Το κόμπλεξ του να είσαι Έλληνας

Τοῦ Νίκου Βεντούρα

Ο πρόσφατα αποθανών Χρήστος Σαρτζετάκης, λοιδορήθηκε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας από πολλούς, και αμφισβητήθηκε από ακόμη περισσότερους. Αλλά, αν και η θητεία του άφησε μικρή κληρονομιά, ο χαρακτηρισμός, εκ μέρους του, του ελληνισμού ως «έθνος ανάδελφον», παρέμεινε ως κοινόχρηστη έκφραση.

Όπως άλλες νεοελληνικές ρήσεις («στην Ελλάδα ό,τι δηλώσεις είσαι», «στη χώρα αυτή είμαστε όλοι τραγικά αυτοδίδακτοι», «άλλος γαμάει, άλλος πληρώνει», κ.α.), έμεινε, επειδή εκφράζει με δυο λέξεις, μια ιστορική αλήθεια: η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας εθνών, όπως αποτελούν τα σλαβικά, τα λατινογενή, τα νορδικά, και άλλα έθνη.

Ορισμένοι, βέβαια, ισχυρίζονται ότι «ανήκομεν στη Δύση», και έχουν δίκιο, αλλά με τρόπο ο οποίος δεν αναιρεί το «ανάδελφον». Η «απέραντη παράγκα» που στήσαμε «ανήκει στη Δύση» με την ίδια έννοια που και η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά ανήκε στο αφεντικό του (και όχι, πάντως, με την έννοια της οικογένειας).

Το περίεργο είναι ότι πολλοί από όσους απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό περί «ανάδελφου έθνους» ως έκφραση εθνικιστικής υπεροψίας, υιοθετούν ταυτόχρονα με ενθουσιασμό την ίδια ακριβώς ιδέα με ανεστραμμένο πρόσημο. Ισχυρίζονται δηλαδή πως ασφαλώς και είμαστε ανάδελφο έθνος ― αλλά μόνο σε ό,τι αφορά τα κουσούρια μας.

Ο οικτιρμός τους, δε, των εθνικών κουσουριών εκφράζεται πολλαπλώς. Από το θρήνο για την Ελλάδα που «δεν πέρασε Διαφωτισμό» (άραγε η Ιαπωνία πέρασε;), έως τον κοπετό για φαινόμενα που «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν» (αλλά που, περιέργως, ήρθαν εισαγόμενα), και από τις συνεχείς προτροπές να «γίνουμε ευρωπαίοι», έως το (εξίσου συνεχές) αυτομαστίγωμα επειδή δεν γίναμε ακόμα.

Ορισμένοι, που είτε δεν ταξίδεψαν ποτέ εκτός της Ελληνικής επικράτειας, είτε πήγαν, γύρισαν, ή ακόμα και σπούδασαν έξω, αλλά παρόλα αυτά δεν πήραν χαμπάρι γρυ, θεωρούν ότι κάθε είδους δεινό του ελληνικού βίου είναι μοναδικό ελληνικό φαινόμενο. Ακόμα και αν πρόκειται για χούγια εμφανώς εισαγόμενα.

Για παράδειγμα, ο χουλιγκανισμός, ο οποίος με αφορμή το πρόσφατο αποτρόπαιο συμβάν, αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως δείγμα μιας ιδιαίτερης ελληνικής οπισθοδρόμησης, ενώ όχι μόνο είναι παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά έχει ευρωπαϊκά τόσο ταυτιστεί με την Αγγλία, ώστε να χαρακτηρίζεται πανευρωπαϊκά ως η «Αγγλική ασθένεια».

Αντίστοιχα, αν διαβάσει κανείς το ελληνικό «μέτωπο της λογικής», θα συμπεράνει πως εδώ εφευρέθηκαν οι θεωρίες συνωμοσίας. Ενώ, βέβαια, από τους «ψεκασμούς» και τα «UFO» (ΗΠΑ), έως τους Illuminati και τα «Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» (Γαλλία), όλες οι θεωρίες που κυκλοφορούν στην συνωμοσιολογική πιάτσα είναι προϊόντα εισαγωγής.

