Tag Archives: κυττάζω

Κυττάζω ἢ κοιτάζω

Πηγή 1η Σχολή Βερναρδάκης [Ν. Ημέρα 1885, – Φιλήντας Γλωσσογνωσία – Ανδριώτης – Κουκουλές Το ετυμολογουν από το «κοίτη» (χώρος ή έπιπλο όπου κοιμάται κανείς), όπου ξαπλωμένος παρατηρούσε ο στρατιώτης, φρουρός ή φύλακας. 2η Σχολή Χατζηδάκης [«Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» … Συνέχεια

Posted in παιδεία, γλώσσα | Tagged | Σχολιάστε