Π. Κονδύλης: ὀρθολογισμὸς καὶ ἀνορθολογισμός

Περίληψη: Ὀρθολογισμός: τυπικὸς μόνο, ἄψογη χρήση τῆς τυπικῆς λογικῆς γιὰ νὰ ἐκλογικευθεῖ μιὰ θεμελιώδης θέση, ἡ ὁποία βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε δυνατότητα λογικῆς θεμελίωσης, καὶ ἡ ὁποία καλεῖται «ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου». Ἀντίθετα, τὸ «ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου» εἶναι ὁ μοναδικὸς ὑφιστάμενος πραγματικὸς ἀνορθολογισμός, καθὼς συνίσταται στὴν προγραμματικὴ ἄρνηση ἐκλογίκευσης-ἐπιχειρηματολογίας ὑπὲρ τῆς, πέραν κάθε λογικῆς θεμελίωσης, θεμελιώδους θέσης. Ἀκόμη καὶ ἡ πίστη ἢ ἡ ἄρνηση πίστης στὴ ratio, τὴν ὁποία ἀσπάζονται ὀρθολογιστὲς καὶ ἀνορθολογιστές, ἀντίστοιχα, βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε δυνατότητα γιὰ λογικὴ θεμελίωση. Οἱ αὐτοαποκαλούμενοι ὡς «ὀρθολογιστὲς» θεωροῦν αὐταπόδεικτη τὴ σύνδεση τοῦ ὀρθολογισμοῦ (ὡς ἄψογης χρήσης τῆς τυπικῆς λογικῆς) μὲ ὁρισμένα περιεχόμενα καὶ ἀπόψεις, καὶ πνευματικὰ κατώτερους ὅσους ἀρνοῦνται τὴν σύνδεση αυτήν, τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦν γενικὰ «ἀνορθολογιστὲς» (χωρὶς -οἱ «ὀρθολογιστὲς»- νὰ κάνουν διάκριση μεταξὺ δυὸ τύπων ἀνορθολογικοῦ στοιχείου). Στὴν πραγματικότητα, οἱ ἀνορθολογιστὲς «μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου» εἶναι ἐλαχιστότατοι, καθὼς οἱ περισσότεροι (αὐτοαποκαλούμενοι ἢ καλούμενοι ἀπὸ τοὺς ὀρθολογιστές) ἀνορθολογιστὲς συχνὰ κάνουν χρήση τῆς τυπικῆς λογικῆς ἐπιχειρηματολογίας ἐξίσου καλὰ ὅσο οἱ ὀρθολογιστές. Οἱ αὐτοαποκαλούμενοι ὀρθολογιστὲς ἀρνοῦνται τὴν ἄποψη ὅτι ἡ πίστη στὴν ἀλήθεια κι ἐγκυρότητα τῆς ratio βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε λογικὴ θεμελίωση.

Ἡ ἀσάφεια ποὺ περιβάλλει κεντρικὲς ἔννοιες, ὅπως π.χ. τὸν «ὀρθολογισμό», ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐμπεριστατωμένη σύλληψη τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἐφόσον μάλιστα ὁ τελευταῖος πολλὲς φορὲς χαρακτηρίστηκε ὡς «ἐποχὴ τοῦ ὀρθολογισμοῦ». Ἡ ἀσάφεια αὐτὴ προκύπτει, βέβαια, ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὰ συχνὴ χρήση τῆς ἔννοιας τοῦ ὀρθολογισμοῦ σὲ διαφορετικὴ κάθε φορὰ συνάφεια, ἔτσι ὥστε ἡ πολυσημία γίνεται ἀναπόφευκτη. Ὡστόσο θὰ ἦταν ἀφελὴς ἡ ἐπιθυμία παραμερισμοῦ τῆς ἀσάφειας καὶ τῆς πολυσημίας μὲ γενικὰ ἀποδεκτὲς συμφωνίες πάνω στὴν ὁρολογία. Γιατὶ ἡ ἑκάστοτε χρήση τῆς ἔννοιας τοῦ ὀρθολογισμοῦ συναρτᾶται συνήθως τόσο στενὰ μὲ τὸ περιεχόμενο καὶ τὶς προθέσεις τῆς ἀντίστοιχης σκέψης, ὥστε κανεὶς στοχαστὴς δὲν βρίσκεται πρόθυμος νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν προσωπική του ὁρολογία, ἐγκαταλείποντας ἔτσι λίγο ἢ πολὺ οὐσιαστικὰ σημεῖα τῶν θεωριῶν του. Ἡ σύνδεση τοῦ ὀρθολογισμοῦ μὲ συγκεκριμένο περιεχόμενο καὶ συγκεκριμένες θέσεις ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα ὅπλα στὴ φιλοσοφικὴ πολεμική. Σκοπός της εἶναι νὰ ἐξαρτήσει τὴν ἱκανότητα γιὰ λογικὴ σκέψη ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ θεωριῶν μὲ συγκεκριμένο περιεχόμενο καὶ νὰ καταγγείλει ὅσους δὲν ἀποδέχονται τὶς τελευταῖες ὡς ἐχθροὺς τῆς λογικῆς γενικὰ σκέψης ἢ ὡς ἀναξιόπιστους διανοητές. Ἡ πολυσημία τῆς ἔννοιας τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς πολεμικῆς της χρήσης, ἀφοῦ ἔτσι συνδέθηκε κατὰ καιροὺς μὲ τὰ πιὸ διαφορετικὰ περιεχόμενα· δὲν προδίδουμε κανένα μυστικὸ ἂν μνημονεύσουμε τὸ στοιχειῶδες γεγονός –ποὺ τόσο δυσάρεστα ἀναφέρουν οἱ φιλόσοφοι– ὅτι ἡ λογικὰ μεθοδευμένη σκέψη ἔχει ἴσαμε τώρα τεθεῖ στὴν ὑπηρεσία ἐντελῶς διαφορετικῶν ἀπόψεων. Οἱ πρόμαχοι τούτης ἢ ἐκείνης τῆς θεωρίας μποροῦν, φυσικά, νὰ ἀμφισβητοῦν ὄχι μόνο τὶς θέσεις τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱκανότητά του γιὰ λογικὴ σκέψη -καὶ μάλιστα στὸ ὄνομα τοῦ Ἑνὸς Λόγου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τρόπο περίεργο, συμπίπτει πάντοτε μὲ τὸν προσωπικό τους τρόπο σκέψης. Μιὰ θεώρηση ποὺ θέλει νὰ κατανοήσει τὰ πράγματα δὲν μπορεῖ νὰ πάρει θέση σὲ μιὰ τέτοια διαπάλη. