Κερκύρας Νεκτάριος, ἱερέας Ι.Ν. Ἁγίου Νικολάου

Δὲν κινδυνεύει ἡ πίστη, κινδυνεύει ἡ δημόσια ὑγεία, εἶπε ὁ Μητσοτάκης. Δὲν εἶναι κάποιοι περισσότερο Χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλλους, εἶπε ὁ Χαρδαλιᾶς. Σὲ λίγο θὰ ἐπιδείξουν καὶ τὸ «Χ.Ο.» στὴν παλιὰ ἀστυνομική τους ταυτότητα, γιὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι «ὅλοι Χριστιανοὶ εἴμαστε». Πῶς λέμε, «ὅλοι δυὸ χέρια καὶ δυὸ πόδια ἔχουμε»; Ἔτσι; Ἢ μήπως θὰ ἐκστομίσουν καὶ τὸ ἀμίμητο ἀστεῖο μὲ «Τὸ 98% τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι Ὀρθόδοξοι»; Σοβαρά; Τὸ ἄλλο, μὲ τὸν Τοτό, τὸ ξέρουν; Ἀπὸ πότε ἔχουν νὰ ἐκκλησιαστοῦν, νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ κατόπιν νὰ κοινωνήσουν ὁ Μητσοτάκης καὶ ὁ Χαρδαλιᾶς, ὥστε νὰ εἶναι κι αὐτοὶ Χριστιανοί; Κι ἀπὸ πότε ἀπαγορεύτηκε μὲ νόμο ἡ μετάληψη καὶ δὲν τὸ γνωρίζουμε;

 

Ἀπὸ τὴν ἀνάκριση τῶν μαρτύρων Ἀγάπης, Εἰρήνης καὶ Χιόνης, στὴ Θεσσαλονίκη, τὸ 304 μ.Χ. Οἱ ἀνακρίσεις στὸ δικαστήριο καταγράφονταν ἀπὸ στενογράφους (Χριστιανοὺς καὶ μή), καὶ παραδόθηκαν λίγο-πολὺ αὐτούσιες:

Τί εἶναι τούτη ἡ τρέλα», εἶπε ὁ ἔπαρχος Δουλκήτιος, «ποὺ σᾶς κάνει νὰ ἀρνεῖστε νὰ ὑπακούσετε στὴ διαταγὴ τῶν θεοφιλέστατων βασιλέων μας καὶ Καισάρων;». Γυρνώντας πρὸς τὸν Ἀγάθωνα, τοῦ εἶπε:

Ὅταν ἦρθες στὰ ἱερά, γιατί δὲν θυσίασες ὅπως οἱ ἄλλοι θρῆσκοι ἄνθρωποι;»

Γιατὶ εἶμαι Χριστιανός», εἶπε ὁ Ἀγάθων. Ὁ Δουλκήτιος εἶπε:

Καὶ σήμερα ἐπιμένεις σ’ αὐτό;»

Ναί», εἶπε ὁ Ἀγάθων. Ὁ Δουλκήτιος εἶπε:

Τί λὲς ἐσύ, Ἀγάπη;»

Πιστεύω στὸν ζῶντα Θεό», ἀπάντησε ἡ Ἀγάπη, «καὶ ἀρνοῦμαι νὰ καταστρέψω τὴ συνείδησή μου». […] Τότε πρόσθεσε:

Τί λές, Ἀγάπη; Θὰ ἐκτελέσεις ὅλα ὅσα πράττουμε ὡς σεβασμὸ πρὸς τοὺς δεσπότες μας βασιλεῖς καὶ Καίσαρες;». Ἡ Ἀγάπη εἶπε:

Δὲν εἶναι τὰ πάντα στὴν ἐξουσία τοῦ Σατανᾶ. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς σκέψεις μου. Εἶναι ἀνίκητες».

[…]

Ποιὸς σᾶς ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἰδέα;» ρώτησε ὁ ἔπαρχος Δουλκήτιος.

Ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ», εἶπε ἡ Χιόνη, «καὶ ὁ μονογενής του Υἱὸς, ὁ κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός».

Ὁ Δουλκήτιος εἶπε:

Εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους ὅτι ἔχετε διαπράξει τὸ ἔγκλημα τῆς προδοσίας κατὰ τῶν κυρίων μας καὶ βασιλέων καὶ Καισάρων. Ἀλλὰ βλέποντας ὅτι ἐπιμένετε σὲ τέτοια ἀνοησία γιὰ πολὺ διάστημα, παρὰ τὶς ἔντονες προειδοποιήσεις καὶ τόσα ἄλλα διατάγματα, καὶ περιφρονεῖτε τὰ κελεύσματα τῶν δεσποτῶν μας βασιλέων καὶ Καισάρων, ἐπιμένοντας στὸ ἀνόσιο ὄνομα τῶν Χριστιανῶν, καὶ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἀρνεῖστε (τὴν πίστη σας) γραπτῶς, γι’ αὐτὸ θὰ λάβετε τὴ δέουσα τιμωρία ποὺ σᾶς ἀξίζει»

 

Ἀπὸ τὴν ἀνάκριση τοῦ ἐπισκόπου Θμούης, Φιλέα, τὸ 306:

 

…Ἂν καὶ χτυπήθηκε, δὲν ἄλλαξε γνώμη. […] Κληθεὶς γιὰ πέμπτη φορά, μαζὶ μὲ τοὺς εἴκοσι ἱερεῖς, ὁ Φιλέας ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν ἔπαρχο:

Μπορεῖς νὰ εἶσαι σώφρων;». Ὁ Φιλέας ἀπάντησε:

Πάντα ἤμουν σώφρων, καὶ ἀσκοῦμαι στὸ νὰ εἶμαι σώφρονας».

