Π. Κονδύλης, ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς, οἱ Ἄραβες, οἱ Βυζαντινοὶ καὶ ἄλλα.

Ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς, τ. 1:

Ἡ ἀντίκρουση τῆς μεταφυσικῆς στοὺς πρώιμους Νέους Χρόνους στάθηκε ἀμφίπλευρη καὶ δίσημη, ἀφοῦ μέσα της οἱ νεωτερικὲς θύραθεν τάσεις συγχωνεύτηκαν μὲ τὴν ἀντίδραση εὐρύτερων ὀρθόδοξων θεολογικῶν κύκλων ἐνάντια στὴν θωμιστικὴ προσπάθεια σύζευξης θεολογίας καὶ μεταφυσικῆς, πίστης καὶ Λόγου -ἀντίδραση ποὺ τροφοδοτοῦνταν ἀπὸ τὴν αὐγουστίνιεια παράδοση καὶ ποὺ πῆρε, ὅπως θὰ δοῦμε, τὴ μορφὴ τοῦ νομιναλισμοῦ προτοῦ κορυφωθεῖ στὸν λουθηρανισμό.

Ἡ νεότερη κριτικὴ στὴ μεταφυσικὴ ξεκινᾶ, λοιπόν, ἀπὸ τὴν περικοπὴ τῶν γνωστικῶν ἱκανοτήτων τοῦ Λόγου ὡς πρὸς τὶς ἔσχατες ἀλήθειες, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὴν ἔλλογη σύλληψη τοῦ Ἐκεῖθεν. Τὴν περικοπὴ αὐτὴ κηρύσσουν –καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει τούτη τὴ διαδικασία περίπλοκη κι ἀντιφατική– τόσο θεολόγοι ποὺ φοβοῦνται ὅτι ἡ ἀνάμιξη Λόγου καὶ πίστης στὸ τέλος θὰ βλάψει ἀναγκαστικὰ τὴν δεύτερη, ὅσο καὶ σκαπανεῖς τοῦ νεότερου ὀρθολογισμοῦ, οἱ ὁποῖοι, μέσα σὲ συνθῆκες ἰδεολογικῆς παντοδυναμίας τῆς θρησκείας, δὲν μποροῦν (ἂν τὸ διανοοῦνται κἄν) νὰ στραφοῦν ἐναντίον τοῦ Ἐκεῖθεν, προσπαθώντας μόνο νὰ τὸ κάνουν πρακτικὰ ἀδιάφορο: ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γνωσθεῖ ἔλλογα, τότε ὁ Λόγος θὰ πρέπει νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ Ἐντεῦθεν, πρὸς τὴν φυσικὴ καὶ ἀνθρώπινη πραγματικότητα. Ὥστε ὁ ἀγνωστικισμός, ποὺ στοὺς πρώιμους Νέους Χρόνους ἀποτελεῖ τὸ κύριο θεωρητικὸ μέσο καταπολέμησης τῆς μεταφυσικῆς, μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο θεολογικὴ-φιντεϊστικὴ ὅσο καὶ θύραθεν-σκεπτικιστικὴ προέλευση, χωρὶς ἀρχικὰ ἡ διφυΐα του αὐτὴ νὰ εἶναι συνειδητὴ ἀκόμη καὶ σὲ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους του. Ἕνα σημαντικὸ βῆμα στὴν ἱστορία τῆς ἀντιμεταφυσικῆς σκέψης ἐπιτελεῖται ὅταν οἱ δύο παραπάνω τύποι ἀγνωστικισμοῦ διαστέλλονται ὅλο καὶ περισσότερο, γιὰ νὰ τεθοῦν τελικὰ στὴν ὑπηρεσία δύο ριζικὰ διαφορετικῶν κοσμοθεωρητικῶν στάσεων: ὁ θεολογικὸς ἀγνωστικισμὸς δηλαδὴ καταπολεμᾶ τὴν μεταφυσικὴ ὡς μορφὴ ἔλλογης γνώσης μὲ σκοπὸ νὰ κρατήσει τὸν Θεὸ καὶ τὴν πίστη μακριὰ ἀπὸ κάθε ἐπικίνδυνη ἐπαφὴ μὲ τὴν κριτικὴ τοῦ Λόγου, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ θύραθεν τονίζει τὴν ἀδυνατότητα ἔλλογης γνώσης τοῦ Θεοῦ ὄχι γιὰ νὰ προστατέψει τὴν πίστη, ἀλλὰ γιὰ νὰ κατοχυρώσει τὴν αὐτοτέλεια τῆς ἔλλογης γνώσης

[…]

Ἡ μαθηματικοποίηση, δηλαδὴ ποσοτικοποίηση τῆς φύσης, ποὺ ἀντιτάχθηκε στὴν σχολαστικοαριστοτελικὴ ποιοτικὴ θεώρηση, συνεπαγόταν τὸν χωρισμὸ τῶν ἰδιοτήτων τῶν σωμάτων σὲ πρωτογενεῖς (ἤτοι ὑπεμπειρικὲς καὶ ἐκφραζόμενες σὲ καθαρὰ μαθηματικὲς σχέσεις) καὶ δευτερογενεῖς (ἤτοι αἰσθητὲς ποιότητες ἀνεπίδεκτες μαθηματικῆς ἔφρασης), πράγμα ποὺ ἀναβίωνε, ἂν καὶ μὲ ὁλότελα καινούργιο νόημα, τὴν κλασσικὴ μεταφυσικὴ διάκριση ἀνάμεσα στὴν οὐσία καὶ στὰ συμβεβηκότα της.

[…]

Στὴν μεσαιωνικὴ θεολογία ὁ μεταφυσικὸς προβληματισμὸς δὲν στρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς διάκρισης ἀνάμεσα σ’ Ἐκεῖθεν καὶ Ἐντεῦθεν, ἀφοῦ ἡ διάκριση τούτη θεωρεῖται δεδομένη, παρὰ γύρω ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ἂν ἡ μεταφυσικὴ ὡς ἔλλογη γνώση εἶναι δυνατὴ καὶ ἄν, σὲ περίπτωση ποὺ εἶναι δυνατή, ἀντικείμενό της εἶναι ἀπευθείας ὁ Θεὸς ἢ τὸ ὂν ὡς γενικὸς προσδιορισμός.

[…]

Στὴν πρώιμη καὶ στὴν ὄψιμη σχολαστικὴ θεολογία τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων πίστης καὶ γνώσης τίθεται μὲ τρόπο οὐσιαστικὰ καινούργιο σὲ σύγκριση μὲ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς αἰῶνες: τώρα δηλαδὴ τὸ ἐπίμαχο σημεῖο δὲν εἶναι τόσο ἂν καὶ πῶς θὰ χρησιμοποιηθοῦν θέσεις ἐθνικῶν φιλοσόφων μέσα στὸ πλαίσιο τῶν θεολογικῶν ἀληθειῶν, παρὰ μᾶλλον τὸ κατὰ πόσο ἡ θεολογία ὡς ὁλόπλευρο καὶ συνεκτικὸ συστημα ἀληθειῶν θὰ χρησιμοποιήσει γιὰ τὴν διατύπωσή τους μέθοδο καὶ τεχνικὴ φιλοσοφική, θὰ γίνει δηλαδὴ ἔλλογη ἀποδεικτικὴ γνώση μὲ τὴν κατεξοχὴν φιλοσοφικὴ ἔννοια. Αὐτὴ ἡ μετατροπὴ τῆς θεολογίας σὲ ὀργανωμένη scientia ἀρχίζει ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς καρολίγγειας ἀναγέννησης, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ἐπιστρατεύονται ἡ ρητορική, ἡ γραμματικὴ καὶ ἡ διαλεκτικὴ μὲ σκοπὸ τὴν καλύτερη κατανόηση τοῦ βιβλικοῦ κειμένου… […] ἡ ἀλλαγὴ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς αὐτοτελοῦς scientia σημαδεύεται ἐξωτερικὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τώρα ἀφετηρία τῶν θεολογικῶν ἀναλύσεων δὲν εἶναι πιὰ ἡ Γραφή, παρὰ οἱ Sententiae τοῦ Πέτρου Λομβαρδοῦ κι ὁ ὑπομνηματισμός τους.

[…]

Φυσικά, ἡ ριζικὴ μορφικὴ μετάπλαση τῆς θεολογίας δὲν ἔγινε μὲ πρόθεση κάποιας μετατροπῆς ἢ ὑπονόμευσης τοῦ παραδεδομένου περιεχομένου της· ἀπεναντίας, ἦταν μιὰ προσπάθεια ἐκλογίκευσης τῆς πίστης πάνω στὴ βάση τῶν ἀξιωμάτων fides quaerens intellectum καὶ credo ut intelligam. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ θεμελιώδης αὐγουστίνεια ἀντίληψη τῶν σχέσεων πίστης καὶ γνώσης παρέμεινε ἀδιαμφισβήτητη: ἡ βεβαιότητα τῆς πίστης (certitudo fidei) στηριζόταν στὴν τριπλὴ αὐθεντία (auctoritas) τῆς Γραφῆς, τῶν Πατέρων καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἔλλογη ἐπεξεργασία τῶν ἄρθρων πίστεως ἔπρεπε νὰ εἶναι fidei ratio (ἢ fidei intellectus), δηλαδὴ Λόγος ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν πίστη γιὰ νὰ ὁδηγήσει, μὲ τὴν σειρά του, στὴν ἐπίρρωσή της.

[…]

Ὡστόσο, καὶ μολονότι ἡ θεολογία ὡς scientia διόλου δὲν σκόπευε νὰ θίξει τὴν auctoritas, ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς ἔλλογης μεθόδου στὴν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων τῆς πίστης ἀναπόφευκτα γέννησε σοβαρὲς δυσχέρειες -καὶ ἀντίστοιχα μεγάλες ἀντιδράσεις. Γιατὶ, σὲ ποιὸ βαθμὸ μπορεῖ νὰ διεισδύσει ὁ Λόγος στὴν οὐσία τῆς ἀποκάλυψης ἀφήνοντάς την ἀνέπαφη; Κι ἂν ὁ πρῶτος μπορεῖ νὰ ἐξαντλήσει τὸ περιεχόμενο τῆς δεύτερης, τί χρειάζεται ἡ ἐξ ἀποκαλύψεως θρησκεία καὶ οἱ κοινωνικοὶ θεσμοὶ ποὺ ἔχουν ὡς ἀποστολή τους τὴν ἑρμηνεία τῶν μυστηρίων της μὲ τρόπο δεσμευτικὸ γιὰ ὅλους; Ἂν πάλι ὁ Λόγος δὲν μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴν ἀποκάλυψη, τότε γιατί ν’ ἀρχίσει καθόλου τὸ ἐπικίνδυνο παιχνίδι μὲ τὰ «σοφίσματά» του, τὸ ὁποῖο, μιᾶς καὶ ἀρχίσει, εἶναι ἀδύνατο νὰ διακοπεῖ κατὰ παραγγελία καὶ βούληση; Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ποιὲς ἀνησυχίες προκάλεσαν, ἤδη ἀπὸ τὸν 11ο αἰ., τὴν ὀξύτατη πολεμικὴ μιᾶς μεγάλης μερίδας θεολόγων ἐνάντια στὴν εἰσαγωγὴ τῆς διαλεκτικῆς καὶ τῆς μεταφυσικῆς (ὡς μορφῶν ἔλλογης γνώσης) στὸν χῶρο τῆς θεολογίας. Ἡ πρώιμη σχολαστικὴ θεολογία παρουσιάζει ἀξιοσημείωτη ποικιλία ἀπόψεων πάνω στὸ καίριο τοῦτο πρόβλημα, κι ἂν στὴν ὄψιμη σχολαστικὴ τοῦ 13ου αἰ. κυρίαρχη τάση γίνεται (πρόσκαιρα τουλάχιστον) ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἁρμονίας ἀνάμεσα σὲ «ἀληθινὴ» φιλοσοφία καὶ θεολογία, ὅμως δὲν ἐκλείπουν οἱ διχογνωμίες…

[…]

Στὴν πραγματικότητα, ὁ θωμισμὸς [ἦταν]…ἡ συγκεκριμένη ἀπάντηση ἑνὸς ἰδιοφυοῦς θεολόγου σὲ συγκεκριμένα προβλήματα μιᾶς ἱστορικῆς στιγμῆς […] Ὁ θωμισμὸς ἀνατίμησε τὴν ἔλλογη γνώση –καὶ μαζί, φυσικά, καὶ τὴν ὕψιστη μορφή της, τὴν μεταφυσική– στὴν προσπάθειά του νὰ δαμάσει θεωρητικὰ τὸν ἀραβικὸ ἀριστοτελισμό, ἀνοίγοντας ἔτσι διάλογο μ’ ἕναν ἀλλόθρησκο ἀντίπαλο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ χριστιανικὴ ἀποκάλυψη ἐξ ὁρισμοῦ δὲν σήμαινε τίποτε. Ὁ Ἀκυνάτης εἶχε κατανοήσει ὅτι γιὰ νὰ τεθεῖ κάτω ἀπὸ ἔλεγχο ἡ φιλοσοφικὴ ἀλήθεια, ποὺ κάτω ἀπ’τὴν ἀραβικὴ ἐπίδραση εἶχε ἀρχίσει ν’ αὐτονομεῖται καὶ σὲ χριστιανικὰ πανεπιστήμια, ἔπρεπε νὰ μπεῖ σὲ κοινὸ πλαίσιο μὲ τὰ ἄρθρα τῆς πίστης· ὁ χωρισμὸς θεολογίας καὶ φιλοσοφίας στὴν συγκεκριμένη συγκυρία ἁπλῶς θὰ χάριζε στὴν δεύτερη περισσότερη αὐτοτέλεια κι αὐτοπεποίθηση. Ἂν ἡ στρατηγικὴ αὐτὴ βρῆκε ἐλάχιστη κατανόηση σ’ εὐρύτατους θεολογικοὺς κύκλους, αὐτὸ ὀφειλόταν στὸν παραδοσιακὸ ἀντιμεταφυσικὸ κι ἀντιφιλοσοφικὸ προσανατολισμὸ τῆς θεολογίας, ἡ ὁποία ἄλλωστε δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ πάρει σοβαρὰ ὑπόψη της τὴν φιλοσοφία ὅσο δὲν εῖχε φιλοσόφους ὡς ἀντιπάλους. Τέτοιοι ἐμφανίστηκαν μὲ τὴν ἀραβοαριστοτελικὴ φιλοσοφία, τὴν ὁποία οἱ ἀντιθωμιστὲς συνεχιστὲς τῆς αὐγουστίνειας παράδοσης ἤθελαν νὰ καταπολεμήσουν ὄχι μὲ κάποια συγχώνευση φιλοσοφίας καὶ θεολογίας, παρὰ μὲ τὴν κατάδειξη τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης γνώσης.

[…]

Ὁ κοινὸς παρονομαστὴς τῶν διαφόρων του [τοῦ νομιναλισμοῦ] τάσεων πρέπει ν’ ἀναζητηθεῖ ὄχι σὲ λογικὲς καὶ γνωσιοθεωρητικές, παρὰ σὲ ὁρισμένες βασικὲς θεολογικὲς θέσεις. Κεντρικὴ ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀνεξέλεγκτη, ἀπόλυτη ἰσχὺ τοῦ Θεοῦ (potentia absoluta), ποὺ παραμένει ἀνώτερη κι ἀδέσμευτη ἀπὸ κάθε φυσικό, λογικὸ ἢ ἠθικὸ νόμο κι ἑπομένως διακρίνεται αὐστηρὰ ἀπὸ τὴ λεγόμενη διατεταγμένη ἰσχὺ τοῦ Θεοῦ (potentia ordinata), ὅπως αὐτὴ ἐκδηλώνεται μέσα στὴν τάξη τοῦ ὑπαρκτοῦ φυσικοῦ κόσμου καὶ τῶν γενικὰ ἀποδεκτῶν λογικῶν κι ἠθικῶν νόμων. Ἡ διάκριση τούτη δὲν ἦταν νεοφανὴς στὴν χριστιανικὴ θεολογία, ὅμως στὸν 14ο αἰ. τονίζεται ἰδιαίτερα, γιατὶ στρέφεται ἐνάντια στὴν ἀραβοαριστοτελικὴ πρόσδεση τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰν ἀναγκαιότητα ἰσχυρότερη κι ἀπ’ τὸν ἴδιο· μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ὄχι μόνο προτείνεται μιὰ ἀντιμετώπιση τοῦ ἀραβοαριστοτελισμοῦ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν θωμιστική, ἀλλά, βάλλεται κι ὁλόκληρη ἡ θωμιστικὴ προσπάθεια συγχώνευσης μεταφυσικῆς καὶ θεολογίας.

[…]

Τὸ κέντρο βάρους τῆς προσοχῆς πέφτει τώρα πιὰ ὄχι στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν γνωστό μας κόσμο καὶ τοὺς γνωστούς μας νόμους, παρὰ στὴν δυνατότητά του νὰ δημιουργήσει ἄλλους, ὁλότελα διαφορετικούς· ἄρα ὁ κόσμος μας καὶ οἱ λογικοὶ ἢ ἠθικοὶ νόμοι μας δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι μὲ ἀπόλυτη ἔννοια, παρὰ μᾶλλον ἐκφράζουν τὴν τυχαιότητα ἢ συντυχιακότητα (contingentia) τῆς Δημιουργίας ὡς προϊόντος τῆς ἀνεξέλεγκτης κι ἀνεξερεύνητης, ἄρα δυνητικὰ ἐπ’ ἄπειρο μεταβλητῆς θείας βούλησης. Ἡ ἔννοια τῆς contingentia εἶχε μερικὲς πρόδηλα ἐπικίνδυνες συνέπειες, προπαντὸς ὅταν ἐφαρμοζόταν στὶς ἠθικὲς κατηγορίες· τὸ χάσμα ποὺ φαινόταν ἐδῶ ν’ ἀνοίγει ἀνάμεσα στὴν παντοδυναμία καὶ στὴν ἠθικότητα τοῦ Θεοῦ προκάλεσε ἀνησυχίες καὶ ἀντίστοιχες διαφοροποιήσεις στοὺς κόλπους τοῦ νομιναλισμοῦ. Ὡστόσο, ἡ ἰδέα τῆς contingentia τοῦ κόσμου κέρδισε ἔδαφος ὄχι μόνο γιατὶ ἀνταποκρινόταν σὲ κεντρικὲς ὑπαρξιακὲς καὶ κοινωνικὲς ἐμπειρίες … ἀλλὰ καὶ γιατὶ φαινόταν νὰ κατοχυρώνει ἀκλόνητα τὴν χριστιανικὴ θεολογία ἀπέναντι στὴν θεωρητικὴ ἀπειλὴ τῶν ἀραβοαριστοτελικῶν διδασκαλιῶν γιὰ τὴν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου, τὸ ex nihilo nihil κτλ., ποὺ χάραζαν προφανῆ ὅρια στὴν παντοδυναμία  τοῦ Θεοῦ. Ἂν ἡ contingentia γεννοῦσε ἀνασφάλεια στὸν τομέα τῆς φύσης καὶ τῆς λογικῆς, ὅμως συνεπαγόταν τὴν πλήρη βεβαιότητα ὡς πρὸς τὴν θεία κυριαρχία.

[…]

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ θεία potentia absoluta καὶ ἡ συναφὴς μ’ αὐτὴν contingentia τῆς Δημιουργίας γκρεμίζουν τὴν ἰδέα τῆς γνώσιμης νοητῆς τάξης τῶν οὐσιῶν, παύει νὰ θεωρεῖται δυνατὴ καὶ ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τῆς ἐμπειρικῆς γνώσης: ἡ μεταφυσικὴ γίνεται ἀδύνατη. Τὸ ἀγεφύρωτο χάσμα ἀνάμεσα σὲ Θεὸ καὶ Δημιουργία παίρνει τὴ μορφὴ τῆς ἀνέκκλητης διάστασης ἀνάμεσα σὲ συντυχιακή (contingens) καὶ ἀναγκαία γνώση. Ἀνάμεσα στ’ ἄλλα ἐγκαταλείπεται καὶ τὸ σχέδιο ν’ ἀποδειχτεῖ ἡ ὕπαρξη Θεοῦ διαμέσου μιᾶς ἁλυσίδας αἰτιῶν ἢ νητῶν οὐσιῶν ἀντλημένων ἀφαιρετικὰ ἀπὸ τὴν ἐπεξεργασία ἐμπειρικῶν δεδομένων. Ἡ θεολογία ὡς scientia εἶναι λοιπὸν ἐξίσου ἀδύνατη ὅσο καὶ ἡ μεταφυσικὴ ὡς ἔλλογη γνώση τοῦ ὄντος.

Συνεπῶς, τὸ σχῆμα τοῦ Π.Κ. ἔχει ὡς ἑξῆς:

  1. Ἐγκατάλειψη τοῦ Αὐγουστίνου (ἔμπρακτη, κι ὄχι ρητή) γιὰ χάρη τῆς μετατροπῆς τῆς θεολογίας σὲ μιὰ λογικὴ ἐπιστήμη ἀπὸ τὸν 8ο – 9ο αἰ.
  2. Ἐπαφὴ μὲ τὴν ἀραβικὴ ἀνάγνωση τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ διείσδυση μιᾶς «πιὸ αὐτόνομης» ἀριστοτελικῆς διδασκαλίας στὰ χριστιανικὰ δυτικὰ πανεπιστήμια.
  3. Τὸ σύστημα τοῦ Ἀκυινάτη ὡς ἀπόπειρα νὰ ἀπαντήσει στὸν «ἀραβικὸ» Ἀριστοτέλη καὶ στὴ διαφαινόμενη αὐτονόμηση -ἀπὸ τὸ Χριστιανισμό- τῆς φιλοσοφίας (εἰδικὰ μιᾶς μὴ χριστιανικῆς, ἀραβικῆς ἐκδοχῆς της) στὴ χριστιανικὴ Δύση, διὰ τῆς συνένωσής της μὲ τὴ θεολογία.
  4. Ἀνάδυση μιᾶς νέας δυτικοχριστιανικῆς «ἀπάντησης» στὸν ἀραβικὸ ἀριστοτελισμό, τοῦ νομιναλισμοῦ (δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ πρόσδεση τοῦ Θεοῦ στὴ Λογική), ὁ ὁποῖος ὅμως ἀναγκαστικὰ ἐπετίθετο καὶ στὸν σχολαστικισμό, καὶ καθιστοῦσε ἀνέφικτη τὴ μεταφυσική του, δηλαδὴ τὴν πεποίθησή του γιὰ μιὰ μέθοδο ἔλλογης ἀπόκτησης γνώσης τοῦ ὄντος καὶ συγκεκριμένα τοῦ Θεοῦ.
  5. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, τὰ πράγματα παίρνουν τὴν πορεία τους μὲ τὸν ἀγνωστικισμὸ γιὰ τὴ γνώση γιὰ τὸ Θεὸ νὰ ἐμφανίζεται εἴτε μὲ τὴν χριστιανικὴ εἴτε μὲ τὴ θύραθεν μορφή του. Ταυτόχρονα, ἡ μαθηματικοποίηση τῆς φύσης καὶ ἡ ἑνοποίηση τοῦ σύμπαντος (ὑποσελήνια περιοχὴ κ.λπ.) καθιστᾶ τὸν ὑλικὸ κόσμο γνώσιμο –σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν μὴ γνώσιμο Θεό–, ἐνδιαφέρων, κι ἔτσι τὸν ἀνατιμᾶ σὲ σχέση μὲ τὸ Θεό, ποὺ παραμερίζεται.

Θὰ ἔλεγε κάποιος ὅτι οἱ Δυτικοὶ τὰ θαλάσσωσαν ὅταν ἦρθαν σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν «ἀντιχριστιανικὸ» ἀραβικὸ Ἀριστοτέλη (ἀντιχριστιανικὸ ὄχι γιατὶ ὑπῆρχε καὶ φιλοχριστιανικός, ἀλλὰ γιατὶ διδόταν περισσότερη ἔμφαση στὰ μὴ χριστιανικά του στοιχεῖα), γιατὶ ἦταν ἀμόρφωτοι ποὺ ἁπλῶς ἕως τότε ἔπαιζαν μὲ τὴ Λογική, καὶ τὰ ἔχασαν. Κάνοντας μιὰ τερατώδη παραχώρηση στὴν φιλοσοφία καὶ ἔχοντας ἤδη ἀντιμετωπίσει τὴ θεολογία ὡς Λογική, σὲ κάθε βῆμα τους ὅλο καὶ ἀποδομοῦσαν μὲ τὰ χεράκια τους τὸ Χριστιανισμό, ὥσπου δημιούργησαν ἕναν κόσμο μὴ χριστιανικό. Κάποιος ἄλλος, ἀ(ντι)χριστιανός, θὰ πανηγύριζε γιὰ τὸ σχῆμα αὐτὸ διαπιστώνοντας τὴν «τεράστια σημασία τοῦ Ἰσλὰμ στὴν δημιουργία τῶν Νέων Χρονων καὶ τῆς κατάρρευσης τοῦ χριστιανικοῦ δυτικοῦ κόσμου». Ἂν συγκρίνει κάποιος αὐτὸ τὸ δυτικὸ δέος γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη σὲ σχέση μὲ τὴν βυζαντινὴ ἀδιαβροχία μπροστὰ στὴν γνωστὴ γιὰ τοὺς Βυζαντινοὺς ἄποψη τοῦ Ἀριστοτέλη γιὰ τὸ Θεό, μπορεῖ νὰ καταλήξει σὲ κάποια συμπεράσματα, εἰδικὰ μὲ δεδομένο ὅτι μερικοὶ Βυζαντινοὶ αἰσθάνθηκαν δέος γιὰ τὸν Ἀκυινάτη καὶ τὸν μετέφρασαν στὰ ἑλληνικά (Κυδώνης, Σχολάριος). Πάντως, εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ γραπτὰ τοῦ Ἀριστοτέλη πῆγαν στὴ λατινικὴ Δύση πρῶτα μέσῳ ἑλληνικῶν, δηλαδὴ βυζαντινῶν, χειρογράφων κι ἔπειτα διὰ τῆς ἀραβοκρατούμενης Ἱσπανίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ Δυτικοὶ ἐπικεντρώθηκαν στὴν ἀραβικὴ ἀνάγνωση τοῦ Ἀριστοτέλη, ποὺ προφανῶς δὲν ἦταν χριστιανική, κι ὄχι στὴ βυζαντινὴ στάση ἀπέναντί του.

Ἂς δοῦμε γενικὰ τί γινόταν μὲ τὸν Ἀριστοτέλη στὸ Βυζάντιο-Ρωμανία. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε βεβαίως ὅτι ὁρισμένοι μεσαιωνικοὶ Ἄραβες χλεύαζαν τοὺς Βυζαντινοὺς ὡς ἀφιλοσόφητους ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί· ὑποστήριζαν δηλαδὴ ὅτι ἐξαιτίας τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ φιλοσοφία δὲν ὑφίστατο πλέον στὸ Βυζάντιο. Δηλαδή, οἱ Ἄραβες ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ ὑποστήριξαν τὴν μὴ ἑλληνικότητα τῶν Βυζαντινῶν, καὶ εἶναι οἱ πρόδρομοι τῶν σημερινῶν ἀρχαιοκεντρικῶν καὶ Δυτικιστῶν ποὺ λένε τὰ ἴδια. Παρὰ ταῦτα, διάφοροι Ἄραβες λόγιοι, ἀπὸ τὴν Ἱσπανία ὣς τὴ Βαγδάτη, ἐναντιώθηκαν γενικῶς στὸν Ἀριστοτέλη, καὶ κατὰ συνέπεια τὸ ἀντιχριστιανικὸ κι ἀντιβυζαντινὸ σχῆμα τῶν προαναφερθέντων Ἀράβων λογίων δὲν εὐσταθεῖ. Βεβαίως, οἱ γνῶστες τοῦ Ἀριστοτέλη, Βυζαντινοί, δὲν πτοοῦνταν (ὅπως οἱ Δυτικοί) ἀπὸ τέτοιες κατηγορίες καὶ μάλιστα διακήρυσσαν στοὺς Μουσουλμάνους –διὰ στόματος τοῦ κατοπινοῦ ἅγιου Κυρίλλου– ὅτι «ἀπὸ ἐμᾶς προῆλθαν ὅλες οἱ ἐπιστῆμες». Ἄλλωστε, οἱ μεσαιωνικοὶ Ἄραβες εἶχαν στὴν κατοχή τους λιγότερα ἔργα τοῦ Ἀριστοτέλη (ὅπως καὶ τοῦ Πλάτωνα) ἀπὸ ὅ,τι οἱ Βυζαντινοί. Σὲ κάθε περίπτωση:

…After the 7th c., attention was concentrated on the logical treatises, which became the basis of philosophical studies. From then on the average educated Byz.’s direct contract with Aristotle consisted of learning the main concepts of the Organon, beginning with the Categories and ending with Sophistical Refutations. At the same time, interest in the nonlogical works of Aristotle was never fully lost, and in the chain of commentators, which stretches unbroken from Photios in the 9th c. to John Chortasmenos in the 15th, several, through exegesis or paraphrase, made themselves and their students familiar with other parts of the Corpus. Striking examples are Psellos, who composed a commentary on the Physics, Michael of Ephesus, who commented on most parts of the Corpus including the zoological treatises, and Theodore Metochites, whose contributions to philosophical studies included paraphrases of the Parva Naturalia. While the Alexandrian school made a serious study of Aristotle in the 4th-6th c., church fathers, esp. those of the Latin West, were cautious in their approach to Peripatetic philosophy; Jerome emphasized that it was heretics who cited Aristotle. In the East, Eusebios of Caesarea refuted various points of Aristotelian teaching, but some theologians (esp. Nemesios) drew upon Aristotle; Aristotelian logic became an important vehicle of argumentation in the Cappadocian fathers, and John of Damascus used Aristotle to build his system of Christian doctrine. The major points of Peripatetic philosophy that Byz. theologians found unacceptable were Aristotle’s rejection of divine Providence as a decisive factor directing the universe; the concept that the god is physically represented in the fifth element, the ether, so that the god was reduced to the “soul of the world” that moves material things; the idea that visible things are coeternal with the god; and the doctrine of the mortality of the human soul, while only the nous (mind, intelligence) remained immortal.

J. Duffy – A. Kazhdan, Aristotle, στό: A. Kazhdan (ἐκδ.), The Oxford Dictionary of Byzantium, New York – Oxford 1991, τ. 1, σ. 171.

Λογικὴ διδάσκονταν καὶ οἱ Βυζαντινοί, ἀλλὰ δὲν κατέληξαν στὰ ἴδια πράγματα. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν οἱ ἱσπανοὶ Ἄραβες αὐτοὶ ποὺ ἔδωσαν τὴν «εὐκαιρία» στὴ χριστιανικὴ Δύση νὰ βγάλει τὰ μάτια της καὶ νὰ μετατραπεῖ στὸν σημερινὸ ἀθεότοπο καὶ αὐριανὸ ἰσλαμότοπο, ἀλλὰ οἱ Δυτικοὶ ποὺ δὲν βρίσκονταν «στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων» καὶ ἤδη εἶχαν θεοποιήσει τὴ Λογικὴ χάριν τοῦ Θεοῦ. Μιὰ συγκριτικὴ ἱστορία θὰ εἶχε ἐνδιαφέρον. Τέλος πάντων, τὰ κατάφερα κι ἔβαλα Κονδύλη, Βυζάντιο καὶ Ἄραβες σὲ μία ἀνάρτηση. Ἐνδιαφέρον θέμα γιὰ συζήτηση στὰ Μεγάλα τοῦ Γένους Τραπέζια, στὸ πανηγύρι τοῦ Δεκαπενταύγουστου.

Advertisements
Posted in Άραβες, φιλοσοφίες, Δυτικοί, Δύση, Ισλάμ, Ρωμανία | Tagged , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια

Τὸ μεγάλο ραντεβοὺ τῆς Ἑλλάδας

Μᾶς γράφει ὁ Γιάννης Πρετεντέρης ἀπὸ τὸ παρελθόν (15-8-2004)

[…]

Και εδώ εντοπίζεται ίσως το μεγαλύτερο όφελος της Ελλάδας από αυτή την ολυμπιακή περιπέτεια: είναι ένα πρωτοφανές στην ιστορία της «άνοιγμα στον κόσμο», μια μεγάλη ευκαιρία να τη μάθουν όσοι δεν την ξέρουν και να δείξει σε όσους τη γνωρίζουν πως δεν είναι μόνο μια χώρα με λαμπρό παρελθόν αλλά και με σοβαρό παρόν και με ελπιδοφόρο μέλλον. H σύγχρονη Ελλάδα φιλοξενεί το μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας της μετά την πιο παραγωγική οκταετία της ιστορίας της.

Υπ’ αυτή την έννοια (και παρά την ελαφρώς αρχαιολατρική απόχρωση της τελετής έναρξης) οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι το μεγάλο, συμβολικό ραντεβού της Ελλάδας με τη νεωτερικότητα και τον σύγχρονο κόσμο. Ισως να μην είναι τυχαίο ότι αυτή η εντυπωσιακή επισκόπηση της ελληνικής κλασικής ιστορίας που επιχείρησαν οι εμπνευστές της τελετής εξελίχθηκε κάτω από το υπέροχο στέγαστρο με το οποίο έντυσε το Ολυμπιακό Στάδιο ο Σαντιάγκο Καλατράβα.

Και ούτε ασφαλώς είναι τυχαίο ότι η διοργάνωση πολεμήθηκε από όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να αποφύγουν «το άνοιγμα στον κόσμο» ή που προσπαθούν να ακυρώσουν κάθε βήμα εκσυγχρονισμού και προόδου. H παντελής απουσία της παραδοσιακής Αριστεράς όχι μόνο από την οργανωτική προσπάθεια αλλά (συμβολικά) και από την τελετή έναρξης είναι μάλλον ενδεικτική του ρόλου που αυτού του τύπου η Αριστερά επιφυλάσσει για τον εαυτό της στην αυριανή Ελλάδα.

 

Ἀριστερά, ΠΑΣΟΚάρα, καὶ μιὰ Δεξιὰ εἴτε τραμπουκολοῦμπεν εἴτε μὲ ψυχὴ ἀριστερή.