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀναζητήσει ἕναν ὁρισμὸ τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὸ ἑκάστοτε περιεχόμενο τῆς σκέψης καὶ αὐστηρὰ τυπικό. Ὁρισμὸ δηλαδὴ ποὺ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐφαρμοστεῖ σὲ κάθε ὀρθολογισμό, ὅποιο κι ἂν εἶναι τὸ περεχόμενό του. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ ἀποφύγουμε τὸν παραλογισμό, ὅτι π.χ. ὁ Θωμᾶς Ἀκυινάτης εἶναι λιγότερο ὀρθολογιστὴς ἀπὸ τὸν Hobbes ἢ ὅτι ὁ Machiavelli ἀπὸ τὸν Kant: ἡ προσεκτικὴ ἐξέταση αὐτῶν τῶν παραδειγμάτων, ὅπως καὶ ἄλλων παρόμοιων, ἀρκεῖ γιὰ νὰ καταδειχτεῖ πόσο εἶναι ἀνόητη –ἀπὸ ἐπιστημονική, ὄχι ἀπὸ ἰδεολογικὴ σκοπιά– ἡ σύνδεση τοῦ ὀρθολογισμοῦ μὲ ὁρισμένα μόνο περιεχόμενα σκέψης.

Γιὰ μᾶς, λοιπόν, ὀρθολογισμὸς εἶναι ἡ σκόπιμη καὶ ἄψογη (ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς τυπικῆς λογικῆς) χρήση τῶν ἐπιχειρηματολογικῶν μέσων τῆς σκέψης, γιὰ νὰ κατοχυρωθεῖ θεωρητικὰ μιὰ δεδομένη θεμελιώδης στάση ἀπέναντι στὸν κόσμο. Ὁ ὁρισμός μας ὑποδηλώνει ὅτι αὐτὴ ἡ θεμελιώδης στάση ἢ ἀπόφαση βρίσκεται ἡ ἴδια πέρα ἀπὸ κάθε λογικὴ αἰτιολόγηση, ἀκόμη κι ὅταν οἱ ὀρθολογιστὲς τὴ θεωροῦν ἀποδείξιμη ἢ καὶ ἀποδεδειγμένη (αὐτό, ἄλλωστε, ἐπιδιώκουν συνδέοντας τὸν ὀρθολογισμὸ σὰν τέτοιον μὲ κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο). Μονάχα ἡ ἐκλογίκευση τῆς θεμελιώδους στάσης ἢ ἀπόφασης μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ μὲ λογικὴ συνέπεια καὶ μονάχα αὐτὴ μπορεῖ, ἐπίσης, νὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἐπιστημονικῆς διαμάχης -ὄχι ἡ ἴδια ἡ θεμελιώδης στάση: γιατὶ στὰ ἔσχατα ἐρωτήματα ἡ ἀπάντηση δίνεται μὲ ἀξιωματικὲς ἀποφάνσεις. Μποροῦν, λοιπόν, νὰ ὑπάρξουν τόσες μορφὲς λογικῆς συνέπειας ὅσες καὶ θεμελιώδεις στάσεις· μολονότι τὰ τυπικὰ λογικὰ μέσα παραμένουν τὰ ἴδια, ὡστόσο ὑπηρετοῦν κάθε φορὰ τὴν ἐκλογίκευση θεμελιωδῶν ἀποφάσεων μὲ διαφορετικὸ περιεχόμενο. Ἀφοῦ, τώρα, οἱ τελευταῖες βρίσκονται ultra rationem, πρέπει ἀπὸ τὴ φύση τους νὰ θεωρηθοῦν μυστικές, πράγμα ποὺ μὲ τὴ σειρά του συνεπάγεται ὅτι τὸ μυστικὸ στοιχεῖο δὲν εἶναι τὸ ἀντίθετο, ἀλλὰ ἡ ἀπαρχὴ καὶ ἡ πηγὴ τῆς ὀρθολογικῆς σκέψης. Σὲ σχέση μὲ τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνεται σὲ ἔσχατα ἐρωτήματα, ἡ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ὀρθολογικὸ καὶ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο χάνει ὁλότελα τὴ σημασία της· ἑπομένως, πρέπει νὰ ἀναφέρεται μονάχα στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐκλογικευτικῆς ἐργασίας, ὅπου ἐπιστρατεύονται ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ στηρίξουν τὴν ἑκάστοτε θεμελιώδη στάση ἢ ἀπόφαση. Μονάχα στὸ ἐπίπεδο τοῦτο μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄμεση ἀντίθεση ἀνάμεσα σὲ ὀρθολογικὸ καὶ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο. Τὸ μυστικὸ στοιχεῖο ποὺ βρίσκεται στην ἀπαρχὴ τῆς σκέψης, ἀποτελώντας τὴ συγκινησιακή της πηγή, εἶναι, βέβαια, καὶ αὐτὸ ἀνορθολογικό, ὡστόσο πρέπει νὰ διακρίνουμε αὐστηρὰ τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ μυστικὴ ἀπὸ τὸ ἀνορθολογικὸ μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἐφόσον ὡς κριτήριο ὀρθολογικότητας θεωρήσαμε τὴν τυπικὴ-λογικὴ ὀρθότητα καὶ συνέπεια τῆς σκέψης κατὰ τὴ διαδικασία ἐκλογίκευσης μιᾶς θεμελιώδους στάσης, πρέπει