Θανατοφοβία καὶ «θνητὰ φρονεῖν»: ταυτόχρονα

Δύο πιθανὲς ἐξηγήσεις ὑπάρχουν ὅταν κάποιος ἐξοργίζεται μὲ μία (μὴ χλευαστικὴ ἢ ὀργιλή) παρατήρηση ἑνὸς δεύτερου γιὰ τὸν ἴδιο. Εἴτε ὁ δεύτερος ἔχει κάνει ἕνα ἀπέραντο λάθος ὡς πρὸς τὸν πρῶτο, εἴτε ὁ δεύτερος ἔχει ἀποκαλύψει τὸ καλὰ κρυμμένο εὐάλωτο σημεῖο τοῦ πρώτου. Στὴ δεύτερη ἐξήγηση, ἀμφισβητοῦνται οἱ θεοὶ τοῦ πρώτου καὶ τελικὰ ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Ἡ ὀργισμένη ἀντίδραση πολλῶν, κυρίως, ἡλικιωμένων, κατὰ τῆς (ψύχραιμα διατυπωμένης) παρατήρησης περὶ «γυμνῆς ζωῆς» τοῦ Ἀγκάμπεν ἑρμηνεύεται μὲ τὴν παραπάνω δεύτερη ἐξήγηση. Ἦταν τόσο εὔστοχη, ὥστε ξεπέρασε-ξεσκέπασε ὅλη τὴν σάλτσα «κουλτούρα νὰ φύγουμε», καὶ χτύπησε τὸ εὐάλωτο σημεῖο πολλῶν ἡλικιωμένων: Τὴν ἀντίληψή τους γιὰ τὴν ἀτομική τους ἀειζωία. Ἡ γενιὰ αὐτὴ ποὺ ἦταν φοιτητὲς μεταξὺ Μάη ’68 (καὶ λίγο πρίν) καὶ τέλη του ’70, ἀφοῦ καταβρόχθισε ὅλους τοὺς διανοητικούς, οἰκονομικοὺς καὶ πολιτισμικοὺς πόρους τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, μὲ τὸ «Τὰ θέλουμε ὅλα», τὴ φαντασία στὴν ἐξουσία, τὴ σεξουαλική_Της_ἐλευθερία καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ μυθοποιητικὴ αὐτο-ἐκζήτησή της, τώρα στὰ στερνά της θέλει νὰ ζήσει κι ἄλλο, γιὰ νὰ πεῖ κι ἄλλες παρόμοιες σοφίες. Δὲν ὑπερασπίζεται τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ γενικὰ ἐνάντια στὸ θάνατο, ὑπερασπίζεται τὸ κρυφὸ ὄνειρο καὶ δικαίωμά της νὰ ζήσει ὣς τὰ 100 καὶ νὰ παριστάνει πότε τὸν προφήτη τοῦ Ἀρκᾶ, πότε τὸν μυστικοσύμβουλο καὶ ὁδηγητὴ τῆς κοινωνίας, πότε νὰ συνεχίσει νὰ κυριαρχεῖ στὸν βίο τῆς χώρας. Νὰ μᾶς πεῖ στὰ 110 της «Ὄχι-ὄχι, σταθεῖτε: μιὰ διόρθωση νὰ κάνω σὲ ὅ,τι σᾶς εἶπα στὰ 89 μου χρόνια». Μιλᾶμε γιὰ μιὰ χώρα, φυσικά, ποὺ τὸ 2012 ὡς κομματικὰ-πολιτικὰ σύμβολά/ἡγέτες της ἐνάντια στοὺς Μνημονιακοὺς ἔθεσε κάτι μαθουσάλες ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, τύπου Μ. Θεοδωράκη, καὶ γι’ αὐτὸ πάντα ἀκούει μὲ προσοχὴ τέτοιους ἀνθρώπους. Ἡ φοβία τους εἶναι εἰλικρινής, φυσικά. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡλικιωμένους ποὺ τσίριζαν ὅτι θέλουν νὰ τὸν σκοτώσουν οἱ ἐκκλησιασμένοι διὰ τῆς μετάληψης, μόλις χτὲς βγῆκε ἀπὸ τὸ διαμέρισμά του (!) ἔπειτὰ ἀπὸ 1 σχεδὸν μήνα αὐτόβουλης καραντίνας. Ἄλλου τοῦ σηκώθηκαν οἱ τρίχες στὸ ἄκουσμα ὅτι θὰ ἐπιτραπεῖ ἡ δίωρη προσκύνηση τοῦ Ἐπιταφίου, κι ἄρχισε νὰ παραληρεῖ.

Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ γενιά, ποὺ κηρύττει μὲ αὐτοκρατορικὴ αὐτοπεποίθηση (καὶ ὑψώνει σὰν λάβαρό της) τὰ περὶ «ἀνθρώπινης θνητότητας», μετριοφροσύνης κ.λπ. (τὰ παρουσιάζει καὶ ὡς ἀρχαιοελληνικὲς ἰδέες, γιατὶ νομίζει ὅτι εἶναι μορφωμένη), αὐτὴ ἡ ἴδια φοβᾶται πολὺ νὰ πεθάνει. Φοβᾶται νὰ ὑποταχτεῖ στὸ Θάνατο, στὸ «θνητὰ φρονεῖν» καὶ ἄλλα τέτοια ἡ γενιὰ ποὺ ἔδωσε μάχες κατὰ τῆς χριστιανικῆς ἀντίληψης περὶ μεταθανάτιας ζωῆς. Ἂν δὲν φοβόταν, δὲν θὰ ἔκανε ἔτσι. Ἡ ἀντίφασή της εἶναι ἀξεπέραστη καὶ ἀνεπίλυτη λογικά. «Μετριόφρονες» αὐτοχαρακτηρίζονται οἱ ἄνθρωποι ποὺ κυριαρχοῦν στὸν ἑλληνικὸ πνευματικὸ βίο κατὰ τὰ τελευταῖα 50 χρόνια, μὲ τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια (τὶς θεωρίες τοῦ 19ου αἰ.). Καὶ ὅταν σεληνιάζονται καὶ βρίζουν μὲ τὸ κλείσιμο τῶν ἐκκλησιῶν, θεωροῦν ὅτι εἶναι ἀνεκτικοὶ καὶ ἀνθρωπιστές, κι ὅτι δὲν βλάπτουν κανέναν. Μόνο οἱ ἄλλοι τοὺς βλάπτουν. Ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη ἀντίληψη περὶ εὐγένειας.

Συνήγοροί τους στὴν ἀγανάκτηση  μπροστὰ στὸ Θάνατο εἶναι διάφοροι αἰώνιοι ἔφηβοι, μπαμπάκηδες καὶ μαμάκηδες, ποὺ φοβοῦνται νὰ χάσουν τὸ μπαμπὰ στὰ 70 καὶ τὰ 80. Δὲν θὰ εἶχαν πρόβλημα νὰ πεθάνει ὁ μπαμπὰς ἀπὸ καρδιά, γιατὶ θὰ τὸ ξεπερνοῦσαν πολὺ εὐκολότερα. Ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ πεθάνει ἀπὸ κορωνοϊό! Θάνατος ἀπὸ κορωνοϊὸ εἶναι κάτι «πολὺ τυχαῖο», πολὺ «καινούργιο», πολὺ «ἀπρογραμμάτιστο» ὥστε νὰ τὸ χωνέψουν. Ἐνῶ ἀπὸ γρίπη; Ἀπὸ κορωνοϊὸ πάντως, εἶναι θάνατος ἐνάντιος στὸν Ὀρθολογισμό, ἀσύλληπτος, ἀδιανόητος! Καὶ ὅ,τι ἀντίκειται στὸν δυτικὸ Ὀρθὸ Λόγο, εἶναι Κακό. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅλοι αὐτοὶ δηλώνουν πὼς ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ Ἀρχαιότητα, ὅπου τὸ τυχαῖο (ἡ Μοίρα) ἔπαιζε τὸν καθοριστικὸ ρόλο, κι ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἀθανασία τὸν μικρότερο. Καμμία ἤρεμη ἀντιμετώπιση τοῦ ξαφνικοῦ, τοῦ τυχαίου, τοῦ ἀναπόδραστου, τοῦ ἀπροσδιόριστου. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὀγδοντάρηδες εἶναι γιαγιάδες κάποιου, παπποῦδες καὶ πατέρες κάποιων, ἔγραφε δακρύβρεχτα μιὰ τέτοια ἔφηβη 50άρα. Καὶ τί μ’ αὐτό; Προβλέπεται νὰ ζήσουν ὣς τὰ 200; Τὶς προάλλες, πέθανε ἀπὸ ἀνακοπὴ κάποια τριαντάρα μετὰ τὸ θάνατο ἀπὸ κορωνοϊὸ τῆς μητέρας της. Προφανῶς ἀπὸ λύπη. Ἂν εἶχε πεθάνει ἀπὸ καρκίνο ἡ μητέρα της, ἡ κόρη θὰ πάθαινε τὸ ἴδιο; Μήπως ἡ ἰδέα μας  γιὰ τὴν τεχνικὴ καὶ τὴν θεὰ ἐπιστήμη μᾶς πειράζει τὴ δυνατοτητα νὰ σκεπτόμαστε λογικά; Ἡ μεταπολεμικὴ ἄποψη εἶναι ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε γιὰ πάντα νέοι. Παλιότερα, τὰ γηρατειὰ δὲν θεωροῦνταν «δεύτερη ἐφηβεία», οὔτε οἱ γέροντες εἶχαν λωλαθεῖ ἀπὸ τὴν προσδοκία τῆς ἀειζωίας. Ὑπῆρχε τὸ παράπονο τοῦ θανάτου, τὸ «νά ‘ταν τὰ νειάτα δυὸ φορές». Ἀλλὰ τὸ παράπονο τοῦτο ἦταν μέρος ἑνὸς συνόλου κυκλικοῦ, γέννηση-ζωή-θάνατος. Δὲν τὸ ἔπαιρνε κανένας τόσο σοβαρὰ ὥστε νὰ τρελλαθεῖ μὲ τὴν ἰδέα τοῦ θανάτου.

Ἂν ἀμφισβητήσεις στοὺς ἀνθρώπους τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουν γιὰ τὸ Ἐγώ τους καὶ τὸ τί κάνουν, ἔχεις ἐπιτεθεῖ στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τους.

Ὑγεία -παντοτινὰ νιάτα, καὶ ξερὸ ψωμί, λοιπόν.

This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, αθεϊσμός and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s