Και αν τα προηγούμενα παραδείγματα ήταν σχετικά ακίνδυνα, οι παρεξηγήσεις φτάνουν σε πολύ μεγαλύτερο βάθος απαξιώνοντας μέγα μέρος της ιστορίας μας και της αυτοεκτίμησης μας, ή ακόμα και επηρεάζοντας τη χάραξη εξωτερικής πολιτικής (ή έστω, θα την επηρέαζε, αν αυτή δεν προαποφασίζονταν στην Ουάσιγκτον και το Βερολίνο).

Ο περίφημος ελληνικός «εθνικισμός», για παράδειγμα, ο οποίος στιγματίζεται ως δείγμα «βαλκανικού βαρβαρισμού», δεν ήταν παρά η υιοθέτηση ενός καθαρά ευρωπαϊκού ιδεώδους (και μάλιστα του Διαφωτισμού) από μια υπόδουλη εθνότητα. Και βέβαια, δεν δημιούργησε αποικίες, δεν ξεκίνησε παγκόσμιους πολέμους, ούτε προχώρησε σε γενοκτονίες σαν τους λιμούς των Βρετανών στην Ινδία ή το ναζιστικό Ολοκαύτωμα. Όλα αυτά προϊόντα της πολιτισμένης Δύσης ήταν.

Αυτό δεν σημαίνει πως εδώ γίνονται όλα σωστά, ή πως για όλα τα λάθη μας φταίει ο «ξένος δάκτυλος». Απλά ότι η Ελλάδα δεν έκανε βαθύτερα λάθη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και ότι σε πολλές περιπτώσεις ― εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, της ιστορίας μας, αλλά και της αδυναμίας και μικρού μεγέθους μας, υπήρξαμε πολύ ανθρωπινότεροι.

Από τα πρώτα μετεπαναστατικά κόμματα (τα επονομαζόμενα και ως το «γαλλικό», το «αγγλικό», και το «ρωσικό» ― το καθένα με βάση τη ξένη δύναμη τα συμφέροντα της οποίας υπηρετούσε), έως το σχέδιο Μάρσαλ, το μετεμφυλιακό κράτος και τα σύγχρονα μνημόνια, οι σοβαρότερες παθολογίες μας αποτελούν προϊόντα εξάρτησης. Κάτι που ισχύει σε όλες τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, και τα κράτη-δορυφόρους.

Τα δε σύγχρονα δεινά, από την πολιτική διαφθορά και τα fake news, εώς τις αποβλακωτικές εκπομπές τύπου Survivor και την καταστροφή του περιβάλλοντος, δεν αφορούν κάποια ειδική ελληνική παθογένεια, ή την άλλη καραμέλα της εγχώριας «έλλειψης παιδείας». Όχι γιατί δεν υπάρχει έλλειψη παιδείας, αλλά γιατί και αυτά τα εισάγαμε ― από τις ίδιες τις χώρες που οι κήνσορες μας θαυμάζουν για την παιδεία τους.

Το αντίθετο θα ήταν το περίεργο ― ένα μικρό και ασήμαντο σε επιρροή κράτος όπως το νεοελληνικό να έχει εφεύρει πράγματα που εξαπλώθηκαν παγκόσμια. Όπως στην Αμερική δεν βλέπουν Άγριες Μέλισσες, ούτε ακούνε Τερλέγκα, αλλά εμείς βλέπουμε Game of Thrones και ακουμε Johnny Cash, έτσι και τα σύγχρονα κουσούρια μας τα εισάγουμε μάλλον, παρά τα εξάγουμε. Μαζί εισάγουμε και τις σύγχρονες συνταγές ενάντια σε αυτά ― οι οποίες είναι συχνά χειρότερες των ίδιων των κουσουριών.