Posted in Αθήνα, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , | Σχολιάστε

Γυμνοί, περδόμενοι τὸν μήνα Αὔγουστο…

74433-150245

Διαβάζω πρῶτα ἕνα ἄρθρο τοῦ Athens Voice «γυμνοὶ, Αὔγουστο μήνα, τὸ σούρουπο», καὶ μοῦ ‘ρχεται μιὰ ἐναλλακτική: Γυμνοί, ἐν τῷ μηνὶ Ἀθύρ, κοριοὶ στὸ βουλιαγμένο κρεββάτι, κι ἐσὺ ἀμολᾶς ἀνέμελα μία ἠχηρὴ πορδὴ ἔπειτα ἀπὸ μέρες ἀπλυσιᾶς μὲ γλυκὸ νερό, καὶ βρώσης ληγμένων τοῦ παρακείμενου ἑστιατορίου. Ὅμως, ἐγὼ ροχάλιζα σὰ γουρούνι, καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ αὐτὸ στὴν πλάση ὅλη. Ἄλλωστε, ὁ ἔρωτας εἶναι ἀπρόσωπος. Κι ἂν σὲ λένε Μαρία, κι ἂν σὲ λὲν Ἄννα, τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔπειτα, διαβάζω στὰ ΜΚΔ ἕναν προκὰτ ὕμνο στὸ σῶμα («Δόξα στὸ σῶμα» -μὲ ἀφορμὴ ἐθνικὲς ἐπιτυχίες στὸν ἐπαγγελματικὸ ἀθλητισμό…), συνδυαζόμενο μὲ νιτσεϊζοντα ἀέρα κοπανιστὸ περὶ ἁγνῆς γυμνότητας (δεῖγμα τοῦ πόσο ἄσχετος εἶναι ὁ συγγραφέας μὲ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ γυμνό) καὶ κατάρες πρὸς τὴν φωτοφοβούμενη Ἀνατολὴ καὶ τὴν διαφωτιστικὴ Δύση. Καὶ σκέφτομαι ἕνα ἄλλο ἄρθρο, αἰώνων παλιό, στὴν ἀλήστου μνήμης Ἐλευθεροτυπία, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἔκλεισε παντοτινὰ καὶ γιὰ πάντα, τὸ ὁποῖο συνοψίζει ὅλη τὴ νεοελληνική πρόσληψη (ἴσως καὶ μὲ πατριωτικὴ σάλτσα -ἀ λὰ Ἐλευθεροτυπία, φυσικά) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικότητας: Ὁ νεαρὸς ἕλλην σερβιτόρος (ἢ κάτι τέτοιο), μᾶς λέει ἡ ἀρθρογράφος, σωστὸς Κοῦρος, φέρνει τὸ φαγητὸ στὴν ταβέρνα κι ἡ δυτικὴ -δὲν μᾶς ἔλεγε τὸ ἄρθρο ἐὰν κοντεύει τὰ 200 κιλά- λειώνει ἐρωτικὰ γιὰ χάρη του, ἐνῶ ταυτόχρονα κι ὁ δυτικὸς σύζυγός της ἐκστασιασμένος καὶ τύφλα στὸ μεθύσι ξαφνικὰ τὸν βλέπει σὰν Γανυμήδη. Αὐτὸ θὰ πεῖ Ἑλλαδάρα κι ὄχι κρυόκολη Δύση: Ταϋλάνδη μὲ Κούρους. Πιὸ κὶτς πεθαίνεις, ὅμως ἔτσι γράφτηκε τὸ ἄρθρο, ἀκριβῶς. Αὐτὴ ἡ τσοντο-παρλαπίπα εἶναι ἡ ἀφρόκρεμα τῆς μεταπολεμικῆς ἑλληνικότητας. Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα καὶ τ’ ἀγόρι μας. Κι ἐμεῖς; Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ περίεργοι, οἱ ἀνέλληνες χριστιανόπληκτοι Ἀνατολίτες, ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε τὴν Ἀπελευθέρωση ποὺ συντελεῖται, ποὺ δὲν γουστάρουμε νὰ ἀνακηρύσσεται Summum Bonum τὸ φαγητὸ καὶ τὸ σέξ, καὶ ποὺ κατὰ συνέπεια σκᾶμε στὰ γέλια μὲ κάτι τέτοια. Δόξα σὲ ὅλα τὰ ὑγρὰ καὶ στέρεα τοῦ σώματος λοιπόν. Δόξα καὶ στὰ ἀέριά του. Φορέβερ γιάνγκ, ρέ.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, σεξουαλικότητα, φιλελεύθεροι, κοινωνία | Tagged , , , , | 5 Σχόλια

Ἄστρα καὶ Ὅραμα…

Γιὰ τὰ ἄστρα ἡ διάλεξη στὸ Ἀστεροσκοπεῖο Ἀθηνῶν. Μετά, εἴδαμε τὸν Κρόνο καὶ τὸν Δία. Στὸ μεσοδιάστημα, ὅλα τὰ ἐπιστημολογικά, κι ὁ ἔπαινος τῆς Ἐπιστήμης. Ὅ,τι μπόρεσα συγκρατῶ, φυσικά:

«Παλιὰ δὲν ἦταν καλύτερα, ὅπως λέει ὁ φίλος ποὺ θυμᾶται τὴ γιαγιά του στὴν αὐλὴ κάτω ἀπὸ τὴν κληματαριά, γιατὶ ἐμένα ἡ γιαγιὰ ἦταν φτωχὴ καὶ δὲν εἶχε νὰ φᾶμε, ἐνῶ τώρα κ.λπ., ἄρα ἡ ἐπιστήμη…».

«Σὲ κάθε περίπτωση ἡ Ἐπιστήμη εἶναι καλὴ; – Σὲ κάθε περίτπωση».

«Εἴτε τὶς αἱματολογικὲς ἐξετάσεις στὶς κάνει Μουσουλμάνος εἴτε Χριστιανὸς γιατρός, τὸ ἴδιο κάνει».

«Ἅμα [βρέξει, χιονίσει κ.λπ. πρόβλημα], τώρα δὲν κάνουν λιτανεῖες ἀλλὰ συμβουλεύονται τὴν Ἐπιστήμη».

Ἀντιανθρωποκεντρικὲς νύξεις μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπιστημονικὴ διαπίστωση ὅτι ἡ Γῆ δὲν εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου ἀλλὰ ἕνα μικρὸ κομματάκι του.

Σημασία, φυσικά, δὲν ἔχει ὁ δικός μου χαρακτηρισμὸς γιὰ κάτι τέτοιες ἀπόψεις (νεοθετικιστικὲς νεοαθεϊστικές) ἀλλὰ ἀφενὸς ὅτι τέτοιες ἀπόψεις εἶναι ἐσφαλμένες. Γιὰ παράδειγμα, ἐνάντια στὴν ἐσφαλμένη νεοαθεϊστικὴ πεποίθηση πὼς στὶς προνεωτερικὲς κοινωνίες δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσεύχονται γιὰ νὰ βρέξει, ἡ χρήση τῶν προσευχῶν δὲν ἀπέτρεπε τὴν χρήση κάθε διαθέσιμου τεχνικοῦ μέσου γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ· καὶ τὰ δύο γίνονταν ταυτόχρονα (λιτανεῖες καὶ χρήση τῆς ἐπιστήμης ὅπως αὐτὴ εἶχε ἐξελιχθεῖ ὣς τὴν περίοδο ἐκείνη), ἄλλο ἂν οἱ ἐπιστημονιστὲς δὲν τὸ ἔχουν πάρει εἴδηση γιατὶ ἀγνοοῦν τὴν Ἱστορία. Ἢ ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια, τὴν ὁποία ἐπίσης ἐπαίνεσε ὁ ἀστρονόμος μας, ἔχει μολύνει σὲ τεράστιο βαθμὸ τὸ περιβάλλον στοῦ ὁποίου τὴν προστασία ὁ ἴδιος περηφανεύεται ὅτι συμβάλλουν ἡ ἐπιστήμη καὶ οἱ γνώσεις μας· φυσικά, στὴν ἱστορία δὲν ὑπάρχουν ὅπλα ποὺ νὰ μὴν χρησιμοποιήθηκαν κάποια στιγμή -καὶ ἡ πιθανότητα πυρηνικοῦ πολέμου δὲν μηδενίστηκε μὲ τὴ λήξη τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου, ἀλλὰ θὰ μεγαλώνει ὅσο περισσότερες χῶρες ἀποκτοῦν πυρηνικὰ ὅπλα, ποὺ κάποτε ἦταν προνόμιο τῶν λίγων «πεφωτισμένων».

Ἀφήνω κατὰ μέρους τὶς «ἀταξικὲς» ἀντιλήψεις γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ προσφέρει ἡ ἐπιστήμη στὴ ζωὴ τοῦ «μέσου ἀνθρώπου». Ἢ μιὰ σοβαρὴ ἱστορικὴ – φιλοσοφικὴ συζήτηση γιὰ τὸ πείραμα στὴ διαχρονία του (ἀπὸ τὸν 16ο αἰ.) καὶ τὸ κατὰ πόσο ὑφίσταται ἀντικειμενικὴ ἀναπαράσταση τῆς πραγματικότητας σὲ συνθῆκες ἐργαστηρίου, ἢ κατὰ πόσο ἡ ἀπαρέγκλιτη τήρηση τοῦ κανόνα τῆς διαψευσιμότητας θὰ ἐπέτρεπε διατύπωση νόμων καὶ θεωριῶν. Ὁ ἀντιανθρωποκεντρισμὸς μὲ τὶς ἀντιθεολογικὲς νύξεις του εἶναι ἀκόμη πιὸ ἀβάσιμος. Μὴ ἀνθρωποκεντρικοὶ ἦταν καὶ οἱ Ἀρχαῖοι, αὐτὸ δὲν τοὺς ἐμπόδιζε νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐπιστήμη ἢ νὰ κάνουν θυσίες σὲ θεότητες. Ἡ αἴσθηση ἀνθρώπινης ἀσημαντότητας τοῦ «ματαιότης ματαιοτήτων…» δὲν χρειάστηκε ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις γιὰ νὰ διατυπωθεῖ.

Ἀφετέρου, καὶ κυρίως, σημασία ἔχει ὅτι τέτοιες σαθρὲς ἀπόψεις διαδίδονται ὡς ἐπιστημονικὴ γνώση. Δηλαδή, μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐπιστήμης διαδίδεται ὁ ἐπιστημονισμός, ἡ φαντασίωση περὶ καλῆς γνώσης -κι ὄχι ἀξιολογικὰ οὐδέτερης καὶ ἄσχετης μὲ τὴν ἔννοια τῆς καλῆς καὶ κακῆς χρήσης τῆς ἰδίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι ταυτίζονται ἀπὸ ἐπιστήμονες ἡ ἐπιστήμη μὲ ντωκινικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸν κοινωνικὸ ρόλο της δείχνει ὅτι ἡ μετατροπὴ μιᾶς μεθόδου σὲ ἰδεολογία εἶναι πανεύκολο πράγμα ἀκόμη καὶ σήμερα. Οἱ ἴδιοι θεωροῦν μονόπλευρα ὅτι τὸ πρόβλημα εἶναι μόνο οἱ «δεισιδαιμονίες» (μιὰ λέξη στὴν ὁποία μποροῦν νὰ ἐντάσσουν ὅ,τι κρίνουν οἱ ἴδιοι πὼς τὸ ἀξίζει). Τὸ πρόβλημα εἶναι καὶ ἡ ἐπιστημονίστικη κοσμοθεωρία τους. Μιὰ θρησκειοεπιστήμη, ποὺ τάχα μᾶς δείχνει νὰ ἀποφεύγουμε τὶς κακοτοπιές. Τὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν θρησκειοεπιστήμη ὀφείλουμε καὶ νὰ διδάξουμε τέτοια ἰδεολογήματα στὸ σχολεῖο. Ἐπιστήμη καὶ ἀμπελοφιλοσοφία χαρακτηριζόμενη ὡς Ἐπιστήμη. Καταπατοῦμε τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματά τους ἂν δὲν τὸ πράξουμε. Τοὺς προσβάλλουμε τὴν ἐπιστημονικὴ κατάρτιση. Οἱ ὁπαδοὶ μιᾶς τέτοιας θρησκείας δὲν κατανοοῦν ὅτι κάποιες φιλοσοφικὲς – μεταφυσικὲς ἀντιλήψεις, λ.χ. ἀκόμη καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει ἐξέλιξη ἢ «εἴμαστε ἀστερόσκονη» δὲν καταρρίπτονται ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὶς ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις. Πράγματι, ὁ Κονδύλης θὰ ἔνοιωθε πολὺ μόνος ὅταν ἔγραφε ὅτι ἡ ἐπιστήμη, ἡ γνώση (δηλαδὴ ἡ Πραγματικότητα) δὲν μπορεῖ νὰ προτείνει Δέον καὶ ὅτι ἡ εὐχαρίστηση ἢ ἡ ἐνασχόληση μαζί της δὲν ἀποτελεῖ παρὰ ζήτημα ἀτομικοῦ γούστου -καὶ τέτοιο θὰ μείνει. Ντωκινικοὶ καὶ Μαρξιστὲς διαφωνοῦν μαζί του.

«Αυτή είναι η επιστήμη. Δεν έχεις την επιλογή να πεις «δεν πιστεύω ότι E=mc^2». Γιατί είναι η αλήθεια, είτε το πιστεύεις είτε όχι», γράφει στὰ ΜΚΔ ὁ ἴδιος. Ἡ ὀφθαλμαπάτη τοῦ «ἐξαναγκασμοῦ» δὲν συνεπάγεται κάτι στὴν πράξη. Κανόνια χρησιμοποιοῦσε καὶ ὁ Διαφωτιστὴς ἀλλὰ καὶ ὁ Μουσουλμάνος· ἡ ἐπιστημονικὴ ἀνάλυση τοῦ σύμπαντος δὲν ἄλλαζε κι οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὶς κοινωνικὲς ἀπόψεις ἑνὸς Σαλαφιστῆ, γιατὶ κατ’ αὐτὸν ὁ Ἀλλὰχ ἔφτιαξε τὸ  E=mc^2 -κι ὅμως, αὐτὸ φαντασιώνονται οἱ ἐπιστημονιστὲς ἐπιστήμονες ὅτι θὰ γίνει: Πὼς θὰ ἀλλάξουν οἱ ἀπόψεις τοῦ Σαλαφιστῆ.

Ἐξαιτίας τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐπιστημονισμοῦ ποὺ τοὺς διακατέχει (Carl Sagan καὶ Dawkins) νομίζουν πὼς ἡ θὲς-δὲ-θὲς πίστη στὸν παραπάνω νόμο εἶναι ἴδιου ἐπιπέδου πίστη μὲ λ.χ. τὴν πίστη ὅτι πρέπει νὰ κάνεις τὸ Καλὸ ἢ ὅτι ὑπάρχουν πνεύματα ἢ ὅτι Ἠθικὸ εἶναι ἐτοῦτο ἢ τὸ ἄλλο. Προσοχὴ ἀπαιτεῖται στὴν ἐπιλογὴ τῆς λέξης «πίστη» γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ φυσικοῦ νόμου, ἐπιλογὴ ἡ ὁποία δείχνει τὸ συγκρουσιακὸ στοιχεῖο τοῦ ἐπιστημονισμοῦ. Βασίζονται, δηλαδή, στὴν σκέτη γραμματική, γιὰ νἀ ἀποδείξουν τὴν δῆθεν ἀνωτερότητα τῆς κοσμοαντίληψής τους. Πίστη τὸ ἕνα, πίστη καὶ τὸ ἄλλο, ἄρα…. Βρίσκουν (ἐκτὸς ἀπὸ δημιουργιστὲς καὶ ψεκασμένους) καὶ μιὰ ὁμάδα ἠλιθίων ποὺ πιστεύουν ὅτι δὲν ἔγινε προσελήνωση τὸ 1969 ἢ ὅτι τὰ ἐμβόλια προκαλοῦν κακὸ καὶ μᾶς τὸ κρύβουν, καὶ μὲ τέτοιους τρόπους ἔχουν βρεῖ τὸν ἀχυράνθρωπο μὲ βάση τὸν ὁποῖο κατηγοροῦν τὸ Χριστιανισμό. Οἱ ἑπτὰ τύποι ἀθεϊσμοῦ εἶναι ὅ,τι καλύτερο ὡς ἀρχὴ γιὰ νὰ καταπιαστοῦμε μὲ ἐπιστήμονες ὁπαδοὺς τέτοιων προκαταλήψεων.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, φιλοσοφίες, αθεϊσμός, επιστήμη | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Τὸ ὑψωμένο δάκτυλο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου

c5a1df0c7e26255487af6f32d0b07870

Ἀπόστολος Φ. Κραλίδης, Ἡ αὐτοκρατορικὴ λατρεία στὴν περίοδο τῆς Τετραρχίας (284 -313 μ.Χ.), Θεσσαλονίκη 2010:

 …Οἱ αὐτοκράτορες ποὺ ἀναγνωρίστηκαν ὡς Divi Augusti στὴ Δύση δὲν ἦταν οἱ ἴδιοι ποὺ ἀναγνωρίστηκαν ὡς Θεοὶ Σεβαστοὶ στὴν Ἀνατολή.

Ἡ ἀποθέωση τῶν νεκρῶν αὐτοκρατόρων ξεκίνησε σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴ Δημοκρατία στὴ Μοναρχία. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ρωμαῖοι αὐτοκράτορες, ὅσο ζοῦσαν, ἀπέφευγαν νὰ υἱοθετήσουν θεϊκὲς ἰδιότητες. Μετὰ τὸ θάνατό τους, ἀρκετοὶ προσέλαβαν τὸν τίτλο divus, θεοποιήθηκαν ἀπὸ τὴ Σύγκλητο…

Τὸ ἐπίθετο divus (= θεῖος) περισσότερο ἀναφερόταν σὲ ἐκείνη τὴν κατάσταση, ἦταν ὑποδεέστερο τοῦ deus (= θεός), ποὺ ἀφοροῦσε τοὺς θεούς, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπονεμόταν στὸν αὐτοκράτορα ἢ κάποιο μέλος τῆς οἰκογένειας.

Ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναγνωριζόταν ὡς divus δὲν ἐξισωνόταν μὲ τοὺς ἄλλους θεούς, ἐν προκειμένῳ μὲ τὸ Δία ἢ τὸν Ἄρη. Δὲν εἰσχωροῦσε ὡς ἰσότιμος στὴ χορεία τῶν θεῶν (coetus divum), ἁπλῶς κατοικοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς θεοὺς ὡς coeticola, ἐνῶ παρέμενε πάντα κατώτερος ἀπὸ ἐκείνους.

…ἀπὸ τὸ τὸν Ὀκταβιανὸ Αὔγουστο, τὸ 14 μ.Χ. μέχρι τὸν…Μέγα Κωνσταντίνο τὸ 337 μ.Χ., ἀπὸ τοὺς συνολικὰ ἑξήντα αὐτοκράτορες ποὺ ἀνῆλθαν στὸ θρόνο, τριάντα ἕξι ἀποθεώθηκαν μαζὶ μὲ ἄλλα εἰκοσιεπτὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους καὶ προσέλαβαν τὸ ἐπίθετο divus.

[Αὐρηλιανός] κατ’ ἐξαίρεση συναντοῦμε καὶ τὸν τίτλο «deus» σὲ ἐπιγραφὲς ποὺ βρέθηκαν στὴν Ἰταλία, στὴν Ἱσπανία καὶ στὴ Βόρειο Ἀφρική, ὅπως καὶ σὲ νομίσματα, ἐνόσω ἀκόμη ζοῦσε.

Ἀπὸ τὰ μεσα τοῦ 1ου αἰ. μ.Χ. ταυτόχρονα μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ λατρεία ἄρχισε νὰ υἱοθετεῖται μία ἰδιότυπη πολιτικὴ ἰδεολογία μὲ χαρακτηριστικὰ αὐτοκρατορικῆς θεολογίας. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ ὁ ρωμαῖος αὐτοκράτορας βρισκόταν…ὑπὸ τὴν προστασία τῶν θεῶν καὶ κυρίως τοῦ Δία (Jupiter). Ἐπρόκειτο λοιπὸν γιὰ τὴ μορφὴ μιᾶς θεοκρατικῆς μοναρχίας, ποὺ στηριζόταν περισσότερο στὴ θεωρία ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἦταν θεϊκὴ ἐπιλογὴ τοῦ πατέρα τῶν θεῶν.

Στὰ ἑπόμενα ἔτη μόνο ἐκεῖνος [Σεπτίμιος Σεβῆρος] χρησιμοποιοῦσε ἐξεικονίσεις τοῦ θεοῦ Δία, ἐνῶ οἱ διάδοχοί του, Γέτας καὶ Καρακάλλας, συνδέθηκαν μὲ τὸν Ἡρακλῆ καὶ τὸ θεὸ Βάκχο. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἰδεολογία τοῦ Σεβήρου οὐσιαστικὰ ἀποτέλεσε τὸν προπομπὸ τῆς ἀντίστοιχης ἰδεολογίας γιὰ τὴ σχέση τοῦ Δία καὶ τοῦ Ἡρακλῆ ποὺ διαμορφώθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸ Διοκλητιανό.

Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ Αὐρηλιανός, ὁ Πρόβος, ὁ Κάρος καὶ ὁ Καρῖνος παρουσίασαν τοὺς δύο θεούς, τὸν Δία καὶ τὸν Ἡρακλῆ, κατὰ τρόπο συστηματικό, μέσῳ ἀνάλογης προπαγάνδας, ὡς σωτῆρες καὶ προστάτες τῆς μοναρχίας τους.

Μετὰ τὸ τρίτο ἔτος τῆς βασιλείας του [Αὐρηλιανοῦ] κυρίαρχη θέση στὶς ἐξεικονίσεις προσέλαβε μία νέα ἡλιακὴ λατρεία, ἐκεινη τοῦ Ἀνικήτου Ἡλίου (Sol Invictus). Αὐτὸ σημαίνει πὼς εἴχαμε μία σταδιακὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς παραδοσιακὲς θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις τῶν Ρωμαίων…

Ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὴ συριακὴ ἡλιακὴ θεότητα Sol Invictus ἀνάγεται στὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἁδριανοῦ, ἐνῶ λίγα ἔτη ἀργότερα, περὶ τὸ 158 μ.Χ., ἐντοπίζονται τὰ πρῶτα ἴχνη τῆς λατρείας του σὲ ἀφιερωματικὴ ἐπιγραφὴ σὲ ἄγαλμα ποὺ ἀναπαριστᾶ ἡλιακὴ θεότητα. Στὰ τέλη τοῦ 2ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ., ἡ λατρεία τοῦ Ἥλιου γνώρισε ἰδιαίτερη ἀνάπτυξη ἐπὶ τῆς μοναρχίας τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου καὶ τοῦ Καρακάλλα, οἱ ὁποῖοι κυκλοφόρησαν νομίσματα μὲ ἡλιακὲς παράστάσεις. Ἀνάλογες παραστάσεις σὲ νομίσματα ἐντοπίστηκαν ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Βαλεριανοῦ καὶ τοῦ Γαλληινοῦ.

Ὁ Αὐρηλιανὸς ἀνακηρύχθηκε deus et dominus, δηλωτικὸ τῆς ἐνάρξεως μιᾶς περιόδου ἀπόλυτης μοναρχίας ἢ ἀκόμα καὶ θεοκρατίας. Σὲ νομίσματα οἱ μετὰ τὸν Αὐρηλιανό, Πρόβος καὶ Κάρος, εἶχαν ἐπίσης τὴν ἐπιγραφὴ deus et dominus.

Παραστάσεις ποὺ ἐμφανίζουν τοὺς αὐτοκράτορες τῆς περιόδου νὰ κρατοῦν μιὰ σφαίρα καὶ νὰ ἔχουν ὑψωμένο τὸ δεξὶ χέρι, οὐσιαστικὰ εἶναι συμβολισμοὶ ἀναφορᾶς στὴ θεϊκὴ προέλευση τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος συχνὰ ἦταν ἡ ἐνσάρκωση τοῦ θεοῦ Ἥλιου. Μὲ τέτοιες ἀπεικονίσεις συναντοῦμε σὲ νομίσματα τοὺς Γορδιανὸ Γ΄ καὶ Γαλλιηνό.

Σύμφωνα μὲ τὶς πηγὲς τῆς περιόδου, ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος ἀξίωσε νὰ τὸν προσφωνοῦν μὲ τὸ ἐπίθετο dominus

Σὲ κάποια νομίσματα, ποὺ ἐντοπίσθηκαν στὴν Καρχηδόνα καὶ εἶναι τῆς περιόδου 296-305, ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Γαλέριος Μαξιμιανὸς ἀπεικονίζονταν μὲ παραστάσεις τοῦ θεοῦ Ἥλιου ἀκολουθώντας τὰ μοτίβα τῆς ἐποχῆς τοῦ Αὐρηλιανοῦ. Ὁ Διοκλητιανός, ὡς ὁπαδὸς τοῦ Μίθρα, υἱοθετοῦσε περισσότερο τὴν περσικῆς προελεύσεως ἡλιακὴ θεότητα, παρὰ ἐκείνη ποὺ εἶχε εἰσάγει στὴ Ρώμη ὁ Αὐρηλιανὸς ἀπὸ τὴ Συρία. Τὴν ἴδια περίοδο ὁ Καίσαρας Κωνστάντιος Α΄ Χλωρὸς εἶχε ἐπίσης προστάτη τοῦ τὸ θεὸ Ἥλιο…

Οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸ ἔτος 306 μ.Χ. καὶ μέχρι τὸ 324 μ.Χ. ὁ θεὸς Δίας ἔπαψε νὰ ἀποτελεῖ τὸ ἐπίκεντρο τῆς ρωμαϊκῆς ἰδεολογίας, ὁπότε καὶ χάθηκε κάθε ἐξεικόνισή του στὰ νομίσματα καὶ στὰ ἄλλα κρατικὰ μνημεῖα.

Πρῶτοι ὁ σφετεριστὴς Μαξέντιος στὴν Ἰταλία καὶ ὁ Κωνσταντῖνος στὴ Γαλατία ἀντικατέστησαν τὸ Δία ἀπὸ θεὸ-προστάτη τους καὶ ἐγγυητὴ τῆς μοναρχίας τους. Ὁ Μαξέντιος ἐπέλεξε ὡς προστάτη του τὸ θεὸ Ἄρη, ἡ λατρεία τοῦ ὁποίου συνδεόταν μὲ τὴ Ρώμη, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα. Ὁ Κωνσταντῖνος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐπίθετο Ἑρκούλειος ποὺ ἔφερε ὡς Καίσαρας, στράφηκε στὴ λατρεία καὶ προβολὴ τοῦ θεοῦ Ἥλιου, ἔπειτα ἀπὸ τὴ νίκη του ἐπὶ τοῦ Μαξεντίου, ὁπότε καὶ κόπικαν νομίσματα μὲ κοινὲς ἐξεικονίσεις του μὲ τὴ συγκεκριμένη ἡλιακὴ θεότητα.

 

Κι ὅμως, ἡ εἰκόνα μὲ τὸ γιγαντιαῖο χέρι τοῦ Κωνσταντίνου νὰ δείχνει στὸν χριστιανικὸ οὐρανὸ ἀναπαράγεται παντοῦ, ξανὰ καὶ ξανά, ἀκόμη καὶ ἀπὸ σοβαρούς ἱστορικούς, ὡς ἔνδειξη μιᾶς ἀλλιώτικης ἀπὸ τὴν κλασσικὴ ρωμαϊκή, μεσαιωνικῆς καὶ ἀπολυταρχικῆς ὅσον ἀφορᾶ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία, περιόδου στὴν ὁποία εἰσερχόμαστε μὲ τὸν αυτοκράτορα αὐτόν. Ὅταν μιλᾶμε γιὰ προπαγάνδα καὶ αυθαιρεσία τοῦ ἱστορικοῦ, κάτι τέτοια παραδείγματα, σὰν τὸ χέρι τοῦ Κωνσταντίνου, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας.

 

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Ύστερη Αρχαιότητα, Αρχαιότητα, Ρωμαίοι, θρησκεία | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Πορφύριος

 E. DePalma Digeser, Lactantius, Porphyry, and the debate over religious toleration, The Journal of Roman Studies 88 (1998) 129 – 146:

Lactantius also appears to respond more broadly to Porphyry’s portrayal of Jesus as a divine, pious sage. Hierocles had quite a different view: Jesus was a robber, a magician, and a second-rate miracle-worker who set himself up as a god. Apart from Hierocles’ thoroughgoing comparison of Jesus with Apollonius –which Lactantius suggests is the main thrust of his work and Eusebius considers to be unique– the rest of his material seems to derive from Celsus who also treats Jesus as a wicked sorcerer and a liar. Porphyry, conversely, considers Jesus to be a wise and pious sage– and he emphasizes his uniqueness by introducing the oracle in praise of Christ with the words: “What I am about to say may actually seem surprising: The gods have proclaimed that Christ was extremely devout and become immortal…”. As Wilken has shown, Lactantius was clearly aware of Porphyry’s arguments concerning the divinity of Christ. But Lactantius himself may have moved toward Porphyry on this issue, since his own Christology is, like Eusebius’, almost Arian in nature: his Christ has a substantia between God and human beings. Moreover, the Divine Institutes strongly emphasizes Jesus’ role as a wise teacher (doctor sapientiae).

[…]

Porphyry may also have opened himself u[ to a charge of hypocrisy by advocating continence without practicing it: he had urged his students tp lead a life of sexual abstinence in De abstinentia, yet had then seemingly ignored his own teaching by marrying Marcella. His protestations in the Ad Marcellam, in fact, indicate that he had been accused of marrying her in order to have both children and comfort in his old age.

Marcella’s wealth is also relevant to several of Lactantius’ criticisms. One who praises frugality can easily be accused of avarice for marrying a wealthy woman. Marcella’s money may also explain the snide observation that Lactantius’ philosopher ate better at home than in the palace. Finally, Marcella’s property may relate to the accusation that the philosopher lobbied judges unscrupulously. […] The philosopher was looking for judicial help in keeping property for which people close to him thought they had claim. Indeed, Porphyry and Marcella may have encountered opposition from men who sought to gain her property through marriage.

[…]

Since Marcella was a recent widow, certain people in the community, who had designs on her wealth, may have similarly threatened Porphyry with legal action or with physical punishment. If Marcella really were Jewish, that circumstance may have also elitited opposition from her ‘fellow-citizens’. Perhaps Porphyry’s notorious interest in Chaldaean theurgy was enough to expose him, like Apuleius, to a similar accusation of black magic.

[…]

It thus seems reasonable to conclude that before 303 Porphyry went to Nicomedia to attend Diocletian’s conference, called to lay the groundwork for the Great Persecution. When he was there he presented not Against the Christians, a long, scholarly work that would have been unsuitable for reading aloud in public, but his Philosophy from Oracles.

[…]

Valerian’s son Gallienus had decided to allow Christian worship in some form, and Diocletian himself had promoted Christians to important positions, including the chair in Latin rhetoric that Lactantius occupied. Diocletian’s later decision to persecute certainly furthered his goal of uniting a long-divided empire around the new tetrarchic theology of rule. Nevertheless, to justify such a dramatic change of policy after a half-century of accommodation, the emperor may have needed to appeal to a respected authority on religion. Porphyry’s Philosophy from Oracles thus may have given Diocletian a philosophical basis for persecuting Christians

 

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Ύστερη Αρχαιότητα, Ρωμαίοι, θρησκεία | Tagged , , , , , , | Σχολιάστε

Ἐκχριστιανισμὸς τῆς Πελοποννήσου: χτίζοντας ἐκκλησίες

shutterstock_467651069

Φωτογραφία: πρωτοβυζαντινὴ ἐκκλησία στὴν ἀρχαία Ὀλυμπία.

Πέρα ἀπὸ τὸν ἀπαρχαιωμένο γιββωνικὸ μύθο περὶ βίαιου ἐκχριστιανισμοῦ, τὸν βασιζόμενο στὴν ἀπουσία σοβαρῶν ἀρχαιολογικῶν ἐρευνῶν γιὰ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα ἕως τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, καὶ σὲ λίγους γενικόλογους αὐτοκρατορικοὺς ἀντιπαγανιστικοὺς νόμους (σὲ σύγκριση πρὸς ἄλλους πολυπληθέστερους βυζαντινοὺς νόμους προστατευτικοὺς τῶν ἀρχαίων ναῶν) ἡ τήρηση τῶν ὁποίων ἦταν ἀδύνατο νὰ διαπιστωθεῖ ἢ νὰ ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὴν αὐλή, τὶς τελευταῖες δεκαετίες γίνεται πλέον σοβαρὸ ἀντικείμενο ἔρευνας ἡ ὕπαρξη πιὸ πραγματικῶν, κοινωνικῶν, παραμέτρων στὴν πορεία τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ. Εἰδικά, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῆς Πελοποννήσου, τὸ ἄρθρο τῆς R. Sweetman The Christianization of the Peloponnese: The Topography and Function of Late Antique Churches (Journal of Late Antiquity, 3.2 (2010), 203 – 61) δείχνει μεταξὺ ἄλλων τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιλογὴ τόπου γιὰ τὸ κτίσιμο ἐκκλησίας βοηθοῦσε τὸν ἐκχριστιανισμό.

 Ἀντὶ οἱ πρωτοβυζαντινὲς ἐκκλησίες τῆς Πελοποννήσου νὰ κτιστοῦν πάνω ἢ δίπλα σὲ ἀρχαίους ναοὺς ἢ νὰ χτιστοῦν στὸ κέντρο τῶν πόλεων, ἐπιλεγόταν συνήθως νὰ χτιστοῦν σὲ νέες τοποθεσίες καὶ μάλιστα ἐκτὸς πόλεως ἢ στὴν ἄκρη τῆς πόλης. Αὐτό, πέρα ἀπὸ ἀντικειμενικοὺς λόγους (συνέχιση ἀρχαίας λατρείας σὲ κεντρικοὺς ἀστικοὺς ναούς, διαθέσιμη γῆ ἀπὸ δωρητὲς γιὰ ἀνέγερση ἐκκλησίας μόνο σὲ τέτοιες περιοχὲς, συσχέτιση τῆς ἐκκλησίας μὲ τὰ ρωμαϊκὰ νεκροταφεῖα, τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς βρίσκονταν ἐκτὸς τῆς πόλης) εἶχε συνειδητὸ σκοπὸ καὶ λόγο: Ἡ νέα τοποθεσία «ἀποσποῦσε», ἔστω καὶ ἔμμεσα, τὴν προσοχὴ πιστῶν ἀλλὰ καὶ Ἐθνικῶν ἀπὸ τὰ παλιὰ θρησκευτικὰ κέντρα, συνιστοῦσε μὴ βίαιη ἀλλὰ δραστικὴ ἀμφισβήτηση τῆς σπουδαιότητάς τῶν παλιῶν (παγανιστικῶν) κέντρων λατρείας τῆς πόλης πρὸς ὄφελος τῆς νέας τοποθεσίας.

Ἐπιπλέον, ἡ προτίμηση γιὰ ἀνέγερση ἐκκλησιῶν ἐκτὸς τοῦ ἀστικοῦ κέντρου συμβάδιζε μὲ τὸ κοινωνικὸ φαινόμενο τῆς «ἐπανακατοίκησης» τῶν μὴ ἀστικῶν περιοχῶν κατὰ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα. Δηλαδή, ὁ κόσμος κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη ἔφευγε (ὄχι ἀπαραιτήτως μὲ τὴν ἔννοια τῆς μαζικῆς φυγῆς) πρὸς τὰ ἔξω γιὰ νὰ κατοικήσει περιοχὲς ἐκτὸς πόλεως, καὶ ἡ Ἐκκλησία καταλάμβανε μὲ τοὺς ναούς της ὡς τοπόσημο-ὁρόσημο τὸν συνδετικὸ κόμβο πόλεως – ὑπαίθρου. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθοῦσε τὶς κοινωνικὲς οἰκιστικὲς τάσεις τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, τάσεις ποὺ προϋπῆρχαν προτοῦ ὁ Κωνσταντίνος τὴν ὑποστηρίξει καὶ οἱ ὁποῖες ἀποδυνάμωναν ἐμμέσως πλὴν σαφῶς τὴν κοινωνικὴ σημασία τοῦ παγανιστικοῦ ἀστικοῦ κέντρου καὶ τῶν ἀρχαίων ναῶν του ὡς κοινωνικοῦ κέντρου.

Μιὰ ἐκκλησία χτισμένη ἔξω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς ἀρχαίας πόλης, π.χ. κοντὰ στὶς πύλες της, ἦταν τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔβλεπε κάποιος ποὺ ἔφευγε ἀπὸ τὴν πόλη ἢ ποὺ ἐρχόταν σὲ αὐτήν, ἀπὸ τὴν ἐπαρχία ἢ ἄλλες περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ἐκκλησία ὁρίζει διὰ τῆς ὕπαρξής της στὸ «ὅριο» τὸν τόπο. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς χτισμένες στὶς ἀκροπόλεις ἐκκλησίες: φαίνονται ἀπὸ παντοῦ. Παρομοίως, ἡ ὕπαρξη ἐκκλησιῶν στὰ λιμάνια τόνιζε τὴ χριστιανικότητα ἢ ἔδινε τὴν ἐντύπωση τῆς χριστιανικότητας τῆς πόλης στοὺς ἐπισκέπτες της. Προφανῶς, ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ κτηρίου σὲ ἕναν τόπο ἐκλαμβάνεται καὶ ὡς ἔνδειξη κυριαρχίας ἢ δύναμης στὸν τόπο αὐτόν.

