Διοικητηρίου

Διαβάζω στὰ ΜΚΔ διάφορους, ποὺ δὲν ἀντέχουν τὶς «πέτρες» στὴν πλατεία Διοικητηρίου. Ἄλλοι γιατὶ τάχα ἔχουμε πολλές. Ἄλλοι γιατὶ δὲν ἔχουν χῶρο στάθμευσης γιὰ τὰ ἁμαξάκια τους, ἄλλοι γιατὶ νοσταλγοῦν τὰ μάρμαρα τῆς πλατείας κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία βρίσκονταν τὰ ἀρχαῖα, ἄλλοι γιατὶ εἶναι ἀμόρφωτοι καὶ μόνο ἐὰν κάτι παράγει χρῆμα ἐγκρίνουν τὴν ὕπαρξη καὶ ἀνάδειξή του. Ὑπάρχουν κι αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν περίοδο ποὺ τὰ ἐρείπια ἦταν κτίσματα.

Νὰ μείνουν ἔτσι τὰ ἀρχαῖα, λοιπόν; Ὄχι, ἀλλὰ νὰ μὴν σκεπαστοῦν ἀπὸ μεταμοντέρνες «ἀναπλάσεις», ὥστε νὰ εἶναι ὁρατὰ καὶ να γίνουν προσιτὰ στὸν κόσμο. Καὶ μὲ μερικὲς ἀναστυλώσεις σὲ ἕνα τμῆμα τους, θὰ ἀγαπηθοῦν. Τότε μόνο θὰ ἀναβαθμιστεῖ ἡ περιοχή, τότε θὰ ἔρχονται καὶ τουρίστες σὲ αὐτήν. Κι ὄχι μὲ μεταμοντέρνες ἀναπλάσεις, κατάλληλες γιὰ τοὺς Μεσανατολίτες κατοίκους τῆς περιοχῆς.

Οἱ πέτρες, λοιπόν, εἶναι τὸ διοικητικὸ κέντρο τῆς πόλης ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα καὶ μετά. Ἕως καὶ σήμερα, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖο Μακεδονίας-Θράκης ἔχει τὴν ἕδρα του λίγο πάνω ἀπὸ αὐτά. Γιὰ 1.000 βυζαντινὰ χρόνια. Ἔχουμε ἕνα ἀπὸ τὰ λιγοστὰ δείγματα βυζαντινοῦ διοικητικοῦ κτηρίου, καὶ οἱ ἀνυπόμονοι, ποὺ μετρᾶνε τὸ χρόνο μὲ τὶς 6-8 δεκαετίες τῆς ψωροζωῆς τους, θέλουν νὰ τὰ σκεπάσουμε, εἰ δυνατὸν καὶ νὰ τὰ ἀνατινάζαμε. Ἐὰν ἔχουν οἱ μπουλντοζοφαγάνες (συνήθως δεξιούληδες , ἀλλὰ καὶ βυζαντινοκτόνοι ἀριστερόστροφοι) ὑπόψι τους βυζαντινὸ διοικητικὸ κέντρο κάποιας ἄλλης πόλης τὸ ὁποῖο νὰ ἦταν σὲ λειτουργία γιὰ 1000 χρόνια, ἂς μᾶς τὸ ποῦν. Βλέπεις, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ τῆς αὐτοκρατορικῆς ρωμαϊκῆς λατρείας (δηλαδή, τοῦ συμβόλου τῆς ὑποταγῆς καὶ τῆς Ἑλλάδας στὴ Ρώμη), χτυπιοῦνται, καὶ σπαράζουν καὶ ἀλαλάζουν. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ γράφων εἶναι ὑπὲρ τῆς διάσωσης καὶ τοῦ προχριστιανικοῦ ναοῦ τῆς αὐτοκρατορικῆς ρωμαϊκῆς λατρείας -δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς διάσωσης μόνο τῶν βυζαντινῶν ἀρχαιοτήτων. Κι ἂν θέλετε τὴ γνώμη μου, ἕνα γκρέμισμα ὅλων τῶν πολυκατοικιῶν στὸ ἱστορικὸ κέντρο τῆς Θεσσαλονίκης, θὰ ἦταν μιὰ καλὴ ἀρχή, γιὰ ὅλους μας. Αὐτὸ ὅμως, μετὰ τὸν ἑπόμενο πόλεμο ἢ μεγάλο σεισμό (καὶ μὴ μοῦ πεῖτε ὅτι ποτὲ πιὰ δὲν θὰ γίνει οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο -δὲν εὔχομαι κάτι τέτοιο, προβλέπω βάσει τῆς ἱστορίας τῶν τελευταίων 2.300 ἐτῶν, ἄρα τότε θὰ γκρεμιστοῦν οἱ ἀγαπημένες σας πολυκατοικίες)

Ἡ κλάψα γιὰ τὴ φρικαλέα μεσοπολεμικὴ πλατεία μὲ τὰ κακά, ψυχρά, κι ἀνάποδα, λευκὰ (σὰν τὸ ἀπορρυπαντικὸ ROL) μάρμαρά της ὑποδηλώνει πόσο ἔχει ἐκγερμανιστεῖ ἡ νεοελληνικὴ αἰσθητική -ἀπὸ τοὺς κατεξοχήν (μαζὶ μὲ τοὺς Τούρκους ἢ μᾶλλον μετὰ ἀπὸ αὐτούς) ἐχθροὺς τοῦ νεοελληνισμοῦ, τοὺς Γερμανούς, μὲ τὸν ψυχομπουκωτικὸ (σὰν μπράτβουρστ) ἀρχαιοελληνισμό τους τοῦ 19ου αἰώνα.

(διαδικτυακὴ πηγὴ makthes.gr)

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s