Θυσίασε στοὺς θεούς», εἶπε ὁ ἔπαρχος.

Δὲν θυσιάζω», εἶπε ὁ Φιλέας.

Γιατί;», εἶπε ὁ Κουλκιανός (ὁ ἔπαρχος)

[…]

Τί εἴδους θυσίες θέλει ὁ Θεός;», ρώτησε ὁ Κουλκιανός. Ὁ Φιλέας εἶπε:

Καθαρὴ καρδιὰ καὶ ψυχή, καὶ ἀντιλήψεις ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ἔργα εὐσέβειας καὶ δικαιοσύνης».

Μᾶς νοιάζει, ἐδῶ, ἡ ψυχή;», ρώτησε εἶπε ὁ Κουλκιανός.

Ναί, καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα», εἶπε ὁ Φιλέας.

Γιατί;» ρώτησε ὁ Κουλκιανός.

Εἶπα, ὅτι ζοῦμε ἔτσι ὥστε νὰ λάβουμε ἐκεῖ τὴν ἀνταμοιβὴ γιὰ τὶς καλὲς πράξεις ποὺ ἔγιναν γιὰ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Φιλέας.

Ἡ ψυχὴ μόνο ἢ καὶ τὸ σῶμα;» ρώτησε ὁ Κουλκιανός.

Καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα», ἀπάντησε ὁ Φιλέας.

Α ὐ τ ὸ   τ ὸ  σῶμα;», ρώτησε ὁ Κουλκιανός.

Ναί», εἶπε ὁ Φιλέας.

Α ὐ τ ὴ    ἡ   σ ά ρ κ α   θὰ ἀναστηθεῖ;» ρώτησε ὁ Κουλκιανός. Καὶ ἐκπληκτος ρώτησε ἄλλη μία φορά: «Α ὐ τ ὴ   ἡ   σ ά ρ κ α   θ ὰ    ἀ ν α σ τ η θ ε ῖ ;»

Α ὐ τ ὴ   ἡ   σ ά ρ κ α   θὰ ἀναστηθεῖ», ἀπάντησε ὁ Φιλέας.

[…]

Γιατί δὲν ἀκοῦς τὴ συνείδησή σου, ὅσον ἀφορᾶ τὰ παιδιά σου καὶ τὴ γυναίκα σου;» ρώτησε ὁ Κουλκιανός.

Γιατὶ ἡ συνείδησή μας ὡς πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ προέχει», ἀπάντησε ὁ Φιλέας

[…] Δὲν ἐνεργῶ ἄλογα, ἀλλὰ ἀπὸ συμφέρον γιὰ τὸν ἑαυτό μου».

Σοῦ κάνω χάρη εἰδικὰ γιὰ τὸν ἀδερφό σου. Γι’ αὐτὸ κάνε μου κι ἐσὺ χάρη», εἶπε ὁ Κουλκιανός.

Σὲ παρακαλῶ, νὰ ἐκτελέσεις μὲ αὐστηρότητα καὶ νὰ πράξεις ὅ,τι σὲ διέταξαν», ἀπάντησε ὁ Φιλέας

Ἂν ἤσουν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀμόρφωτους», εἶπε ὁ Κουλκιανός, «δὲν θὰ σὲ λυπόμουν. Ἀλλὰ τώρα κατέχεις τέτοια περιουσία ὥστε μπορεῖς νὰ θρέψεις ὁλόκληρη τὴν πόλη καὶ τὸν ἑαυτό σου. Γι’ αὐτὸ, λυπήσου τὸν ἑαυτό σου, καὶ θυσίασε»ς.

Δὲν θυσιάζω», εἶπε ὁ Φιλέας.

 

Συγχρόνως μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ δικαστῆ κατὰ τῶν προηγούμενων (Χριστιανῶν), ἔρχονταν μπροστὰ στὸ δικαστικὸ βῆμα ἀπὸ ἀλλοῦ ἄλλοι καὶ ὁμολογοῦσαν ὅτι εἶναι Χριστιανοί, μὴ αἰσθανόμενοι ταραχὴ γιὰ τὰ δεινά […] ἄφοβα καὶ ἐλεύθερα μιλώντας γιὰ τὴν εὐσέβεια πρὸς τὸ Θεό, καὶ ἀποδέχονταν τὴν τελικὴ ἀπόφαση μὲ χαρά, γέλιο κι εὐφροσύνη

Εὐσέβιος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 8.9.5

This entry was posted in θρησκεία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s