Ἡ ἀνέγερση ἐκκλησιῶν στὸ κέντρο τῆς πόλης (ἢ ἡ χρήση παλιῶν κτηρίων της, παγανιστικῶν ναῶν ἢ ἄλλων κοσμικῶν, δημόσιων κτηρίων) γίνεται ἀργότερα, ὅταν ἔχει προχωρήσει ὁ ἐκχριστιανισμός, καὶ ὅταν οἱ Βάρβαροι ἐξαναγκάζουν μὲ τὶς καταστροφὲς ποὺ προκαλοῦν στὴν πυκνοκατοικημένη ὕπαιθρο ἀφενὸς τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ πληθυσμοῦ σὲ συρρικνωμένες τειχισμένες πόλεις κι ἀφετέρου τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀναζητήσει ἐπειγόντως νέα κτήρια (άφοῦ τὰ παλιὰ εἶχαν καταστραφεῖ) γιὰ τὸ ἐκκλησίασμα.

Ἡ ἀνέγερση ἐκκλησιῶν σὲ προχριστιανικὰ νεκροταφεῖα, ἐκτὸς πόλεως, ὅπου εἶχαν ταφεῖ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ μιᾶς περιοχῆς, δημιουργοῦσε σὲ Χριστιανοὺς καὶ Ἐθνικοὺς μιὰ συνέχεια μνήμης ἄρα καὶ μιὰ αἴσθηση χριστιανικῆς ἐντοπιότητας καὶ συνέχειας, καθὼς οἱ ἀπόγονοι τῶν πρώτων Χριστιανῶν θάβονταν παραδοσιακὰ στὸν ἴδιο τόπο μὲ τοὺς προγόνους τους. Τέτοια αἴσθηση ἀναμφισβήτητα βοηθοῦσε στὸν ἐκχριστιανισμό, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς ἡ χριστιανικότητα δὲν ἦταν κάτι τὸ ἀλλόκοτο μὰ κάτι γνώριμο καὶ δοκιμασμένο.

Ἀκόμη καὶ ὅταν χτίζονται ναοὶ σὲ ἀρχαίους ἱεροὺς τόπους (Ὀλυμπία, Νεμέα), αὐτὸ γίνεται μὲ προσοχή: Ἐπιλέγονται ὄχι ἀρχαῖοι ναοὶ μὰ ἄλλοι τύποι κτηρίων, ὅπως τὸ «ἐργαστήριο τοῦ Φειδία», καὶ γενικὰ ἡ τοποθεσία τῆς ἐκκλησίας εἶναι στὴν ἄκρη τοῦ εὐρύτερου ἱεροῦ χώρου, προκειμένου ὁ προσηλυτισμὸς νὰ γίνει ὁμαλὰ καὶ χωρὶς μεγάλες προστριβές. Μάλιστα, οἱ ἐκκλησίες σὲ τέτοιους ἀρχαίους ἱεροὺς χώρους (Ἐπίδαυρος, Νεμέα κ.λπ.) διαθέτουν βαπτιστήρια: Οὔτε αὐτὸ εἶναι τυχαῖο, γιατὶ σὲ τέτοιους τόπους ὅπου ἔρχονταν πολλοὶ ἄνθρωποι ὑπῆρχε ἡ ἐπιθυμία γιὰ ἐκχριστιανισμὸ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερων.

Ἀπὸ τὶς 130 ἐκκλησίες ποὺ χτίστηκαν στὴν Πελοπόννησο μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰ. καὶ τοῦ τέλους τοῦ 7ου, μόλις 6 μὲ 8 εἶναι ἀρχαῖοι ναοί. Κάτι τέτοιο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιώσει  τὸν μύθο τῆς διαρπαγῆς τῶν μὴ χριστιανικῶν ἱερῶν τόπων χάριν τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ. Μάλιστα, οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς 8 αὐτοὺς ναοὺς βρίσκονται στὴν ἀγροτικὴ Ἀρκαδία, δηλαδὴ ἔχουμε τὴν προσπάθεια νὰ ἐκχριστιανιστοῦν πληθυσμοὶ ἀπομακρυσμένων περιοχῶν, ποὺ δὲν εἶχαν ἐπαφὴ μὲ τὰ παράκτια μεγάλα ἀστικὰ κέντρα. Προφανῶς (ἂν καὶ τὸ ζήτημα εἶναι μεγάλο) ἡ χρήση spolia ἀρχαίων ναῶν γιὰ τὸ κτίσιμο ἐκκλησιῶν σὲ πολὺ μεταγενέστερες περιόδους (μετὰ τὸν 8ο αἰ.) δὲν φανερώνει ἀντιπαγανιστικὴ διάθεση οὔτε χριστιανικὴ διάθεση θριάμβου ἐπὶ τοῦ ἡττημένου Παγανισμοῦ.

Τὰ παραπάνω δεδομένα δὲν ἐπιβεβαιώνουν οὔτε τὸν δῆθεν φιλοχριστιανικὸ ἰσχυρισμό (στὴν πραγματικότητα, ἁπλῶς ἐθνικιστικό) γιὰ τὴν συνέχεια τῆς ἱερότητας τοῦ τοπίου. Ἡ ἱερότητα τοῦ ἴδιου τοπίου ὡς φαινόμενο ἔρχεται κατόπιν, ὅταν ὁ Χριστιανισμός ἔγινε γηγενὴς μὲ ἄλλους τρόπους.

Ἡ ποικιλία τῶν ἀρχιτεκτονικῶν τύπων τῶν πρωτοβυζαντινῶν ἐκκλησιῶν φανερώνει ὄχι ἕναν «ἀπὸ τὰ πάνω» μονολιθικὸ κι ὁμοιόμορφο (αὐτοκρατορικό) σχεδιασμό, ἀλλὰ τὴν συνεργία τοπικῶν παραγόντων, ὅπως οἱ ἐλίτ, ὁ ἐπίσκοπος, οἱ τοπικοὶ πληθυσμοὶ κ.ο.κ. Φυσικά, ἡ προσέλκυση πληθυσμῶν γινόταν καὶ διὰ τῶν ἐκκλησιῶν: ἐντυπωσιακὴ ἀρχιτεκτονική, τελετές, ἱεροπρέπεια, ἀποκλειστικότητα καὶ ἄλλα, ὅλα αὐτὰ συνεισέφεραν στὸν ἐκχριστιανισμό.

Προφανῶς, μόνη ἡ ἀνέγερση ἐκκλησιῶν δὲν ἀπέδιδε, ὡστόσο ἡ σημασία της ἦταν μεγάλη. Προσπάθησα νὰ δείξω ὅτι ὁ κρίσιμος παράγων ἐκχριστιανισμοῦ δὲν ἦταν μόνο ὀ ἀριθμὸς τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ χτίστηκαν, ἀλλὰ ὅτι εἶχε μεγάλη σημασία ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἐκμεταλλευόταν αὐτὸν τὸν παράγοντα (π.χ. τὴν αὐτοκρατορικὴ κ.ἄ. γενναιοδωρία γιὰ ἀνέγερση ἐκκλησιῶν) μὲ κινήσεις συμβατὲς μὲ τὶς κοινωνικὲς ἐξελίξεις ἀλλὰ καὶ μὲ ψυχολογικοὺς παράγοντες.

Ἂν συγκρίνει κάποιος τὰ παραπάνω μὲ τὶς ἀχανεῖς περιοχὲς τῶν μεγάλων πόλεων, ὅπου ἡ ἐκκλησία ὡς κτίσμα δὲν εἶναι ὁρατὴ ἢ δὲν δεσπόζει, καταλαβαίνει κάποιος καλὰ τί συνεπάγεται ἡ μετεμφυλιακὴ -μεταπολιτευτικὴ ἀδιαφορία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας μπροστὰ στὸ φαινόμενο τῆς ἀστυφιλίας: Ὁλόκληρες γειτονιὲς δὲν ἔχουν ὁπτικὴ ἐπαφὴ μὲ ἐκκλησίες καὶ κατὰ συνέπεια μὲ τὴν ἰδέα τῆς χριστιανικῆς λειτουργίας, τῆς χριστιανικῆς κοινότητας κι ἐν τέλει τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Out of sight, out of mind, στὰ ἁπλὰ νεοελληνικά. Πῶς ἡ ἐπιβλητικότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κτηρίου (ἄρα καὶ ἡ αἴσθηση ὅτι τὸ νὰ ἀνήκεις στὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι κάτι ἄξιο νὰ ἐπιθυμήσεις) μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ στὸν καιρὸ τῶν ὀκταώροφων καὶ ἑξαώροφων πολυκατοικιῶν ἢ πῶς ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ διακρίνει τὰ κέντρα συγκέντρωσης τοῦ πληθυσμοῦ, παροδικὰ καὶ μή (ἀκόμη κι ἂν πρόκειται γιὰ μώλ), εἶναι ἕνα ἐνδιαφέρον ζητούμενο.

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Ελλάδα, θρησκεία | Tagged , , , , , | 1 σχόλιο

Ποιὸς γεμίζει τὴ θάλασσα μὲ σακοῦλες

Διαβάζοντας κάποιος γιὰ τὴν περιβαλλοντικὴ ἀπειλὴ ἐξαιτίας τῶν πλαστικῶν σακουλῶν, τείνει νὰ πιστέψει ὅτι τὸ δικό του, δυτικὸ ἁμαρτωλὸ σαρκίο, ἀλλὰ καὶ ἑλληνικό του, εὐθύνεται γιὰ τὴ ρύπανση τῶν θαλασσῶν· καὶ πὼς ἡ προσπάθειά μας γιὰ περιορισμὸ τῆς χρήσης πλαστικοῦ θὰ ἔχει οὐσιαστικὸ ἀποτέλεσμα. Ὅλοι μαζί, μποροῦμε νὰ καθαρίσουμε τὶς θάλασσες, νὰ κάνουμε τὴ Γῆ καλύτερη! Οἱ Δυτικοὶ εἶναι οἱ αἵροντες τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (προσφυγικό, περιβαλλοντικὸ ζήτημα κ.ἄ.), μὲ ἄλλα λόγια. Εἰδικὰ ἡ Ἑλλάδα, ὁ σεσημασμένος σύμμαχος τῶν ἰμπεριαλιστικῶν δυνάμεων σὲ κάθε γωνιὰ τοῦ πλανήτη.

wo-av462_oceans_16u_20150212130916

chartoftheday_12211_the_countries_polluting_the_oceans_the_most_n

Δυστυχῶς ὅμως, κι ἂν πιστέψουμε τὶς διαθέσιμες ἔρευνες (βρὲς ἄλλες, πιὸ ἀξιόπιστες -ἂν μπορεῖς!), αὐτοὶ ποὺ ρυπαίνουν τὶς θάλασσες μὲ πλαστικά, σακοῦλες καὶ μή, εἶναι οἱ Μὴ Δυτικοί. Οἱ Κινέζοι, οἱ Ἀπωανατολίτες, οἱ Μουσουλμάνοι (ἡ Αἴγυπτος ρυπαίνει τρεῖς φορὲς παραπάνω ἀπὸ τὶς ΗΠΑ), οἱ Ἀφρικανοί, οἱ Βραζιλιάνοι. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς συνεπάγεται, μὲ τὴ σειρά του, ὅτι ὅσο καὶ νὰ αὐτομαστιγωθεῖς χρησιμοποιῶντας ταγάρια στὸ σοῦπερ μάρκετ, τὸ θαλάσσιο περιβάλλον δὲν σώζεται, γιατὶ –ἁπλούστατα– ἡ Κίνα, ἡ Ἄπω Ἀνατολή, τὸ Ἰσλὰμ καὶ ἡ Ἀφρικὴ θὰ συνεχίσουν νὰ πετᾶν στὴ θάλασσα τὰ πλαστικά τους. Εἴτε κάνεις κάτι εἴτε ὄχι ἐσύ, ἡ ρύπανση ἐξαιτίας λ.χ. τῆς Κίνας καὶ τῆς Ἰνδονησίας εἶναι ἀπέραντη καὶ θὰ συνεχιστεῖ. Καὶ ποιὸς θὰ τολμήσει νὰ ἐξαναγκάσει, φυσικά, τὴν Κίνα νὰ περιορίσει σὲ δυτικὰ ἀντίστοιχα ἐπίπεδα τὴ θαλάσσια ρύπανση ποὺ προκαλεῖ; Κανένας. Ἡ ὀφθαλμαπάτη τοῦ ξεπερασμένου δυτικοκεντρισμοῦ καὶ ἡ χριστιανικὴ αἵρεση (νῦν ἀθεϊστική) τοῦ αὐτομαστιγώματος τυφλώνουν τὸν μέσο δυτικὸ νοῦ ὁδηγώντας τὸν στὴ γνωστὴ αὐταπάτη ὅτι ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία ἢ ἡ καταδίκη τοῦ κόσμου.

Σίγουρα, οἱ πολλοὶ Δυτικοὶ εἶναι ἀφελεῖς ἢ ἐνοχικοί. Δὲν λείπουν ὡστόσο καὶ οἱ Δυτικοὶ ἔμμισθοι ἢ ἄμισθοι παπαγάλοι τῶν παραπάνω μὴ δυτικῶν χωρῶν, τὶς ὁποῖες μᾶς παρουσιάζουν ὡς τὴν πρόγευση τοῦ ρόδινου μέλλοντος τῆς ἀνθρωπότητας κι ὄχι σὰν τὸν πάτο τοῦ ἀπόπατου, μανδαρινικοῦ ἢ ἰσλαμικοῦ ἢ τῆς ζούγκλας. Ἢ οἱ τόσοι καὶ τόσοι πτυχιοῦχοι ποὺ βγάζουν τὸ ψωμάκι τους μὲ τὴν Οἰκολογία. Νὰ τοὺς πάρουμε τὴ μπουκιὰ ἀπ’ τὸ στόμα, μήπως μποροῦμε; βαστάει ἡ καρδιά μας; Δὲν ἔχω καμμία ἀμφιβολία γιὰ τὶς μηδενικὲς πιθανότητες νὰ ἀλλάξει ἡ ἄποψη τοῦ μέσου Δυτικοῦ γιὰ τὰ ὑποτιθέμενα οἰκολογικά του καὶ τὰ «ἀντιπροσφυγικά» του ἐγκλήματα. Ἄσε ποὺ προκαλεῖ πλήξη ἡ ἐπίγνωση τέτοιων καταστάσεων, ἀφοῦ δὲν εἶσαι ὁ κύριος παράγων, τὸ Ἐγώ σου, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο περιστρέφεται ἡ Γῆ. Ἐνῶ οἱ ἀπέναντι, αὐτοὶ νοιώθουν καθημερινὰ τὴ συγκίνηση καὶ ὑπαρξιακὴ ἔνταση τοῦ Σωτήρα στὸν ὑπέροχο ἀγώνα ποὺ διεξάγουν γιὰ χάρη τῆς ἀνθρωπότητας.

Τὸ μαστίγιό σου λοιπόν, καὶ μπρός. Στὸν ἀγώνα τὸν καλό, τοῦ αὐτομαστιγώματος.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Δυτικοί, Δύση, οικολογία, οικολογίες | Tagged , , , , , , , | Σχολιάστε

Deir el Bahari

Ἂν στὴν νεότερη Ἑλλάδα κατεδαφίστηκαν χριστιανικοὶ ναοὶ στοὺς Δελφοὺς καὶ τὴν Ἀθήνα (καὶ ἀλλοῦ) ἐξαιτίας τῆς ἀρχαιολατρίας, στὴν ἰσλαμικὴ Αἴγυπτο κοπτικὲς ἐκκλησίες καὶ ἀρχαῖα μοναστήρια καθὼς καὶ ὁλόκληρες ἀρχαῖες κοπτικὲς πόλεις (π.χ. Τζέμε – Μεμνονεῖα) καταστράφηκαν γιὰ χάρη τῆς ἀνάδειξης τοῦ φαραωνικοῦ προχριστιανικοῦ παρελθόντος. Τὰ μοναστήρια καὶ οἱ ἐκκλησίες αὐτὲς τῶν Κοπτῶν βρίσκονταν μέσα σὲ φαραωνικὰ ἐρείπια, ναοὺς καὶ τεμένη, καὶ κρίθηκαν ἀνάξια νὰ συνεχίσουν νὰ ὑφίστανται.

Βέβαια, δὲν ἔχω ὑπόψη μου τὴ γνωστὴ θεωρία τῆς «ἐπινόησης», οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ὁποίας ἔχουν τὴν πεποίθηση (καὶ σοῦ κλείνουν τὸ μάτι) ἀφενὸς πὼς ὑπάρχει κάτι ἄλλο, «πιὸ φυσικὸ» σὲ σχέση πρὸς τὶς «ἐπινοήσεις τῶν [κακῶν] Ἄλλων», κι ἀφετέρου πὼς ἡ διανοητικὴ ἀτομικὴ αὐθαιρεσία εἶναι πρακτικῶς ἀπεριόριστη κατὰ τὴ διαδικασία τῆς ἐπινόησης – «κατασκευῆς».

Πάντως, στὴν Αἴγυπτο, ἡ συμμαχία αἰγυπτιομανῶν Δυτικῶν καὶ Μουσουλμάνων κατέστρεψε πολλὰ ἀρχαῖα μνημεῖα τῶν Κοπτῶν. Τὸ τερπνὸν διὰ τοῦ ὠφελίμου: Τερπὸν γιὰ τὴν δυτικὴ αἰγυπτιομανία καὶ τοὺς χρηματικὰ ἐπωφελούμενους ἀπὸ τὸν τουρισμό (ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον) Μουσουλμάνους τῆς Αἰγύπτου. Ὠφέλιμο γιὰ τὸ αἰγυπτιακὸ Ἰσλὰμ γιατὶ ἡ μόνη ζωντανὴ καὶ μὴ ἰσλαμικὴ συνέχεια στὴ χώρα ἐκείνη ἐξαφανιζόταν, κι ἀπέμενε μόνο τὸ Ἰσλὰμ ὁρατὸ στὴν Αἴγυπτο, μαζὶ μὲ τὶς θρησκευτικὰ ἀκίνδυνες γι’ αὐτὸ μούμιες καὶ τὰ ἱερογλυφικά. Ἐὰν ὑπῆρχε κάποια συνέχεια Ἀρχαίων καὶ Νέων Αἰγυπτίων, αὐτὴ ἦταν οἱ Κόπτες, ἡ μόνη πραγματικὴ συνέχεια τῶν ἀρχαίων, φαραωνικῶν Αἰγυπτίων (π.χ. ἡ κοπτικὴ γλώσσα ἦταν ἡ συνέχεια τῆς φαραωνικῆς), καὶ συνεπῶς οἱ καταστροφὲς τῶν μνημείων τους χάριν τῆς πανάρχαιης αἰγυπτιακῆς ἱστορίας στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀντι-αἰγυπτιακὲς κι ὄχι «αἰγυπτιομανεῖς».

Σὲ κάθε περίπτωση, τὸ μονοφυσιτικὸ μοναστήρι τοῦ Φοιβάμμωνα, τὸ Deir el Bahari («βόρειο μοναστήρι»), ἱδρύθηκε τὸν 7ο μετὰ Χριστὸν αἰ. στὸν ἀρχαῖο ναὸ τῆς βασίλισσας Χατσεπσούτ (15ος αἰ. πρὸ Χριστοῦ), ὁ ὁποῖος ἦταν παρατημένος αἰῶνες πιὸ πρίν, καὶ εἶχε καλυφθεῖ στὸ μεγαλύτερο μέρος του μὲ ἅμμο τῆς ἐρήμου. Τὸ μοναστήρι λειτουργοῦσε μὲ τὸν α ἢ β τρόπο ὣς τὸν 13ο αἰ. Τὰ ἵχνη τοῦ μοναστηριοῦ καταστράφηκαν ἐντελῶς ἀπὸ τοὺς ἀρχαιολόγους στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ., γιὰ νὰ φτειαχτεῖ μιὰ καρικατούρα φαραωνικοῦ μνημείου σὰν αὐτὸ μόλις νὰ εἶχε κατασκευαστεῖ. Γιὰ νὰ φτειαχτεῖ ἕνας παγανισμὸς ποὺ εἶχε πεθάνει μόνος του.

4503707_orig

hc_1894_1

1200px-tempel_der_hatschepsut_28deir_el-bahari29

Ὅποια ὁμοιότητα μὲ τὴν νεοελληνικὴ καταστροφὴ καὶ τὴν ἀποσιώπηση ἢ ὑποτίμηση τοῦ χριστιανικοῦ παρελθόντος δὲν εἶναι τυχαία. Κατὰ μία ἐπίσης διαβολικὴ σύμπτωση, οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς θεωρίας τῆς «[ὕπουλης] Κατασκευῆς [ἐκ μέρους τῶν κακῶν Ἄλλων]» εἶναι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι (οἱ ἰδεολογικοὶ πρόγονοί τους) ποὺ συστηματικὰ κατέστρεψαν τὸ «πιὸ φυσικό», τὸν Χριστιανισμό, χάριν τῆς δικῆς τους «κατασκευῆς», τοῦ ἐξιδανικευμένου προχριστιανικοῦ παρελθόντος ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου μὴ χριστιανικοῦ στοιχείου (ἐπίσης ἐξιδανικευμένου), ὅπως π.χ. στὴν περίπτωση τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ ἴδιοι ποὺ χύνουν μαῦρα δάκρυα γιὰ τὶς μὴ χριστιανικὲς κοινότητες τοῦ μεταβυζαντινοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ἀδιαφοροῦν γιὰ τὶς ἀτελείωτες περιοδικὲς σφαγὲς Κοπτῶν στὴν Αἴγυπτο. Ἔχουν δίκαιο, λοιπόν, ἀλλὰ μόνο γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τὰ ἔργα τους, ὅσον ἀφορᾶ τὴ θεωρία τῆς κατασκευῆς.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Αρχαιότητα, Αίγυπτος, Δυτικοί, Ισλάμ, αθεϊσμός, θρησκεία | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Π. Κονδύλης: ἡ κριτικὴ τῆς Μεταφυσικῆς

Ἡ ὀπτικὴ ἀπάτη ὅτι ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ. ὑπῆρξε στὸ σύνολό της ρηξικέλευθη μέσα στὴν ἱστορία τῶν ἰδεῶν ὀφείλεται σὲ μιὰ σύγχιση ἀνάμεσα στὰ περιεχόμενα καὶ τὶς δομὲς τῆς σκέψης, ἀπὸ τὴ μιά, καὶ στὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα καὶ τὴν διάδοση τῶν ἰδεῶν, ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἀναμφισβήτητα, στὸν 19ο καὶ στὸν 20ὸ αἰ., διαδόθηκαν στὸ πεδίο τῆς κριτικῆς τῆς μεταφυσικῆς περισσότερες (ριζοσπαστικές) ἰδέες παρὰ ποτέ. Τὸ μένος μὲ τὸ ὁποῖο ἀσκήθηκε κριτικὴ στὴν μεταφυσικὴ εἰδικὰ μετὰ τὸ 1850, στράφηκε κατὰ πρῶτο λόγο ἐνάντια στὶς προσπάθειες μιᾶς ἰδεολογικῆς παλινόρθωσης, συνεπικουρούμενης ἀπὸ μιὰ θρησκευτικὰ προσανατολισμένη, ἂν ὄχι χριστιανικὴ-ἀπολογητική, μεταφυσική. Κοινωνιολογικά, ἡ κριτικὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ grosso modo μὲ βάση τὴν ἄνοδο τῆς βιομηχανικῆς ἀστικῆς τάξης, μιὰν ἄνοδο ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ραγδαία ἀνάπτυξη τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται κι εὐδοκιμεῖ μιὰ ἀστικὴ τάξη τῆς μόρφωσης, ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τὶς θρησκευτικὲς δεσμεύσεις κι ὑποστηρίζει προγραμματικὰ τὴν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς προόδου, ἐνῶ συνάμα ὑψώνουν τὴ φωνή τους ὅλο καὶ περισσότερο, κατὰ πολύ ριζοσπαστικότερες κοσμοθεωρητικὰ καὶ πολιτικὰ ὁμάδες διανοουμένων, οἱ ὁποῖες χαιρετίζουν τὶν ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς σὲ μιὰ προοπτικὴ διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἀστικῆς τάξης, συνδέοντας τὴν ἀποπνευμάτωση κι ἐξουσίαση τῆς φύσης μ’ ἐπαναστατικὰ-χειραφετητικὰ αἰτήματα.

[…]

Τὸ ἀποφασιστικὸ γεγονὸς στὴν ἱστορία τῶν ἰδεῶν τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰ. ἦταν ἡ ἐξέλιξη τῶν ἐπιστημῶν τοῦ πνεύματος καὶ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ἐνῶ, συγχρόνως, τὴν σημασία τῶν δεύτερων μέσα στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πλατύτερων μαζῶν τὴν ἔκαμε αἰσθητὴ κυρίως ἡ ἰλιγγιώδης πρόοδος τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς τεχνικῆς. Ἡ ἐμφάνιση τῆς νεότερης φυσικῆς ἐπιστήμης εἶχε ἤδη σφραγίσει τὴν πνευματικὴ φυσιογνωμία –μολονότι ὄχι ἀκόμα τὴν καθημερινότητα– τοῦ 17ου αἰ., καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε μιὰ ἀναδόμηση τῆς φιλοσοφίας γενικὰ καὶ τῆς μεταφυσικῆς εἰδικότερα ἦταν ἀναπόδραστη.

[…]

Στὸν 19ο καὶ στὸν 20ὸ αἰ., –ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν θνησιγενὴ φυσικὴ φιλοσοφία τοῦ Hegel–, ἔγιναν ἐπίσης κάποιες βραχύβιες κι ἀποσπασματικὲς προσπάθειες νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ μεταφυσικὴ σκοπιὰ τὰ πορίσματα τῶν φυσικῶν συστημάτων καὶ νὰ ἐνταχθοῦν, ἔστω καὶ ἀδέξια, στὰ πλαίσια μεταφυσικῶν συστημάτων ἢ νὰ τεθοῦν στὴν βάση τους. Τὸ συμπλησίασμα ὅμως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἀντιπάλους τῆς παραδοσιακῆς μεταφυσικῆς…

[…]

Ἀξιόλογο «κύμα» μεταφυσικῆς ἐμφανίστηκε μονάχα μετὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀκόμα καὶ τότε ὅμως οἱ σκοπούμενοι στόχοι ἦσαν μᾶλλον ἀρνητικοί (καταπολέμηση τοῦ σχετικιστικοῦ ἱστορισμοῦ, τοῦ ἐπιστημονισμοῦ καὶ τῆς συρρίκνωσης τῆς φιλοσοφίας σὲ γνωσιοθεωρία καὶ μεθοδολογία) καὶ πίσω ἀπ’ τὸ αἴτημα τῆς νεκρανάστασης τῆς μεταφυσικῆς βρίσκονταν συχνὰ θρησκευτικὰ κίνητρα. Ἔτσι κι άλλιῶς, ἡ ἐκ μέρους τοῦ θετικισμοῦ σφοδρὴ ἀπάντηση σὲ τοῦτο τὸ κύμα δὲν ἄργησε νὰ δοθεῖ, ὥστε μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ἡ μεγάλη νοσταλγία γιὰ μεταφυσικὴ ἐξέλιπε κι ὁ νικηφόρος ὄψιμος φιλελευθερισμὸς μπόρεσε νὰ ταυτιστεῖ ἰδεολογικὰ μ’ ἀντιμεταφυσικὲς τάσεις. Ἀκόμα καὶ σήμερα, ἐνῶ ὁ θετικισμὸς ἔχει ξεπεράσει ἐδῶ καὶ καιρὸ τὸ κορύφωμά του, τὰ «μεταφυσικὰ» ἐγχειρήματα βασίζουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ δύναμη καὶ τὸ καλό τους ὄνομα σὲ στοχασμοὺς ἐιστημολογικοῦ χαρακτήρα, ἐνῶ οἱ προσπάθειες ἀναζωπύρωσης τοῦ «μύθου» εὐδοκιμοῦν σ’ ἕνα κλίμα ἐπ’ οὐδενὶ μυθικό· δηλαδὴ σ’ ἕνα κλίμα σχετικισμοῦ καὶ νηφάλιου σκεπτικισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει ἢ καὶ μάλιστα ἐνθαρρύνει κάθε εἴδους ἀκαταλόγιστο, μιὰ καὶ ἡ τεχνικὴ-ὀρθολογικὴ στάση στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ κοινωνικὴ ζωὴ δὲν ἀντιμετωπίζει κανέναν πρακτικῶς σημαντικὸ κίνδυνο ἢ ἀμφισβήτηση. Ἡ θεωρητικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀδυναμία τῆς μεταφυσικῆς τὰ τελευταῖα 150 χρόνια καταφαίνεται ὅμως προπαντὸς στὴν σιωπή της ἀπέναντι στὸ πρόβλημα τῶν ἀξιῶν. Τὴν παραδοσιακὴ μεταφυσικὴ τὴν ἔτρεφε ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ὅτι συνέδεε τὸ ὀντολογικὸ μὲ τὸ ἀξιολογικὸ πρόβλημα ἢ ὅτι ἀντλοῦσε πρακτικῶς δεσμευτικὲς ἀξίες ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιὰ τὴν ὑφὴ τοῦ Ὄντος ἢ τοῦ Ὑπερβατικοῦ. Μετὰ τὴν κατάρρευσή της, κανεὶς ἀπ’ ὅσους αὐτοπαρουσιάστηκαν ὡς μεταφυσικοὶ δὲν τόλμησε νὰ καταπιαστεῖ συστηματικὰ μ’ ἕνα τέτοιο ἔργο: ἡ (μὴ θρησκευτική) θεμελίωση τῆς ἠθικῆς πραγματοποιεῖται ἐδῶ καὶ καιρὸ σ’ ἐμμενῆ ἐρείσματα, καὶ καποιες σημερινὲς ἀπόπειρες ὑποτύπωσης μιᾶς ἀξιολογικῆς μεταφυσικῆς θυμίζουν περισσότερο ἐρασιτεχνισμοὺς κι ἀξιοπερίεργα.

Ἀπέναντι σὲ μιὰ δισταχτικὴ κι ἀόριστη μεταφυσική, ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς, μέσα σὲ μιὰν ἐκτενῶς ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, μπόρεσε ν’ ἀναπτυχθεῖ σχεδὸν ἀνεμπόδιστα, συνάμα ὅμως παρέμεινε ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό της μέσα στὰ πλαίσια ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν χαραχτεῖ ἤδη νωρὶς ἀπὸ τὴν γενικὴ τάση τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων.

[…]

Ἂν ἐκληφθεῖ στὴν ὀνομαστική της ἀξία, ἡ ἀντίληψη ὅτι στὸν ἄνθρωπο ὑπάρχει μιὰ ἀνεκρίζωτη μεταφυσικὴ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐκφραζεται κατ’ ἐπανάληψη καὶ μὲ ἀναγκαιότητα σὲ μεταφυσικὰ συστήματα σκέψης ἢ σὲ μεταφυσικὲς κοσμοθεωρίες, δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἀντίληψη κριτικὴ πρὸς τὴν μεταφυσική· προβάλλει μάλιστα μὲ τὴν ἀξίωση νὰ τὴν ὑπερασπιστεῖ ἐνάντια σὲ κάθε κριτικὴ καὶ πρόρρηση τοῦ τέλους της μ’ ἐπιχειρήματα ἔσχατα καὶ θεμελιωμένα στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη οὐσία. Περιέχει ὡστόσο ἕνα παράδοξο, παραπέμπει δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο προκειμένου νὰ νομιμοπποήσει ἀποφάνσεις οἱ ὁποῖες τὸν ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ καὶ θέλουν νὰ συλλάβουν τὸ Ὂν ὡς Ὅλο· ἔτσι ὅμως δὲν ἐξηγεῖται γιατί τοῦτος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὀφείλει πάντα καὶ παντοῦ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἴδια ἀνάγκη γιὰ μεταφυσική, μπόρεσε νὰ δημιουργήσει τόσα πολλὰ ἀποκλίνοντα, καὶ μάλιστα συγκρουόμενα μεταξύ τους, εἴδη μεταφυσικῆς. Μπορεῖ φυσικὰ ν’ ἀπαντήσει κανεὶς στὸ ἐρώτημα λέγοντας ὅτι ἡ διαρκὴς τούτη ἀνάγκη παραμένει ἀρκετὰ πλαστική, ὥστε νὰ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὰ πιὸ διαφερικὰ περιεχόμενα -σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὅμως, θὰ πρέπει νὰ γίνει δεκτὸ ὅτι ἡ μεταφυσικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει δεσμευτικὸ περιεχόμενο, τέτοιο ποὺ νὰ εθωρεῖται σίγουρη γνώση τοῦ Ὄντος. Εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, ἡ ἀντίληψη περὶ μεταφυσικῆς ἀνάγκης τοῦ ἀνθρώπου πρέπει ἀναγκαστικά, κατὰ τὴν προσπάθειά της νὰ διασώσει γενικὰ τὴν μεταφυσική, νὰ τὴν καταστήσει ὅσον ἀφορᾶ στὸ περιεχόμενό της σχετική. Ἐξαιτίας τῆς ἀναγκαστικῆς ἀδιαφορίας της ἀπέναντι στὰ ἑκάστοτε περιεχόμενα τῆς μεταφυσικῆς, ὅμως, ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὶς ἐπιμέρους μεταφυσικὲς θεωρίες τὴν θεωρητικὴ ἐκείνη νομιμοποίηση τὴν ὁποία διεκδικοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνο ποὺ τὶς τρέφει, ὅτι δηλαδὴ περιέχουν ἀντικειμενικὲς ἀλήθειες γιὰ τὸ Ὄν, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνεξάρτητες ἀπὸ ἁπλῶς ψυχολογικοὺς παράγοντες καὶ μεταβλητὲς προοπτικὲς. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἡ ἀντίληψη τούτη συνυφαίνεται ὀργανικὰ μὲ τὴν αὐθεντικὴ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς –καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι διαμορφώθηκε ἀκριβῶς τότε, ὅταν ἡ παραδοσιακὴ μεταφυσικὴ εἶχε ἤδη καταρρεύσει· γεννήθηκε ὡς οἱονεὶ τελευταία γραμμὴ ἄμυνας τῆς μεταφυσικῆς, ἡ ὁποία δὲν μπρόρεσε ν’ ἀντέξει πάντοτε ἢ ἱκανοποιητικά, ἤδη ἐπειδὴ ἦταν ἀναγκασμένη νὰ δεχθεῖ a limine ὡς ἔγκυρο ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἐπιχειρήματα τῆς κριτικῆς τῆς μεταφυσικῆς (δηλ. τὸ ἐπιχείρημα περὶ τοῦ αὐθαίρετου χαρακτήρα τῶν μεταφυσικῶν περιεχομένων).

[…]

Στὶς σύγχρονες ἐκκοσμικευμένες κοινωνίες, οἱ ἀξιώσεις ἰσχύος ποὺ ἐκφράζονται μέσῳ ὑπερεμπειρικῶν ἀποφάνσεων χρειάστηκε, ἐξαιτίας τῆς καθολικῆς κοσμοθεωρητικῆς ἀνατροπῆς, ν’ ἀναζητήσουν ἕνα ἄλλο πεδίο ἐκδίπλωσης, τὸ ὁποῖο, ἐξαιτίας τῆς ἀντίθεσής του μὲ τὸ παλιὸ Ὑπερβατικό, ὀνομάστηκε «ἐμμενές»· ἔτσι, ἡ ἔννοια τῆς μεταφυσικῆς ἐπέζησε τῆς κατάρρευσης τοῦ Ὑπερβατικοῦ αὐτοῦ. Τὸ ἂν τὸ Ὑπερβατικὸ μὲ τὴν παλιὰ ἔννοια πρόκειται νὰ ξανακερδίσει κάποια μέρα τὴν παλιά του αἴγλη, αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ξέρουμε. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὶς πιθανὲς μεταβολὲς ἢ ἀναδομήσεις τῶν περιεχομένων τῆς μεταφυσικῆς σκέψης, τίποτα δὲν ἀποκλείεται. Τὸ μόνο ποὺ ἀποκλείεται εἶναι τὸ νὰ στερέψουν οἱ πηγὲς τῆς μεταφυσικῆς σκέψης -ἡ ἀξίωση ἰσχύος ἐκείνη ἡ ὁποία ἀρθρώνεται ὡς ὑπέρβαση τῆς ἐμπειρίας ἐν ὄψει τῆς συγκροτησης ἑνὸς πολεμικὰ τελεσφόρου θεωρητικοῦ Ὅλου.