νὰ δεχτοῦμε ὅτι τὸ ὀρθολογικὸ στοιχεῖο δὲν ἀντιτίθεται στὸ ἀνορθολογικὸ μὲ τὴ μυστική, ἀλλὰ μόνο στὸ ἀνορθολογικὸ μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο (μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) βρίσκεται, μὲ ἄλλα λόγια, βαθύτερα καὶ ἀπὸ τὸ ὀρθολογικὸ γενικὰ στοιχεῖο καὶ ἀπὸ τὸ ἀνορθολογικὸ μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου: Τὰ δύο τελευταῖα βρίσκονται στὸ ἴδιο ἐπίπεδο καὶ γι’ αὐτὸ μποροῦν νὰ συγκρουστοῦν. Ἀκριβῶς ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς διαφορᾶς τῶν ἐπιπέδων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συγχέουμε τὴ μυστικὴ-ἀνορθολογικὴ πηγὴ τῆς σκέψης μὲ τὴ μεθοδική της ἀνάπτυξη, συνάγοντας ἀπὸ τὴν ὀρθολογικότητα τῆς δεύτερης τὴν ὀρθολογικότητα τῆς πρώτης -καὶ ἀντίστροφα: Ἡ ἀνορθολογικότητα (μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται συνέπεια τοῦ ἀνορθολογικοῦ στοιχείου (μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου). Ἀπὸ τὴ σκοπιά μας, λοιπόν, τὸ ἀντίθετο τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἶναι ὄχι τοῦτο τὸ τελευταῖο, ἀλλὰ μονάχα τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τὰ θρησκευτικὰ συστήματα σκέψης δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ἀντίπαλα τοῦ ὀρθολογισμοῦ γενικά, παρὰ μόνον ὁρισμένων εἰδῶν ὀρθολογισμοῦ μὲ συγκεκριμένο, δηλαδὴ ἀντιθρησκευτικὸ περιεχόενο. Μὲ βάση τὰ ἴδια κριτήρια μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε καὶ τὸ φαινομενικὰ παράδοξο φαινόμενο, ὅτι οἱ μὴ θρησκευτικοὶ ὀρθολογισμοὶ δὲν εἶναι λιγότερο ἐχθρικοὶ ὁ ἕνας ἀπέναντι στὸν ἄλλον ἀπ’ ὅσον εἶναι καὶ οἱ θρησκευτικοὶ ὀρθολογισμοὶ ἀπέναντι στοὺς ἀντιθρησκευτικούς.

Μιὰ συνολικὴ ἀποτίμηση τῶν ἱστορικὰ γνωστῶν ἀναμετρήσεων ὀρθολογισμοῦ καὶ ἀνορθολογισμοῦ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραβλέψει τὴν καθαρὰ πολεμική τους πλευρά. Ἀφοῦ, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλοτε χρησιμοποιεῖται ὡς μομφὴ ὁ ὀρθολογισμὸς καὶ ἄλλοτε ὁ ἀνορθολογισμός, ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παίρνει τέτοιες ἀποφάνσεις στὴν ὀνομαστική τους ἀξία. Ἡ παραπάνω ἀνάλυσή μας δείχνει ὅτι ἡ αὐστηρὴ ἀντιπαράθεση ὀρθολογισμοῦ καὶ ἀνορθολογισμοῦ γίνεται ἀντικειμενικὰ ἀβάσιμη, ἂν διαστείλουμε τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ μυστικὴ ἀπὸ τὸ ἀνορθολογικὸ μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Ὅπως τὸ πρῶτο βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε λογικὴ θεμελίωση, ἔτσι καὶ τὸ δεύτερο στὴν πραγματικότητα εἶναι φαινόμενο πολὺ σπανιότερο ἀπ’ ὅσο ἰσχυρίζονται ὀρθολογιστές, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν δικό τους ὀρθολογισμὸ ὡς τὸν μόνο δυνατό. Τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο (μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν παραβίαση τῶν κανόνων τῆς τυπικῆς λογικῆς (ἀφοῦ καὶ ὀρθολογιστὲς τὴ διαπράττουν), ἀλλὰ προπαντὸς σημαίνει τὴν προγραμματικὴ ἄρνηση μετατροπῆς τοῦ ἀνορθολογικοῦ στοιχείου (μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) σὲ ὀρθολογικὸ σύστημα, δηλαδὴ τὴν ἄρνηση ἐκλογίκευσης τῆς ἑκάστοτε θεμελιώδους κοσμοθεωρητικῆς στάσης ἢ ἀπόφασης. Ἡ ἄρνηση τούτη πηγάζει πάνω ἀπ’ ὅλα ἀπὸ πολεμικὰ κίνητρα, δηλαδὴ ἀποσκοπεῖ στὴν ὑπεράσπιση συγκεκριμένων θέσεων, ποὺ καθαυτὴ ἡ διαδικασία τῆς ἐκλογίκευσης φαίνεται νὰ τὶς ἀπειλεῖ. Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς ἔλλογης σκέψης στὴν πραγματικότητα δὲν στρέφεται ἐναντίον κάθε σκέψης, ἀλλὰ ἐναντίον τῆς σύνδεσης τῆς σκέψης μὲ συγκεκριμένο περιεχόμενο -σύνδεση, ποὺ σὲ ὁρισμένες ἐποχὲς γίνεται τόσο στενή, ὥστε δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση πὼς τὸ περιεχόμενο αὐτὸ προκύπτει ἀναγκαστικὰ ἀπὸ τὴ χρήση τῆς λογικῆς σκέψης σὰν τέτοιας.