ξεσκαρτάρισμα: Τουρκοκρατία

Παλιά, εἶχα γράψει:

Ἡ Τουρκοκρατία ὑπὸ μία ἔννοια ἦταν ἕνα ἔξωθεν συλλογικὸ βίαιο ξεσκαρτάρισμα χαρακτήρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὰ μεγαλύτερα ἀνθρωπόμορφα τέρατα, οἱ πιὸ καλοπερασάκηδες, οἱ πιὸ παρτάκηδες ἢ οἱ πιὸ φοβιτσιάρηδες, οἱ πιὸ ἀνώμαλοι, οἱ πιὸ φιλοχρήματοι, ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος καὶ ἐνσωματώθηκαν στὸ τουρκομουσουλμανικό. (Προσοχή στὸν χρησιμοποιούμενο συγκριτικὸ βαθμό.) Ἂν βλέπουμε παλιανθρώπους Νεοέλληνες, αὐτοὶ εἶναι βέβαια τὸ ἀποτέλεσμα δυὸ αἰώνων χαλάρωσης καὶ εξέλιξης τῶν μικρότερων τεράτων σὲ μεγάλα τέρατα, ὅμως θὰ πρέπει νὰ φανταστοῦμε μὲ βάση αὐτοὺς τοὺς ἐλεεινοὺς τύπους σημερινῶν Νεοελλήνων πόσο χειρότεροι πρέπει νὰ ἦταν οἱ τοτινοὶ πρὸ Τουρκοκρατίας Ἕλληνες. Τώρα, δὲν ἐξιδανικεύω τὴν Τουρκοκρατία, λέω ὅτι πέρα ἀπὸ φρικτὴ εἶχε κι αὐτὴ τὴν παρενέργεια, ποὺ ἦταν θετική -χωρὶς φυσικὰ νὰ πιστεύω ὅτι ἄξιζε τέτοια δοκιμασία. Ἁπλά, ὅ,τι δὲν κατάφεραν μόνοι τους οἱ Ἕλληνες τοὺς τὸ ἐπέβαλλε πρὸς δυστυχία μας κάποια ἀβάστακτη τυραννία.

Ἂν άφαιρέσουμε τοὺς κιότηδες, μεμονωμένους ἢ μαζικούς, τότε οἱ χαρακτῆρες αὐτοὶ (οἱ πιὸ καλοπερασάκηδες, οἱ πιὸ παρτάκηδες, οἱ πιὸ ἀνώμαλοι, οἱ πιὸ φιλοχρήματοι καὶ οἱ πιὸ αἱμοχαρεῖς) θὰ εἶχαν γίνει συνήθης τύπος μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων τοῦ 13ου-18ου αἰ, ὅπου ἔλαβαν χώρα οἱ περισσότεροι ἐξισλαμισμοί. Δὲν ἐξηγεῖται μόνο μὲ τὸ φόβο τοῦ θανάτου (οὔτε μὲ τὴν εἴσοδο Τουρκομάνων στὴν Μικρασία) ἡ μετατροπὴ 10 ἑκατομμυρίων χριστιανῶν Μικρασιατῶν τὸν 11ο αἰ. σὲ 10 ἑκατομμύρια Τούρκους τὸν 20ὸ αἰ. Ὅταν λοιπὸν οἱ «παπάδες» ἔλεγαν ὅτι «γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας» ὑποδουλωθήκαμε, προσπαθῆστε νὰ τὸ δεῖτε ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, κι ὄχι νὰ ἑρμηνεύσετε τὴν ἄποψη τῶν παπάδων ὡς έθελοδουλεία καὶ τουρκολατρεία. Ἂν πάλι δὲν καταλαβαίνετε τίποτε, προσπαθῆστε νὰ ἀντιστοιχήσετε τὴ σημερινὴ σάπια μας κατάσταση στὴν περίοδο τοῦ 13ου-15ου αἰ., καὶ νὰ καταλάβετε γιατί σήμερα ἀδυνατοῦμε νὰ ὀρθοποδήσουμε μὲ τόσο σάπιο πληθυσμὸ ἀπάτριδων, ἀντίχριστων ἀριστερῶν, παρτάκηδων φιλελέδων, «πολιτῶν τοῦ κόσμου», ἰδιωτῶν κ.λπ. Ἄλλωστε, οἱ παπάδες ἐκ τῶν ὑστέρων αἰτιολογοῦσαν μιὰ κατάσταση. Δὲν τὴν δημιούργησαν αὐτοί. Ἄλλοι τὴν δημιούργησαν καὶ τὴν παγίωσαν σὲ διαρκὲς γεγονός. Καί, τὸ ὅτι τὰ σάπια κομμάτια τοῦ 15ου αἰ. διαχωρίστηκαν δὲν σημαίνει ὅτι στὸ ἑξῆς τὸ ἔθνος δὲν σάπιζε. Σήμερα, ἔχει σαπίσει σχεδὸν ὅλο.