Ἤ: Μηδὲν σὺν Μηδὲν ἴσον μὲ Μηδέν

Υ.Γ. Προφανῶς, μόνο ὅταν ἡ «τεχνικὴ-ὀρθολογικὴ στάση στὴν ὁποία βασίζεται ἡ κοινωνικὴ ζωὴ» κινδυνεύσει ἐξαιτίας τῶν Χριστιανῶν, θὰ τοὺς πάρουν στὰ σοβαρά, θὰ νοιώσουν ἀπειλούμενοι καὶ θὰ λάβουν μέτρα οἱ λοιποί. Ὅπως μὲ τὶς θυσίες. Ὅπως σήμερα ἡ πραγματικότητα ἀποδεικνύει, ἐξαιτίας τῶν Χριστιανῶν, τὴν ἀνυπαρξία θεοῦ, ἔτσι μπορεῖ αὔριο νὰ ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξή του -ὅπως, παρομοίως, μιὰ μέρα ἀποδείχτηκε «στὴν πραγματικότητα» ὅτι οἱ θεοὶ τῆς Ρώμης ἦταν ἕνα τίποτε. Εἰδάλλως, ὅπως γράφει ἀλλοῦ ὁ Π.Κ., στὴ μαζικὴ δημοκρατία δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ὁμολογεῖ πίστη στὰ μάγια καὶ τὰ  ἄστρα κι αὐτοῦ ποὺ δὲν τὰ παραδέχεται.

 

Posted in φιλελεύθεροι, φιλοσοφίες, αθεϊσμός, επιστήμη | Tagged , , , | Σχολιάστε

Διαφορές

Διαβάζεις τὰ σχόλια ἐδῶ, καὶ ἀναρωτιέσαι, σὲ τί διαφέρουν οἱ Ἀριστεροὶ ποὺ νοιάζονται γιὰ τὸ παγκόσμιο προλεταριάτο καὶ τοὺς τάχα πρόσφυγες (καὶ τάχα δυστυχισμένους) καὶ σιχαίνονται τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος, ἀπὸ τοὺς Δεξιοὺς ποὺ νοιάζονται νὰ φύγουν μιὰ ὥρα ἀρχύτερα γιὰ τὴν ἀγαπημένη τους Οὐτοπία.

Βεβαίως, κάθε στάση (ψεκασμένη ἢ ὀρθολογική) τοῦ τύπου «ὅλα εἶναι χαμένα» φέρνει ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ τὸ τέλος, ἐνῶ οἱ ὑποστηρικτές της πιστεύουν ὅτι βρίσκονται «μετὰ τὸ τέλος». Ἄλλο ἂν ἡ Ἑλλάδα σώζεται πλέον μὲ δύο, μόνο, θαύματα. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο. Στὴν πραγματικότητα, οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς στάσης «ὅλα εἶναι χαμένα» βρίσκονται πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος.

Πάντως, ὅλους τοὺς τριτοκοσμικοὺς Δεξιοὺς φευγάτους ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα περιμένουν μὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες τὰ ἰσλαμικὰ γκέτο καὶ ἡ Σαρία, οἱ ἐκρήξεις βομβῶν καὶ οἱ στατιστικοὶ θάνατοι τῆς ἐγκληματικότητας, οἱ ἀνώμαλοι καὶ νεοναζὶ καὶ ἡ ἐργασιακὴ γαλέρα -ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται μόνο στοὺς ἀνειδίκευτους ἀλλὰ καὶ σὲ γιατροὺς καὶ ἄλλους ὑπερειδικευμένους. Στὸ μυαλὸ τῶν σχολιαστῶν ὑπάρχει ἡ περίπτωση ὅτι χάρη στὴ δουλειά τους θὰ βροῦν τὴν παρθένα γῆ (μιὰ μικρὴ γωνίτσα) ὅπου δὲν θὰ ὑπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Ὅλος ὁ πλανήτης ἐκεῖ θὰ ὑποκλιθεῖ μπροστὰ στὸ χαραμισμένο ἑλληνικὸ ταλέντο. Ὅμως, μόνο ἕνα μικρὸ κομμάτι ἀπὸ αὐτοὺς θὰ βρεῖ τέτοια γῆ. Πάω στοίχημα ὅτι οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς «φύγετε ἀμέσως ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα» στὴν ἑπόμενη ἀνάρτηση τῆς Καθημερινῆς θὰ φωνάζουν γιὰ τὸν ἀνθέλληνα Τσίπρα ποὺ δὲν δίνει δικαίωμα ψήφου στοὺς Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶναι νὰ μὴν ξέρει ἡ δεξιά σου τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά σου.

 

Posted in φιλελεύθεροι, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , | Σχολιάστε

Ἀπάμεια

Μυθικοὶ τόποι. Δὲν θὰ τοὺς φτάσουμε ποτὲ ξανά.

syria-apamea-500

apamea_02

apamea07

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Αρχαιότητα, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , , | Σχολιάστε

Ἱερέας, Ἁλικαρνασσός

+1b554992e92e6168e622d8c4b75c48ff

Posted in Μικρά Ασία, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , | Σχολιάστε

Συγκρητιστικά

This book thus turns to the problem of Christianization indicated by Religion in Roman Egypt: Was this a “conversion” or a synthesis of religious traditions? How, and in what contexts, should we answer this question— through documents of ecclesiastical order, monastic or imperial administration, or even «degrees” of Hellenism? That is, what are the proper data for Christianization: The amount of churches or monasteries built?6 The amount of people showing up at these places?7 Their assimilation of «Christian” names?

We need an approach to these materials and reports that both acknowledges their context in Christianized environments, and even the Christian identity of their subjects, and at the same time recognizes that a Christianizing culture depends on traditional forms of religious expression in order to make sense. How can we describe these traditional forms of religious expression in such a way as not to deny the “Christianness” of their agents?

What does the persistence of these kinds of traditions mean? The term “pagan survival” in fact proposes its own intrinsic narrative: that these traditions all belonged to, and had greater meaning in, the ancient “pagan” religion— some putative organized religion that predated Christianity. Following Christianization, so the story goes, these various practices of the ancient “pagan cults” remained as random superstitions, or magic, or, in the words of the august antiquarian Alphonse Barb, “the syncretistic, rotting refuse-heap of the dead and dying religions of the whole ancient world.”34 “Pagan survival” implies both a heritage in a vague but historically prior religious system and a resilience in the face of true Christianity. At the same time, the continuity of these “pagan survivals” implies incomplete doctrinal instruction or lax missionizing, and certainly uncomprehending village folk.35 Indeed, the portrayal of a Christian culture as rife with “pagan survivals” has long served as a kind of propaganda for proper missionizing and reform. Protestant histories and evangelists have often depicted idiosyncratic folk practices as evidence of an incomplete Christianity, a kind of whitewashed heathenism, and thus as a warrant for evangelization of these degenerate cultures outside of history.

Christianization as bricolage taking place in particular spaces involves, alternately, the domestication of institutional symbols (like liturgical formulations or crosses) and the revitalization and sanctioning of traditional practices (like festivals or iconographic forms).

Like “pagan survival,” “syncretism” often implies that the elements combined, or ostensibly combined, in some religious expression belong to pure and mutually exclusive religious systems— Egyptian and Greek, Jewish and Roman, Christian and heathen—when in fact all these alleged “systems” are themselves endlessly mutating and shifting bricolages taking place in many different regional and local contexts.

as a condition of being readmitted, “syncretism” must imply not the weaving together of two theological systems or institutions, but rather an assemblage of symbols and discourses; not the reversion to a “semi-Christianity” or “Christianized paganism” among “converted” peoples, but rather cultures’ inevitable projects of interpreting and assimilating new religious discourses; and not the leaving of “pagan survivals” in the wake of a people s uniform devotion to a new creed, but rather the inevitable use of traditional imagery and landscape to articulate a new religious ideology— Christian or, for that matter, Buddhist or Muslim. The models underlying the notion of syncretism should not assume external missionary coercion and passive native absorption of religious ideas but rather indigenous agency in the development of meaning, and sometimes even the assertion of native culture within or against the new religious discourse. The creative sources of this indigenous agency have often initially been prophets and ritual experts within the culture, not missionaries from without. Syncretism should be understood as equivalent to the creative, synthetic process by which any idea, symbol, or idiom is appropriated and embraced by a culture: a cross inscribed over a doorway, for example, or the procession of a book of gospels around a field. But it should also be understood as an indication of the subtle attitudes and practices through which cultures perpetuate tradition, even in the use of new idioms and centers: a local shrine preserved through identification with a saint or angel, for example. Finally, syncretism must be understood as an experimental assemblage, not a fixed and harmonious melding of ideas. This process is inevitably incomplete and often carries a tension or irony, which may itself lead to controversy rather than the simple preservation of tradition. The study of syncretistic phenomena in late antique Egypt or Syria or Gaul, much as in early modern Mexico, involves not simply the haphazard collection of things that seem archaic or superstitious, but, more precisely, the examination of how these things are embedded in culture, serve as Christian media, or, alternately, are picked out of local culture by missionaries and reformers as “heathen”

The term “antisyncretism” has been proposed to describe the latter two circumstances, in which indigenous or alien reformers pick out certain practices as heathen (or otherwise as contaminants of an ostensibly pure religious system) and allow others as legitimate. As we have seen in the sermons of Shenoute of Atrip e, Caesarius of Arles, Martin of Braga, and many other vexed observers of popular Christian practice, diverse local traditions can be identified and censured through discourses of idolatry, demon worship, and blood sacrifice— discourses that demand purity and the elimination of pollution. While these purifying discourses historically were rooted explicitly in biblical texts, the practices thereby condemned varied considerably among the reformers, the “antisyncretists,” who were themselves an idiosyncratic and inconsistent bunch. Shenoute might, as we saw earlier, have condemned Shai devotions in one sermon, but in another he celebrates the incorporation of Nile symbols into church processions. And while Shenoute railed against dream incubation as a heathen practice, a Christian scribe at the sixth-century shrine of Sts. Cyrus and John outside Alexandria acclaimed the dreams that came from these saints as superior (and, hence, analogous) to those delivered by the goddess Isis. If the fourth- to fifth-century Paulinus of Nola encouraged the dedication of animals to St. Felix for slaughter and distribution, the fifth- to sixth-century Caesarius of Arles attacked public animal slaughter for banquets and encouraged the demolition of traditional shrines, while in the late sixth century, Gregory the Great instructed his emissaries to encourage both festive animal slaughter and the preservation of temple structures.

Given the diversity, idiosyncrasy arbitrariness, and often-genuine modernity (as opposed to archaism or apparent traditionalism) of the historical reformers and purifiers— the “antisyncretists”— in their attacks on local practice, it becomes difficult to credit their anxious attention to heathenism and mixture as somehow representing a real orthopraxy, some «essential Christianity.” Nor should a book like this one presume the existence of an essential Christianity from which a culture claiming Christian identity could so diverge as not to merit its own label from a historical perspective.

D. Frankfurter, Christianizing Egypt. Syncretism and Local Worlds in Late Antiquity, Princeton NJ 2018

Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι δὲν μπαίνει ἕνα ὅριο. Προφανῶς, ἡ ἐπανανοηματοδότηση συμβόλων καὶ πρακτικῶν, ἄλλοτε ἐπικρινόμενη κι ἄλλοτε ὄχι, εἶναι ὑπαρκτή. Προφανῶς, γενικὲς ἀρχὲς καὶ πεποιθήσεις συναντῶνται μὲ καθημερινὲς πρακτικές. Προφανῶς, τὰ περὶ παγανιστικῶν ἀπομειναριῶν εἶναι κάπως ἀπαρχαιωμένο. Ἀλλὰ πάντοτε πρέπει νὰ ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο ἀναμειγνύεται μὲ τὶς πρακτικές. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ δηλωθεῖ μὲ τρόπο τέτοιο ὥστε νὰ ἀποφεύγεται ἡ προτεσταντικὴ ἄποψη περὶ πρωτοχριστιανισμοῦ καὶ «ἐξελληνισμοῦ» τοῦ Χριστιανισμοῦ, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ ὑποστηριχτεῖ ὅτι ἔθιμα, τελετουργικά, τέχνη κ.λπ. ἦταν ἐξαρχῆς παρόντα καὶ ὁλόιδια. Γιὰ νὰ ὑπάρξει συνάντηση ἀπαιτοῦνται αὐτοὶ ποὺ θὰ συναντηθοῦν καὶ θὰ ἀλληλεπιδράσουν. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀπαιτεῖται νὰ ἐξεταστεῖ σὲ τί διέφερε ὁ Χριστιανισμός, τί ἦταν στὰ βασικά του, αὐτὰ ποὺ ἀργότερα ἔγιναν ἀντιληπτὰ μὲ τὸν α ἢ β τρόπο στὴν καθημερινότητα τοῦ πρώην Παγανιστή.

Posted in φιλοσοφίες, Ύστερη Αρχαιότητα, θρησκεία | Tagged , , , | Σχολιάστε

Παραμύθια μὲ ὄνειρα

Δυὸ παραμύθια μὲ ὄνειρα καὶ κοινὴ δομὴ μοῦ ἔκαναν ἐντύπωση. Τὸ ἕνα εἶναι ἀπὸ τὴ Βόρεια Ἀφρική, τὸ ἄλλο ἀπὸ τὸ χωριό μου.

Στὸ πρῶτο, τρεῖς μουσουλμάνοι μαθητευόμενοι ἀσκητὲς ποὺ μαγείρευαν ἕνα κομμάτι κρέας γιὰ κακή τους τύχη ἀναγκάζονται νὰ φιλοξενήσουν ἕναν περίεργο ξένο, ποὺ τοὺς ζητᾶ ἀρχικὰ νὰ κάτσει στὸ ἀσκηταριό τους μιὰ νύχτα καὶ στὴ συνέχεια νὰ φάει κι αὐτὸς ἀπὸ τὸ μαγειρεμένο κρέας. Αὐτοὶ τοῦ ἀπαντοῦν ὅτι τὸ ἔθιμο τοῦ τάγματός τους ἐπιβάλλει νὰ φάει τὸ κρέας ὅποιος ἔχει δεῖ τὸ καλύτερο ὄνειρο. Τὴν ἄλλη μέρα, διηγοῦνται τὰ ὄνειρά τους· ὁ πρῶτος ἀσκητὴς διηγεῖται ὅτι ὀνειρεύτηκε πὼς ταξίδεψε στοὺς ἑπτὰ οὐρανούς, κι ὁ δεύτερος ὅτι ταξίδεψε στὶς ἑπτὰ χῶρες. Ὁ περίεργος ξένος ξεκινᾶ μὲ τὴν ἐπεξήγηση ὅτι ὅταν ἦταν μικρὸς εἶχε ἕναν θεῖο ποὺ τὸν βασάνιζε καὶ τὸν χτυποῦσε πολύ· αὐτὸς ὁ θεῖος, ἀπὸ καιρὸ πεθαμένος, ἐμφανίστηκε στὸ χθεσινὸ ὄνειρό του καὶ τὸν πρόσταξε νὰ φάει τὸ κρέας εἰδάλλως θὰ τὸν ἔπαιρνε μαζί του στὴν κόλαση. Ὁ ξένος ὑπάκουσε τρομαγμένος, καὶ οἱ ἀκόμη περισσότερο τρομαγμένοι τρεῖς ἀσκητὲς ἔτρεξαν στὴν κατσαρόλα γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι περιεῖχε μόνο τὰ κόκκαλα ἀπὸ τὸ μαγειρεμένο κρέας.

Στὸ δεύτερο παραμύθι, τρεῖς κλέφτες ἁρπάζουν ἕνα μεγάλο ψάρι καὶ μετὰ ἀπὸ διάφορες περιπέτειες (ποὺ δὲν ἔχουν ἀντίστοιχο στὸ πρῶτο) ξεφεύγουν καὶ φθάνουν στὸ κρησφύγετό τους. Ἐκεῖ, συμφωνοῦν ὅτι ὅποιος δεῖ τὸ καλύτερο ὄνειρο θὰ φάει μόνος του τὸ ψάρι. Τὴν ἄλλη μέρα, ὁ πρῶτος κλέφτης λέει ὅτι ὀνειρεύτηκε πὼς ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί, χρυσὲς σκάλες ξεδιπλώθηκαν κι ὅτι τὸν ἔπαιρναν μαζί τους ἄγγελοι στὸν οὐρανό· στὴν ἐρώτηση τῶν ἄλλων δύο (μέσα στὸ ὄνειρο) τί θὰ ἀπογίνει μὲ τὸ ψάρι, ὁ ἁρπαζόμενος κλέφτης ἀπάντησε «χάρισμά σας». Ἀντίστοιχα, ὁ δεύτερος κλέφτης εἶδε ὅτι ἄνοιξε ὁ Ἅδης καὶ βγῆκαν σκάλες, τὶς ὁποῖες κατέβαινε ὁ ἴδιος συνοδείᾳ ἀγγέλων· στὴν παρόμοια ἐρώτηση τῶν ἄλλων δυό, μέσα στὸ ὄνειρο πάλι, τί θὰ ἀπογίνει μὲ τὸ ψάρι, ὁ δεύτερος κλέφτης ἀπάντησε ἐπίσης «χάρισμά σας». Ὁ τρίτος κλέφτης ἔκανε τὸ σταυρό του, εἶπε τὸ ὄνειρό του: Ἔβλεπε τὸν μὲν πρῶτο κλέφτη νὰ ἁρπάζεται στοὺς οὐρανοὺς χαρίζοντας τὸ ψάρι στοὺς ἄλλους δύο, τὸν δὲ δεύτερο κλέφτη νὰ κατεβαίνει στὸν Ἅδη χαρίζοντας τὸ ψάρι στοὺς ἄλλους δυό· ἀφοῦ ἀπέμεινε μόνος (μέσα στὸ ὄνειρο) καὶ οἱ δυὸ κλέφτες τοῦ εἶχαν πεῖ «χάρισμά σας» γιὰ τὸ ψάρι, σηκώθηκε καὶ τὸ ἔφαγε. Ἀλαφιασμένοι οἱ ἄλλοι δύο πῆγαν στὸ μέρος ὅπου φυλασσόταν τὸ ψάρι γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι μόνο τὰ ψαροκόκκαλα εἶχαν ἀπομείνει, κι ὅτι τὸ ὄνειρο τοῦ τρίτου κλέφτη ἦταν ἀληθινὸ ὡς πρὸς τὴν κατάληξή του. Ὁ τρίτος κλέφτης, τὸν ὁποῖο προσπάθησαν νὰ γελάσουν οἱ ἄλλοι δυό (ὅπως οἱ τρεῖς μουσουλμάνοι τὸν ξένο) ἀποδείχθηκε ἐξυπνότερος).

Κοινὸ σημεῖο Βαλκανίων καὶ Βόρειας Ἀφρικῆς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, κάτι τέτοιο ὅμως τοποθετεῖ τὴν ἀντιγραφὴ στο διάστημα στὸ ὁποῖο ἀκόμη ἡ ΒΔ Ἀφρικὴ ἦταν ἀκόμη Ὀθωμανική, μεταξὺ 1829-1880. Ὁ προπαππούς μου μπορεῖ νὰ εἶχε γνωστοὺς ποὺ ἔζησαν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ εἶχαν ἀκούσει τὸ παραμύθι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τέτοιες ἱστορίες πρέπει νὰ εἶναι ἀρκετὰ κοινὲς ὥστε νὰ ἀπαιτεῖται μία πηγή. Ἔρευνα σχετικὴ δὲν ἔχω κάνει ποτέ, δὲν θὰ ἦταν ὅμως ἀπίθανο νὰ ὑπάρχουν περισσότερες τῆς μιᾶς πηγές.

Posted in παράδοση | Tagged , , | 2 Σχόλια

Ναὸς Ἐπισκοπῆς Σικίνου

Ἀρχαῖος ναὸς ἢ ταφικὸ μνημεῖο ποὺ ἔγινε ἐκκλησία.

ce9dceb1cf8ccf82_ce95cf80ceb9cf83cebacebfcf80ceaecf82_cea3ceb9cebaceafcebdcebfcf85_-_cea3cf85ceb3cebacf81cf8ccf84ceb7cebcceb1

Μερικοὶ τὸ βλέπουν ὡς συνέχεια Ἀρχαιότητας – Χριστιανισμοῦ (ἱερότητα τοῦ τόπου), ἄλλοι ὡς χριστιανικὴ ἐπιθετικότητα κατὰ τῶν Ἑλλήνων (ἰδιοποίηση ξένου καὶ ἐχθρικοῦ κατὰ τὰ ἄλλα πολιτισμοῦ). Προφανῶς, καὶ οἱ δυὸ τύποι ἑρμηνεῖας τῶν μετατροπῶν εἶναι ἀνοησίες ὅταν γενικεύονται. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Φαραὼ τὸ ἕτοιμο οἰκοδομικὸ ὑλικὸ ἦταν ἐπιθυμητὸ γιὰ τὸ κτίσιμο νέων οἰκοδομημάτων ἢ τὴν ἄμεση ἐπαναχρησιμοποίηση παλιῶν κτηρίων ἄνευ μεγάλου οἰκονομικοῦ κόστους. Εἶμαι στὴ δυσάρεστη θέση νὰ διορθώσω ὅσους βλέπουν τὰ πάντα εἴτε μέσῳ τῆς θρησκευτικῆς ἀντιπαράθεσης (εἰδικά, οἱ ἄθρησκοι) εἴτε -κυρίως- μέσα ἀπὸ τὶς παρωπίδες τῆς ἐθνικῆς συνέχειας (φιλοχριστιανικῆς ἢ ἀντιχριστιανικῆς), τοῦ «τρισχιλιετοῦς», στὸ ὁποῖο βεβαίως πιστεύω κι ἐγώ, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸν τρόπο τους καὶ ὄχι προσπαθώντας νὰ βρῶ σὲ κάθε ἕνα ἀρχαιολογικὸ εὕρημα ἐνδείξεις ἀ/συνέχειας.

Posted in παράδοση, παλιά και νέα θεότητα, Αρχαιότητα, Ελλάδα, θρησκεία | Tagged , , | Σχολιάστε

Ἀνεπίκαιρα: Σακκοῦλες Σοῦπερ Μάρκετ

Κόντεψε γιὰ μιὰ στιγμὴ νὰ μὲ πείσει, ἀλλὰ εἶμαι ἀντι-«οἰκολόγος» καὶ τὸ τετράλεπτο τὸ καταθέτω κάθε φορὰ στὸ ταμεῖο.

Εἶναι τὸ παλιότερο χιοῦμορ, ποὺ μοιάζει μὲ τὸ χωριάτικο. Ἀλλὰ τὸ ἐξαφάνισαν οἱ κρυόκολοι τῶν σειρῶν τοῦ Μέγκα, ὁ Λαζόπουλος καὶ οἱ ἄλλοι ἀστεῖοι.

 

Posted in τυχαίο, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , , | Σχολιάστε

Τὸ πάθημα ἑνὸς ψεύτη

Ἡ σωστὴ ἑλληνικὴ νεολαία, ποὺ θὰ θέλαμε, ἀναρτᾶ λατινικὰ σκέτς.

Posted in Ρωμαίοι | Tagged , | Σχολιάστε

«Ποιὸν νὰ πρωτοκλάψω;»

«Τοὺς αἱρετικοὺς ἢ τοὺς Ὀρθόδοξους;» εἶχε πεῖ ἕνας καθηγητὴς θεολογίας ΑΠΘ γιὰ διαθρησκευτικοὺς διαλόγους, ὅπου λέγονταν ὄργια ἀπὸ τοὺς μὲν ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπαντοῦσαν μὲ κοτσάνες. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος μὲ ἀφορμὴ τὸ θαῦμα (;) ποὺ παρουσίασε τὸ «Βῆμα Ὀρθοδοξίας (ὅλη ἡ ἀλήθεια μὲ ἕνα κλίκ)», γιὰ μία εἰκόνα ποὺ δὲν κάηκε. Τὸ λέω διαβάζοντας ἕνα σχόλιο ἄθεου στὰ ΜΚΔ, ὁ ὁποῖος κοινοποίησε τὸν παραπάνω δεσμό. Τὸ σχόλιο ἦταν:

Αυτή η Παναγία δεν φρόντισε για την ζωή των 80 (και είναι πολύ νωρίς ακόμη να μιλήσουμε για τον τελικό αριθμό) που κάηκαν, μεταξύ αυτών και πολλά παιδιά. Δεν φρόντισε για τους κόπους των πιστών της. Φρόντισε να σωθεί αυτή η ίδια.
Δικό σας.

Ὅλη ἡ τυχαιότητα τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τὸ ὅτι σὲ ἕνα ἀθεϊστικὸ σύμπαν κάποιος παραδέχεται ὅτι ὑπάρχουν μόνο οἱ ἄκαρδοι νόμοι τῆς φύσης καὶ τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυρου, ἐνῶ παράλληλα οἱ «ἠθικὲς ἀξίες» τοῦ ἀθεϊσμοῦ / ἀνθρωπισμοῦ ἐξάγονται κι ἀποδεικνύονται ἀπὸ τὴν ὑλικὴ Πραγματικότητα – Ζωή ὅπως ἀκριβῶς βγαίνει καὶ ὁ λαγὸς ἀπὸ τὸ καπέλο τοῦ μάγου, κι ἡ ἐπίγνωση ὅτι ὁ κόσμος εἶναι φθαρτὸς καὶ τρέπεται πρὸς τὸ μηδὲν ἔτσι κι ἀλλιῶς -ὅλη λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἐπίγνωση τῆς ματαιότητας νὰ κάνεις ὁτιδήποτε καλὸ σὲ ἕναν τέτοιο σκηνοθετημένο κόσμο, χάνεται μὲ τὴν ἐναγώνια προσπάθεια νὰ δείξουμε ὅτι θαύματα γίνονται τώρα ἐνῶ καίγονται παιδάκια.

Ἄντε μετά, νὰ ἐξηγήσεις στὸν ἄθεο κάτι. Τὸν ἔχει καπαρώσει ὁ ὀρθόδοξος ἱστότοπος καὶ τὸν ξαναέπεισε γιὰ τὸν ἀθεϊσμό του. Πολλὰ μπράβο στὸν ἱστότοπο…

Ποιὸν νὰ πρωτοκλάψει κάποιος, τοὺς ἄθεους ἢ τοὺς Ὀρθόδοξους, λοιπόν;

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Ελλάδα, αθεϊσμός, θρησκεία, κοινωνία | Tagged , , , | Σχολιάστε

Ἱστορία καὶ θεολογία: «Γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας»;

Μὲ ἀφορμὴ τὴ συζήτηση γιὰ τὸν Ἀμβρόσιο, ἂς συγκεφαλαιώσω κάποιες σκέψεις:

1. Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν Τουρκοκρατία δὲν ἔλεγε «δὲν πειράζει ποὺ βασανίζεστε, ἀρκεῖ ποὺ εἶστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας» ἀλλὰ «βασανίζεστε λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν σας». Ἂν ἔλεγε τὸ πρῶτο («δὲν πειράζει», «δὲν ἔχει μεταφυσικὴ ἐξήγηση», «ὑποφέρετε ἐπειδὴ εἶστε Χριστιανοί»), θὰ εἶχαν γίνει ἀκόμη περισσότεροι Μουσουλμάνοι. Ἡ μόνη γνωστὴ στοὺς ραγιάδες ἐναλλακτικὴ ἐξήγηση τῆς ἰσλαμικῆς ἐπικράτησης ἦταν ἡ ἰσλαμική: «ὁ Ἀλλὰχ εἶναι ὁ μόνος πραγματικὸς θεός». Προφανῶς, «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Ἀλλὰ ἦταν ἡ παλαιοδιαθηκικὴ ἐξήγηση τῶν συμφορῶν καὶ εἰσβολῶν ποὺ χρησιμοποιήθηκε. Στὸ Βυζάντιο, δηλαδή, γιατὶ δὲν διώκονταν;

2. Ἡ αὐτομαστιγωτικὴ λογικὴ «γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας» ἰσχύει ἀλλὰ ἔχει τὰ ὅριά της. Ὅ,τι καὶ νὰ ἔκαναν, ὅπως καὶ νὰ ζοῦσαν οἱ Ἕλληνες, ἁμαρτωλοὶ – ξεαμαρτωλοί, πάντα θὰ βρίσκονται σὲ ἕνα ἐπικίνδυνο πέρασμα, ἔχοντας ἀπέναντι τοὺς Πέρσες ἢ τοὺς Ἄραβες ἢ τοὺς Τούρκους. Οἱ Φράγκοι ἢ οἱ Ἄγγλοι ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν πάντα θὰ βρίσκονται σὲ καλύτερη θέση, ἐξαιτίας τῆς γεωγραφικῆς τους θέσης. Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν οἱ Ἕλληνες, θὰ ὑποφέρουν περισσότερο. Αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν ὀφείλεται μόνο ἢ τόσο στὶς περίφημες «ἁμαρτίες» ἀλλὰ στὸ ὅτι ὁ ἑλλαδικὸς καὶ παλιότερα ὁ μικρασιατικὸς χῶρος εἶναι ἐκτεθειμένος σὲ εἰσβολεῖς καὶ κακοὺς γείτονες. Ἑπομένως, πρέπει νὰ καταλήξουμε: Ἡ ἐπιβίωση τῶν Ἑλλήνων ἔχει ἀντικειμενικά (ἐξωθεολογικά, μὴ ἐκκλησιαστικά) ὑψηλότερες ἀπαιτήσεις καὶ προϋποθέσεις (ἠθικές, κοινωνικές, ἀξιακές) ἀπὸ ὅ,τι αὐτὲς τῶν Γάλλων καὶ Ἄγγλων. Εἶναι δυσκολότερη. Ὄχι γιατὶ οἱ Ἕλληνες εἶναι (πιό) ἁμαρτωλοὶ ἢ Ὀρθόδοξοι (οἱ Ρῶσοι;), ἀλλὰ γιατὶ βρίσκονται σὲ μιὰ γεωγραφικὴ θέση πολὺ δύσκολη.

3. Ἐπειδὴ μιλᾶμε γιὰ συλλογικὴ θεϊκὴ προστασία κι ὄχι γιὰ θεϊκὴ προστασία ἑνὸς ἀτόμου, μόνο ἐὰν κάποιος κατανοήσει τὶς «ἁμαρτίες» μὲ εὐρύτερο (ὄχι ἀντιεκκλησιαστικὸ βέβαια) τρόπο, μπορεῖ νὰ συσχετίσει Ἱστορία καὶ θεολογία. Ὁ μέσος Ὀρθόδοξος ἐξοργίζεται βέβαια, καὶ καλὰ κάνει, μὲ ἀτομικὰ ἁμαρτήματα σεξουαλικῆς καὶ συνειδησιακῆς φύσης καὶ τὴ διάδοσή τους στὴν κοινωνία. Ἀλλὰ δὲν τοῦ πέρασε ποτὲ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ Μικρὰ Ἀσία χάθηκε (ἀπώλεια ποὺ συνεπαγόταν τὴν Τουρκοκρατία καὶ στὰ Βαλκάνια) ἐπειδὴ οἱ ἐλεύθεροι ἀγρότες παραμελήθηκαν, καταπιέστηκαν καὶ ὑποδουλώθηκαν στοὺς Δυνατούς -κι ὄχι λόγῳ τοῦ τοτινοῦ βαθμοῦ ἐξάπλωσης τῆς ὁμοφυλοφιλίας (μικρότερου, φυσικά, ἀπὸ τὸν σημερινό) ἢ λόγῳ τῆς τυπικῆς θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας. Μιὰ χαρὰ ἀσκητὲς καὶ ἐκκλησιαζόμενοι καὶ τυπικὰ Χριστιανοὶ ἦταν –σὲ σχέση πρὸς τοὺς Νεοέλληνες– οἱ μικρασιάτες Βυζαντινοί. Δὲν τοὺς ἔσωσε αὐτό. Ἀντίθετα, ὑποδουλώθηκαν καὶ ἐξισλαμίστηκαν ὅταν οἱ μικρασιάτες Δυνατοὶ καὶ οἱ αὐτοκράτορες ἀδιαφόρησαν γιὰ τὴν ἐφεδρεία τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ, τοὺς ἐλεύθερους γεωργοὺς καὶ ἀκρίτες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

4. Κρίνοντας ἀπὸ τὰ ἀπομεινάρια τοῦ παρελθόντος δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς ὅτι οἱ Νεοέλληνες ἦταν ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ παγανιστικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸν Ἅδη, τὶς προλήψεις κάθε εἴδους κ.λπ. Καὶ κρίνοντας ἀπὸ σημερινὲς ἔρευνες, κάτι λιγότερο ἀπὸ τὸ 1/5 εἶναι σωστοί, τυπικά, Ὀρθόδοξοι. (Οἱ οὐσιαστικά σωστοὶ θὰ εἶναι ἀκόμη λιγότεροι.) Μὲ τέτοιο ποσοστό, τὰ περὶ «Πίστης τοῦ λαοῦ» καὶ παντοδύναμων ἄθεων ὡς φταιχτῶν δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα.

5. Δὲν μποροῦν νὰ προσδιοριστοῦν ἀκριβῆ μαθηματικὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν προτέρων. Ἦταν 10 δίκαιοι στὰ Σόδομα… πόσο σήμερα εἶναι τὸ ὅριο; ξέρει ὁ Ἀμβρόσιος; Ἢ μᾶς παιδεύει τζάμπα; Γιὰ τὸ λόγο αὐτόν, δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ βγαίνουμε καὶ νὰ λέμε αὐτὸ συνέβη «γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας». Γιατὶ νὰ μὴν συνέβη ἐπειδὴ ἕνας ἀπατεώνας ἔκαψε τὴν ἔκταση ἢ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρξε σχέδιο κ.λπ. κ.λπ.; Κι ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὴ ρητορικὴ τὰ πᾶμε καλά (εἴμαστε Ἕλληνες, γάρ), νὰ ὑποθέσω ὅτι ὅταν συμβεῖ κάτι ἀκόμη πιὸ φρικτὸ καὶ δυσβάστακτο, μερικοὶ θὰ ποῦν «ὑπάρχουν καὶ χειρότερα ποὺ ἀπετράπησαν». Μπορεῖ, ἀλλὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἰσχύει κάτι τέτοιο. Ἂς ἀφήσουμε ἥσυχη τὴ θεοδικία, δὲν διαθέτουμε τὰ ἀπαραίτητα δεδομένα γιὰ νὰ ἐφαρμόσουμε σὲ μιὰ εἰδικὴ περίπτωση τὰ γενικὰ θεολογικὰ αἴτια. Ἐδῶ, ὁλόκληρος Ἰὼβ βασανίστηκε χωρὶς κάποιο λόγο, ἁπλῶς γιατὶ προκάλεσε τὸν Θεὸ ὁ διάβολος.

Posted in φιλοσοφίες, Ελλάδα, Χωρίς κατηγορία, αθεϊσμός, θρησκεία | Tagged , , , , | 10 Σχόλια

Ἀμβρόσιος (Καλαβρύτων) καὶ πυρκαγιά

Ἂν δὲν κάνω λάθος, ἡ ὀρθόδοξη θέση εἶναι ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἀνθρώπινων ἐπιλογῶν ἡ φύση «συστενάζει» μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ριζικός, οὐσιαστικὸς διαχωρισμὸς μεταξὺ φυσικοῦ καὶ ἀνθρωπογενοῦς κακοῦ ὅπως πιστεύουν οἱ ἄλλες, νεοτερικὲς κοσμοαντιλήψεις. Εἴτε σᾶς φαίνεται μαγικὸ εἴτε ξεμαγικό, αὐτὸ εἶναι -ἂν δὲν κάνω λάθος. Ἂν βεβαίως δὲν σᾶς ἀρέσει, τότε εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποδεχτεῖτε τὴν Ἐπιστήμη – Τεχνικὴ ὡς θεό, στὴν πράγματικότητα ἕναν μαθητευόμενο μάγο, ποὺ ἀλλάζει κάθε δυὸ χρόνια ἀπόψεις (ἀπὸ τὴν ὑγιεινὴ δίαιτα ἕως ὅ,τι ἄλλο ζήτημα φανταστεῖς) καὶ ποὺ θὰ μᾶς γλιτώσει ἀπὸ τὸ φυσικὸ κακό, καθὼς καὶ τὴν ἰσόθεή της Παιδεία, ποὺ τάχα ἐξημερώνει τὰ ἤθη (σὰν τὴν κλασσικὴ μουσική, ποὺ ἄκουγαν οἱ Ἐθνικοσοσιαλιστές) καὶ θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ ἀνθρωπογενὲς κακό. Ἢ νὰ πιστέψετε στὴν ἀποπληρωμὴ τῆς κακιᾶς μετενσάρκωσης («κακὸ κάρμα») ἀπὸ τοὺς σκοτωμένους, ἢ στὴν ἀρχαιο-ἰσλαμικὴ ἀνεξήγητη Μοίρα-Κισμέτ.