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνορθολογισμοῦ (μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) κυμαίνεται κάθε φορὰ ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις καὶ τὸν ἀντίπαλο, τὸ ἄλλο μεγάλο μειονέκτημά του ἔγκεται στὴν ἀδυναμία του νὰ πραγματοποιήσει τὴ βασική του ἀπόφαση, δηλαδὴ τὴν ἄρνησή του νὰ προχωρήσει στὴν ἐκλογίκευση τῆς θεμελιώδους κοσμοθεωρητικῆς του στάσης. Ἀπὸ τὴ σκοπιὰ καὶ μὲ τὰ μέσα τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἡ ἀπόφαση αὐτὴ δὲν μπορεῖ, φυσικά, νὰ καταπολεμηθεῖ, ἐμπλέκεται ὅμως ἀπὸ μόνη της σὲ ἀντιφάσεις, μόλις θελήσει νὰ ἐκφραστεῖ μὲ μορφὴ ἐπιχειρημάτων. Συνεπὴς ἀνορθολογισμός (μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) δὲν συναπαντιέται πουθενά, ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἐκπρόσωποί του δὲν παύουν νὰ ἀνακοινώνουν τὴν τοποθέτησή τους μὲ τὴ βοήθεια ἐπιχειρημάτων. Χωρὶς τὴν ἀνακοίνωση αὐτὴ ὁ ἀνορθολογισμὸς θὰ ἦταν ἄγνωστος καὶ συνεπῶς πρακτικὰ ἀδιάφορος· ὄχι μόνο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀνοίξει πολεμικὴ ἐναντίον τῶν ὀρθολογιστῶν, ἀλλὰ οὔτε καὶ θὰ ὑπῆρχε ὁ ἴδιος, ἀφοῦ τὴν αὐτοσυνείδησή του τὴν κερδίζει ἀκριβῶς μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πολεμική. Παραίτηση ἀπὸ τὴν ἐπιχειρηματολογία, σὲ ὅποια μορφή, θὰ σήμαινε λοιπὸν παραίτηση ἀπὸ τὴν πολεμικὴ καὶ ἑπομένως πρακτικὴ ἀνυπαρξία. Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀναγκαστικὰ διεξάγουν τοὺς ἀγῶνες συναμεταξύ τους καὶ στὸ χῶρο τῶν ἰδεῶν, μιὰ ἀνορθολογικὴ στάση μὲ τὴν ἔννοια τῆς προγραμματικῆς καὶ ὁλοκληρωτικῆς παραίτησης ἀπὸ κάθε αἰτιολογημένη αὐτοδικαίωση εἶναι ἁπλούστατα ἀδύνατη μέσα στὰ πλαίσια μιᾶς ἔτσι ἔτσι ἢ ἀλλιῶς –πάντως: μὲ βάση ὁρισμένες κανονιστικὲς ἀρχὲς καὶ ἰδεολογίες– ὀργανωμένης κοινωνίας. Θὰ μπορούσαμε, μάλιστα, νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἴδια ἡ κοινωνία ὑποβάλλει ἢ καὶ ἐπιτάσσει (ἄμεσα ἢ συμβολικά) τὴν ἐκλογίκευση τῶν θεμελιωδῶν στάσεων τῶν μελῶν της, γιατὶ μόνον ἔτσι εἶναι σὲ θέση νὰ τὰ ἐλέγξει· αὐτὸ ἰσχύει a fortiori γιὰ μαχόμενα συλλογικὰ πρόσωπα: ἂς θυμηθοῦμε τοὺς συνεχεῖς ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν μυστικῶν ἢ τοῦ ὀρθόδοξου μαρξισμοῦ ἐναντίον τῶν οὐτοπικῶν καὶ ὀνειροπόλων συνοδοιπόρων του. Οἱ ἀνορθολογιστὲς κάνουν ἕνα σοβαρὸ λάθος ὅταν θέλουν νὰ χωρίσουν τὴν ὑπαρξιακὴ πηγὴ τῆς σκέψης, ποὺ ὀρθὰ τὴν τοποθετοῦν πέρα ἀπὸ τὶς λογικὰ ἐπεξεργασμένες ἐπιχειρηματολογίες, ἀπὸ τὴν ἀπορροή της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴ σκέψη τὴν ἴδια. Γιατὶ ἡ πηγὴ αὐτὴ μόνο σκέψη μπορεῖ νὰ γεννήσει καί, ἐὰν δὲν τὸ κάνει, μένει βουβὴ καὶ ξεχνιέται. Ἔτσι γίνεται μέσα στὴν ὀργανωμένη κοινωνία, ποὺ ἀπὸ τὴ φύση της εἶναι Λόγος, δηλαδὴ ἐκλογίκευση καὶ διοχέτευση θεμελιωδῶν στάσεων. Οἱ συσχετισμοὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦν, ἄλλωστε, γιατί οἱ διαμαρτυρίες ἐναντίον τοῦ Λόγου πολὺ συχνὰ καταλήγουν στὴν ἀνοιχτὴ καταγγελία τοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι, ὅμως, οἱ ἀνορθολογιστὲς περιπλέκονται σὲ νέες ἀντιφάσεις, γιατὶ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ χρησιμοποιήσουν μιὰν ἐκλογικευμένη κλίμακα ἀξιῶν· ἀποδίδουν δηλαδὴ ἰδιαίτερα προσόντα στὰ πράγματα, ποὺ κατὰ τὴ γνώμη τους καταπιέζει ὁ Λόγος, θεωρώντας τα γνήσια ἢ «φυσικὰ» καὶ φορτίζοντάς τα, ἔτσι, μὲ μιὰν ἀνώτερη ἢ βαθύτερη ὀρθολογικότητα: ἡ λέξη «ὀρθολογικότητα» παίρνει ἐδῶ ἠθικὴ χροιά, καὶ θὰ δοῦμε πόσο σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξε αὐτὸ στὸν Διαφωτισμό.

Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ ὕπαρξη αἰσθημάτων δίχως τὴν παραμικρὴ τάση πρὸς ἐκλογίκευση καὶ αὐτοδικαίωση μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ, τουλάχιστον μέσα σὲ συνθῆκες κοινωικῆς ὀργάνωσης, οἱ διαμαρτυρίες τῶν ἀνορθολογιστῶν πέφτουν στὸ κενὸ ἤδη ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο (μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) στὴν πραγματικότητα δὲν πάει ποτὲ χαμένο, ἀλλὰ περνᾶ ἀδιάκοπα καὶ ἀθέατα μέσα στὸ ὀρθολογικὸ γιὰ νὰ τὸ ἐμψυχώσει. Αὐτὴ ἡ μετάβαση καὶ μετουσίωση, ὅπως σημειώσαμε, ἀναπόφευκτη μέσα στὰ πλαίσια τοῦ πολιτισμοῦ, πράγμα ποὺ ὄχι σπάνια φαίνεται καὶ στὶς ἐξαιρετικὰ περίτεχνες ἐπιχειρηματολογίες τῶν ἀνορθολογιστῶν. Ὁ ἀνορθολογισμὸς μπορεῖ, λοιπόν, νὰ εἶναι μονάχα ἕνας λίγο ἢ πολὺ ἐκλογκευμένος ἀνορθολογισμός, δηλαδὴ ἕνας ὀρθολογισμὸς παρὰ βούληση -τουλάχιστον στὸν βαθμὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχει πρακτικὴ σημασία καὶ νὰ διεξαγάγει μὲ κάποιες πιθανότητες ἐπιτυχίας τὸν ἀγώνα του ἐναντίον τοῦ ὀρθολογιστῆ ἀντιπάλου. Ὁ Λόγος μένει πάντα τὸ πιὸ κοφτερὸ ὅπλο -καὶ πῶς ἀλλιῶς θὰ ἦταν κάτι ἄλλο δυνατό, ἀφοῦ ὁ ἄνρθωπος ἀνέκαθεν θεώρησε τὸν Λόγο ὡς πηγὴ τῆς μεγαλύτερης περηφάνειας ἢ παραηγοριᾶς του, δηλαδὴ τῆς ὑπεροχῆς του ἀπέναντι στὰ (ὑπόλοιπα) ζῶα; Ὥστε ἀπὸ τὴ σκοπιά μας ὁ ὀρθολογισμὸς παρουσιάζεται σχεδὸν παντοδύναμος, κι ὡστόσο ἡ θέση μας, ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ θεμελιώνεται, δὲν σημαίνει κανένα ὄφελος γιὰ τὸν ἀνθρωπισμὸ ἢ τὸν ἠθικισμό, ποὺ στηρίζει τὶς ἐλπίδες του στὴ δύναμη τοῦ Λόγου. Οἱ ἀγῶνες ἀνάμεσα στοὺς ὀρθολογιστὲς τοὺς ἴδιους, ποὺ διόλου δὲν ὑστεροῦν, ὡς πρὸς τὸ μένος καὶ σφοδρότητά τους, ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες ἀνάμεσα σὲ ἀνορθολογιστές, ἀποτελοῦν καθαυτοί, γιὰ ὅποιον ἐπιθυμεῖ νὰ δεῖ τὰ πράγματα ἀπροκατάληπτα, ὑπερεπαρκὴ ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ὁ ὀρθολογισμὸς ἀπὸ μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ προσφέρει τὴ βάση μιᾶς γενικῆς συνεννόησης -ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ριζώνει κάθε φορὰ σὲ μιὰ μυστικὴ-ἀνορθολογικὴ θεμελιώδη στάση. Οἱ ὀρθολογιστὲς προσπαθοῦν νὰ ὑπερνικήσουν τὴν ἀπελπισία, ποὺ ἐμπνέει ἡ διαπίστωση αὐτή, συνδέντας τὸν ὀρθολογισμό τους μὲ τὴν ἀποδοχὴ ὁρισμένων συγκεκριμένων θέσεων. Ὅμως ἡ διατύπωση ἑνὸς δεσμευτικοῦ, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὶς προθέσεις του, ὀρθολογισμοῦ ἁπλῶς δυναμώνει τὴν ἀντίδραση ὀρθολογιστῶν μὲ διαφορετικὴ τοποθέτηση, διαιωνίζοντας ἔτσι τὴν κατάσταση ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ καταργήσει.