Μὴ θεωρηθεῖ βεβαίως τὸ παραπάνω ὡς ἀποενοχοποίηση τῶν Τούρκων. Τὸ τί εἶναι οἱ Τοῦρκοι, σὲ τί εἴδους χαρακτῆρες συνίσταται τὸ τουρκικὸ ἔθνος, τὸ περιέγραψα παραπάνω. Τὰ περὶ εἰρηνικῆς ἐπικράτησης τῶν Τούρκων εἶναι ἀσυναρτησίες. Ὅσοι Ἕλληνες ἦταν ὑγιεῖς ἀντιστάθηκαν σὲ κάθε σπιθαμὴ μὴ τουρκοπατημένης γῆς, ἀπὸ τὸ 1071 ὣς τὴν ὑποδούλωση τῆς Κρήτης.

This entry was posted in 1453, Τούρκοι and tagged , . Bookmark the permalink.

1 Response to ξεσκαρτάρισμα: Τουρκοκρατία

  1. Ο/Η Ἀνώνυμος λέει:

    Ἐμένα πάλι, τί μ᾽ ἔπιασε χθές, 29/5 -τέτοια μέρα μάλιστα- καὶ μοῦ κολλοῦσε συνέχεια στὸ μυαλὸ ὁ (αἰσιόδοξος καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀταίριαστος σήμερα) στίχος τοῦ Κ. Παλαμᾶ ;
    «Καβάλα πάει ὁ Χάροντας τὸ Διγενῆ στὸν Ἅδη … Στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»
    Ἦρθε ξαφνικά, χωρὶς κανένα ἐρέθισμα. Συμπαρασύροντας μιὰν αἴσθηση παιδικῆς ἡλικίας (ὄχι καὶ πολὺ μακρινῆς), ἀπροσδιόριστη, μὰ γλυκιά. Μοῦ τριβέλιζε τὴ σκέψη ὅλη μέρα – δὲν ἔλεγε νὰ ξεκολλήση!
    Εἶναι ἀβυθομέτρητη, φαίνεται, ἡ δύναμη τοῦ ὑποσυνειδήτου καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν καὶ τοῦ συλλογικοῦ φαντασιακοῦ ἀπέναντι στὴν ξερή, τὴν σκληρυμμένη ἀνάλυση τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ κατ᾽ εὐθείαν στὴν κατάθλιψη καὶ ἡ οποία θὰ μᾶς ἔλεγε σήμερα (2020 μ. Χ.), σὲ χυδαῖα ἁπολελληνικήν :

    «Τί τὸ βασανίζετε ; Δὲν βλέπεις ποὺ μαράθηκε ἡ Ρωμανία ἀπ᾽ τὴν κορφὴ ὡς τίς ρίζες; Περιμένεις ν᾽ ἀνθοβολήση ;
    Ὑπόδειξε, κατονόμασέ μας, μὲ τρόπο ἀρκούντως συγκεκριμένο τὸ συλλογικὸ ἐκεῖνο ὑποκείμενο, τὸν ἱστορικὸ ἢ (γεω) πολιτικὸ ἐκεῖνο παράγοντα «Σωτήρα» / «Παράκλητο», ποὺ εἶναι μὲν κρυμμένος, λαγοκοιμᾶται, λανθάνει τώρα, ἀλλά, νά!, θὰ κάνη τὴν ἐμφάνισή του στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο, ὅπου νά ᾽ναι (ἢ σὲ βάθος 2 – 3 γενεῶν) καὶ θ᾽ ἀνατάξη τὴν (ἀναντίστρεπτη …) παρακμή. Σὰν «Μαρμαρωμένος Βασιλιᾶς», ἕνα πρᾶγμα …
    Δὲν θέλω, πάντως, ν᾽ ἀκούσω, ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν «Ὁμάδα Ε» ἢ τὸν «δίκαιο Βασιλέα Ἰωάννη» τῶν ψευδοπροφητειῶν! Ἄν καὶ δύσκολα βλέπω νὰ μοῦ ὑποδεικνύης κάτι ἄλλο, ἐκτὸς τοῦ ποιητικοῦ ἢ τοῦ σουρρεαλιστικοῦ …»

    [Στὰ τελευταῖα λόγια τοῦ ὑποθετικοῦ συνομιλητῆ μας ὁ σαρκασμὸς θὰ ἔσπαζε κόκκαλα]

    Ὁ στίχος, ὡστόσο, δὲν λέει νὰ ξεκαρφωθῆ οὔτε χθὲς οὔτε σήμερα ἀπ᾽ τὸ μυαλό μου. Ἂν λοιπόν, παρὰ ταῦτα, ἐπιβιώνη καὶ σήμερα ὁ Dichter in dürftiger Zeit, σκέπτομαι, πόση δύναμη εἶχαν σ᾽ ἐποχὲς λιγώτερο ἀπομαγευμένες οἱ φιγοῦρες καὶ τὰ σύμβολα, πόσο ἰσχυροὶ ἑλκυστὲς τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι ὑπῆρξαν.