Ἑπομένως, ὁ Ἀμβρόσιος ἔκανε ἀλλοῦ λάθος. Περιόρισε τὰ αἴτια τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἄθεους. Οἱ καθ’ ὁμολογίαν ἄθεοι, αὐτοὶ ποὺ δηλώνουν ἢ αἰσθάνονται τέτοιοι, εἶναι λίγοι στὴν Ἑλλάδα. Ἑπομένως, ἡ δική τους βαρύτητα ἔγκειται στὴν κατὰ μέτωπο ἐπίθεση κατὰ τοῦ Θεοῦ. Σπουδαιότερη βαρύτητα ὅμως ἔχει ὁ ἀποχριστιανισμὸς τῶν ὑπόλοιπων. Τῶν Χριστιανῶν. Γιατὶ, ἀπὸ ἕναν ἄθεο δὲν μπορεῖς νὰ περιμένεις τίποτε. Μεροδούλι – μεροφάι ἔχει νὰ κατηγορεῖ κάποιον ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ὁ «Τσίπρας» ὄντως προετοιμάζει τὸ κλίμα γιὰ περαιτέρω ἀποχριστιανισμό. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἔφερε αὐτός, οὔτε κατέλαβε μὲ τὴ βία τὴν ἐξουσία. Οἱ καλοὶ Χριστιανοὶ τὸν ψήφισαν, γιὰ νὰ τοὺς γλιτώσει ἀπὸ τὸ Μνημόνιο. Μάλιστα, ἔχω ἀκούσει γιὰ κληρικοὺς ποὺ ἔδιναν συμβουλὲς στὸν κόσμο νὰ ψηφίζει Καμμένο (ἂν ἦταν συντηρητικοὶ Χριστιανοί) ἢ Τσίπρα (ἂν ἦταν «προοδευτικοί»). Κι ὁ Ἀμβρόσιος εἶχε χαρακτηρίσει λεβέντη τὸν Τσίπρα τὸ 2015 καὶ εἶπε ὅτι ὁ δεύτερος «μᾶς ἔκανε περήφανους». Μάλιστα, τότε ὁ Ἀμβρόσιος δὲν εἶχε ἀξεπέραστο πρόβλημα μὲ τὴν ἄρνηση ὁρκωμοσίας τοῦ Τσίπρα.

Ἔκανε καὶ δεύτερο λάθος ὁ Ἀμβρόσιος, ὅτι κάνει λόγο γιὰ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἐξηγήσει τί ἐννοεῖται ὀργὴ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρχίσουν οἱ παλαβομάρες γιὰ ἕναν ἀνθρωπομορφικὸ Θεό, σὰν τὸν ἄγριο πατέρα ποὺ δερνει τὰ παιδιά του. Ὁ Γορτυνίας Ἱερεμίας τὸ ἐξηγεῖ πολὺ καλύτερα.

Τὸ τρίτο του λάθος εἶναι νὰ ἀποδώσει χαρακτήρα Ἀποκάλυψης σὲ μία πυρκαγιά. Ὅτι ζοῦμε σὲ ἐποχὴ Ἀποκάλυψης. Ὡστόσο, πυρκαγιὲς συνέβαιναν πάντοτε. Τὰ παράπονα γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων, τῶν νέων κ.λπ. ὑπῆρχαν ἀπὸ πάντα. Πότε ξεπερνᾶται τὸ «ὅριο» παραμένει ἀνθρωπίνως ἄγνωστο.

Ἐπίσης, ὁ Ἀμβρόσιος δὲν διευκρίνισε ἢ δὲν ἀποσαφήνισε ὅτι ἁπλούστατα οἱ σκοτωμένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἀπαραίτητα χειρότεροι φταῖχτες ἢ ἄθεοι ἢ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ ὅσους σώθηκαν, μιὰ καὶ σὲ μιὰ κοινωνία εἶναι ἀναμενόμενο ὅτι οἱ ἐνέργειες ἑνὸς τμήματός της πάντα ἐπιδροῦν στὸ σύνολο. Γιὰ καλὸ ἢ γιὰ κακό του. Συνεπῶς ἡ (ὀρθόδοξα) σωστὴ ἄποψη ὅτι οἱ συμφορὲς συμβαίνουν ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν δὲν λέει ἀπαραιτήτως τίποτε ἀρνητικὸ γιὰ ὅσους (π.χ. παιδιά) κάηκαν στὶς πυρκαγιές («ἢ ἐκεῖνοι οἱ δέκα καὶ ὀκτώ, ἐφ᾿ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος ἐν τῷ Σιλωὰμ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ;«).

Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ Ἀκροδεξιὰ φροντίζει πάντοτε γιὰ τὸ ξελάσπωμα τῆς Ἀριστερᾶς, ὅπως καὶ μὲ τὸ Σκοπιανό. Ὥστε τὰ τρολλάκια τῆς Ἀριστερᾶς, ἀλλὰ καὶ οἱ γνωστοὶ «Συριζοχριστιανοί», «Χριστιανοκομμουνιστές» (καὶ δὲ συμμαζεύεται), νὰ βροῦν τὸ ἀγαπημένο τους θέμα ἐνασχόλησης αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Ἐμπρός, σηκωθεῖτε νὰ βγοῦμε στοὺς δρόμους. Ὅλοι μαζί, «ἀντιφασιστικὸ μέτωπο», ἐδῶ καὶ τώρα. Τὰ ἄλλα εἶναι πολιτικῶς δευτερεύοντα.

Posted in Αριστερά, Ακροδεξιά, Ελλάδα, αθεϊσμός, θρησκεία, κοινωνία | Tagged , , , , , , , , , , , , , | 10 Σχόλια

ὁ Μπάμπης ὁ Π.

Τὸ 2018: Καμία εὐκαιρία στὴν Ἀκροδεξιά

Ἀλλὰ τὸ 2013: Γιατί ὄχι μιὰ σοβαρὴ Χρυσὴ Αὐγὴ σὲ κυβερνητικὴ συμμαχία;

Γιὰ νὰ μὴν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τοὺς Μανδραβέληδες, ποὺ ἦταν σκληροὶ ΠΑΣΟΚοι, Παπανδρεϊκοὶ τοῦ ’80, καὶ τώρα ρεύονται κάνοντας κηρύγματα φιλελευθερισμοῦ κι ἐλεύθερου ἐμπορίου δακτυλοδείχνοντας τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα ὡς ἐπικίνδυνους τρελλούς.

Ἂν μάλιστα κάποιος ἔψαχνε στὰ ἀρχεῖα τῶν ἐφημερίδων, γιὰ νὰ μᾶς θυμίσει τί ἔγραφαν ἐπὶ Σημίτη γιὰ τὴν ἐκπληκτική του «Ἑλλάδα τῆς Ἀνάπτυξης» καὶ τοὺς ἐκπολιτισθέντες Ἕλληνες αὐτοὶ ποὺ μετὰ τὸ 2010 βρίζουν τοὺς πιθηκάνθρωπους Ἕλληνες, τότε θὰ εἶχε ἀκόμη μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, φιλελεύθεροι, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , , | Σχολιάστε

Κατάληψη γιὰ πάντα

Ἀντιεθνικιστής (ἀντισυριζαῖος, ἀναγκαστικά, κι αὐτός), ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μιλᾶνε γιὰ «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας», γιὰ τὴν Ἕνωση Ἑλλάδας – Κύπρου ὡς «πτῶμα ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1920» (ἔτσι ἤθελαν οἱ κατεξοχὴν ἰμπεριαλιστές, οἱ Ἄγγλοι, νὰ πιστέψουν οἱ Κύπριοι), γιὰ τὴν ἀνάγκη ἐξάλειψης καὶ τῆς ἑλληνικότητας στὴν Κύπρο κ.λπ. κ.λπ., ὅταν ἀκούει τὴν πρόταση γιὰ στέγαση πυρόπληκτων τῆς Ἀττικῆς σὲ γνωστὸ «ἐτσι-γουστάρω» κατειλημμένο ἀπὸ No-Borderικοὺς ξενοδοχεῖο, τί προτείνει ὁ ἀναρχοσυνδικαλιστής (ἀλλὰ καὶ θαυμαστὴς τῆς κουβανέζικης φυλακῆς); Νὰ γίνουν κι ἄλλες καταλήψεις ἰδιωτικῶν κτηρίων, γιὰ νὰ στεγαστοῦν οἱ πυρόπληκτοι.

Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ συντάσσομαι μὲ τὸν πιὸ στυγνὸ σταλινισμὸ καὶ τὸν κεντρικὸ σχεδιασμὸ ἐνάντια σὲ κάθε ἀντιεξουσιαστικὸ «ἀντιφασισμό». Δικέ μου, ὅποιος πυρόπληκτος προλάβει καὶ μπουκάρει σὲ ὅποιο κτήριο δεῖ πρῶτος, νά ἡ ἀντικρατικὴ λύση γιὰ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα. Τὸ πλιάτσικο. Ἐγὼ τὸ εἶδα πρῶτος, εἶναι δικό μου. Ποιὸ κράτος; Ποιὰ κοινωνικὴ πρόνοια, κοινωνικὸ κράτος γιὰ ὅλους καὶ παλλαϊκὴ ἀπαίτηση – ἀγώνας γι’ αὐτά; Nὰ χτιστοῦν σπίτια γιὰ ἄστεγους, φτωχούς, πολύτεκνους; Τί κουταμάρες εἶναι ὅλα αὐτά. Κοινωνία; ποιὰ κοινωνία; Δὲν ὑπάρχει. Ὅποιος μπουκάρει, γλίτωσε καὶ ὕψωσε μπαϊράκι στὸν δικό του, πλέον, χῶρο. Οἱ ἄλλοι ἂς κάνουν κατάληψη τὸ σπίτι τοῦ γείτονα, ἂς «κάνουν κι αὐτοὶ τὸ ἴδιο», ἢ ἂς κόψουν γενικὰ τὸ λαιμό τους. Κι ἐννοεῖται, ἅμα θέλουν νὰ ἔρθουν στὰ «δικά μας» κτήρια, νὰ «ὑπογράψουν» πρῶτα δήλωση πολιτικῶν φρονημάτων. Ἡ ἰδιωτικότητα τῆς σκέψης γιὰ τὴν «Ἐπανάσταση».

Προηγουμένως, ὅμως, πρέπει νὰ συνεδριάσουν οἱ antifaπατέρες, NoBorderοπατέρες, προσφυγοπατέρες καὶ AKπατέρες, νὰ ἀνοιχτοῦν οἱ Γραφὲς τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Ἀναρχισμοῦ, γιὰ νὰ ἀποφασιστεῖ ἐὰν οἱ πυρόπληκτοι εἶναι σιχαμένοι μικροαστοὶ μὲ ἐξοχικὰ ἢ κατακαημένοι προλετάριοι ποὺ χρήζουν ἄμεση βοήθεια. Κρεμιόμαστε ἀπὸ τὸ στόμα τους -καὶ θὰ τοὺς γλύψουμε τὰ πόδια ἐὰν δείξουν ταξικὸ ἔλεος.

Μετὰ τὸν ἀναρχικὸ ἐκστασιασμὸ γιὰ τὴν «σύγκρουση μὲ τοὺς Μπάτσους στὸν [μυθικῶν διαστάσεων] Δρόμο», τώρα ἡ ὑπαρξιακὴ ἐκσπερμάτωση μὲ τὴν «Κατάληψη (Γιὰ Πάντα)». Γιὰ νὰ τοὺς βρίσκουν ἐκεῖ πιὸ εὔκολα οἱ φασίστες (καὶ νὰ τοὺς καῖν) καὶ ἡ ἀστυνομία (γιὰ νὰ τοὺς συλλαμβάνει); -ρωτῶ.

Ὁ ἴδιος «ἀντιεθνικιστὴς» τὰ ἔχει λίγο μπερδεμένα, ὅπως ὅλοι οἱ ὁμοϊδεάτες του. Γιατὶ εἴτε ἡ Ἑλλάδα εἶναι πιστὸ σκυλὶ τῶν παγκόσμιων ἀφεντικῶν, ἁλυσοδεμένο, δηλαδὴ χωρὶς δική της θέληση καὶ φωνή, κι ἡ πολιτική της εἶναι ἡ πολιτικὴ ἄλλων. Εἴτε εἶναι ἐθνικιστικὴ καὶ ἰμπεριαλιστικὴ αὐτὴ καθεαυτήν –μιὰ Ἀγγλία ἢ Γαλλία κ.λπ., ἁπλὰ «σὲ μικρὸ μέγεθος». Μπουκάρει ἡ Ἑλλάδα, λοιπόν, στὴ β΄ περίπτωση, γιὰ νὰ ἁρπάξει πετρέλαια καὶ πρῶτες ὕλες, ὅπως οἱ ΗΠΑ καὶ τὸ ΝΑΤΟ. Καὶ τὰ δύο, ὅμως, εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατο νὰ κατορθώνει ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ μιλᾶμε γιὰ ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει ὅτι ὅπως αὐτὸς θὰ πολεμήσει τὸν ἑλληνικὸ ἐθνικισμὸ (μαζὶ μὲ τὸν Ἐρντογάν -ἂν δὲν τὸ κατανοεῖ) ἔτσι ὁ «Μακεδόνας» θὰ πολεμήσει τὸν «μακεδονικὸ» ἐθνικισμό. Περιμένουμε λοιπὸν τὸν «Μακεδόνα» ἀντιεθνικιστὴ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν οὐσία τῆς μακεδονικότητας, τὴν διαστροφὴ – κλοπὴ ἑνὸς γεωγραφικοῦ ὅρου μὲ ἀρχαιοελληνικὲς ἱστορικὲς ἀναφορὲς σὲ ἐθνικὸ-σλαβικὸ χαρακτηριστικό. Μαζὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες («ἐθνικιστές») βέβαια. Πιὸ εὔκολο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ κοροϊδέψεις «ἀντιεθνικιστὲς» μιᾶς ἄλλης χώρας, ὅπου κανεὶς δὲν σὲ ξέρει, ἐνθαρρύνοντάς τους στὸν ἀγώνα ὑπὲρ τοῦ δικοῦ σου ἐθνικισμοῦ, δὲν ὑπάρχει. Ἄλλωστε, οἱ ἐμπνευστὲς τοῦ συνειδησιακοῦ ἀφελληνισμοῦ τῶν Κυπρίων καὶ τῆς ἐναντίωσης στὴν Ἕνωση ἦταν οἱ Ἄγγλοι ἀποικιοκράτες.

Posted in Αριστερά, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Δύση καὶ Ρωσία: Ὁ Βολταῖρος καὶ τὸ «Ἑλληνικὸ Σχέδιο» τῆς Αἰκατερίνης

Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν self-hating γερμανὸ Μὰρξ ποὺ γρύλιζε κατὰ τῶν Σλάβων καὶ τῆς τσαρικῆς Ρωσίας, ὁ γάλλος Βολταῖρος εἶχε βρεῖ στὴ Ρωσία τὸ ἰδανικὸ κρατικὸ ἐργαλεῖο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Κλασσικισμοῦ καὶ τῆς Κλασσικῆς Ἀρχαιότητας. Ἀναβιωμένα Ἴσθμια, ὁ Σοφοκλῆς θὰ παίζεται στὴν Ἀθήνα, θὰ ἱδρυθεῖ μιὰ Ἑλληνικὴ Ἀκαδημία, ἡ Αἰκατερινιάδα, στὴν Κωνσταντινούπολη· τὰ ἑλληνικὰ θὰ γίνονταν διεθνὴς γλώσσα. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Μάρξ, ὁ Βολταῖρος ἄντεχε (ἀλλὰ ἴσα ποὺ ἄντεχε), τὰ ὀρθόδοξα κηρύγματα τῆς Αἰκατερίνης στὴν ἀλληλογραφία της μὲ τὸν ἴδιο. Κατὰ τὸν Βολταῖρο ὅμως, ὅταν ἐκφραζοταν ἐλεύθερα, οἱ Ἕλληνες ἐξαιτίας τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἔγιναν δοῦλοι τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ἐξαιτίας τῶν δύο Θεοδόσιων (Α΄ καὶ Β΄) ἐκφυλίστηκαν. Ἡ Κωνσταντινούπολη ὡς πρωτεύουσα μιᾶς κλασσικῆς Ἑλλάδας εἶναι ἐπιθυμητή, ὁ ἱδρυτής της ὅμως εἶναι ἄθλιος.

Ἔτσι, ἡ Ρωσία μπορεῖ νὰ εἶναι «καλὴ» ἐὰν πραγματώνει τὰ δυτικὰ ἰδανικά (Ἀρχαιότητα) ἢ ἂν πράττει ὅ,τι θέλει ἡ Δύση (βλ. Γέλτσιν), καὶ «κακὴ» ἐὰν ἐμποδίζει τὰ δυτικὰ ἰδανικά (Ἐπανάσταση). Ὁ δὲ Ὀρλὼφ χαρακτήριζε ἀπατεῶνες, δειλοὺς καὶ μὴ πραγματικοὺς Χριστιανοὺς τοὺς Ἕλληνες ρίχνοντας σὲ αὐτοὺς τὸ βάρος τῆς ἥττας του. Φυσικά, ὅλοι παίζουν τὸ παιχνίδι τους, Ρῶσοι καὶ Δυτικοί. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ λόγῳ θρησκείας εἶναι εἴτε ρωσολάτρες εἴτε ἀντιρῶσοι, καὶ σκέφονται πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴ φήμη τῆς Ρωσίας ἀντὶ νὰ παίξουν κι αὐτοὶ τὸ ἑλληνικὸ παιχνίδι τους. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια καὶ μόνον αὐτήν, ὁ Βολταῖρος εἶχε δίκαιο γιὰ τὴ θρησκεία τῶν τωρινῶν Ἑλλήνων: Ὄχι μόνο οἱ Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ ἕλληνες Ἀντιχριστιανοί (Εὐρωπαϊστές, Ἀριστεροί, ἐν γένει τὰ τέκνα τοῦ Διαφωτισμοῦ, δηλαδή) δὲν μποροῦν νὰ σκεφτοῦν ψύχραιμα.

 

A. Zorin, By Fables Alone. Literature and State Ideology in Late Eighteenth- and Early Nineteenth-Century Russia, Boston 2014 (ἀγγλ. μετ. M. C. Levitt – N. Monnier – D. Schlaffy)

…this very idea of Catherine’s and Potemkin’s was not in itself new. Plans for conquering the former capital of the Eastern Roman Empire had stirred Russian tsars as early as the seventeenth century (see Kapterev 1885; Zhigarev I-II, and others). They had circulated during Peter I’s Azov and Pruth campaigns and arose again under Anna Ioannovna during the Turkish campaign of 1736–1739 (see Kochubinskii 1899). […]

According to her project, the Second Rome was to become the center of a new Greek empire whose throne would go to Constantine only under the strict condition that he himself and his heirs would forever and in all circumstances repudiate any pretensions to the Russian crown. In this way, two neighboring powers under the scepters of the “star of the North” and the “star of the East,” Alexander and Constantine, would be united (using deeply anachronistic but precisely accurate terminology) by the bonds of fraternal friendship, so to speak, while Russia would play the role (again resorting to anachronism) of elder brother. […]

If it had been traditionally thought that the torch of enlightenment had gone from Greece to Rome, then taken up by Western Europe, and from there passed on to Russia, now Russia was seen to have had a direct line to Greece and therefore, had no need for intermediaries. […]

On November 15, 1768, when news of the start of the war had still not reached Paris, Voltaire wrote to Catherine:

If they make war on you, Madam, what Peter the Great once had in mind may well befall them, namely that Constantinople will become the capital of the Russian Empire. These barbarians deserve to be punished by a heroine, for the lack of respect they have hitherto had for the ladies. Clearly, people who neglect all the fine arts and who lock up women, deserve to be exterminated. … I ask your Imperial Majesty’s permission to come and lay myself at your feet, and to spend a few days at your court, as soon as it is set up in Constantinople; for I most earnestly believe that if ever the Turks are to be chased out of Europe, it will be by the Russians.

[…] “If you follow up your victories, I think you will spread them wherever you please; and if you want peace, you will dictate it. For my part, I still want your Majesty to go to Constantinople to be crowned,” Voltaire wrote to Catherine in a letter of August 28, 1770. The recognized leader of European classicism, he saw driving the Turks out of Europe as the prerequisite for its cultural renaissance, and he believed that the “Northern Semiramis”—simultaneously his patron and pupil—had to become the instrument of Providence, spreading enlightenment with her soldiers’ bayonets: Oh Minerva of the North, oh, you, sister of Apollo, You will revenge Greece, driving out the unworthy, The enemies of the arts, persecutors of women, I will depart and will wait for you on the fields of Marathon, – as he wrote in his “Stanzas to the Empress of Russia Catherine II on the Occasion of the Taking of Khotin by the Russians in 1769” (Voltaire XIII, 316). The Russo-Turkish War was thus equated to the Persian War with the Greeks, which Voltaire of course interpreted as a clash between culture and barbarism. In September 1770, he set forth before Catherine an entire program for reviving classical culture in its historical cradle:

Those who wished setbacks upon your Majesty will be quite confounded; and why should people wish to see you disgraced when you are the avenger of Europe? I suppose these are the people who do not want Greek to be spoken; for if you were queen of Constantinople, your Majesty would very soon establish a fine Greek academy. A Catheriniad would be written in your honor. Many a Zeuxis and Phidias would cover the earth with statues of you; the fall of the Ottoman Empire would be celebrated in Greek; Athens would be one of your capitals; Greek would become the universal language; all the traders in the Aegean would ask your Majesty for Greek passports. […]

He is primarily if not exclusively interested in freeing Greece from Turkish domination and in restoring the great traditions of classical culture in their original home. Russia and even her monarch—on whom Voltaire, as always, lavished the most effusive compliments—played an instrumental political role in his thinking. […]

In enticing the empress with the throne of Constantinople, giving preference to it over Moscow and Petersburg (ibid., 162), and even recalling Peter I’s plans for the city (ibid., 191), Voltaire was thinking not so much about the Byzantine capital itself as much as about Athens, to which, as he wrote, he was “unalterably attached thanks to Sophocles, Euripides, [and] Menander” and to “old Anacreon, my colleague” (ibid., 139). He complained that “if you … never-theless grant peace to Mustapha, what will my poor Greece become, what will come of that beautiful land of Demosthenes and Sophocles? I would abandon Jerusalem to the Moslems voluntarily; those barbarians were made for the land of Ezekiel, Elijah and Caiaphas. But I will always be bitterly grieved to see the Athenian theater turned into a kitchen and the lyceum into a stable” (ibid., 123). Once in the correspondence he makes a slip and calls Constantinople “the city of that nasty Constantine” (ibid., 76). Quite clearly he was not only ignorant of and indifferent to the religious motivation of the Russian mission in Constantinople, but also openly hostile to it. In his correspondence with the empress, the philosophe had to refrain from this kind of expression of hostility and to patiently listen to lectures on the truly Christian character of the Eastern Church and its inherent tolerance from his royal correspondent, who was not noted for her special piety. Here he could only permit himself light and respectful sarcasm […]

Nonetheless, in his “Ode on the Current War with Greece” Voltaire did not hide from readers that it was precisely the Greek Church that he considered most responsible for the decline of the ancient heroic spirit:

There are no more Herculeses

Who would follow after Minerva and Mars,

The fearless conquerors of the Persians

And lovers of all the arts,

Who in both peace and war

Gave an example to the whole earth. …

But … under the sway of two Theodosiuses

All of the heroes degenerated,

And there are no more apotheoses,

Except for those of malicious tonsured pedants …

And under the sway of Saint Basil

The descendants of Achilles

Became slaves of the Ottomans.

Voltaire considered the mission of the monarch to bring the light of civilization to barbarian peoples. The liberation and enlightenment of Greece was to be the acme of the royal path of the “Northern Sermiramis.” “You will doubtless restore the Isthmian Games, at which the Romans assured the Greeks their liberty by a public decree; and this will be the most glorious act of your life,” he wrote Catherine (ibid., 59–60; Lentin 83). Voltaire was concerned with Enlightenment and monarchs who sponsored it, but certainly not with Russia and its historical destiny. […]

However, despite its brilliant victory in the Chesme encounter, the navel expedition did not bring the desired results. In essence, the Russian forces had to abandon the Greeks to the vicissitudes of fate. Aleksei Orlov, who had made such monumental plans, tended to blame the Greeks themselves for what had happened, because in his opinion they had not shown sufficient bravery and military discipline, and had preferred plunder to a war for liberation:

The local peoples are smooth-talking, deceptive, inconstant, impudent and cowardly, lusting after money and whatever they can get. … Credulity and flightiness, fear at the name of the Turk—are not the last qualities of our coreligionists. … They profess the law only with their lips, not having even a faint outline of Christian virtues in their hearts. They are possessed by servility and the yoke of Turkish rule … as well as by crass ignorance. These are the reasons which eliminate hope of their producing some kind of well-founded armed action for their own good.

Posted in Δυτικοί, Δύση, Ελλάδα, Ρωσία | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ἄκαπνη χώρα

Πάντα μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὅτι κανεὶς δὲν πολέμησε τὸ 1974. Οὔτε δικτάτορες μιλιταριστὲς οὔτε δημοκράτες πατριῶτες. Τὰ περὶ ἀδυναμίας τὰ ἀκούω -γιὰ νὰ βάλω μιὰ τούρκικη λέξη- βερεσέ. Σὰν νὰ ἔλειψε ἡ στοιχειώδης αἴσθηση εὐθιξίας, ἀξιοπρέπειας καὶ ἡ ἀγανάκτηση. Προφανῶς, δὲν πιστεύω ὅτι ἡ μαλάκυνση τῶν μὲν ἀποτελεῖ ἄλλοθι γιὰ τοὺς δέ -γιὰ νὰ κόψω τέτοιες σκέψεις, ποὺ ξεκινᾶνε μὲ τὰ «Ναί, ἀλλὰ κι ἐσεῖς τί κάνατε;».

Τείνω νὰ πιστέψω ὅτι ἡ δικτατορία εἶχε ἐκπαιδεύσει τόσο καλὰ τὸ λαὸ στὴν προβατοσύνη, τὸν εἶχε εἰσάγει τόσο καλὰ στὴ μαζικὴ κουλτούρα (μπάλα, ταινίες, σκυλάδικα), ὥστε στὸν λαὸ αὐτὸν ἀργότερα ταίριαξε γάντι ὁ Καραμανλῆς καὶ τὸ «Ἡ Κύπρος εἶναι μακριά». Νιοστὴ εἶναι ἡ φορὰ ποὺ θὰ πῶ ὅτι ἡ κατάλυση τῆς ἱεραρχίας καὶ τῆς Τάξεως (εἴτε πρόκειται γιὰ ἐπιβολὴ ταξίαρχων σὲ ἀνωτέρους τους εἴτε γιὰ ἀλλαγὴ νόμων προκειμένου νὰ παντρευτεῖ ὁ δικτάτορας) εἶναι προπασοκικὸ ΠΑΣΟΚ. Ἀπορῶ φυσικά, ποὺ κανεὶς δὲν βλέπει τὴ ὑπόγεια αὐτὴ συνέχεια μεταξὺ Ἑπταετίας καὶ Μεταπολίτευσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι βεβαίως τὸ σύνθημα «…Ἡ χούντα δὲν τελείωσε τὸ ’73». Ὅπως μᾶς βολεύει. Τὰ πολιτιστικὰ προϊόντα τοῦ ’60 δὲν μοῦ ἀρέσουν καὶ δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ θὰ ἀντιστέκονταν στὴ χούντα.

Πρόσφατα ἀστικοποιημένοι Ἕλληνες, μὲ λουτροκαμπινὲ μέσα στὸ σπίτι, στὴν ἀνωνυμία τῆς πολυκατοικίας, μὲ ἀσανσέρ, μὲ τηλεόραση, μαριχουάνα στόπ, τουρισμός: Πῶς θὰ πολεμοῦσαν; Ὅποιος γνωρίζει γιὰ κάποια διαδήλωση ὑπὲρ τῆς ἐπιστράτευσης (τῆς σαγιονάρας) καὶ ὑπὲρ τοῦ πολέμου μετὰ τὴν 24η Ἰουλίου 1974, ἂς μᾶς πεῖ. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἑπταετία ἀφοροῦσε Ἀκροδεξιοὺς (τὴν πελατεία τους, ἐπίσης) καὶ Ἀριστερούς -δηλαδή, μιὰ μικρὴ μερίδα. Οἱ ἄλλοι δὲν ἀσχολοῦνταν καὶ δὲν ἔπαθαν κάτι, εἴτε γιατὶ φοβόντουσαν μὴν δεινοπαθήσουν ὅπως κατὰ τὸν Ἐμφύλιο εἴτε γιατὶ ἤδη εἶχαν μετατραπεῖ σὲ μαζικοδημοκρατικὰ πρόβατα. Ὅποιος, παρομοίως, γνωρίζει διαδηλώσεις ἐξαιτίας τῆς Κύπρου, οἱ ὁποῖες ἔρριξαν τὴ χούντα, ἂς μᾶς πεῖ.

Ἐννοεῖται ὅτι ἂν ἡ χούντα ἤθελε νὰ κάμει πόλεμο, θὰ ἔκαμε. Καὶ ὑποβρύχια ὑπῆρχαν κάτω ἀπὸ τὴ θάλασσα Κύπρου – Τουρκίας, καὶ ἀντιπερισπασμὸς στὴ Θράκη μποροῦσε νὰ γίνει, καὶ ὅ,τι θές.  Προφανῶς, καὶ εἶναι γνωστό, ὅτι οἱ χουντικοὶ ἀποφάσισαν μιὰ ψευδο-ἐπιστράτευση καὶ ὄχι πόλεμο. Ἔλα ποὺ φοβόντουσαν ὅτι ὁ λαὸς μὲ τὰ ὅπλα θὰ τοὺς ἔκανε πέρα: Στὸ μυαλό τους δὲν πέρασε ποτὲ ἡ σκέψη ὅτι θὰ «ξεπλένονταν», ἔστω ὅτι θὰ παρίσταναν τοὺς πατριῶτες. Δὲν ἐννοῶ -γιὰ νὰ μὴν παρεξηγηθῶ- ὅτι ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἦταν πατριῶτες οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀπέσυραν τὴν μεραρχία ἀπὸ τὴν Κύπρο. Οἱ χουντικοὶ τρῶγαν καὶ πίναν στὸ γνωστὸ ἀπίστευτο ὄργιο διαφθορᾶς, καὶ μόνο στὸν πόλεμο δὲν εἶχαν τὸ μυαλό τους. Ἂν σκέφτονταν τὸν πόλεμο, θὰ προετοιμάζονταν ἑπτὰ χρόνια γιὰ ἐκείνη τὴ Στιγμή. Ἡ λαϊκὴ ρήση γιὰ τὴν μαγκιὰ καὶ τὴν ἐξάτμιση (παραλείπω τὸ ἄλλο) δὲν πρέπει νὰ ἔχει βρεῖ ἐδῶ καὶ 73 χρόνια μεγαλύτερο παράδειγμα κι ἐνσάρκωση ἀπὸ ὅ,τι στοὺς χουντικούς.

Κι ὁ Καραμανλῆς; Χαζὸς ἦταν νὰ ριψοκινδυνεύσει τὴν ἐξουσία μὲ ἕναν πόλεμο Ἑλλάδας – Τουρκίας; Μόλις τὴν εἶχε ξαναπάρει 11 χρόνια μετά. Ἡ στιγμὴ ποὺ ἦταν παντοδύναμος ἔναντι τῶν πάντων (παλαιοδεξιῶν καὶ ἄλλων) νὰ χανόταν μέσα σὲ ἕνα πολεμικὸ χάος; Ἡ Ἀριστερὰ εἶχε πάρει γραμμὴ – ἐντολὴ ἀπὸ τὴν ΕΣΣΔ γιὰ τὸ Κυπριακό, ἡ ὁποία δὲν ἄφηνε περιθώρια γιὰ ἐπέμβαση τῆς Ἑλλάδας καὶ ἀντιμετώπιση τῶν Τούρκων στὸ νησί. Κι ἔτσι, τὸ καλοκαίρι τοῦ ’74 οἱ Ἑλληναράδες, χουντικοὶ καὶ μή, συνέχισαν τὶς διακοπές τους. Ἄλλοι μὲ ἀμεριμνησία κι ἄλλοι αἰσθανόμενοι ἀδυναμία.

Ἕνας πόλεμος τὸ 1974 θὰ ἦταν ὅ,τι καλύτερο. Ἀκόμη καὶ σὲ περίπτωση ἥττας, θὰ τόνωνε τὸν ρεβανσισμὸ τῶν Ἑλλήνων. Θὰ παραμέριζε ὁριστικὰ τὸν αἰώνιο ἐμφύλιο Ἀκροδεξιᾶς – Ἀριστερᾶς. Ἀμφιβάλλω ὅτι τὸ 1974 ἡ Ἑλλάδα ἦταν στρατιωτικὰ χειρότερα ἀπὸ ὅ,τι τώρα σὲ σχέση μὲ τὴν Τουρκία, καὶ ὅτι θὰ πήγαινε ἄκλαφτη, ὅπως οἱ χουντικοὶ καὶ ὁ Καραμανλῆς δήλωσαν.

Ἔτσι, λαός, χουντικοὶ καὶ δημοκράτες (Ἀριστεροὶ καὶ Καραμανλικοί) συνεργάστηκαν ἄριστα μεταξύ τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίφημη συναίνεση τῆς Μεταπολίτευσης (μὲ τὴ συμμετοχὴ –ἐννοεῖται!– καὶ τῶν χουντικῶν – ἀκροδεξιῶν, ποὺ τώρα παριστάνουν τοὺς «ἀντικαθεστωτικούς» καὶ τοὺς «ἀπ’ ἔξω»): Δὲν πολεμᾶμε γιὰ τὴν Κύπρο. Δὲν πολεμᾶμε γιὰ τίποτα. Ἡ ζαχαρένια μας πάνω ἀπ’ ὅλα. Καφέδες, σπουδές, ἀγώνας καὶ ἀργότερα ρηάλιτυ. Μύκονοος ἢ Γαῦδος. Μιὰ σιωπηρὴ συναίνεση. Νὰ ζήσει καθένας, βρὲ ἀδερφέ, τὴ ζωή του. Βαρεθήκαμε, πιά.

Πόσο χαρακτηριστικὰ ποταπὴ ἦταν ἡ συναίνεση φάνηκε ἀπὸ τὰ ἀνταλλάγματα ἀτιμωρησίας ὑπὲρ τῶν χουντικῶν ποὺ παρέδωσαν τὴν Ἐξουσία στὸν «Ἐθνάρχη». Ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς Ἀριστερᾶς στὸ ἑξῆς νὰ διαδηλώνει γιὰ τὴ Ζιμπάμπουε καὶ τοὺς Ζαπατίστας (ὅσο πιὸ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὸ ἐθνικὸ θέμα της, τόσο ἠθικὰ πιὸ μεγαλειῶδες), καὶ νὰ ἀποκτᾶ ρόλο θύματος ποὺ τοῦ ἀξίζει σίτιση στὸ Πρυτανεῖο (ὥσπου πῆρε τὴν ἐξουσία μὲ τὸ ΠΑΣΟΚ). Ἀπὸ τὰ πασοκικὰ μπάνια τοῦ λα(γ)οῦ.