Ἡ κριτική μας ἀνάλυση δὲν σκοπεύει νὰ προλειάνει τὸν δρόμο γιὰ μιὰ νέα καὶ «ἀληθινὴ» ἔννοια τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ προσφέρει κριτήρια ἱκανὰ νὰ ἐπιτρέψουν στὴν ἐπιστημονικὴ καὶ ἀξιολογικὰ ἐλεύθερη θεώρηση τὴ δομικὴ καὶ λειτουργικὴ περιγραφὴ τῶν ἰστορικὰ γνωστῶν ἀνορθολογισμῶν στὴν ἀντίθεσή τους μὲ τοὺς ἀντίστοιχους ἀνορθολογισμούς. Γιὰ τὴν κατανόηση τῶν παρακάτων πρέπει νὰ συγκρατήσουμε προπαντὸς δύο σημεῖα: α) ὅτι ὁ ἐκάστοτε ὀρθολογισμὸς ἑδράζεται σὲ μιὰ κοσμοθεωρητικὴ θεμελιώδη στάση ἢ ἀπόφαση, ποὺ ἀπὸ τὴν πλερυά της βρίσκεται ultra rationem καὶ προϋποθέτει ἔσχατες ἀξιωματικὲς ἀξιολογήσεις· β) ὅτι ὁ ἑκάστοτε ὀρθολογισμός, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς προέλευσής του ἀπὸ μιὰ θεμελιώδη στάση ἢ ἀπόφαση, εἶναι δεμένος σὲ ἕνα ὁρισμένο περιεχόμενο, τοῦ ὁποίου ἐπιχειρεῖ τὴν ἐκλογίκευση. Τὸ περιεχόμενο αὐτὸ καθορίζει τὸν γενικὸ χαρακτήρα τοῦ ἑκάστοτε ὀρθολογισμοῦ πολὺ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τὸ κάνει ἡ ἐπιλογὴ τῆς ψυχικῆς ἐκείνης δύναμης, ποὺ χρεισιμεύει ὡς φορέας τοῦ Λόγου. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ ὀρθολογισμὸς καὶ ἡ νοησιαρχία διόλου δὲν ταυτίζονται, ὅπως δέχεται, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, μιὰ διαδεδομένη ἀντίληψη, ποὺ ἔχει σπείρει μεγάλη σύγχυση σὲ πολλὲς προγενέστερες προσπάθειες γιὰ μιὰν ἐννοιλογικὴ ἀνάλυση τῆς ἐποχῆς τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτὸ διαφαίνεται ἡ ἑρμηνευτικὴ σημασία τοῦ δικοῦ μας ὁρισμοῦ τοῦ ὀρθολογισμοῦ γιὰ τὴ συγκεκριμένη σύλληψη τῆς ἐποχῆς τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὅπως θὰ δείξουμε, ὁ θεμελιώδης χαρακτήρας τῆς τελευταίας κατανοεῖται μόνον ἂν δοῦμε τὸν ὀρθολογισμό της, ἀπὸ τὴ μία, στὴ σύνδεσή του μὲ ὁρισμένα περιεχόμενα σκέψης καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὴ διαφορά του ἀπὸ (ἢ καὶ ἐχθρότητά του πρός) τὴ νοησιαρχία -ἐχθρότητα πού, μὲ τὴ σειρά της, ἔχει τὴ συγκεκριμένη της σημασία γιὰ τὸν καινούργιο καθορισμὸ τῶν σχέσεων ἀνάμεσα σὲ πνεῦμα καὶ αἰσθητά. Φυσικά, στὴν ἐποχὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ ὑπάρχει καὶ νοησιαρχικὰ προσανατολισμένος ὀρθολογισμός, ὅμως δὲν κυριαρχεῖ αὐτός.