Πατριάρχης της σχετικής αυτο-μαστιγωτικής κλάψας (τον οποίο οι σημερινοί θεράποντες της αναγνωρίζουν άλλωστε ως ιδεολογικό τους πρόγονο) υπήρξε ασφαλώς ο Εμμανουήλ Ροϊδης, που εξέφρασε, όχι χωρίς ταλέντο, το Πλατωνικό ιδεώδες του ανθρώπου που εκστρατεύει να διορθώσει αυτό τον τόπο χωρίς πρώτα να τον καταλάβει ― πόσο μάλλον να τον αγαπήσει.

Έκτοτε, οι αυτόκλητοι ή και θεσμικά ορισμένοι σωτήρες δεν θα λείψουν ποτέ από τον δημόσιο λόγο, χάρη σε μια συνεχή φωστήρων που εντυπωσιασμένοι από όσα φοβερά είδαν στας Ευρώπας, έρχονται αποφασισμένοι να μας τα μεταλαμπαδεύσουν. Ο (γερμανο-σπουδαγμένος) Νίκος Δήμου έπαιξε τέλεια αυτό το ρόλο τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες, με την σχετική αρθρογραφία του και βιβλία όπως «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας».

Καθώς όμως οι ΗΠΑ γίνονται πιο προσιτές και τα προγράμματα «μαλακής ισχύος» εξαπλώνονται, η Αμερική αρχίζει να επικρατεί ως χώρα εξαγωγής πολιτισμικών προτύπων προς κατανάλωση ημών των κάφρων.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, προειδοποιούσε ήδη από το μακρινό 1988, για τη δημοσιογραφική, διανοητική, και καλλιτεχνική «πρωτοπορία» του εκσυγχρονισμού (διάβαζε «ξεβλαχέματος») της χώρας, η οποία επί Κοσκωτά είχε βρει τον πρώτο μεγάλο της χορηγό:

«(…) μοντέρνοι δημοσιογράφοι, κριτικοί κινηματογράφου, σοβαροί επιχειρηματίες, ψευτοσοσιαλιστές πολιτικοί, νεαροί γιάπις, όλη αυτή ή αφρόκρεμα της φαντασίας που πιστεύει βαθύτατα ότι η Ελλάδα δεν είναι αντάξιά της κι ότι αυτός εδώ ο τόπος πρέπει να γίνει πεζόδρομος στον οποίο θα εξαφανιστούν ακόμα και τα περίπτερα».

Προσθέτοντας, μάλιστα, προφητικά:

«Μόλις καταλαγιάσει το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης Κοσκωτά θα γεμίσουμε με αναλύσεις που θα αποδεικνύουν ότι φταίει η Ελλάδα για τον απατεώνα. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος έφυγε από την πλατεία Κολιάτσου και πήγε στην Αμερική. Αλλά κι όταν γύρισε έστελνε τα περιοδικά του στον Νίκολας Γκέητζ ζητώντας του συμβουλές για τη βελτίωσή τους. Το διαφημιστικό της Τράπεζας Κρήτης μοιάζει μάλλον με γερμανικό φιλμάκι που μας προετοιμάζει για την έλευση υπερανθρώπων και το Τέταρτο δεν έχανε ευκαιρία για να τονίσει πόσο ξεπερασμένος είναι ο Καζαντζίδης ή πόσο γύφτος είναι ο Χριστοδουλόπουλος. Η εφημερίδα του ήταν αντιγραφή μιας ανάλογης αμερικάνικης κι ο σταθμός του που ακούει στο όνομα Sky περιέθαλψε τον πρώην διευθυντή του επίσης ξενόγλωσσου ΤΟΡ ΡΜ ο οποίος ήρθε από το Βέλγιο. Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος δεν είχε καμία σχέση με την «ελληνική μιζέρια», όπως ο θαυμαστός καινούργιος Ολυμπιακός δεν έχει καμία σχέση με τη θρυλική ομάδα που πριν να γίνει πολυεθνική εξέφραζε τον κόσμο του Πειραιά. Το σκηνικό που έστησε ο Κοσκωτάς είναι ξένων προδιαγραφών και αποτελεί προπομπό ανάλογων σκηνικών που θα στηθούν στο αμέσως προσεχές μέλλον.»