Ὁ νεοελληνικὸς βόθρος τῆς Μεταπολίτευσης ἀνοίχτηκε ἀπὸ ὅλους τοὺς «ἀντιπάλους» ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες. Ὅλοι τους ἦταν ἐκεῖ, ὅλοι τους ἔβαλαν τὸ χεράκι τους. Ἂν ψάχνει κάποιος νὰ βρεῖ τὰ αἴτια τοῦ σημερινοῦ δράματος, θὰ τὰ ἀνακαλύψει στὴν τοτινὴ συναίνεση.

Posted in Αριστερά, Ακροδεξιά, Δεξιά, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , , , , , | 1 σχόλιο

Τερρακόττα

Βοιωτία:

altes_museum_-_tanagra_figurine3

Ἀφροδίτη καὶ Ἔρως:

270c3abd12a573c819fead454b1db588

Τανάγρα:

3bf3ec40a86539672fba134ff2926c75

Λεπτομέρεια:

196ca4b70e2cfbb3bf9162a6669f7879

4a16ab215335209e4f5feebbff5db2ff

56210b3f93e47afe3440b7cb2ae09bf5-hellenistic-period-art-antique

Posted in Αρχαιότητα, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Ἡ ὑπογραφὴ τῆς Κλεοπάτρας

Πολλὲς φορὲς προσπάθησαν νὰ ἀναπαραστήσουν τὴ μορφὴ τῆς Κλεοπάτρας. Τὸ μόνο  σίγουρο εἶναι ὁ γραφικὸς χαρακτήρας της σὲ μιὰ διαταγή της: Γινέσθωι στὸν πάπυρο P. Berolinensis 25.239, ὅσον ἀφορᾶ μιὰ φοροαπαλλαγὴ ἑνὸς γνωστοῦ τοῦ Μάρκου Ἀντώνιου.

etviphw

Posted in Αρχαιότητα, Αίγυπτος, Χωρίς κατηγορία | Tagged , , | Σχολιάστε

20 Ἰουλίου

Θυμᾶμαι ἕναν πόντιο ἀντιεθνολαϊκιστὴ drama queen, ποὺ ἔλεγε ὅτι μισεῖ τὸν Κεμὰλ γιατὶ ἦταν φασίστας, κι ἄρα ἔκανε αὐτὰ ποὺ ἔκανε ἐπειδὴ ἦταν φασίστας -ἐννοεῖ. Ἐνῶ ἂν ἦταν δημοκράτης δὲν θὰ τὰ ἔκανε -πάλι, ἐννοεῖ ὁ Πόντιος. Ὅμως, ξέρουμε ὅτι οἱ δημοκράτες Ἀμερικάνοι, οἱ δημοκράτες Γάλλοι, οἱ δημοκράτες Ἄγγλοι ἔκαναν ἴδια καὶ χειρότερα μὲ τὸν Κεμάλ. Ὁ ἀντιεθνολαϊκιστής μας τὸ ξέρει. Ξέρει, λοιπόν, ὅτι δημοκράτης ἢ (πρωτο)φασίστας τὸ ἴδιο κάνει -εἰδικά, ὅταν πρόκειται γιὰ Τούρκους. Σοσιαλιστὴς ἦταν ὁ Ἐτσεβίτ, ποὺ διέταξε τὴν εἰσβολὴ τοῦ 1974. Δὲν εἶναι λοιπόν, ζήτημα δημοκρατίας ἢ φασισμοῦ, ἀλλὰ Ἑλλάδας ἢ Τουρκίας. Ὅποιος δὲν βάζει ὡς κριτήριο τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι προδότης. Ἁπλά, εἶναι μόνο ἕλληνας πολίτης. Στὸ κόλπο τῶν «ἀντιεθνικιστῶν» νὰ αὐτοθυματοποιοῦνται ἡρωικὰ ὡς «προδότες» δὲν θὰ πιαστοῦμε κορόιδα.

Τὸ ἴδιο μᾶς κάνει ἂν στὴ θέση τῶν Τούρκων τῆς Μακεδονίας ἦρθαν ἄνθρωποι ποὺ βλέπουν τοὺς Μουσουλμάνους μὲ βάση ὄχι τὸ ἑλληνικό κριτήριο (τί ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι στοὺς Ἕλληνες) ἀλλὰ τὸ φασιστικό, τὸ δημοκρατικὸ ἢ τὸ ἀναρχικό. Κρίμα στοὺς ὑπόλοιπους πρόσφυγες, δηλαδή, ποὺ ἔχουν καὶ εἶχαν ξεκάθαρη στάση, ἑλληνική: Ποὺ βλέπουν τὸν κόσμο καὶ τοὺς Τούρκους πάνω ἀπ’ ὅλα ὡς Ἕλληνες κι ὄχι ὡς κάτι ἄλλο. Γιατὶ αὐτοὶ ντροπιάζονται μὲ τοὺς «ἀντιεθνικιστὲς πρόσφυγες». Τὰ ἴδια αἰσθήματα τρέφω καὶ γιὰ τοὺς ντόπιους μὲ τὰ ἴδια μυαλά, ἐννοεῖται. Ἁπλά, δὲν μπορῶ νὰ σκεφτῶ τρόπο νὰ μὴν ὑπῆρχαν στὴν Ἑλλάδα. Ἢ μᾶλλον, θὰ μποροῦσαν νὰ σταλοῦν κι αὐτοὶ στὴν Τουρκία τὸ ’22.

Posted in Αριστερά, Ελλάδα, Τούρκοι | Tagged , , , | Σχολιάστε

Sufetula (Sbeitla), Τυνησία

Μιὰ πόλη ποὺ ἄκμαζε ὣς τὴν ἐποχὴ τῆς κατάληψης τῆς Τυνησίας ἀπὸ τοὺς Ἄραβες.

Ναοὶ τοῦ Jupiter, τῆς Juno καὶ τῆς Minerva, χαρακτηριστικὰ ρωμαϊκοί:

sbeitla_05

 

c8e7517a2d166389c57eb46c8b8edc59

back-view

Σὰν τοὺς ναοὺς αὐτοὺς ἦταν κτισμένος κι ὁ ναὸς τοῦ Σέραπη στὴν Ἀλεξάνδρεια, ρωμαϊκός.

Ἡ πύλη τοῦ Ἀντωνίνου Εὐσεβοῦς, στὴ εἴσοδο τοῦ φόρουμ:

roman-ruins-sbeitla-tunisia_362330362

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά:

sbeitla-capitole-forum-central-37

Χριστιανικὸ Βαπτιστήριο:

153

15249477-mosaics-in-ancient-sbeitla-tunisia

Ἐκκλησία τοῦ ἐπισκόπου Bellator:

basilique_de_bellator_et_ses_dc3a9pendances2

Λουτρά:

sbeitla_01

Ἀψίδα τοῦ Διοκλητιανοῦ:

sbeitla_10

Ἡ ρωμαϊκὴ ἀρχιτεκτονικὴ δείχνει τί θὰ πεῖ δημιουργικὴ ἀφομοίωση ξένων στοιχείων. Πῶς ὁ κίονας γίνεται διακοσμητικὸ στοιχεῖο. Πῶς συνδυάζεται μὲ τὴν ἀψίδα. Πῶς ὁ ναὸς ἀποκτᾶ μία εἴσοδο. Κάνουν λάθος, ὡστόσο, τόσο ὅσοι Δυτικοὶ ὑποτιμοῦν τὰ ἑλληνικὰ στοιχεῖα της ὅσο οἱ Ἕλληνες ποὺ βλέπουν κάποιον λατινικὸ «ὀρθολογισμὸ» καὶ ἐξουσιαστικότητα σὲ αὐτήν, χωρὶς νὰ λαμβάνουν ὑπόψη τὶς ἑλληνιστικὲς ἐξελίξεις.

Ἡ Τυνησία παρουσιάζει τὸ ἑξῆς ἐνδιαφέρον: Ἀποικισμένη καὶ κατοικημένη ἐπὶ αἰῶνες ἀπὸ Φοίνικες, ξεθεμελιώνεται καὶ γίνεται μιὰ δεύτερη Ρώμη. Ἕνα ὑπόστρωμα βερβερίνικο καὶ φοινικικὸ παραμένει, φυσικά. Οὔτε ἡ Σικελία δὲν ἔγινε τόσο λατινικὴ ὅσο ἡ περιοχὴ τῆς Καρχηδόνας, ἂν καὶ ἐπίσης ἐποικίστηκε ἀπὸ Λατίνους. Ἡ Τυνησία ἔγινε ἕνα κέντρο λατινικοῦ πολιτισμοῦ, εἰδικὰ τοῦ χριστιανικοῦ λατινικοῦ, περισσότερο ἀπὸ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ.

Posted in Ρωμαίοι, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , , | Σχολιάστε

Κονδύλης καὶ Νίτσε

Π. Κονδύλης, Ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς στὴ νεότερη σκέψη, τ. 2. Μετάφραση Μ. Παπανικολάου.

…Στὸ ὕστερο ἔργο του, ὁ Nietzsche παύει σιωπηρὰ νὰ συνάγει τὴν μεταφυσικὴ ἀπὸ τὴν πλάνη ἢ τὴν ἄγνοια, κι ἀντὶ γι’ αὐτὸ ὑποτυπώνει μιὰ ψυχολογικὴ ἑρμηνεία τῆς γένεσής της· πρόκειται ἐξάλλου γιὰ μιὰν ἑρμηνεία ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ προταθεῖ ἐξίσου καὶ γιὰ νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ διαδικασία γένεσης τῆς θρησκείας. Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία αὐτή, ἡ μεταφυσικὴ ριζώνει στὸν φόβο ἤ, ἀλλιῶς, στὴν ἐπιθυμία νὰ κάμει κανεὶς πιὸ ὑποφερτὸ τὸν φόβο τῆς ὀδύνης. Ὅ,τι προξενεῖ ὀδύνη μέσα στὸν κόσμο τοῦτο, δηλαδὴ οἱ πόθοι, ἡ αὐθαιρεσία, ἡ ἀστάθμητη ἀλλαγή, αὐτό, μέσα σ’ ἕναν ἄλλο κόσμο, ὄμορφο καὶ τέλειο, ἕναν κόσμο ποὺ πλάθεται γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπό, ἐξαλείφεται. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ὀδύνη ὠθεῖ στὴν ἰδέα ὅτι τοῦτος ὁ κόσμος εἶναι ἐπιφατικός.. […] Πρέπει νὰ κατονομαστεῖ ἡ αἰτία τῆς ὀδύνης· ἂν τὸ ἠθικὸ παραστράτημα ἢ τὸ ἠθικὸ φταίξιμο θεωρηθοῦν αἰτίες τῆς ὀδύνης, τότε ἡ μεταφυσικὴ διδασκαλία γιὰ τοὺς δυὸ κόσμους, γιὰ τὴν πτώση ἀπὸ τὸν ὀμορφότερο καὶ καλύτερο κόσμο … συνδέονται μὲ μιὰν ἠθικὴ ἢ καθηκοντολογία. Δεύτερο, κατὰ τὴ μεταφυσικὴ παραδοχὴ ἑνὸς ὀντολογικὰ πάγιου … Ὑπερβατικοῦ, ὅπου ἡ ὀδύνη καταπαύει καὶ βασιλεύει ἡ Ἁρμονία, πρέπει ν’ ἀποδοθεῖ στὸ Ὑπερβατικὸ αὐτὸ ἀνώτερη πραγματικότητα καὶ συνάμα ἀνώτερη ἀξία. Ἡ μεταφυσικὴ πρέπει μάλιστα ν’ ἀποδώσει στὰ πράγματα «πραγματικότητα ἀνάλογα μὲ τὸ βαθμὸ τῆς ἀξίας τους»· ὅσο μεγαλύτερη ἀξία φαίνονται νὰ ἔχουν τὰ πράγματα, τόσο πιὸ πραγματικὰ ὀφείλουν νὰ εἶναι, ὥσπου, τελικά, τὸ πιὸ πολύτιμο γίνεται τὸ πιὸ πραγματικό, Θεός: τοῦτος εἶναι «ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς ἀξίας νοούμενη ὡς αἰτία». Ἀπὸ τὸν κανονιστικὸ αὐτὸ χαρακτήρα τῆς μεταφυσικῆς προκύπτει ὅτι ἡ ἴδια θὰ πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ εἶναι δυαρχική, γιατὶ σ’ αὐτὴν τὸ Εἶναι ἀντιδιαστέλλεται ἀπὸ τὸ Γίγνεσθαι … μὲ τὸ ἴδιο νόημα ποὺ ἡ Ἀξία ἀντιδιαστέλλεται ἀπὸ τὴν Ἀπαξία […] Ἀπέναντι στὴν ἀξιολογικὰ καθορισμένη μεταφυσικὴ δυαρχία, ὁ Nietzsche ἀντιπαραβάλλει τὴν ἱστορικὴ-γενετική του θεώρηση, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ δείξει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, τόσο στὸ γνωσιοθεωρητικὸ ὅσο καὶ στὸ ἠθικοφιλοσοφικό, τὸ πῶς γεννιέται τὸ «ἀνώτερο» ἀπὸ τὸ «κατώτερο», τὸ «καλὸ» ἀπὸ τὸ «κακό», τὸ «ἔλλογο» ἀπὸ τὸ «ἄλογο»· ἕνα ἀπὸ τὰ καθήκοντα τούτης τῆς ἱστορικῆς-γενετικῆς θεώρησης εἶναι, ἐπίσης, νὰ καταδείξει τὴν γονιμότητα τῶν πλασματικῶν κατασκευῶν καὶ τῶν ψυχολογικῶν προϋποθέσεων τῆς ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας.

Ἡ νιτσεϊκὴ ψυχολογικὴ ἀνάλυση τῆς μεταφυσικῆς βασιζόταν στὴν παραδοχὴ ὅτι τὰ πράγματικὰ κίνητρα τῶν μεταφυσικῶν δὲν συμπίπτουν διόλου μὲ τὴν ἀντίληψη ποὺ ἔχουν οἱ ἴδιοι γιὰ τὰ ἐλατήρια καὶ τοὺς στόχους τους, δηλαδὴ μὲ τὴν αὐτοκατανόησή τους. Ἀπὸ μιὰ παρόμοια παραδοχὴ ἐκκινοῦσε καὶ ἡ μαρξιστικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ἰδεολογία, στὴν ὁποία προϋποτίθεται ἐπίσης μιὰ ἀσυμμετρία μεταξὺ ὑποκειμενικῆς βλέψης καὶ ἀντικειμενικῆς λειτουργίας, ἐνῶ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα καὶ στὴν ψυχανάλυση, ἡ ὁποία εἰσάγοντας τὴν ἔννοια τοῦ ἀσυνειδήτου, κατέστησε τούτη τὴν ἀσυμμετρία ἀκρογωνιαῖο λίθο τῶν ἑρμηνειῶν της. […]

…ὁ Nietzsche ἐξηγεῖ τὴ γένεση τῆς μεταφυσικῆς μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε εἶναι ἀναγκασμένος νὰ ὁμολογήσει τὸν ἀναπόδραστο χαρακτήρα της (εἴτε σὲ θρησκευτικὴ εἴτε σὲ θύραθεν μορφή)· ὄχι μονάχα δὲν μπορεῖ νὰ θεμελιώσει ἐπαρκῶς θεωρητικὰ τὸ αἴτημά του γιὰ παραμερισμὸ τῆς παραδοσιακῆς μεταφυσικῆς, παρὰ ἐπίσης, στὸ μέτρο ποὺ ἐγκαταλείπει τὴν ἀρνητικὴ λειτουργία τοῦ κριτικοῦ τῆς μεταφυσικῆς γιὰ χάρη τοῦ θετικοῦ ρόλου τοῦ προφήτη ποὺ προλέγει κάποιο ὑγιὲς μέλλον ἢ τὴν ὑπέρβαση τοῦ μηδενισμοῦ, ἀναπτύσσει ἀντιλήψεις οὐσιαστικὰ μεταφυσικές, οἱ ὁποῖες συμβαδίζουν μὲ συγκεκριμένες κανονιστικὲς θέσεις ἢ συμπάθειες -ὅπως συνέβαινε καὶ μὲ τὶς μεταφυσικὲς ἀντιλήψεις ποὺ εἶχε καταπολεμήσει. Τὴ μεταφυσικὴ τοῦ Nietzsche δὲν θὰ πρέπει, βέβαια, νὰ τὴν ἀναζητᾶ κανεὶς σὲ καμμιὰ περίπτωση στὴν διδασκαλία του περὶ τῆς βούλησης γιὰ ἰσχύ. Γιατὶ δὲν ὑποστασιοποιεῖ τούτη τὴν ἰσχύ, δὲν τὴν καθιστᾶ ens [ὄν] καὶ μοναδικὴ ἑνιαία ἀρχή, ἐκδηλώσεις τῆς ὁποίας θὰ ἦσαν οἱ ἐπιμέρους βουλήσεις γιὰ ἰσχύ. […]

Ὁ ἴδιος ὁ Nietzsche διαπίστωνε πόσο ἰσχυρὴ παραμένει ἡ ἐπίδραση τῆς μεταφυσικῆς ἀνάγκης, ἐφόσον ὁ πόθος τῆς ἀθανασίας, τῆς ἕνωσης μὲ τὸ σύμπαν κτλ. ἐκδηλώνεται, διαμέσου καλλιτεχνικῶν βιωμάτων, ἀκόμα καὶ στὰ «ἐλεύθερα πνεύματα». Καταφερόταν ἐνάντια σὲ κάθε ἐπιφανειακὴ καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς ποὺ θὰ παραγνώριζε τὴν «ἱστορικὴ καὶ ψυχολογικὴ θεμιτότητα» τῶν μεταφυσικῶν ἰδεῶν, ὅπως καὶ τῶν ἐποικοδομητικό τους ρόλο στὴν πρόοδο τῆς ἀνθρωπότητας. Προχωροῦσε ὅμως καὶ περισσότερο, καὶ μιλοῦσε ὄχι μονάχα γιὰ τὴν –προωθητικὴ μέν, ἐνδεχομένως ὅμως ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς συνολικῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης τοῦ ἀνθρώπου ἁπλῶς παροδική– ἐπίδραση τῆς μεταφυσικῆς, παρὰ ἐπίσης (κατ’ ἐπανάληψη καὶ σαφῶς) γιὰ τὴν συγκροτητικὴ σημασία της ὅσον ἀφορᾶ γενικὰ στὴν ἀνθρώπινη ὁμιλία καὶ σκέψη, δηλαδὴ ἀνεξάρτητα ἀπ’ ὁποιαδήποτε διαίρεση τῆς ἱστορίας στὴν ἐποχὴ τῆς κυριαρχίας τῆς μεταφυσικῆς καὶ σ’ ἐκείνη τῆς ὁριστικῆς παρακμῆς της. Ἡ ἱστορικὴ-ἐξελικτικὴ θεώρηση τοῦ δείχνει ὅτι ὄντα τὰ ὁποῖα δὲν ἔβλεπαν καθαρὰ τὴν πραγματικότητα τοῦ γίγνεσθαι, παρὰ διέπρατταν μεταφυσικὰ σφάλματα, διέθεταν ἕνα προβάδισμα σὲ σχέση μ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μποροῦσαν ν’ ἀντιλαμβάνονται τὸ γίγνεσθαι, δηλαδὴ τὴν πραγματικότητα καὶ μόνον αὐτή· τὸ συμπέρασμα ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἀφ’ ὅτου φτιάξαμε μὲ τὴν βοήθεια παραστάσεων, ὅπως ἐκεῖνες τῶν σωμάτων, τῶν αἰτιῶν, τῶν ἀποτελεσμάτων κτλ. ἕναν κόσμο στὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ζήσουμε, δὲν μποροῦμε ν’ ἀντέξουμε τὴν ζωὴ δίχως αὐτὰ τὰ «ἄρθρα πίστεως». Ὅταν παρατηροῦσε στὸ ὄψιμο ἔργο του ὅτι ἡ γλώσσα ἔχει οἰκοδομηθεῖ πάνω στὶς «πιὸ ἀφελεῖς προκαταλήψεις» καὶ γι’ αὐτὸ γεννᾶ ἀναγκαστικὰ μεταφυσικὲς πλάνες, προσέθετε ὅτι, ἂν ἐπιχειρούσαμε νὰ σκεφτοῦμε ἔξω ἀπὸ τοὺς καταναγκασμοὺς τῆς γλώσσας, τότε θὰ σταματούσαμε νὰ σκεφτόμαστε. […]

Ἡ δυσκολία τοῦ Nietzsche εἶναι πρόδηλη: διαπίστωνε κατ’ ἀρχὰς ὅτι τούτη ἡ βασισμένη σὲ πλασματικὲς κατασκευὲς γνώση εἶναι ἀπαραίτητη στὸν ἀγώνα τοῦ εἴδους μας γιὰ ζωή, δηλαδὴ στὴν ἐκδίπλωση τῆς βούλησης γιὰ ἰσχύ· συνάμα διέκρινε ὅτι τοῦτες ακριβῶς οἱ βιοτικὰ ἀναγκαῖες πλασματικὲς κατασκευὲς εἶναι στὴν οὐσία τους μεταφυσικὲς ἢ ὅτι πάνω τους βασίζεται κάθε μεταφυσική· τὸ λογικὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὶς παραπάνω προκείμενες θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅτι ἀπὸ τὶς μεταφυσικὲς δομὲς σκέψης –ἀνεξάρτητα ἂν αὐτὲς ἔχουν ὡς περιεχόμενό τους κάποιο Ἐκεῖθεν ἢ ὄχι– δὲν μπορεῖ νὰ παραιτηθεῖ κανεὶς δίχως νὰ μειώσει δραστικὰ τὴν ἱκανότητα προσανατολισμοῦ του καὶ νὰ παραλύσει τὴν βούληση γιὰ ἰσχύ, ἡ ὁποία ὀφείλει, ὡστόσσο, νὰ εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀνθρωπολογικὴ σταθερά. Εἶναι ἀντιφατικὸ ν’ ἀπαιτεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν μιὰ πλευρὰ τὴν συνειδητοποίηση τοῦ πλασματικοῦ καὶ συμβατικοῦ χαρακτήρα τῶν ἐννοιολογικῶν δημιουργημάτων καὶ τῆς γνώσης ἐν γένει, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ τονίζει ὅτι «κάθε ροπὴ πρὸς τὸν σκεπτικισμὸ» ἀποτελεῖ «μεγάλο κίνδυνο γιὰ τὴ ζωή». Γιατὶ τὸν σκεπτικισμὸ τὸν γεννᾶ κυρίως ἡ συνειδητοποίηση αὐτή -καί, ἀντίστοιχα, οἱ πλασματικὲς κατασκευὲς καὶ τὰ ψεύδη μποροῦν νὰ ἐπιστρατεύονται κατὰ τὶς ἀνάγκες τῆς βούλησης γιὰ ἰσχὺ ὄχι αὐθαίρετα, παρὰ μονάχα ὅταν πιστεύουν πὼς εἶναι τάχα ἔσχατες κι ἀπαρασάλευτες ἀλήθειες: ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ὅπως γράφει κι ὁ ἴδιος ὁ Nietzsche, ἡ μεταφυσικὴ πρέπει νὰ πραγματεύεται τὶς θεμελιώδεις πλάνες τοῦ ἀνθρώπου σὰν αὐτὲς νὰ ἦσαν θεμελιώδεις ἀλήθειες. Ὅταν ὁ Nietzsche, παρὰ τὴν ἐκ μέρους του ἀνοιχτὴ παραδοχὴ τῆς βιοτικῆς ἀναγκαιότητας τῶν ψευδαισθήσεων, ἐπιτίθεται ἐναντιον τους σφοδρὰ σὰν νὰ μὴν εἶναι τοῦτες βιοτικὰ ἀναγκαῖες, πέφτει ἄθελά του θύμα τῆς ὀρθολογιστικῆς-κανονιστικῆς προκατάληψης σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε τάχα νὰ ὑπάρξει μιὰ κατάσταση στὴν ὁποία ἡ συνειδητὰ ἐπιδιώκώμενη ἀντιστοιχία ἀληθινῆς γνώσης καὶ πρακτικῆς ἀποτελεσματικότητας θὰ μποροῦσε ν’ ἀντικαταστήσει τὴν ἀσυνείδητη συμμετρία μεταξὺ ψευδοῦς συνείδησης καὶ πρακτικῆς ἀποτελεσματικότητας. Καὶ πέφτει θύμα τούτης τῆς προκατάληψης, ἐπειδή, ἀναλύοντας τοὺς μεταφυσικοὺς τρόπους σκέψης, ἔχει σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ μυαλοῦ του –καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖ– ἕνα ἀντι-ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖο ἐπιτάσσει τὴν ὑπέρβαση καὶ μιὰ καινούργια ἀρχή. Στὸ φῶς τοῦ ἀντι-ἰδεώδους αὐτοῦ, οἱ θεμελιώδεις ἔννοιες ποὺ ἀποτελοῦν τὴν βάση τῶν ἀναλύσεών του παίρνουν δύο διαστάσεις ἢ ἕνα «ἀληθινὸ» κι ἕνα «ἐσφαλμένο νόημα». Ἔτσι, διακρίνει ἀνάμεσα στὴ νοσηρὴ βούληση γιὰ ὶσχὺ τῶν ἱερέων καὶ τῶν μεταφυσικῶν, ἡ ὁποία στὴν πράξη ἐκφράζεται ἀπὸ τὶς ἀσκητικὲς ἐπιταγὲς καὶ τὰ παρόμοια, ψευτίζοντας, ἔτσι, τὴ ζωή, καὶ στὴν αὐθεντικὴ βούληση γιὰ δύναμη, γιὰ τὴν ὁποία πιστεύει πὼς βρίσκεται σὲ χαρούμενη συμφωνία μὲ τὴν ἀθωότητα τοῦ γίγνεσθαι […] Καὶ πάλι ἐδῶ ὁ Nietzsche παραβλέπει ὅτι, ὅπως τὰ ψεύδη καὶ οἱ πλασματικὲς κατασκευὲς πρέπει νὰ μεταμφιεσθοῦν σὲ ἀλήθειες γιὰ νὰ μπορέσουν ν’ ἀποκτήσουν πρακτικὴ ἀποτελεσματικότητα, ἔτσι καὶ ἡ ἐπιδίωξη ἰσχύος, ἂν θέλει νὰ τελεσφορήσει μακροπρόθεσμα, δὲν θὰ πρέπει νὰ προβάλλει γυμνή, παρὰ ὡς ἔκκληση γιὰ παραίτηση ἀπὸ τὴν ἰσχύ, δηλαδὴ ὡς ἔκκληση ὑπὲρ τοῦ ἀσκητισμοῦ, τῆς μετριοφροσύνης καὶ τῆς ἠθικῆς ἀλλαγῆς τῆς ζωῆς. […]

… ὁ Nietzsche ἐπικύρωσε ἐκ νέου τὴν ἀναγκαιότητα τῆς μεταφυσικῆς -αὐτὴ τὴ φορὰ ὄχι ἀθέλητα καὶ πάνω στὴν προσπάθεια ν’ ἀποκαλύψει τὴν δομὴ τῆς μεταφυσικῆς σκέψης, παρὰ ὡς ἐκπρόσωπος μιᾶς κανονιστικῆς ἀντίληψης περὶ τῆς «ὑγιοῦς» διάπλασης τῆς ἀνρθώπινης ζωῆς, τὴν ὁποία ἥθελε νὰ θεμελιώσει μὲ ἔσχατα, ἀναφερόμενα στὴν ὑφὴ τοῦ Ὄντος, ἐπιχειρήματα. Μὲ τὴν διδασκαλία γιὰ τὴν αἰώνια ἐπιστροφὴ ὡς «τὸ μέγιστο δυνατὸ συμπλησίασμα ἑνὸς κόσμου τοῦ Γίγνεσθαι πρὸς ἐκεῖνον τοῦ Εἶναι» πρόβαλε κι ὁ ἴδιος ὡς μεταφυσικός· καί, στὸν βαθμὸ ποὺ συνέδεσε τούτη τὴν διδασκαλία μὲ κανονιστικὲς θέσεις κι ἠθικοὺς στόχους, ἀπέδειξε μὲ τὸ ἴδιο τὸ δικό του παράδειγμα ὅτι ἡ μεταφυσικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβαθεῖ ὅσο ὁ κριτικὸς τῆς μεταφυσικῆς δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὶς δικές του κανονιστικὲς θέσεις καὶ ἀντι-ἰδεώδη, ὅσο δηλαδὴ δὲν καταφάσκει τὴν ζωτικὴ ἀναγκαιότητα τῆς ψευδαίσθησης στὶς συγκεκριμένες ἱστορικές της μορφὲς μὲ ἔσχατη συνέπεια -καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσο δὲν θέλει νὰ δεῖ ὅτι ἀκόμα καὶ μιὰ θεωρητικὴ ὑπέρβαση τῆς μεταφυσικῆς ποὺ ἐπιτεύχθηκε ἔτσι καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καμμία πρακτικὴ σημασία.

 

Ἐδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ διακρίνει τί ἑνώνει καὶ τί χωρίζει Νίτσε καὶ Κονδύλη. Ὁ Κονδύλης δὲν πιστεύει ὅτι ἡ θεωρητική, ἡ στὶς θεωρίες τῶν στοχαστῶν μόνο, ὑπέρβαση τῆς μεταφυσικῆς ἔχει πρακτικὴ σημασία, γιατὶ τὸ κοινωνικὸ παιχνίδι τῆς κυριαρχίας κερδίζεται μόνο ἀπὸ ὅσους δημόσια ἀποτάσσονται τὴν ὠμὴ ἰσχὺ καὶ κυριαρχία. Ἡ θέση αὐτὴ τὸν διαχωρίζει κι ἀπὸ τὸν λάκκο τῶν φιλοσόφων ποὺ ὅποτε θέλουν, συγκεκριμένα ὅταν ἐπιτίθενται κατὰ τῶν φιλοσοφικῶν ἀντιπάλων τους, εἶναι μεγάλοι ἀντιμεταφυσικοί, ἐνῶ ἀντιθέτως, ὅταν πρόκειται γιὰ τὶς δικές τους θεωρίες μετατρέπονται σὲ αἰθεροβάμονες μεταφυσικοὺς καὶ ὁραματιστὲς ἑνὸς ἐπίγειου Ἐπέκεινα καὶ Εἶναι. Τὸ τίμημα τῆς ἀξιολογικὰ οὐδέτερης περιγραφικῆς θεώρησης εἶναι ἡ ζωή (ἡ κυριαρχία), καὶ ἡ δημόσια διακήρυξή της εἶναι συγγραφικὴ ματαιοδοξία ἢ περιορισμὸς τῶν ἀξιώσεων κυριαρχίας στὸν μικρόκοσμο τῶν θεωρητικῶν (τῶν ἐπιστημόνων) ἢ συνειδητοποιημένη ἀπὸ τὸν διακηρύξαντα ἀντίφαση -γράφει στὸ Ἰσχὺς καὶ Ἀπόφαση. Δυστυχῶς, ἡ διευκρίνιση αὐτὴ ἔχει γίνει κατανοητὴ ὡς ἀμήχανη ἀντίφαση. Αὐτὸ ὀφείλεται στὶς οὐτοπιστικὲς – μεταφυσικὲς προδιαθέσεις καὶ προϋποθέσεις ὅσων τοῦ ἀσκοῦν κριτική. Μόνο ὅποιος ἔχει πάρει ἀπόφαση ὅτι ὁ κόσμος αὐτὸς ἔτσι ἦταν, ἔτσι εἶναι καὶ ἔτσι θὰ εἶναι, καὶ δὲν ἀλλάζει (ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς μεταφυσικῆς) -μόνο αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἀσκεῖ κριτικὴ ἢ τὴν περιγραφὴ χωρὶς νὰ ἔχει κάποιο κοινωνικὸ ἀντιπρότυπο νὰ προσφέρει. Ἀντίθετα, ὅποιος προσδοκεῖ κολλεκτίβες, κοινότητες, κινήματα, δράσεις, ἀκτιβισμὸ κ.λπ. καὶ ἐπαναστατικὴ ζωὴ χαρισάμενη τοῦ μέλλοντος ἀμήν, αὐτὸς βλέπει μιὰ τεράστια ἀντίφαση. Φυσικά, δὲν εἶναι ὁ Κονδύλης αὐτὴ ἡ περίεργη, μυστηριώδης ἐξαίρεση σὲ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς Ἀνθρωπότητας. Ὁ Θουκυδίδης καὶ οἱ Σοφιστὲς εἶναι παραδείγματα.

Κοινὰ στοιχεῖα ὅμως, Κονδύλη καὶ Νίτσε εἶναι ἡ βούληση γιὰ ἰσχύ, ὡς ἀνθρωπολογικὴ σταθερά, καθὼς καὶ ὁ τονισμὸς τῆς ἀσυνείδητης διάστασης μεταξὺ τῆς αὐτοκατανόησης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν βαθύτερων κινήτρων του. Στὸν Κονδύλη ὅμως, ἡ θέληση γιὰ ἰσχὺ εἶναι παράγωγο τῆς ἀξίωσης γιὰ ταυτότητα – αὐτοσυντήρηση.

Posted in φιλοσοφίες | Tagged , , , | 1 σχόλιο

Βαλαάδες

Γ. Γκλαβίνας, Οἱ Βαλαάδες τοῦ Βοΐου Κοζάνης τὴν περίοδο 1912-1924 μέσα ἀπὸ ἐκθέσεις τοῦ ὑποδιοικητῆ τῆς ἐπαρχίας, Βαλκανικὰ Σύμμεικτα 12-13 (2001-2002) 145-169.