    *Ὁ Holger Danske ποὺ κοιμᾶται ἐπιμενίδειον ὕπνο στὰ ὑπόγεια τοῦ κάστρου τοῦ Kronborg καὶ θὰ ξυπνήση γιὰ νὰ ποδηγετήση τοὺς συμπατριῶτες του σ᾽ ἐθνικὸ κίνδυνο,
    *ἡ ἀλαφροΐσκιωτη παρθένα ἀπὸ τὸ Domrémy, ποὺ τούμπαρε τὴν ἔκβαση τοῦ Ἑκατονταετοῦς Πολέμου (μακάρι νά ᾽χαν τέτοιους συμβούλους οἱ συγκαιρινοί της Παλαιολόγοι …) ἢ ἀκόμα
    *ὁ θρύλος γιὰ τὶς δύo δίμετρες λαμπάδες ποὺ ἀπέκειντο στὸ μοναστῆρι Ντέτσανι ὡς δῶρο (1397) τῆς πριγκήπισσας Μίλιτσας, χήρας τοῦ ἡγεμόνος Λαζάρου, μετὰ τὴν μάχη τοῦ Κοσσυφοπεδίου, μὲ τὴν ὑποθήκη της (προφορικὰ μεταφερόμενη, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μοναχῶν), νὰ μὴν ἀναφθοῦν παρὰ ὅταν θὰ διώξουν (1912) οἱ Σέρβοι τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὰ Μετόχια (καὶ τὸ Κόσοβο) …

    Ἔστω.
    Ἂς πολεμήσω τὴν κατάθλιψη μὲ Κ. Παλαμᾶ.
    Μέρα ποὺ εἶναι,
    ἂς μνημονεύσουμε, λοιπόν, σήμερα ὅλες τὶς ὑγιεῖς δυνάμεις τοῦ τότε ἔθνους, ὅλη τὴν ἁλυσσίδα τῶν ἀκατάβλητων μαχητῶν ποὺ ἀναφέρετε, ἀπὸ τὸν Ρωμανὸ τὸν Διογένη ὡς τοὺς ὑπερασπιστὲς τοῦ Χάνδακα, περνῶντας ἀπὸ τὸν μάχιμο ἐκεῖνον Δραγάτση καὶ τὸν Γκίνη Μπούα «Σπάτα».
    Ἡ ἁλυσσίδα συνεχίζεται μὲ τὸν Δασκαλογιάννη (συμβατικά – ὑπάρχουν καὶ προγενέστερες ἐξεγέρσεις κατὰ τῶν Τούρκων), τὸν Ἀγγελῆ Γάτσο καὶ τὸν Θόδωρο Ζιάκα καὶ καταλήγει στὸν Κατούντα καὶ τὸν Κατσάνη, στὴν Κύπρο, ἀλλὰ καὶ στὸν Σμηναγὸ Ἠλιάκη.

    Περνάει (ἐνδεικτικὰ) ἀπὸ τὸ δόλιο Μεσσολόγγι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ συγγενεῖς μου, τοῦ 11ου Συντάγματος Πεζικοῦ, ποὺ τὰ μὲν κόκκαλά τους τ᾽ ἄφησαν σὲ Σαραντάπορο καὶ Γιαννιτσά, ἐνῶ πίσω τους ἄφησαν ἐγκύους τὶς γυναῖκες τους κι οἱ δυό κόρες τους, οἱ θειάδες μου (Θεός συγχωρέσοι τις), γεννήθηκαν ἀμφότερες μέσ᾽ στὸ 1913.

    Ἂς μνημειωθῆ στὸν κυβερνοχῶρο καὶ τ᾽ ὄνομα τοῦ ἄλλου μου τοῦ συγγενοῦς,
    τοῦ καπετὰν Νικολῆ τοῦ Πειθῆ ἀπὸ τὸν Βροντᾶδο τῆς Χίου,
    ποὺ τὸ 1822, στὴ Σφαγή, σκέφτηκε ἕνα ἔξυπνο στρατήγημα κι ἔδωσε ἕνα γερὸ ντουφέκι στὰ Ταγκαλάκια τοῦ Βαχήτ Πασᾶ, καθυστερῶντας τὴν προέλασή τους πρὸς Βολισσὸ καὶ σώζοντας γυναικόπεδα, ἐκεῖ, στὶς ὑπώρειες τοῦ Αἴπους [Ἐκεῖ δηλαδή, ὅπου τὰ ΜΑΤ ὡς ἄλλος στρατὸς κατοχῆς πῆγαν νὰ προετοιμάσουν τόπο γιὰ τὰ νέα Ταγκαλάκια, τοὺς προπομποὺς τῶν Mehmecik, σπάζοντας στὸ ξύλο τοὺς Βρονταδούσους τοῦ 2020 μ.Χ, ποὺ ἀντιδροῦσαν …]

    Αἰωνία τους ἡ μνήμη!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s