Πράγματι, από την Αμερική θα έρθουν, από το 1989 και μετά, οι πλέον επιτυχημένες προσπάθειες «εκσυγχρονισμού» της ντόπιας πραγματικότητας. Και, πράγματι, οι σχετικές εκστρατείες ξεβλαχέματος, θα ακολουθήσουν τις πατέντες που εισήγαγε ο Κοσκωτάς, στοχεύοντας σε κάθε πτυχή της ελληνικής κοινωνίας, και λαμβάνοντας την αντίστοιχη μορφή.

Έτσι, έχουμε π.χ. την λαϊκή και lifestyle εκδοχή (ΚΛΙΚ, ΝΙΤΡΟ, MAX, STATUS), τη χιψτερο-νεανική εκδοχή (01, LIFO), τη φιλελέ εκδοχή (Protagon, Athens Voice), την «καλλιτεχνική» εκδοχή (από τις επιλογές προγράμματος μουσικών μεγάρων εκδοτών και πολιτιστικών ιδρυμάτων εφοπλιστών, έως το Greek Review of Books), κ.α.

Μαζί, φυσικά, με αρκετές μεμονωμένες μορφές («μουρλοκακομοίρες» είναι η λέξη που έρχεται κατά νου) που υπηρετούν το ίδιο εγχείρημα ως ατομικές περιπτώσεις: από τις νουθεσίες της Σώτης Τριανταφύλλου (η οποία ανέλυσε πρόσφατα στο Δημήτρη Δανίκα τις «19 παθογένειες του Έλληνα»), και την ευρατλαντική παλινωδία του Στέλιου Ράμφου, έως το ιστορικό ρεβιζιονισμό του Στάθη Καλύβα.

Αφήνοντας πίσω τους τον Κοσκωτά, οι «βελτιωτές» του ελληνισμού θα πρωτοστατήσουν σε κάθε νέα εθνική εποποιία, όσο πιο βρώμικη και επιζήμια για την χώρα, τόσο το καλύτερο.

Έτσι, Θα ξεκινήσουν καριέρες στα κανάλια και τα περιοδικά που θα στήσουν τα «νέα τζάκια», θα σηκώσουν τα φλάμπουρα του σημιτικού εκσυγχρονισμού, θα πιάσουν τα πόστα σε υπηρεσίες και οργανισμούς, θα υμνήσουν επιχειρηματίες σαν τον Λαυρεντιάδη, τον Φλώρο, τον Κουτσολιούτσο, και το Χριστοφοράκο, θα καλοφάνε στις  «πολιτιστικές πρωτεύουσες», θα χαιρετίσουν την είσοδο της χώρας στο ευρώ, θα λειτουργήσουν ως γραφεία τύπου της Τρόικας, και, όταν το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό «καεί», θα στελεχώσουν τη ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ, το (πάλαι ποτέ) ΠΟΤΑΜΙ, και το ΚΙΝΑΛ.

Ταυτόχρονα, με αστείρευτη ενέργεια και ελβετό-ψυχη συνέπεια, δεν θα πάψουν να μαστιγώνουν τους ανάξιους τους (και ανάξιους της «μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας») ιθαγενείς, στηλιτεύοντας όλα τα κακά που «μόνο στην Ελλάδα» συμβαίνουν ― και που, επομένως, απαιτούν την εξιλέωση μας μέσω Μνημονίων, την μεταμόρφωση μας μέσω μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, και την μετεκπαίδευση μας μέχρι να γίνουμε άνθρωποι ή «μέχρι να σβήσει ο ήλιος» (ό,τι έρθει πρώτο).

Αν το ελληνικό έθνος είναι όντως «ανάδελφον» σηκώνει συζήτηση. Ένα όμως είναι σίγουρο: τα κόμπλεξ και οι νουθεσίες των επίδοξων βελτιωτών του δεν είναι καθόλου ανάδελφα.