Οἱ κάτοικοι ἂν καὶ ὅπως ὅλοι οἱ τῆς καθ’ ἡμᾶς περιφερείας Βαλλαχάδες εἶναι φανατικοὶ Ὀθωμανοὶ καὶ κατέχονται ὑπὸ αἰσθημάτων σφόδρα τουρκικῶν, εἶναι ὅμως φίλεργοι καὶ φιλήσυχοι  […]

Κατὰ τὴ στροφὴ τοῦ κύριου σώματος τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὴν Κοζάνη ἀνατολικὰ γιὰ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης, στὴν περιοχὴ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας ἀφήνεται ἡ 5η Μεραρχία μὲ σκοπὸ τὴν κάλυψη τῶν νώτων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ποὺ προωθεῖται πρὸς Θεσσαλονίκη. Ἡ Μεραρχία προχωρεῖ ἀπὸ Κοζάνη βόρεια πρὸς τὰ Καϊλάρια (Πτολεμαΐδα), τὰ ὁποῖα καταλαμβάνει, ἀλλὰ σὲ μάχη ποὺ δίνει μὲ τουρκικὲς δυνάμεις στὸ Σόροβιτς (Ἀμύνταιο) ἡττᾶται καὶ ὑποχωρεῖ στὴν Κοζάνη. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὑποχώρησης ἡ Μεραρχία ὑφίσταται ἀπώλειες ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατοίκους τῶν χωριῶν τοῦ κάμπου τῶν Καϊλαρίων, μάλιστα Τοῦρκοι τῶν χωριῶν γύρω ἀπὸ τὴν Κοζάνη ἐπιτίθενται στὴν πόλη ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀναστάτωση ποὺ προκάλεσε ἡ ἥττα στὸ Σόροβιτς, ἀλλὰ ἀποκρούονται ἀπὸ πολιτοφυλακὴ Κοζανιτῶν. […] Οἱ Ἑλληνικὲς δυνάμεις φτάνουν μέχρι τὰ περίχωρα τῆς Καστοριᾶς, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἥττα τῆς 5ης Μεραρχίας ὀπισθοχωροῦν καὶ συγκεντρώνονται στὴ Σιάτιστα. Τὰ ἑλληνικὰ ἔνοπλα σώματα ἀκολουθοῦν καὶ οἱ χριστιανικοὶ πληθυσμοὶ τῆς περιοχῆς γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ ἀντίποινα τῶν Τούρκων. Παράλληλα τακτικὸς τουρκικὸς στρατός, Τοῦρκοι χωρικοὶ καὶ κυρίως οἱ ἄτακτοι τοῦ διαβόητου Μπεκὴρ Ἀγᾶ ἀπὸ τὸ Τσουρχλί (Ἅγιος Γεώργιος) τῶν Γρεβενῶν ἀνακαταλαμβάνουν τὴν περιοχὴ Βοΐου-Γρεβενῶν-Καστοριᾶς καὶ κατευθύνονται στὴ Σιάτιστα γιὰ νὰ πολιορκήσουν τὶς ἑλληνικὲς δυνάμεις ποὺ εἶχαν καταφύγει ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς πρόσφυγες. Τόσο κατὰ τὴν προέλασή τους ὅσο καὶ κατὰ τὴν ὑποχώρησή τους μετὰ τὴν ἥττα στὴ μάχη τῆς Σιάτιστας οἱ τουρκικὲς δυνάμεις μὲ πρωτεργάτες τὸν Μπεκὴρ Ἀγὰ καὶ τοὺς ντόπιους μουσουλμάνους χωρικοὺς λεηλατοῦν καὶ πυρπολοῦν τὰ χριστιανικὰ χωριὰ ἢ συνοικίες σφάζοντας πολλοὺς κατοίκους. Τὴν τύχη αὐτὴ εἶχαν τὸ Βογατσικό, ἡ Κλεισούρα, τὰ Γρεβενά, τὸ Μαύροβο (Μαυροχώρι), ἡ Καλλιστράτη, τὸ Τσουρχλί, τὸ Τσαρούσινο (Μικρόκαστρο), τὸ Δισπηλιό, τὸ Κωσταράζι, ἡ Γιαννοβαίνη (Γιαννοχώρι), τὸ Κεράσοβο κ.ἄ. […] Οἱ Βαλαάδες τῆς περιοχῆς λαμβάνουν μέρος στὶς πολεμικὲς συγκρούσεις καὶ στὶς λεηλασίες εἴτε βοηθώντας τὸν τακικὸ στρατὸ εἴτε ἀκολουθώντας τὸν Μπεκὴρ εἴτε ἐνεργώντας αὐτόνομα. Ἔτσι γυρνώντας στὰ μουσουλμανικὰ χωρὰ ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἐκθέσεις εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ κάτοικοι στὰ χωριὰ Βάιπες, Μπουμπούστι καὶ Λαμπάνοβο ἐπιτίθενται στὸ γειτονικὸ Βογατσικό, ἀλλὰ ἀποκρούονται ἀπὸ τοὺς κατοίκους καὶ ἔνοπλα σώματα. Οἱ κάτοικοι στὴ Γιάγκοβα ἐπιτίθενται στὸ σῶμα τῶν Γαριβαλδίνων στὶς 4 Νοεμβρίου λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ μάχη τῆς Σιάτιστας κατὰ τὴν ὁποία παίρνουν μέρος, ὅπως καὶ οι Βαλαάδες τῆς Βρογγίστας (Καλονέρι), τῶν δύο πιὸ κοντινῶν μουσουλμανικῶν χωριῶν στὴ Σιάτιστα. Μὲ τὴν ἥττα τῶν Τούρκων στὴ Σιάτιστα οἱ ρόλοι ἀντιστρέφονται καὶ οἱ ντόπιοι χριστιανοὶ καθὼς καὶ οἱ ἑλληνικὲς στρατιωτικὲς δυνάμεις, κυρίως τὰ ἀντάρτικα σώματα, ἐκδικοῦνται τοὺς μουσουλμάνους τῆς περιοχῆς λεηλατώντας καὶ πυρπολώντας μὲ τὴ σειρά τους τὰ μουσουλμανικὰ χωριά. […]

Πάντως μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ θὰ περίμενε κανεὶς ἕνα μεταναστευτικὸ κίνημα τῶν μουσουλμάνων τῆς περιοχῆς φοβούμενων περαιτέρω ἐνέργειες ἀντεκδίκησης ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς γείτονες. Ὡστόσο οἱ Βαλαάδες παραμενουν στὴν περιοχὴ καὶ δὲν μετέχουν σὲ μεταναστευτικὲς κινήσεις μουσουλμάνων τῆς Μακεδονίας πρὸς τὴν Τουρκία, παρατήρηση ποὺ ἰσχύει γενικότερα γιὰ τὴ Δυτικὴ Μακεδονία, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι συνέβαινε στὴν Ἀνατολική. […]

…ἡ πολιτικὴ ἀφομοίωσης τῶν Βαλαάδων σὲ καμία περίπτωση δὲν προωθεῖται μὲ βίαια μέσα ἀπὸ τὴν κεντρικὴ ἐξουσία. Τὴν περίοδο ἀπὸ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν Νέων Χωρῶν μέχρι τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν ἡ φιλολογία ποὺ ἀναπτύσσεται καὶ οἱ προτάσεις ποὺ κατατίθενται ἀπὸ ἐπίσημους ἢ μὴ φορεῖς ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀφομοιωτικὴ ἐργασία ἀλλόφυλων ἢ ἀλλόγλωσσων πληθυσμῶν ἐπικεντρώνονται κατ’ ἀποκλειστικότητα στοὺς σλαβόφωνους χριστιανοὺς Ὀρθοδόξους. Ἀντιθέτως, οἱ σκέψεις ἐξελληνισμοῦ τῶν ἐξισλαμισμένων ἑλληνόφωνων Βαλαάδων εἶναι σπάνιες καὶ προέρχονται ἀπὸ τοπικοὺς παράγοντες τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. […]

Ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν βρίσκει τοὺς Βαλαάδες ἀντίθετους, κάτι ποὺ διατυπώνεται τόσο ἀπὸ συλλαλητήρια ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν πρόθεσή τους νὰ ἐκχριστιανιστοῦν γιὰ νὰ παραμείνουν στὰ χωριά τους. Βέβαια, Ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀντίθετες ἀπόψεις ποὺ θέλουν τοὺς Βαλαάδες φανατικοὺς μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαπράξει εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας περισσότερες ἀδικίες καὶ βιαιότητες ἀπὸ τοὺς Κονιάρους, προτάσσεται δηλαδὴ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ φανατισμὸς τοῦ νεοφώτιστου μουσουλμάνου. […] Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι αὐτοὶ ποὺ ὑποστήριξαν τὴν παραμονὴ τῶν Βαλαάδων –ποὺ ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι μουσουλμάνοι ψηφίζουν τὴν ἀντιβενιζελικὴ παράταξη– στὴν Ἑλλάδα ἀνῆκαν στὸ χῶρο τῶν ἀντιβενιζελικῶν…ἐνῶ ὅσοι ἐξέφραζαν ἀντίθετη ἄποψη κινοῦνταν στὸ βενιζελικὸ χῶρο.

[…] …σημαντικὸ ρόλο παίζουν καὶ τὰ θρησκευτικὰ πιστεύω τῶν Βαλαάδων: οἱ σουνίτες ταυτίζονται μὲ τοὺς φανατικοὺς μουσουλμάνους σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς μπεκτασῆδες. […] Ὁ Κ. Ἀγγελῆς γράφει γιὰ τοὺς Βαλαάδες τοῦ Τσοτυλίου ὅτι μπορεῖ φαινομενικὰ νὰ ἔδειχναν φιλία πρὸς τοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα μισοῦσαν τὴ χριστιανικὴ θρησκεία καὶ κάθε τὶ ἑλληνικό, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι μετανάστευσαν μὲ τὴ θέλησή τους στὴν Τουρκία. Στὴ Βίνιανη πάλι, μαρτυρίες προσφύγων χαρακτηρίζουν τὴν ἐπὶ ἕνα ἐξάμηνο συγκατοίκησή τους μὲ τοὺς Βαλαάδες ἄριστη. […] Τὸ ἴδιο ἰσχύει βέβαια καὶ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν χριστιανῶν. Ἔτσι, οἱ μουσουλμάνοι τῆς Γιαγκόβης, τοῦ χωριοῦ ἐκείνου ποὺ ὑπέστη τὶς μεγαλύτερες καταστροφὲς ἀπὸ τὰ ἀντίποινα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ καὶ στρατοῦ, εἶναι φανατικοὶ Ὀθωμανοὶ μὲ ἔντονα τουρκικὰ αἰσθήματα, ἐνῶ οἱ σχέσεις μὲ τοὺς γείτονες χριστιανοὺς τῆς Σιάτιστας δὲν εἶναι καθόλου ἁρμονικές… Στὸν ἀντίποδα…θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παραθέσει παραδείγματα ποὺ οἱ χριστιανοὶ προστάτευσαν τοὺς Βαλαάδες γείτονές τους. Οἱ χριστιανοὶ λοιπὸν τῆς Δάφνης ἐμποδίζουν τὸ σῶμα τοῦ καπετᾶν Μπέλου νὰ κακομεταχειριστεῖ τοὺς Βαλαάδες τῆς γειτονικῆς Βρόστιανης (Ἅγ. Ἀνάργυροι).

Τὸ ἐθνικὸ ποιόν τους οἱ, τάχα «Ἕλληνες», Βαλαάδες τὸ ἔδειξαν οἱ ἴδιοι πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1912 χτυπώντας πισώπλατα τὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ καὶ τὰ ἑλληνικὰ χωριά. Οἱ κάτοικοι πολλῶν ἑλληνορθόδοξων τέτοιων χωριῶν ἦρθαν προσωρινὰ στὸ δικό μου χωριὸ ὡς διωγμένοι πρόσφυγες, κι οἱ Τοῦρκοι πλησίασαν καὶ στὸ δικό μας, γιὰ νὰ τὸ κάψουν κι αὐτό, ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφεραν. Οἱ διηγήσεις τῶν παππούδων μου σὲ μένα μοῦ ἠχοῦν ἀκόμη σὰ χτεσινές. Ἔχω ἀκούσει καὶ γιὰ περιπτώσεις ἐκχριστιανισμένων μεταξὺ 1912-1924 Βαλαάδων, ποὺ παρέμειναν. Ἡ θέλησή τους νὰ παραμείνουν στὴ Δυτικὴ Μακεδονία ὀφείλεται, φυσικά, στὸ γεγονὸς ὅτι κατεῖχαν τὰ περισσότερα κι εὐφορότερα κτήματα, κι ὄχι στὸ ὅτι «θυμόντουσαν» (σώπα…) ὅτι ἦταν «Ἕλληνες στὴ φυλή» ποὺ ἐξισλαμίστηκαν πρόσφατα (ἄχ, τοὺς καημένους).

Ἐδῶ φαίνεται καὶ ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ ὅσων κρυφοάπιστων, μὴ βαθιὰ Χριστιανῶν τοτινῶν Ἑλλήνων (τοῦ 1910-1920), ποὺ πίστευαν ὅτι ἦταν ποτὲ δυνατὸς ὁ διαχωρισμὸς θρησκείας κι ἐθνότητας. Αὐτὰ προξενεῖ ἡ δυτικὴ θεωρία περὶ «ἑλληνικῆς φυλῆς» τῶν Ἑλληναράδων (μαζὶ μὲ τοὺς πολυπολιτισμικοὺς Ἀριστερούς): ἑλληνοποιεῖ τοὺς Βαλαάδες, δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ ἐνῶ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία τὴν περνοῦσαν φίνα ὡς «παιδιὰ τοῦ ἀνώτερου θεοῦ» καὶ Μουσουλμάνοι σὲ βάρος μας, ξαφνικὰ μετὰ τὸ 1912 ἔγιναν «δικοί μας, σὰν κι ἐμᾶς», συμφεροντολογικὰ «Ἕλληνες».

Σὲ κάθε περίπτωση, ὁ τονισμὸς τῆς διαφορᾶς φιλήσυχων Μπεκτασήδων καὶ φανατικῶν Σουνιτῶν φαίνεται ὑπερβολικός. Ναί, ὑπῆρχαν διαβαθμίσεις ἀγριότητας (ἄλλο Σουνίτες κι ἄλλο Μπεκτασῆδες), ναί, οἱ καθημερινὲς σχέσεις (παζάρια, νοίκι χωραφιῶν ποὺ ἀνῆκαν στὸν πασά) ἦταν ἀναπόφευκτες –μοῦ ἔλεγαν καὶ ἡ μία γιαγιά μου καὶ ὁ ἄλλος παππούς μου–, ἀφοῦ τὰ χωράφια ἀνῆκαν στοὺς Μουσουλμάνους. (Τὸ δικό μου χωριὸ ἦταν μᾶλλον τὸ πρῶτο τῆς περιοχῆς ποὺ ἀπέκτησε νόμιμα δικαιώματα σὲ κάποια ἀπὸ τὰ χωράφια ποὺ καλλιεργοῦσε, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, τὸν 19ο αἰ.) Ἀλλὰ ὣς ἐκεῖ. Δὲν μιλῶ βέβαια γιὰ τοὺς Κόνιαρους, αὐτοὶ ἀσύγκριτοι. Μόνο μὲ θαύματα ἔφευγαν -τουλάχιστον ἔτσι λέει μιὰ τοπικὴ ἀφήγηση.

Ἀφοῦ ἔδειξαν τὸ 1912 πόσο Ἕλληνες δὲν ἦταν, δὲν εἶχε καμμία σημασία ἂν οἱ Βαλαάδες ἦταν «φανατικοὶ» ἢ «φιλήσυχοι» Μουσουλμάνοι (Σουνίτες ἢ Μπεκτασῆδες). Ξέρουμε τοὺς Μουσουλμάνους καλά, 1400 χρόνια τώρα. Δὲν τοὺς γνωρίσαμε ἀπὸ τὰ ἀποικιακὰ κι ἐδώδιμα, ὅπως οἱ τυχεράκηδες Ἀγγλογερμανοί. Πρῶτοι ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες, τοὺς γνωρίσαμε. Σοῦ κάνουν τὸν καλὸ γείτονα, τὸν φιλήσυχο ἀγρότη καὶ ἀστό, καὶ τὴν ἄλλη μέρα σὲ πεταλώνουν, σοῦ κλέβουν τὸ παιδί, σοῦ βιάζουν τὴ γυναίκα στὸ χαρέμι, σὲ γδέρνουν ζωντανὸ «διότι», λέει,  «ἐφανατίσθησαν ὑπὸ χότζα τινός». Καὶ διότι δὲν ἀντέχουν νὰ ἔχουν ἴσα δικαιώματα μὲ τὴν κάστα τους οἱ Γκιαούρηδες. Ἀλίμονο στὶς μελλοντικές, τελευταῖες, γενιὲς Ἑλλήνων ποὺ θὰ συγκατοικήσουν μὲ τοὺς Ἄραβες «πρόσφυγες».

Ἐπίσης, βλέπει κάποιος πόσο εὔκολα γιὰ ἐκλογικὰ κέρδη μερικοὶ τοτινοὶ Ἕλληνες ἦταν πρόθυμοι νὰ ἀφήσουν αὐτὰ τὰ τυχοδιωκτικὰ φίδια νὰ παραμείνουν στὴ Δ. Μακεδονία, τάχα ὡς «φυλετικὰ Ἕλληνες». Μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι ἦταν Ἕλληνες. Οἱ ἄλλοι εἴτε καταλήγουν Δυτικοὶ «μὲ τὰ ὅλα τους», Γερμαναράδες ψηλομύτηδες καὶ πεπαιδευμένα Γαλλάκια, εἴτε καταντοῦν Τοῦρκοι. Στὸ χωριό μου δὲν εἴχαμε ποτὲ Τούρκους. Πράγματι, μοῦ ἔρχεται ἐμετὸς στὴ σκέψη ὅτι θὰ ἔμεναν στὴν περιοχή μας, δίπλα στὴ γῆ τῶν πατέρων μου, πληθυσμοὶ Μουσουλμάνων, μὲ μποῦρκες καὶ τζαμιὰ κι ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ τὰ βλέπουμε ὑποχρεωτικὰ κατάμουτρα, ἐνῶ πλέον εἴχαμε ἀπελευθερωθεῖ. Πῆγαν στὰ τσακίδια, καὶ καλὰ νὰ περνᾶν μὲ τοὺς αἱμοχαρεῖς Κούρδους καὶ τοὺς Ἀσπροπροβατάδες.

Posted in Ελλάδα, Ισλάμ, Μακεδονία, Τούρκοι, Χερσόνησος του Αίμου, θρησκεία | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ὑπογραφές

3 ἀνύπαρκτες ὑπογραφὲς ἀπὸ τὶς 250 ὑπὲρ τῆς Συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ δὲν εἶναι δὰ καὶ τεράστια ἐπιτυχία. Κάπου θὰ παράπεσε, κάπου κάποιος συριζαῖος βλάκας μέσα στὴ βιασύνη του δὲν περίμενε τὸ ἀπαντητικὸ θετικὸ μήνυμα. Ἔτσι γίνονται αὐτά. Ἀναρωτιέμαι ἂν οἱ ἴδιοι ποὺ καταγγέλλουν τοὺς διανοούμενους (δὲν ἔχω καμμία, μὰ καμμία, διάθεση νὰ τοὺς ὑπερασπιστῶ) χαίρονται γιὰ τὶς 3-4 ὑπογραφές. Παλιά, καὶ τὰ δέντρα ψήφιζαν. Ἂς ἀρκεστοῦμε στὸ γνωστό, γιὰ τοὺς ἀποξενωμένους διανοούμενους ποὺ κάθε τόσο μπήγουν καὶ μιὰ μαχαιριὰ στὴν Ἑλλάδα. Ὄχι σὰν κι ἐμᾶς, τοὺς πολύτεκνους καὶ μὴ-σκυλάδες, μὴ-τηλεορασάκηδες, μὴ-κερατάδες, καλοὺς τυπικὰ καὶ ὄχι μόνο Χριστιανούς, μὴ-προσλαμβάνοντες ἀλλοδαποὺς ἐργάτες τὸ ’90, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαετίες ἀντιστεκόμασταν στὴν ἄθεη ἰντελιτζενσία (τοῦ Χριστόδουλου αὐτό). Ἐγὼ πάντως, θὰ ἀρκεστῶ στὸ γνωστὸ μοτίβο.

Posted in Αριστερά, Ελλάδα, Χωρίς κατηγορία, κοινωνία | Tagged | Σχολιάστε

Παληὰ ἀστικὰ σπίτια

ἀρχεῖο Ε.Λ.Ι.Α. κ.ἄ.

Θεσσαλονίκη:

2e31-007

 

Σκόπελος:

l216-006

Κοζάνη, ἐσωτερικὸ ἀρχοντικοῦ:

l217-109

l217-110

Ὕδρα:

l216-042

Σκιάθος:

l216-009

Ἕνα ἀπὸ τὰ δράματα τοῦ νεοέλληνα ἀρχιτέκτονα εἶναι ὅτι κατανοεῖ ὡς «χωριάτικα» τὰ ἀστικὰ σπίτια τῶν νεοελληνικῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων. Τὰ σπίτια τῶν ἀστῶν π.χ. τῆς Καστοριᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονταν ἀπὸ Βιέννη ὣς Κωνσταντινούπολη, εἶναι σπίτια βέρων, ἀμόλυντων (εἰρωνικὸ αὐτό), Ἑλλήνων (ἀρχοντο)χωριατῶν. Μερικοὶ μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χωριάτες ἦταν ἀθεράπευτα ἐκτουρκισμένοι (βλ. ἀρχοντικὸ Κοζάνης). Ὅταν ἔχεις φάει τόνους νεοκλασσικοῦ καὶ μοντέρνου, τὰ ὑπόλοιπα εἶναι γιὰ σένα τούρκικα καὶ χωριάτικα. Ὁ κόσμος ξεκίνησε τὸ 1833 καὶ τὸ 1950 στὴν Ἀθήνα. Πετᾶς καὶ τὴν ρετσινιὰ τῆς παραδοσιοκρατίας καὶ ἡσυχάζεις. Κι «ὁ κόσμος δὲν γυρίζει πίσω», βεβαίως. Ἂν δὲν εἴμαστε ντανταϊστὲς καὶ bauhaus, εἴμαστε μονότονοι κι ἐπαναλαμβανόμενοι. Τό μίσος γιὰ τὰ στολίδια, ἡ λατρεία γιὰ τὰ σπίτια-κουτιά, ἢ γιὰ τὸν ἀνορθολογισμὸ μετὰ τὸν Α’ Π.Π., εἶναι ἐκσυγχρονισμὸς τῆς παράδοσης καὶ ἐξευρωπαϊσμός.

Ἀθήνα, ἀστικὲς αὐλές 1950 / 1960: Ὅ,τι πιὸ πανάρχαιο εἶχε ἡ ἀστικὴ Ἑλλάδα:

αυλή 1950

Δημήτρης Παπαδήμος Πλάκα 1960

Posted in παράδοση, Ελλάδα | Tagged , , | Σχολιάστε

Θυσία: αἰγῶν ἔμβρυα

Μιὰ καλὴ Ἑλληνίδα, ἡ Βήρα, κάπου στὸν 3ο ἢ τὸν 4ο αἰ. ἀναφέρει ὅτι πῆγε στὴν Πάτμο, τόπο καταγωγῆς της, καὶ θυσίασε στὴν Ἄρτεμη μιὰ ἔγκυο κατσίκα:

ἀγαθῆι τύχηι.

αὐτὴ παρθενικὴ Ἐλαφηβόλος ἀρήτειραν

θήκατο κυδαλίμην Γλαυκίεω θύγατρα

ὑδροφόρον Βήραν, Πατνίηι παραβ[ώ]μια ῥέξαι

σπαιρόντ[ω]ν αἰγῶν ἔμβρυα καλλιθύτων·

εἰν Ἄρτει δ’ ἐτράφη νεαρὴ παῖς, ἡ δὲ τιθήνη

ἐκ γενετῆς Βήρας κ[αὶ] τροφός ἐστι Πάτνος,

νῆσσος ἀγαυοτάτη Λητωΐδος, ἧς προβέβηκε

βένθεσιν ΛΝ<Α>ΛΗΣ ἕδρανα ῥυομένη{ι}

ἐ̣ξ̣ό̣τε μιν Σκυθίηθεν ἀρήϊος εἷσεν Ὀρέστης,

παυσάμενος στυγερῆς μητροφόνου μανίης·

νῦν̣ δ’ ἐρατὴ Βήρ̣α̣, θυγάτηρ σοφοῦ ἰητῆρος

Γλαυκ[ί]εω, β̣ο̣υλαῖς Ἀρτέμιδος Σκυθίης

Αἰγαίου πλ[ώ]σασα ῥό̣ου δυσχείμερον οἶδμ̣α,

ὄργια κ[αὶ] θαλίην, ὡς θέμις, ἠγλάϊσεν.

εὐτυχῶς.

 

 

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Ελλάδα, θρησκεία | Tagged , , | Σχολιάστε

Πάντα τὰ ἴδια

Posted in πολιτικά, Ελλάδα | Tagged , , | Σχολιάστε

Ζέστα

Ἐλαφρῶς παχὺ ζήτα, μὲ ἴσα ποὺ ἀκούγεται γιώτα μεταξὺ ζήτα καὶ ἔψιλον. Γιὰ τὶς ἀπελάσεις κάνω λόγο. Ἦταν ποὺ ἦταν χάλια ἡ κατάσταση, μὲ τοὺς ὁδηγοὺς νὰ βγάζουν φλὰς τὴν τελευταία στιγμή, ἢ νὰ μὴ βγάζουν, ἢ νὰ βγαίνουν ἄξαφνα ἀπὸ τὸ στενὸ παρόλο ποὺ σὲ εἶδαν, καὶ τοὺς μεσήλικες χαιτάδες πεζοὺς νὰ περνᾶν διαγώνια τὰ σταυροδρόμια μέσα στὸν λιοπύρι, τώρα ἄρχισε ἡ Ρωσολογία.

Οἱ Μουσουλμάνοι περνᾶν δυστυχισμένα 200 – 200 τὴν ἡμέρα τὸ Αἰγαῖο, κι ἐμεῖς, ποὺ τὸ καταπίνουμε ἀβέρτα γιὰ νὰ μὴν μᾶς ποῦν φασίστες οἱ φίλοι κι οἱ ἐχθροί μας, ἀναρωτιόμαστε γιατί ἀπελαύνονται οἱ Ρῶσοι κι ὄχι οἱ Τοῦρκοι. Γιατὶ ὅποιος προλάβει πρῶτος νὰ καταλάβει τὸ ξέφραγο ἀμπέλι αὐτὸς διατάζει, νά γιατί. Τὸ οἰκόπεδο κατέλαβε πρώτη ἡ Ἀμερική, αὐτὴ διατάζει. Τίποτε ἄλλο. Εἶναι τελείως ἐξηγήσιμο λοιπὸν ὅ,τι κάνει ἡ κυβέρνηση, ὁποιαδήποτε ἑλληνικὴ κυβέρνηση μετὰ τὴ Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Ἂν ἔπρατε τὸ ἀνάποδο, τότε θὰ ἦταν ποὺ θὰ μᾶς παραξένευε (εὐχάριστα).

Ἀσφαλῶς, καταλαβαίνω καὶ ἐν μέρει συμφωνῶ: Ὅσο κι ἂν ἡ Ἑλλάδα εἶναι καὶ ἦταν μπανανία, πάντα θὰ εἶχε κάποια περιθώρια ἐλευθερίας. Ἑπομένως θὰ μποροῦσε νὰ μὴν διώξει τοὺς ρώσους διπλωμάτες. Γενικά, συμφωνῶ μὲ τέτοια ἄποψη γιὰ τὴ θέση τῶν μικρῶν κρατῶν. Παραδείγματα ἔχουμε. Δὲν μπορῶ λοιπὸν νὰ ἀποκλείσω εἰδικὰ τέτοιο ἐνδεχόμενο ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸ θεωρήσω δεδομένο μπορῶ. Ἁπλά, δὲν ξέρουμε τί συζητιέται στὰ τηλεφωνήματα καὶ στὶς ἐπισκέψεις. Δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἂν στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα εἶχε περιθώρια νὰ κάνει ὅ,τι θέλει. Ὅσο κι ἂν φαίνεται πιθανότερο ὅτι δὲν θὰ ἐνόχλησαν οἱ «ρῶσοι πράκτορες» τὴν κυβέρνηση (ἢ τὶς ΗΠΑ), τὸ τί εἶναι ἀναμενόμενο δὲν συμπίπτει ἀπαραίτητα ἢ πάντοτε μὲ ὅ,τι ἔχει γίνει. Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ΗΠΑ, ἄλλωστε, ἔχουμε ἕνα συνδυασμὸ ὁμάδων καὶ συμφερόντων: Ὁ Τρὰμπ κάθε δυὸ μέρες ἀλλάζει ἄποψη γιὰ τὴ Ρωσία ἐνῶ τὸ κλιντονικὸ – ὀμπαμικὸ (παρα)κράτος εἶναι ρωσοφάγοι, καθένας ἐκ τῶν ὁποίων ὁρίζει διαφορετικὰ σαντζάκια τῆς παγκόσμιας κυριαρχίας.

Βεβαίως, ὅσο ἀνακατεύεις (εἴτε θὲς λόγῳ ἀντιρωσισμοῦ εἴτε ἐξαιτίας ἐπίδειξης ὑποτέλειας εἴτε σὲ διατάζουν καὶ δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις ἀλλιῶς) τὸ βόθρο, αὐτὸς ἀναπόφευκτα βρωμᾶ περισσότερο: Θυμώνουν οἱ Ρῶσοι, ξεθυμώνουν οἱ ΗΠΑνοί, τὸ κλωτσοσκούφι κλωτσιέται μὲ περισσότερη ὀργὴ κ.ο.κ. Ἂν ἀντιθέτως ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶχε περιθώρια γιὰ ἀρνήσεις ἀλλὰ ἀρνιόταν τὴ διαταγὴ τῶν ΗΠΑ, τότε πάλι θὰ βρισκόταν σὲ μπελάδες καὶ θὰ ἦταν ἀνυπεράσπιστη, ὅπως τὸ 2007-8. Πές μου, ἐσύ, τί εἶναι καλύτερο. Προφανῶς σὲ ἕνα ἰδανικὸ σύμπαν δὲν θὰ ὑπῆρχαν Τοῦρκοι πρόξενοι στὴ Θράκη οὔτε καὶ θὰ γίνονταν ἀποδεκτὲς τέτοιες διαταγὲς τῶν ΗΠΑ. Καὶ οἱ Μουσουλμάνοι -φυσικά!- δὲν θὰ περνοῦσαν τὸ Αἰγαῖο. Ἀλλὰ ἂς προσγειωθοῦμε στὸ πραγματικὸ σύμπαν, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, τουλάχιστον γιὰ νὰ τὸ καλυτερεύσουμε.

Posted in Αριστερά, Δύση, Ελλάδα, Ρωσία | Tagged , , | Σχολιάστε

Π. Κονδύλης (11-7-1998), εἴκοσι χρόνια μετά

Ἀπὸ τὸν Εὐρωπαϊκὸ Διαφωτισμό:

Θὰ ἦταν ἀσφαλῶς ἐπιφανειακὸ νὰ ἀποδώσουμε τὴν ἐμφάνιση τοῦ νεότερου σκεπτικισμοῦ στὴ γενικὴ ἀναβίωση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας κατὰ τὴν Ἀναγέννηση. Γιατὶ πρῶτα θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσουμε γιὰ ποιὸν λόγο οἱ ἀρχαῖοι σκεπτικοὶ προκάλεσαν τὸ ἐνδιαφέρον. Ἐπίσης, εἶναι πολὺ μονομερές –ἴσως καὶ παραπλανητικό– τὸ νὰ θεωρεῖται ὡς μόνη πραγματικὴ αἰτία τῆς γένεσης καὶ τῆς ἐξάπλωσης τοῦ πρώιμου σκεπτικισμοῦ τῶν Νέων Χρονων, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπανανακάλυψη τοῦ Σέξτου, ἡ πνευματικὴ κρίση ποὺ δημιούργησε ἡ Μεταρρύθμιση. Τὸ προτεστατνικὸ αἴτημα, ὅτι ἡ συνείδηση τοῦ ἀτόμου πρέπει νὰ ἀποφασίζει γιὰ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς Γραφῆς, ὁδήγησε ἀναμφίβολα σὲ χάος ἑρμηνειῶν καὶ ἔτσι, ἔμμεσα, καὶ στὸν σκεπτικσιμό […]. Ὅμως, ἡ διαμάχη τούτη οὔτε ἐμπεριέχει οὔτε καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν οὐσιαστικὴ πλευρὰ τοῦ νεότερου σκεπτικισμοῦ. Γιατὶ ἐδῶ ἀπαιτεῖται μονάχα ἡ ἐξάλειψη τοῦ σκεπτικισμοῦ διαμέσου τῆς ἰσχύος μιᾶς ἀρχῆς (τῆς Ἐκκλησίας), ἡ ὁποία, ὡστόσο, θεωρεῖται κάτοχος τῆς ἀλήθειας. Ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ πρακτικὴ σημασία τῆς ἀλήθειας δὲν ἀμφισβητοῦνται μέσα στὴν ἀναμέτρηση τῶν θρησκευτικῶν ὁμολογιῶν ἀπὸ καμιὰ παράταξη· ἀμφισβητεῖται μόνο τὸ δικαίωμα τοῦ ἀντιπάλου νὰ μιλᾶ στὸ ὄνομά τους. […] Πραγματικὸς σκεπτικισμὸς μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ ἐδῶ μονάχα στὸν νοῦ ἑνὸς τρίτου, ὁ ὁποῖος εἴτε εἶναι ἀμέτοχος παρατηρητὴς εἴτε κάποιος ποὺ ζητᾶ καί (ἀκόμη) δὲν βρίσκει.

Θὰ πλησιάσουμε πολὺ περισσότερο στὴ σύλληψη τῶν εἰδοποιῶν γνωρισμάτων τοῦ νεότερου σκεπτικισμοῦ, ἂν θεωρήσουμε τὴν ἐποχὴ τῆς Μεταρρύθμισης καὶ τῶν θρησκευτικῶν πολέμων ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ μόλις γεννώμενου σύγχρονου κράτους. Γιὰ νὰ τερματίσει τὸ χάος τῶν θρησκευτικῶν πολέμων, τὸ ἀπολυταρχικὸ κράτος ἔπρεπε νὰ θέσει μὲ ἀποφασιστικότητα στὸ περιθώριο τὸ πρόβλημα τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀνεξιθρησκεία καὶ ἡ εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν πολιτῶν, μὲ σκοπὸ τὴ συντήρηση καὶ αὔξηση τῆς κρατικὰ ὀργανωμένης ἰσχύος τῆς κοινότητας ἀπέναντι σὲ ἄλλες κοινότητες, γίνονται δυνατὲς μονάχα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ κράτος παραιτεῖται ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς «μόνης ἀληθινῆς» θρησκείας πάνω στοὺς ὑπηκόους του. Τὸ κύρος του δὲν ἔγκειται στὸ ὅτι βρίσκει «τὴν» ἀλήθεια καὶ τὴν κάνει δεσμευτική, ἀλλά, ἀπεναντίας, στὸ ὅτι παρακάμπτει τὴν ἀλήθεια, κηρύσσοντάς την ἰδιωτικὴ ἀπόφαση. Ἡ θέση τοῦ Hobbes: «Ἡ ἐξουσία καὶ ὄχι ἡ ἀλήθεια δημιουργεῖ τὸν κόσμο» προετοιμάζεται, καθὼς εἶναι γνωστό, ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν Γάλλων Politiques, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸν παραμερισμὸ τοῦ προβλήματος τῆς ἀλήθειας γιὰ χάρη τῆς εἰρήνευσης τοῦ κράτους. Ὁ παραμερισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὸν σκεπτικισμό· δὲν ἦταν τυχαῖο ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς θερμότερους ὑποστηρικτὲς τοῦ ἀπολυταρχικοῦ κράτους στρατολογήθηκαν ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς κύκλους τῶν σκεπτικιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπογράμμιζαν τὴ σχετικότητα καὶ παροδικότητα τῆς ἑκάστοτε ἠθικῆς καὶ ἀλήθειας, ὅπως καὶ τὸν πεπερασμένο χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης νόησης στὴν ἐξάρτησή της ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις. Ἡ ὑποταγὴ τοῦ προβλήματος τῆς ἀλήθειας στὶς ἀνάγκες τοῦ κράτους (ὡς φορέα ἰσχύος) συναρτᾶται, πάλι, στενὰ μὲ τὸ ἐπίμαχο θέμα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στὸν μακιαβελλισμό (ὡς θεωρία τοῦ κράτους ἰσχύος) καὶ τῆς σκεπτικιστικῆς τοποθέτησης. Προπαντὸς οἱ συντηρητικοὶ συνήθιζαν, ὅπως ἦταν φυσικό, νὰ ταυτίζουν μακιαβελλισμό, σκεπτικισμό, ἀνηθικισμὸ καὶ ἀθεϊσμό. Μολονότι μιὰ τέτοια ἀδιαφόριστη θεώρηση περιέχει ἕναν ἀληθινὸ πυρήνα, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ψυχρὴ χρησιμοποίηση τῆς θρησκείας ἐκ μέρους τοῦ κυριάρχου, καὶ γιὰ τοὺς δικούς του σκοπούς, προϋποθέτει ἀκριβῶς τὴν ἀδιαφορία τόσο ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια τῆς ἑκάστοτε θρησκείας, ὅσο καὶ ἀπέναντι στὸ πρόβλημα τῆς ἀλήθειας γενικά. (Καὶ οἱ πιστοὶ συνδέουν συχνά, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, τὴν ὑπεράσπιση τῆς πίστης τους μὲ τὴν ἐπιδίωξη συγκεκριμένων πολιτικῶν σκοπῶν, στὴν περίπτωση αὐτὴ ὅμως γεννιέται φανατισμὸς καὶ ὄχι ὁ σκεπτικισμὸς ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε ἐδῶ.) Σὲ μερικὲς ἐξίσου περιβόητες ὅσο καὶ διαβόητες σελίδες ὁ Machiavelli εἶχε ἐξάρει τὴ σημασία τῆς θρησκείας γιὰ τὴν πειθάρχηση τῆς κοινωνίας καὶ γιὰ τὴν ἐπίτευξη πολιτικῶν, γενικά, σκοπῶν ἀπὸ σκοπιὰ καθαρὰ πραγματιστικὴ-λειτουργική. Ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονταν τὴ στενὴ συνάφεια μακιαβελλισμοῦ καὶ ἀθεϊσμοῦ, καυτηρίαζαν προπαντὸς τὴν καθαρὰ πολιτικὴ χρησιμοποίηση τῆς θρησκείας, δὲν τὸ ἔκαναν, ἴσως, τόσο γιατὶ σκανδαλίζονταν ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Machiavelli ὡς πρὸς τὴν ἀνικανότητα τοῦ ἀκοσμικοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ἐνισχύσει τὸ πατριωτικὸ φρόνημα, ὅσο ἐξαιτίας τῆς πεποίθησής του, ὅτι ἀκόμη καὶ ψευδεῖς θρησκεῖες ἢ θρησκευτικὲς δοξασίες, δημιουργημένες ἀπὸ τὶς ἀπάτες καὶ τοὺς ψυχροὺς ὑπολογισμοὺς ἑνὸς κυριάρχου, θὰ μποροῦσαν θαυμάσια νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἑκάστοτε ἐπιθυμητὴ λειτουργία. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀναγωγὴ τῆς θρησκείας στὴν πολιτικὴ χρησιμότητα, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς θρησκείας, δὲν μποροῦσε νὰ συγχωρέσει ὁ Campanella στὸν Machiavelli καὶ στοὺς Politiques. Καὶ πράγματι, τὸ χάσμα ἦταν ἀγεφύρωτο.