Ὁ Εὐρωπαϊκὸς Διαφωτισμός (1981, β’ ἔκδ. 1986), Ι, 47-53.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τοὺς ὀρθολογιστές, αὐτοὶ ὀργανώνουν καὶ διεξάγουν τὴν πολεμική τους συνδέοντας συμβολικὰ τὸ περιεχόμενο τῶν θέσεων, στὶς ὁποῖες ἐκφράζονται καὶ συγκεκριμενοποιοῦνται οἱ δικές τους ἀξιώσεις ἰσχύος, μὲ κάτι τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν «Λόγο», ἔτσι ὥστε οἱ θέσεις τους αὐτὲς μποροῦν νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς ἄμεση λογικὴ ἀπόρροια «τοῦ» Λόγου. Ἀπὸ τὴν ἐξ ὁρισμοῦ σύνδεση ὁρισμένων θέσεων μὲ «τὸν» Λόγο ἐξάγεται κατόπιν τὸ συμπέρασμα ὅτι κάθε ἀντίπαλος τῶν θέσεων αὐτῶν ἀπορρίπτει «τὴν» ἔλλογη σκέψη γενικὰ ἢ ὅτι τουλάχιστον δὲν μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει μὲ τὴν ἀναγκαία λογικὴ συνοχή -πράγμα ποὺ τελικὰ σημαίνει τὴν πνευματική του κατωτερότητα. Οἱ ὀρθολογιστὲς προσπαθοῦν, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ μονοπωλήσουν τὴ σκέψη ὡς τέτοια καὶ in toto, ἰσχυριζόμενοι ὅτι καὶ μόνη ἡ χρήση τῆς σκέψης, ὅταν γίνεται κατὰ τρόπο λογικὰ ἄψογο, ἐπιβεβαιώνει τὸ δίχως ἄλλο τὴν ὀρθότητα τοῦ περιεχομένου τῶν θέσεών τους. Αὐτὴ ἡ ἔμμεση ταύτιση μορφῆς καὶ περιεχομένου τῆς σκέψης δὲν εἶναι βέβαια τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα ἐσφαλμένο συμπέρασμα χρήσιμο στὴν πολεμική. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἐπιχειρηματολογία σύμφωνα μὲ λογικοὺς κανόνες καὶ ἡ ἀπάντηση σὲ ἐρωτήματα ἀναφερόμενα σὲ ὁρισμένο περιεχόμενο δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὴ σχέση μεταξύ τους, ἤτοι ἡ ἴδια μορφὴ λογικῆς ἐπιχειρηματολογίας μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ περιεχομένου, σὲ ἐντελῶς διαφορετικὰ συμπεράσματα ὅταν τὸ περιεχόμενο τῶν προκειμένων διαφέρει. Ὅταν οἱ διάφοροι ὀρθολογιστὲς συνδέουν «τὸν» ὀρθολογισμό, ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς λογικὰ ἄψογης χρήσης τῆς σκέψης ὡς τέτοιας, ἀποκλειστικὰ μὲ ὁρισμένα (ἂν καὶ κάθε φορὰ διαφορετικά) περιεχόμενα, τότε δὲν βλέπουν ὅτι ὁ ὀρθολογισμός, ἂν πρόκειται νὰ ἔχει ἔννοια σταθερὴ καὶ ἐλέγξιμη, μονάχα τυπικὸς μπορεῖ νὰ εἶναι, δηλαδὴ μπορεῖ νὰ σημαίνει μονάχα τὴ λογικὰ ἄψογη χρήση ἐπιχειρηματολογικῶν ἐργαλείων μὲ σκοπὸ τὴ διευκρίνιση ἢ τὴ θεμελίωση μιᾶς κοσμοθεωρητικῆς ἀπόφασης. Ὅμως ἡ ἐπιχειρηματολογία μπορεῖ νὰ λάβει χώρα μονάχα ἐντὸς ἑνὸς ὀργανωμένου κόσμου καὶ ἀπὸ ὑποκείμενα ποὺ διαθέτουν ταυτότητα -ἤτοι πάνω στὴ δεδομένη βάση μιᾶς εἰλημμένης ἀπόφασης, τὴς ὁποίας ὁ πυρήνας βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὸ βεληνεκὲς τοῦ ἐπιχειρηματολογικοῦ Λόγου, ἀλλὰ ἡ ὁποία θέλει νὰ χρησιμοποιήσει τοῦτον τὸν τελευταῖο γιὰ νὰ ἐκλογικευθεῖ, δηλαδὴ νὰ ἐξαντικειμενικευθεῖ καὶ νὰ γίνει ἔτσι πιὸ τελεσφόρα. Ὡς ἀπάντηση σὲ ἔσχατα ἐρωτήματα, ἡ θεμελιώδης ἀπόφαση μπορεῖ νὰ ἀρθρωθεῖ μονάχα ὡς ἀξίωση ἰσχύος, μολονότι ἡ ὀρθολογιστικὴ σύνδεση «τοῦ» Λόγου ὡς τέτοιου μὲ ἕνα ὁρισμένο περιεχόμενο ἀποσκοπεῖ ἀκριβῶς νὰ ἀποδείξει ὅτι ἡ (ἑκάστοτε) θεμελιώδης ἀπόφαση δὲν ἀποτελεῖ αὐθαίρετη καὶ αὐτόβουλη τοποθέτηση, ἀλλὰ φυσικὴ ἀπόρροια «τῆς» ἔλλογης σκέψης. Ἡ ἀνεξαρτησία τῆς θεμελιώδους ἀπόφασης ἀπὸ τὰ λογικὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν ἐκλογίκευσή της καταφαίνεται ὡστόσο στὸ ἁπλὸ γεγονὸς ὅτι μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἴδιων λογικῶν ἐργαλείων μποροῦν νὰ ἐκλογικευθοῦν κάμποσες διαφορετικὲς ἢ καὶ ἀντίθετες μεταξύ τους θεμελιώδεις ἀποφάσεις. Ἂν κατανοήσουμε ἔτσι τὴν ἀνεξαρτησία της ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα τῆς λογικῆς, ἡ θεμελιώδης ἀπόφαση παραμένει ἀνορθολογικὴ ἔστω κι ἂν περιέχει μιὰ πανηγυρικὴ ὁμολογία πίστεως στὴ ratio, στὸ πλαίσιο τῆς ὁποίας βέβαια ἡ ratio ἐμφανίζται ταυτόχρονα ὡς κριτὴς καὶ κρινόμενος. Ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὴ λογικὴ θεμελίωση καὶ ἐπιχερηματολογία θὰ τὸ ὀνομάσουμε ἐδῶ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου γιὰ νὰ τὸ διακρίνουμε ἀπὸ τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, τὸ ὁποῖο συνίσταται στὴν προγραμματικὴ ἄρνηση κάθε ἀπόπειρας νὰ διατυπωθεῖ τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου σὲ μορφὴ ἔλλογα ἐπεξεργασμένη, δηλαδὴ νὰ ἐκλογικευθεῖ.