Στην γενική τους μορφή θα τα συναντήσει κανείς σε πολλές χώρες, αλλά με την ένταση και το βάθος που έχουν στην Ελλάδα, θα τα βρει ειδικά σε αποικίες και πρώην αποικίες. Είναι εκεί όπου η υποτέλεια και ο εξευτελισμός, μετατρέπονται σε αυτο-περιφρόνηση, αλλά και εκεί όπου οι ξενο-σπουδαγμένοι γόνοι των ντόπιων κοτζαμπάσηδων και γενίτσαροι από τις λαϊκές τάξεις, επιστρέφουν για να βοηθήσουν να εμπεδώσουν οι ιθαγενείς την ιδεολογία, την κοσμοθεωρία, και τα συμφέροντα των ξένων αφεντικών. Αφού, πρώτα, βέβαια, τα εμπέδωσαν οι ιδιοι.

Δεν είναι ασφαλώς όλες οι περιπτώσεις ίδιες.

Αν επιτρέπετε μια μαγειρική παρομοίωση, ορισμένοι ορέγονται  πλέον μόνο κασουλέ ― η φασολάδα δεν τους λέει τίποτα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι της «αστικής παιδείας» ― συμπεριλαμβανομένων αριστερών όπως ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο οποίος άκουγε κλασική αλλά σνόμπαρε το μπουζούκι.

Άλλοι πάλι, δέχονται τα εδώ, ή ακόμα και τα υμνούν αφηρημένα, αλλά χωρίς να τα νιώθουν σε βάθος, και, πάντως, ζητούν να γίνουν ορισμένες βελτιώσεις ― να βάλουμε ας πούμε λίγο σούσι στη χωριάτικη. Σε αυτή την κατηγορία ανήκαν πολλοί από την «γενιά του ΄30».

Άλλοι, τέλος, βλέπουν στα McDonalds την κορυφή της παγκόσμιας κουζίνας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι σήμερα, (συμπεριλαμβανομένου του Στέλιου Ράμφου, ο οποίος εξύμνησε την Αμερικανική κοινωνία λίγο πριν πετύχει το ναδίρ της, με το ίδιο πάθος που κάποτε ο Μίμης Ανδρουλάκης έγραφε στο Ριζοσπάστη ενθουσιώδεις ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις για την ΕΣΣΔ που «κτίζει το νέο άνθρωπο», λίγα χρόνια πριν αυτή πάει άκλαφτη).

Το άρθρο του Χρήστου Βακαλόπουλου που παραθέσαμε νωρίτερα, κλείνει με μια προειδοποίηση:

«Οι κάθε είδους μεταμοντέρνοι μας το κοπανάνε συνεχώς: ζείτε σε μια άθλια χώρα, κινητοποιηθείτε και καταστρέψτε την πραγματική σας ζωή, πουληθείτε στις οργανωμένες φαντασιώσεις για να γλιτώσετε από τον εαυτό σας. (…) Αν συμφιλιωθούμε μ’ αυτό που είμαστε ήδη, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε κάτι. Διαφορετικά θα ξοδεύουμε λεφτά μόνο και μόνο για να φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε».

Σήμερα, περιφρονούμε ακόμα περισσότερο τη χώρα μας ως άθλια ― όσοι δεν την έχουμε εγκαταλείψει, και κάνουμε ακόμη ό,τι μπορούμε για να καταστρέψουμε όσα απέμειναν από την πραγματική μας ζωή. Εξακολουθούμε, δε, να «φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε», αλλά τα λεφτά τα έχουμε ήδη ξοδέψει. Πλέον το κάνουμε με δανεικά.

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

1 Response to Το κόμπλεξ του να είσαι Έλληνας

  1. Ο/Η Ἀνώνυμος λέει:

    Ἐκπληκτικὀ τὸ παράθεμα αὐτό!
    Ξεσκονίζει ὅλη τὴ σαβούρα τῆς ἰντελλιγκέντσιας, καί τῶν opinion leaders μας …

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s