ποτὲ ὅμως δὲν εἰδωλοποίησαν τὸν Ἀριστοτέλη, ὅπως οἱ Ἄραβες Μουσουλμάνοι καὶ οἱ Δυτικοὶ Σχολαστικοί, ἀντίθετα ἀμφισβητώντας τὶς περὶ φύσης ἀπόψεις του ἔγιναν τρόπον τινὰ πρόδρομοι τῆς σύγχρονης φυσικῆς.

IMG_20200108_082716_6

Μπροστά μου, ὁ ὁδηγὸς εὔχεται σὰν πρωτόγονος: Ὅ,τι σκέφτεσαι γιὰ μένα, τὰ διπλὰ εὔχομαι γιὰ σένα. Γιὰ νὰ ξορκίσει τὸ κακό, ποὺ ὑπάρχει. Καὶ τὸ ἐξορκίζει μὲ νέο κακὸ, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ κακὸ διπλασιάζεται ἀντὶ νὰ ἐξαφανιστεῖ.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ὅταν διανοούμενοι λένε ὅτι τὰ δημοτικὰ τραγούδια ἀποδεικνύουν πόσο λίγο ἐκχριστιανίστηκε ὁ Ἕλληνας. Ὅμως, ἡ Τουρκοκρατία ἦταν ἐκείνη ἡ περίοδος ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν μποροῦσε νὰ κατηχεῖ τὸ ποίμνιό της σχετικὰ μὲ τὸ τί εἶναι χριστιανικὸ καὶ τί εἰδωλολατρικό. Τὸ μόνο ποὺ ἔκανε ἦταν νὰ τηρεῖ τὸ λατρευτικὸ τελετουργικό, καθὼς δὲν διέθετε ἐπαρκεῖς πόρους (χρηματικούς, μορφωτικοὺς καὶ ἄλλους) γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς ραγιάδες. Ἦταν μιὰ περίοδος «ἰδεολογικοῦ ἀποχριστιανισμοῦ» τὸ εὖρος τῆς ὁποίας κυμαίνεται ἀπὸ 400 ὣς 900 χρόνια, ἀνάλογα τὴν περιοχή. Ἂς μὴν γίνει λόγος ἐδῶ γιὰ δημοτικὰ τραγούδια μὲ θρησκευτικὸ περιεχόμενο, ποὺ ὑπῆρχαν, πάντως τὸ γεγονὸς ὅτι στὰ δημοτικὰ τραγούδια κυριαρχεῖ ὁ Ἅδης, ἡ ἔλλειψη ἐλπίδας καὶ ἡ ἀπελπισία δὲν εἶναι κάτι θετικό (ἀκόμη κι ἂν δείχνει τὴν καταγωγή μας), ἀντίθετα εἶναι κάτι ποὺ ταίριαζε μὲ τὸ καταθλιπτικὸ κλίμα τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ. Δὲν ἀποδεικνύει κάτι κατὰ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ τὸ δημοτικὸ τραγούδι στὴν Τουρκοκρατία παρὰ ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν σημερινῶν διανοουμένων καὶ τῶν Ὀθωμανῶν κατὰ ἕνα παράδοξο τρόπο συμπίπτουν.

This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, θρησκεία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s