Ἡ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ μυστικὴ καὶ σὲ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου μᾶς προσφέρει τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸν πολεμικὸ χαρακτήρα τῆς διαμάχης γύρω ἀπὸ τὸν ὀρθολογισμό. Ἂν ὀρθολογιστὲς καὶ ἀνορθολογιστὲς εἶναι ἐξ ἴσου ἀναγκασμένοι νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ ἀνορθολογικὲς θέσεις μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πίστη στὴ ratio ἢ ἀπὸ τὴν καταδίκη της, τότε ἡ διαμάχη τους στὴν πραγματικότητα ἔχει νὰ κάμει μὲ τὴν ἐπιδίωξη τῆς μιᾶς πλευρᾶς νὰ ἐπιβάλει ἐνάντια στὴν ἑκάστοτε ἄλλη ὁρισμένα περιεχόμενα σκέψης συνδεόμενα μὲ ὁρισμένες ἀξιώσεις ἰσχύος, ἐνῶ ὁ ἀγώνας ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ratio παραμένει σκιαμαχία ποὺ ἐπικαλύπτει τὴν οὐσία τοῦ πράγματος. Αὐτὸ δὲν τὸ δείχνει μονάχα ὁ ἀνορθολογικὸς (μὲ τὴ μυστικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου) χαρακτήρας τῆς πίστης τῶν ὀρθολογιστῶν στὸν Λόγο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδυναμία στὴν ὁποία βρίσκονται οἱ ἀνορθολογιστὲς νὰ ἐξοβελίσουν ὁλοκληρωτικὰ τὴ χρήση τοῦ Λόγου. Ὁ ἀγώνας τῶν ἀνορθολογιστῶν ἐναντίον τῆς ἔλλογης συλλογιστικῆς σκέψης ὡς ὕψιστης βαθμίδας δικαιοδοσίας στρέφεται λοιπὸν ὄχι ἐνάντια στὴ σκέψη ἐν γένει, ἀλλὰ ἐνάντια στὴ (συμβολική) σύνδεσή της μὲ ὁρισμένα περιεχόμενα, ἡ ὁποία σὲ ὁρισμένες συγκεκριμένες καταστάσεις φαίνεται τόσο αὐτονόητη καὶ πειστική, ὥστε ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ δείξει κανεὶς τὴν ἀντίθεσή του πρὸς αὐτὰ τὰ περιεχόμενα εἶναι ἡ καταπολέμηση τῆς ratio ὡς τέτοιας. […] Ὅταν λοιπὸν οἱ ἀνορθολογιστὲς στρέφονται ἐνάντια στὶς «νεκρὲς ἀφαιρέσεις» καὶ στὶς ὕποπτες ἐπιχειρηματολογικὲς τέχνες τοῦ Λόγου, τότε δὲν ἐννοοῦν αὐτὸ ποὺ κάνουν οἱ ἴδιοι (ἄλλωστε μερικὲς φορὲς ἐπιχειρηματολογοῦν ἀκόμα πιὸ περίτεχνα ἀπὸ τοὺς ὀρθολογιστές), παρὰ μόνο αὐτὸ ποὺ κάνει ὁ ἐχθρὸς γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὸ περιεχόμενο τῶν δικῶν του θέσεων, δηλαδὴ τὶς δικές του ἀξιώσεις ἰσχύος. Καὶ ὅταν οἱ ὀρθολογιστὲς καταπολεμοῦν τὸ ἀνορθολογικὸ στοιχεῖο τόσο μὲ τὴ μυστικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴ λογικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, δὲν παίρνουν ὑπ’ όψη τους ὅ,τι πράγματι κάνει ὁ ἐχθρος τους στὸν χῶρο τοῦ «πνεύματος» (ἄλλωστε αὐτό, ἀπὸ μορφικὴ ἄποψη, οὐσιαστικὰ συμπίπτει μὲ τὶς δομὲς τῆς δικῆς τους σκέψης), παρὰ μόνον ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς συνδέει συμβολικὰ τὸ περιεχόμενο τῶν θέσεών του, δηλαδὴ τὶς δικές του ἀξιώσεις ἰσχύος. Ἂν ἡ διαμάχη δὲν ἀφοροῦσε στὴν πρακτικὰ καίρια πολεμικὴ ἐναντίον συμβόλων, τότε οἱ ὀρθολογιστὲς καὶ οἱ ἀνορθολογιστὲς θὰ ἔπρεπε νὰ θεωροῦνται ἀμοιβαῖα ὡς ἀδελφοί (ὡς πρὸς τὴ δομὴ τῆς σκέψης) ἐχθροί (ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς σκέψης). Ἐπειδὴ ὅμως ἐδῶ πρόκειται γιὰ πολεμική, ἡ κάθε πλευρὰ ἀναγκαστικὰ ἔχει ἐσφαλμένη ἀντίληψη γιὰ τὴν ἄλλη.

Ἰσχὺς καὶ ἀπόφαση (1984), 167-172.

This entry was posted in φιλοσοφίες and tagged , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Π. Κονδύλης: ὀρθολογισμὸς καὶ ἀνορθολογισμός

  1. Ο/Η Γιώργος λέει:

    Καλημέρα!
    Χάριν της συζήτησης… Δρακόπουλος Παναγιώτης: Ο Ρασιοναλισμός
    https://www.enoriako.info/index.php/2016-08-01-12-51-17/160-2011-05-07-18-22-50
    Καλή χρονιά με αγάπη και χαρά!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s