 

Ἕνα κενὸ ποὺ δὲν ἀναπληρώνεται μὲ τίποτε στὴν ἀριστερὴ Ἑλλάδα.

Τὸ πατρικὸ τοῦ Παναγιώτη Κονδυλη:

greece_2009_061

Posted in φιλοσοφίες, Δύση, αθεϊσμός | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

᾿Ιακανὰ

Huqoq. Συναγωγὴ τοῦ 5ου μ.Χ. μὲ ὡραῖα ψηφιδωτά. Τὰ παραθέτω ἐπειδὴ ἐκτὸς ἀπὸ ὡραῖα δείχνουν καὶ τὴν καλλιτεχνικὴ ὑποταγὴ τοῦ ἀνεικονικοῦ Ἰουδαϊσμοῦ στὶς ἑλληνικὲς παραδόσεις καὶ τὸν πολιτισμό, ἀλλὰ κι ἐπειδὴ ὡς ἀπόδειξη ἑβραϊκῆς παρουσίας σπᾶνε τὰ νεῦρα τῶν φιλο»παλαιστίνιων» ποὺ θὰ ἤθελαν ἢ ποὺ φαντάζονται τὴν περιοχὴ ἐκείνη χωρὶς Ἑβραίους (καὶ Χριστιανούς, ἐννοεῖται) μετὰ τὸ 135 μ.Χ., καὶ συνεπῶς δικαιωματικὰ ἁρπαγμένη ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸν 7ο αἰ.

ancient-huqoq-synagogue-mosaics-min

 

ancient-huqoq-synagogue-mosaics_1-min

ancient-huqoq-synagogue-mosaics_4-min

Προσωποποίηση μήνα:

ancient-huqoq-synagogue-mosaics_6-min

Ἐργάτης στὸν Πύργο τῆς Βαβέλ:

ancient-huqoq-synagogue-mosaics_7-min

Posted in Εβραίοι, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , | Σχολιάστε

Ἀρχαῖο γυαλί

Ἀφγανιστάν, 1ος μ.Χ. αἰ. ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια:

aad77856b7cd7a62d9f9b4c29921fd22

1480f30c5496ce6b22ffd8c9bfb24e0e-ancient-rome-ancient-greece

 

2a639ed38b7330a743e02b8d62168902-painted-cups-roman-art

i_sid51044_1024opt-2000x1000_q85

Ἡ ἁρπαγὴ τῆς Εὐρώπης -στὴ μέση τῆς Ἀσίας:

goblet_abduction_of_europa_begram_hoard_guimet_mg21228_n02

Ὅταν οἱ Δυτικοὶ ἀποκαλοῦν «ρωμαϊκὸ» κάτι ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ Ἀλεξάνδρεια, γελᾶμε πικρόχολα βεβαίως. Στὸ Ἀφγανιστὰν τοῦ 1ου αἰ. μ.Χ., πάντως, ζοῦσαν σὲ ἄλλους κόσμους, ὡραίους. Ἐνῶ τώρα.

 

Posted in Αρχαιότητα, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , , | Σχολιάστε

Κόρινθος: λατρεία στὴν κρήνη τῶν λύχνων

corinth-fountainoflamps

Γιὰ κάμποσες δεκαετίες, ἢ μᾶλλον γιὰ κάτι παραπάνω ἀπὸ ἕναν αἰώνα περίπου (5ο – 6ο), στὸ ἴδιο μέρος, Ἐθνικοὶ καὶ Χριστιανοὶ ἄφηναν λυχνάρια μὲ διάφορες εὐχὲς κι ἐπικλήσεις. Πόσο χριστιανοὶ ἦταν οἱ Χριστιανοὶ αὐτοὶ εἶναι δύσκολο νὰ εἰπωθεῖ λαμβάνοντας ὑπόψη τὶς εὐχές τους. Φαίνεται ὅτι οἱ Ἐθνικοὶ πίστευαν στὶς Νύμφες ποὺ κατοικοῦσαν ἐκεῖ, ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ ὅτι κατοικοῦσαν ἄγγελοι. Βλέπουμε ἔτσι τὶς ἀπόψεις τῶν χριστιανικῶν κατώτερων κοινωνικῶν στρωμάτων, ἀφοῦ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχε ἐκκλησία. Πάντως, τὸ τεράστιο πλῆθος τῶν λύχνων καθιστᾶ ἀναπόφευκτο τὸ συμπέρασμα ὅτι Χριστιανοὶ καὶ μὴ Χριστιανοὶ συναντιόντουσαν στὸν (μικρὸ σὲ μέγεθος) «ἱερὸ χῶρο» (ποὺ εἶναι ἄγνωστο γιατί θεωρήθηκε τέτοιος). Τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν παγανιστικὰ καὶ χριστιανικὰ λυχνάρια μαζί, τὴν ἴδια ἐποχή, χωρὶς ἐνδείξεις καταστροφῶν, ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς μαρτυρίες γιὰ θρησκευτικὴ ἀντιπαλότητα καὶ μίσος γιὰ τὶς ὁποῖες κάνουν λόγο τὰ κείμενα τῶν ἀνώτερων τάξεων καὶ τῶν μορφωμένων, Χριστιανῶν καὶ Ἐθνικῶν. Πράγμα πού, μὲ τὴ σειρά του ἀμφισβητεῖ τὴν ἑρμηνεία τῆς βίας ὡς τοῦ κύριου χαρακτηριστικοῦ τῆς ἐποχῆς. Ὑπῆρξαν πολὺ βίαια ἐπεισόδια ἀλλὰ ἦταν οἱ ἐξαιρέσεις. Στὴν Κόρινθο, μετὰ τὴν κατάρρευση τῶν ναῶν ἔπειτα ἀπὸ ἐπιδρομὲς καὶ σεισμοὺς ὣς τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ., αὐτοὶ δὲν ξανακτίστηκαν. Οἱ Χριστιανοὶ ἔθαψαν διάφορους νεκροὺς σὲ σημεῖα τῶν γκρεμισμένων ναῶν, γιὰ νὰ ἀποτρέψουν ὅσο γινόταν τὴν συνέχιση τῆς παγανιστικῆς λατρείας σὲ αὐτούς, κι αὐτὸ πάνω-κάτω ἦταν ὅλο.

H. G. Saradi – D. Eliopoulos, Late Paganism and Christianisation in Greece, στό: L. Lavan – M. Murlyan (ἐκδ.), The Archaeology of Late Antique ‘Paganism’ [Late Antique Archaeology 7], Leiden – Boston 2011, 263 – 310:

The Fountain of the Lamps

In the area of the Gymnasium of Corinth the underground structure known as the ‘Fountain of the Lamps’ offers a rare example of the interaction of pagan and Christian beliefs, interspersed with a mixture of magic. The fountain provided water for the Hellenistic and Roman baths, with the natural cave and its fountain located only 200 m west of the Asklepieion. This bath complex was abandoned towards the end of the 4th c., after its destruction by an earthquake in 375 or by the Visigoths in 396. From then on until the final collapse of the bath and the final abandonment of the site in the middle or in the third quarter of the 6th c., the Fountain of the Lamps was used for a cult with magical nuances. Four thousand lamps, half of them intact, and four lead tablets with defixiones have been found deposited there; the coins date from the mid 5th c. to the mid or late 6th c. These lamps were decorated with the figure of Eros—a very popular deity at the time— Christian crosses and figures of the Old Testament. The inscriptions on four of the lamps have generated much discussion regarding their correct reading and their content. One is inscribed ‘angels who dwell on the waters’. The cross at the beginning leaves no doubt that it was Christian. The worship of angels was condemned by the 35th Canon of the Council of Laodicaea in 363 as ‘concealed paganism’ (κεκρυμμένη εἰδωλολατρεία), which threatened with anathema those who abandon the Church and invoke the angels. In the early 5th c., Theodoretus, bishop of Cyrrhus, mentions the pathos of the worship of angels in Phrygia and Pisidia. The worship of angels was considered parallel to the worship of the Nymphs. Another lamp has a magical invocation (‘I invoke you by the great god Sabaoth, by Michael, by Gabriel, in order that you do . . .’), and another one has the Christian invocation ‘Be merciful to your servant . . .’ Another mentions the demons that need to be pacified (eukataktoi), along with a reference to γένος Θ(εοῦ) Ἰη(σοῦ) and the dedication of the slave of the Ὕψιστος. Four lead tablets have also been found. On one is inscribed an invocation to the Nymphs; on another there is reference to Abrasax, often invoked in magical spells and represented in the form of a serpent, symbol of the underworld. Rothaus draws attention to a similar cult at Mamre in Palestine, as described by Sozomen. There too, Jews, pagans and Christians celebrated the same festival at the same time and lamps were deposited according to the pagan custom. The votive offerings in the fountain at Corinth show the interaction of Christian beliefs, pagan cults and Jewish influences with a mixture of magic.96 The volume of lamps found at the Fountain of the Lamps in Corinth may indicate that, as at Mamre, there too a cult of people of various religious beliefs was operating.

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Ελλάδα, θρησκεία | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

Ταξιδεύοντας στὸν κοσμοπολίτη Ἐρντογάν

Γιὰ νὰ θυμοῦνται οἱ σχετικὰ παλιοὶ καὶ νὰ μαθαίνουν οἱ νεότεροι τί παραμύθια πουλοῦσε ἡ φιλοτουρκικὴ Ἀριστερὰ καὶ Δεξιὰ γιὰ τὴν Τουρκία καὶ τοὺς Τούρκους λίγα χρονάκια μόλις πρίν. Μετὰ τὴ διπλωματία τῶν σεισμῶν, τὶς τουρκοερωτικὲς σειρὲς τοῦ Μέγκα καὶ τὶς μπίζνες τῶν Ἑλλαδέμπορων ἐμπόρων καὶ ξενοδόχων μὲ τὸ μύθο γιὰ τοὺς τάχα μου ζάμπλουτους Τούρκους τουρίστες τῶν 300 καὶ 500 €.

Καὶ τί σικάτες Τουρκάλες μᾶς δείχνει ἡ Μάγια, ποὺ συνδυάζουν ἰσλαμισμὸ καὶ δυτικὴ ἐκλέπτυνση. Καὶ τί πρωτοπόρες Τουρκάλες ἐκδότριες κοσμικῶν περιοδικῶν, οἱ ὁποῖες ὁμολογοῦν ὅτι πουλᾶνε μόνο 25.000 ἀντίτυπα (σὲ μιὰ Πόλη 10.000.000 καὶ μιὰ Τουρκία 80 ἑκ.) Καὶ τί ἀνθρώπους τῶν τεχνῶν, σκεπτόμενους Τούρκους Δημοκράτες, ποὺ ἀγωνιοῦν μαζὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς προοδευτικοὺς πολίτες ὅλου τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἀνάγκη ἐμβάθυνσης τῆς δημοκρατίας στὴν Τουρκιά! Ἔμ, δὲν εἶναι ὅλοι οἱ Τοῦρκοι κακοί! Ἔχει καὶ καλούς. (Λὲς κι αὐτὸ ὑποστηρίξαμε ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ὅτι κάθε Τοῦρκος εἶναι προσωπικὰ κακός!…)

Ἡ ἐκπομπὴ ξεκινᾶ καὶ μὲ τὸ γνωστὸ περιπαιχτικὸ τραγούδι, ποὺ εἶναι σὰν νὰ παίζει μὲ τὸ θρῆνο μας γιὰ τὰ 2.000, χαμένα πιά, χρόνια.

 

Γειά σου, τουρκόφιλη Ἀριστερὰ καὶ τουρκόφιλη Δεξιά. Τὰ κατάφερες τελικά.

 

 

Posted in Ελλάδα, Τούρκοι, Χερσόνησος του Αίμου | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

ποδοσφαιρικὸς ἐθνικισμός

Θὰ ἔπρεπε νὰ γράψω στὴν ἀρχὴ τοῦ τίτλου «ἠλίθιος», ἀλλὰ μετὰ θὰ ἔπρεπε νὰ γράψω καὶ «γελοῖος» κ.ο.κ., καὶ δὲν θὰ χώραγε ὁ τίτλος ἀπὸ τὶς βρισιές. Μιὰ γαλλικὴ ὁμάδα μὲ μαύρους (ζάμπλουτους ἀπόγονους πρώην ἀποικιοκρατούμενων καὶ σκλάβων), ποὺ παριστάνει τὴ γαλλικὴ ὁμάδα -τάχα γιὰ νὰ ἀποκατασταθοῦν φυλετικὲς ἀδικίες (κι ὄχι ταξικές). Σὰν τὸν πανηγυρίζοντα γάλλο Πρόεδρο, ποὺ κλέφτηκε μὲ τὴ δασκάλα του. Καὶ μιὰ βελγικὴ ὁμάδα, ὁμάδα τοῦ πιὸ τεχνητοῦ κράτους τῆς Δ. Εὐρώπης. Χαρούμενοι καὶ λυπημένοι ὁπαδοί, ἐθνικὰ Γάλλοι καὶ Βέλγοι, στὶς κερκίδες, δὲν παρατηροῦν τίποτε ἀπὸ τὰ παραπάνω. Τουλάχιστον ἡ πολυεθνικὴ ἐθνικὴ Γερμανίας πέθανε νωρίς, καὶ χαρήκαμε. Προϊόντα μιᾶς ἀλλοπρόσαλλης, ἀμήχανης κατάστασης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ κατὰ τοῦ ἔθνους-κράτους ἀλλὰ καὶ διοργανώνει ἀκόμη πρωταθλήματα μεταξὺ ἐθνῶν. Καὶ no border (κανεὶς δὲν εἶναι παράνομος) καὶ μουντιάλ. Οἱ πιὸ καθαροὶ τῆς πρώτης ἄποψης εἶναι κατὰ τοῦ μουντιάλ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ εἶμαι ὑπέρ. Μοῦ θυμίζει τὶς ἠλίθιες ἑλληνοποιήσεις στὸ μπάσκετ τὴ δεκαετία τοῦ ’80. Ἀλλὰ σὲ χειρότερο.

Posted in πολυπολιτισμός | Tagged , , | 1 σχόλιο

Ὁδηγοί

Ἕλληνες καὶ ἐν Ἑλλάδι. (Γιὰ τοὺς ἐκτὸς Ἑλλάδος ἐπιφυλάσσομαι.).

Τὸ πρωί, δὲν ἔχουν πιεῖ ἀκόμη φραπέ, ἡ μανούλα τους δὲν τοὺς ἔμαθε νὰ τρῶν πρωινὸ ὅταν ξυπνήσουν (πατατάκια / τόστ στὸ διάλειμμα), καὶ συνεπῶς νυστάζουν ἐπικίνδυνα, ἀνοίγουν χαλαρὰ τὴν πόρτα στὸ δρόμο χωρὶς νὰ κοιτάξουν, βγαίνουν μὲ τὸ βρακὶ καὶ πᾶνε γιὰ τὸ μηχάνημα ἀναλήψεων.

Τὸ μεσημέρι, ἔχουν κουραστεῖ, πεινᾶνε, κάνει ζέστη, τί πιὸ κατάλληλο ὡς συνθήκη γιὰ ἀτύχημα;

Τὸ βράδυ νυστάζουν, μὲ τὰ φῶτα νυσταγμένα καὶ βαριά, καὶ μπορεῖ νὰ σὲ σκοτώσουν καὶ νὰ συγκρουστοῦν μὲ τοὺς ἄλλους ὁδηγούς.

Posted in κοινωνία | Tagged | Σχολιάστε

ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Ἰρανές

10iran-jumbo

Χορεύουν καὶ συλλαμβάνονται. Σὰν τὴ Λερναία Ὕδρα: Τώρα ποὺ μπούχτισαν στὸ Ἰράν -ὄχι καὶ τὸ καθεστὼς ὅμως-, προέκυψε ἡ Τουρκία καὶ τὰ ἄλλα παιδιά. Προσεχῶς καὶ στὴ γειτονιά σας.

Posted in Ισλάμ | Tagged , | Σχολιάστε

«χριστιανικὸς» ἀνελληνισμός

Γνωστὸς «ἀντιπαγανιστὴς» στὰ ΜΚΔ «περιποιεῖται» τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα (κι ὄχι μόνο τοὺς παγανιστές, ὅπως εἶναι ὁ τίτλος τῆς σελίδας του). Πράγματι, ὅπως ἕνας νεοπαγανιστικὸς ἱστότοπος ὑποστήριζε, ἐνάντια στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἀρχαία θρησκεία καὶ Ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα, τὸ ἴδιο ἀποδέχεται ἐμμέσως κι ὁ  «ἀντιπαγανιστής». Οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν καὶ τίποτε καλό, γιὰ νὰ ποῦμε καὶ τοῦ στραβοῦ τὸ δίκιο -ἂν ὑπῆρξαν ποτέ.

-Οἱ Μακεδόνες; Σίγουρα μὴ ἕλληνες ἂν πιστέψουμε τὸν Δημοσθένη ποὺ παραθέτει. Ἀκόμη καὶ τὴν Ἑλληνικὴ Νομαρχία παραθέτει στὰ πλαίσια τοῦ ἀντιμακεδονικοῦ του «ἀγώνα», «ξεχνώντας» ὅτι τὸ ἴδιο διαφωτιστικὸ κείμενο (κατὰ τὰ ἄλλα, μισεῖ τὸ Διαφωτισμό) ἐναντιώνεται στὸν ὀρθόδοξο κλῆρο καὶ φυσικὰ δὲν περιέχει καμμία ἔμμεση ὁμολογια χριστιανικῆς πίστης. Εἶναι ἡ στιγμὴ ὅπου ἡ ἀνάγκη γιὰ πολεμικὴ ξεπερνᾶ τὴν λογικὴ συνέπεια ἑνὸς ὑποτίθεται Χριστιανοῦ. Φυσικά, δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι ὅποιος εἶναι ὑπὲρ τοῦ Διαφωτισμοῦ θεωρεῖ τοὺς ἀρχαίους Μακεδόνες μὴ Ἕλληνες ἢ ὅτι ὅποιος εἶναι ὑπὲρ τοῦ Διαφωτισμοῦ ἄθελά του εἶναι κατὰ τῶν Μακεδόνων: Γιατὶ π.χ. ὁ Ρήγας Φεραῖος ἦταν Διαφωτιστής, φιλομακεδόνας καὶ ὅμως θεωροῦσε Ἕλληνα τὸν Ἀλέξανδρο. Οἱ Δ. Φιλιππίδης καὶ Γ. Κωνσταντᾶς στὴ Γεωγραφία τους ὁμοίως.  Παρομοίως, ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν συνεπάγεται ἀναγκαστικὰ τὸ μίσος γιὰ τὴν Μακεδονία καὶ τὸν Ἀλέξανδρο: οἱ Πλούταρχος, Ἀριαννὸς καὶ Ἰσοκράτης στὴν Ἀρχαιότητα, ποὺ θεωροῦσαν Ἕλληνα τὸν Ἀλέξανδρο, κανονικοὶ Ἀρχαῖοι ἦταν. Ἐπειδὴ ὁ Καστοριάδης, τὸ ΥΣΕΕ καὶ ἄλλοι λένε τὸ ἀντίθετο (εἶναι ἀντιμακεδόνες), δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἐκλάβει κάποιος ὡς θέσφατο τὴν ἀποψούλα τους. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ἔχει κανένα, μὰ κανένα, ἔρεισμα ἡ δικαιολογία τοῦ «ἀντιπαγανιστῆ» ὅτι θέλει νὰ δείξει στοὺς «αὐθόρμητα» συμπαθοῦντες τὴν Ἀρχαιότητα καὶ τὸν Διαφωτισμὸ πὼς εἶναι ἐγγενῶς ἀδύνατο νὰ ὑπερασπίζονται τὴ Μακεδονία ὅταν ἀγαπᾶνε τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ συμπαθοῦν τὸ Διαφωτισμό. Παρουσιάζει λοιπόν, τὴν ὑπεράσπιση τῆς Μακεδονίας ὡς «παγανιστικὴ» (στοὺς Χριστιανούς) ἢ δῆθεν ἀντιφατική (στοὺς μὴ Χριστιανούς). Φυσικά, ἀγνοώντας ἐπιδεικτικὰ τὸ φρόνημα τῶν Σλαβόφωνων Ἑλλήνων, ὁ «ἀντιπαγανιστὴς» ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξη ἐθνικὰ Μακεδόνων μὲ δυὸ τυχαῖες ἀράδες. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἄσχετος μὲ τὴ «σφαγὴ» Σκοπιανῶν – Βουλγάρων ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐθνικότητα τῶν Σλαβομακεδόνων (τὰ μνημεῖα κ.λπ.) ἀλλὰ καὶ τῶν μεσαιωνικῶν «τσάρων», καὶ ὑποστηρίζει ἀφελῶς ὅτι τοὺς Βούλγαρους δὲν τοὺς νοιάζει διόλου.

Ἡ ἀρχαία θρησκεία; Ἐξ ὁλοκλήρου ξένη (φοινικική, μικρασιατικὴ κι αἰγυπτιακή). Σὰν τὶς θεὲς γάτες ποὺ λάτρευαν στὴν Ὀλυμπία. Δὲν λάτρευαν τέτοιες θεότητες; Δὲν πειράζει, πάλι ξένη ἦταν ἡ θρησκεία γιατὶ στὶς ἀπαρχές της (δηλαδή, στὰ ὅρια τοῦ μύθου) τὴν ἔφεραν ξένοι. Τίποτε δὲν προσέθεσαν οἱ Ἕλληνες, μπιχλιμπίδια μόνο. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ πολιτισμικὲς ἀνταλλαγὲς στὶς ἀπαρχὲς τῆς Ἱστορίας δὲν σημαίνουν μὴ ἑλληνικότητα. Ἐνῶ ὁ «ἀντιπαγανιστὴς» δῆθεν θέλει νὰ ἀντικρούσει τὴν ἀναγωγιστικὴ αὐτὴ προσέγγιση γιὰ τὸ Χριστιανισμό, τελικὰ τὴν ἀποδέχεται -ἁπλά, καθένας  τὴν ἀποδέχεται μόνο γιὰ τὴν ἀντίπαλη θρησκεία, πράγμα ποὺ συνεπάγεται τὴν γενικὴ ἀποδοχή, ἀπὸ θρήσκους κάθε θρησκείας καὶ μή, τῆς ἀναγωγιστικῆς γελοιότητας ὅτι γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ἑλληνικὴ μιὰ θρησκεία ἢ ἕνα ἔθιμο πρέπει νὰ εἶναι ἑλληνικὸ ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς Αἰγαιίδας. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ «ἀντιπαγανιστὴς» προάγει μιὰ ἐσφαλμένη ἰδέα.  Οἱ Ἀρχαῖοι δίδαξαν τὶς καταστροφὲς ναῶν: ὄχι ὅτι κάθε θρησκεία ἔχει τέτοιες τάσεις καὶ ἔχουν οἱ πιστοί της ἐπιδείξει τέτοια κατορθώματα. Ἀπαντώντας ὁ «ἀντιπαγανιστὴς» στὰ περὶ χριστιανικῶν διώξεων τῶν ἀλλόθρησκων λέει ὅτι καὶ οἱ Ἀρχαῖοι εἶχαν Δίκες Ἀσεβείας. Φυσικά, αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔγιναν χριστιανικὲς διώξεις (ὅσες κι ἂν ἦταν αὐτές). Μόνο ἀποδεικνύει ὅτι ὅλοι ἔκαναν διώξεις. Φυσικα, ὁ «ἀντιπαγανιστὴς» δὲν κατανοεῖ ὅτι μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀποδέχεται ὅτι «ὅλες οἱ θρησκεῖες τὸ ἴδιο εἶναι» (ἐνῶ πιστεύει στὸ Χριστιανισμό!) κι ὅτι ἀποδέχεται τὴν ὕπαρξη χριστιανικῶν διώξεων. «Κι ἐσεῖς σκοτώνετε Μαύρους», κατάσταση.

-Κι οἱ Ἕλληνες; Αὐτοὶ ἦταν ξενικῆς καταγωγῆς σὰν τὸν Ἀγαμέμνονα, ποὺ ὁ Ὀζὰλ ἰσχυρίστηκε ὅτι ἦταν ὁ Ἀγὰς Μεμνούν (ağa memnun), δηλαδὴ Τοῦρκος κι ὄχι ἁπλὰ Χετταῖος. Πῶς πετυχαίνεται αὐτό; Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ οἱ ὑπέρμαχοι τῶν Ἔψιλον καὶ οἱ κήρυκες τοῦ ἀντιχριστιανισμοῦ ἀπομονώνουν διάφορα ἀρχαῖα καὶ χριστιανικὰ κείμενα (τὰ ὁποῖα ἐπίσης πιθανὸν δὲν ἤξερε κανεὶς πέρα ἀπὸ λιγοστούς, σὲ μιὰ Ἀρχαιότητα ἀναλφάβητων πληθυσμῶν). Οἱ «Θηβαῖοι ἦταν Φοίνικες» (ὅλοι τὸ ἔχουν ἀκούσει αὐτό), ἀλλὰ ἡ ἀπεικόνιση σφαγμένων Θηβαίων συνιστᾶ «ἐξόντωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ»! Γιατί ὄχι τοῦ Φοινικισμοῦ; Βέβαια, οἱ Ἕλληνες «ἦταν ὁμοφυλόφιλοι» (εἴτε παιδεραστὲς εἴτε σὰν τοὺς LGBTQ), ἐνῶ οἱ χριστιανικοὶ κανόνες καὶ οἱ λόγοι, πρὸς βυζαντινὸ χριστιανικὸ ἐκκλησίασμα, κατὰ τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἔγιναν χάριν φιλολογικῶν στοχασμῶν, κι ὄχι ἐπειδὴ «ὁμοφυλόφιλοι» ὑπῆρχαν πάντοτε κι ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρχαν καὶ τέτοιοι. Ἐδῶ, ἔχουμε ἕνα καθ’ ὅλα ὅμοιο τῶν Νεοπαγανιστῶν ἰδεολόγημα, ὅπου ὅπως ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἦταν «σφαγεῖς», ἔτσι ὅλοι οἱ Ἀρχαῖοι ἦταν ὁμοφυλόφιλοι ἢ ἀμφιφυλόφιλοι -ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ ὄχι. Γενικά, στὴ συλλογιστικὴ τῆς ἐν λόγῳ σελίδας, τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ψεκασμένης κας Κούλας καὶ τοῦ Μπάμπη ταξιτζῆ καὶ τοῦ Δαυλοῦ – ΥΣΕΕ μετατρέπονται σὲ «Ἀρχαιότητα», χαρακτηρίζονται ὡς «Ἑλλάδα», μὲ τὴ σφραγίδα πλέον τῆς Ἐπιστήμης (!), ὥστε νὰ χρειάζεται (καὶ νὰ γίνεται) ἡ ἀπόλυτη ἀπαξίωση τῆς Ἀρχαιότητας.

Τὸ κωμικὸ ἔγκειται στὸ ὅτι ὁ ἴδιος «ἀντιπαγανιστὴς» παθιασμένα διακήρυσσε ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ διέσωσαν τὴν ἑλληνικότητα καὶ μόνο αὐτοὶ πολέμησαν γιὰ τὴ Μακεδονία κατὰ τῶν μεσαιωνικῶν Βουλγάρων. Τὸν πιάνει καὶ τὸ παράπονο, τάχα, (1, 2, 3 φορές. Βουρκώνει μὲ τὸν Βουλγαροκτόνο) ὅτι οἱ ἀγῶνες τῶν Βυζαντινῶν γιὰ τὴ Μακεδονία δὲν ἀναγνωρίστηκαν στὰ πρόσφατα συλλαλητήρια. Ὡστόσο, μὲ βάση τὶς ἀπόψεις τῶν «ἀντιεθνοφυλετιστῶν» καὶ «ἀντιεθνικιστῶν» «Χριστιανῶν» σὰν τοῦ λόγου του, οἱ Βυζαντινοὶ διέσωζαν ἕνα ψέμμα καὶ πολεμοῦσαν γιὰ μιὰ μὴ ἑλληνικὴ Μακεδονία. Γιατὶ, εἴτε οἱ Μακεδόνες ἦταν Ἕλληνες, κι ἄρα ὁ Δημοσθένης σφάλλει, κι ἡ σημερινὴ ἀναπαραγωγή του ἀπὸ τὸν «ἀντιπαγανιστή» μας εἶναι τερατῶδες λάθος (στὴν καλύτερη περίπτωση), εἴτε οἱ Μακεδόνες ὄντως δὲν ἦταν Ἕλληνες κι ἑπομένως οἱ «ἀγνοημένοι φιλέλληνες Βυζαντινοὶ» δὲν διέσωσαν καμμία ἑλληνικότητα ἀφοῦ αὐτὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα «αἰγυπτιακότητα» καὶ «φοινικικότητα». Μάλιστα, οἱ Βυζαντινοὶ ἀγωνίζονταν γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ κανονικὰ κι ἂν εἶχαν διαβάσει τὶς ἀναρτήσεις τοῦ ἐν λόγῳ γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν ἀγωνιστοῦν ποτὲ γιὰ τὴ διάσωσή της, αὐτῆς τῆς «διεφθαρμένης χώρας». Εἶναι ἡ στιγμὴ ὅπου ὁ ἐν λόγῳ δὲν ξέρει τί εἶναι προτιμότερο, νὰ δείξει τὴν «ἀγάπη τῶν Βυζαντινῶν γιὰ τὴν Ἑλλάδα» ἢ «τὸ πόσο ἀνήθικοι καὶ Φοίνικες ἦταν οἱ Ἕλληνες». Κλασικὸ δίλημμα, χωρὶς λογικὴ ἀπάντηση. Ἄλλωστε, ἐνῶ ἀποκαλεῖ «παρα-ἱστορία» τὴν ἀφήγηση τοῦ Ρωμανίδη γιὰ τὸ Βυζάντιο, στὴν πραγματικότητα τὴ συμμερίζεται ὅταν μᾶς λέει ὅτι «μᾶς φτάνει ποὺ εἴμαστε Βυζαντινοί». Αἴ, ὄχι, ρὲ ρωμανιδιστές, εἴμαστε Ἕλληνες, ἀπόγονοι καὶ Ἀρχαίων καὶ Βυζαντινῶν, καὶ δὲν διχοτομοῦμε τὴν Ἑλλάδα σὰν ἐσᾶς καὶ τοὺς νεοπαγανιστές. Κανεὶς σώφρων ἄνθρωπος δὲν ὑποστηρίζει ὅτι κατάγεται μόνο ἀπὸ τὸν πατέρα του ἢ μόνο ἀπὸ τὸν παππού του.

Ὁ δῆθεν ἀντιπαγανιστής μας γράφει ὅτι τὸ Βυζάντιο ἦταν ἡ πραγματικὴ «κατάκτηση τῆς Ρώμης ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα» (κι ὄχι ἐκείνη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ.). Ὅμως άλλοῦ, παραθέτει τὴν ἄποψη τοῦ Ἀριστοτέλη ὅτι τὰ μαθηματικὰ ξεκίνησαν στὴν Αἴγυπτο – ἄποψη ἀντίθετη ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ βυζαντινοῦ Κωνσταντίνου – ἁγίου Κυρίλλου ὅτι «ἐξ ἡμῶν [τῶν Ἑλλήνων, προφανῶς] προῆλθον πάσαι αἱ ἐπιστῆμαι». Δηλαδή, ὁ φιλοβυζαντινὸς «ἀντιπαγανιστὴς» ποὺ διακηρύσσει ὅτι εἴμαστε Ἕλληνες μόνο διὰ τοῦ Βυζαντίου, στὴν πραγματικότητα ἀρνεῖται τὸ Βυζάντιο καὶ τὶς βυζαντινὲς ἀντιλήψεις, ἀφοῦ ἀρνεῖται τὴν ἄποψη τῶν Βυζαντινῶν (συγκεκριμένα, τῶν πλέον μορφωμένων Βυζαντινῶν) ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες προῆλθαν οἱ ἐπιστῆμες. Βεβαίως, ἐπιστήμη μὲ τὴ σημερινὴ ἔννοια μόνο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δημιούργησαν, αὐτὸ ὑποστηρίζουν οἱ Βυζαντινοί, ὁ ἅγιος Κύριλλος -κι ἔχει δίκαιο.

Παίζει, βέβαια, ὁ ἐν λόγῳ μὲ τὸν «ἐθνοφυλετισμό«, ὁ ὁποῖος φυσικὰ ἀφορᾶ συγκεκριμένα πράγματα, κι ὄχι ἀπόδειξη γιὰ ὁτιδήποτε. (Ξέρετε, τώρα, ὁ μπαμπούλας τοῦ ἐθνικισμοῦ.)  Εἰρωνεύεται τοὺς Ἀριστεροὺς ὅταν τολμᾶνε νὰ ποῦν σφαγέα τὸν Κωνσταντίνο (ἐδῶ ὁ ἀντιεθνικισμὸς ἔκαμε φτερά), ἀλλὰ γουστάρει τρελὰ νὰ καταγγέλει -μαζὶ μὲ τοὺς Ἀριστερούς- τὶς βιαιότητες τοῦ Ἀλέξανδρου. Εἶναι ἕνα κλασικὸ μοτίβο, ὅπου «ἀντιπαγανιστές» (τῆς ποιότητας τοῦ ἐν λόγῳ), Ἀριστεροὶ καὶ Παγανιστές, συμμαχοῦν ἀνὰ δυάδα προκειμένου στὴν ἑπόμενη φάση νὰ ἀλλάξουν συμμαχία. Περιττὸ θὰ ἦταν νὰ πῶ ὅτι κερδισμένοι ἀπὸ κάτι τέτοια εἶναι οἱ Ἀριστεροὶ ἄθεοι «κατὰ πασῶν τῶν θρησκειῶν».

Ἐννοεῖται ὅτι κάθε ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς του, ὅτι τὸν ἔπρηξαν οἱ ἀρχαιολάτρες καὶ νεοπαγανιστές (λὲς καὶ δὲν ἔπρηξαν ἄλλους κι ἐμένα) καὶ γι’ αὐτὸ χρήζει κατανόηση, στοργὴ καὶ προδέρμ, «κι ἀφῆστε τον νὰ βρίζει χριστιανικότατα», εἶναι γιὰ μικρὰ παιδιά. Τὸ ἂν ἔχει παιδικὰ τραύματα ἀπὸ ἐπιθέσεις τῶν φρενοβλαβῶν ἀσφαλῶς δὲν τοῦ δίνει τὸ δικαίωμα νὰ μιλᾶ ὅπως πολλὲς φορὲς μιλᾶ στὴ σελίδα του.

Ἡ Ἀρχαιότητα ἔχει τὰ κακὰ καὶ τὰ καλά της. Οἱ «εἰδωλολάτρες» τὴν θεοποιοῦν, αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος γιὰ νὰ τὴ δαιμονοποιήσουμε. Ὅποιος παρασύρεται στὴν πολεμικὴ ἐναντίον της, θὰ πρέπει νὰ ἐπαινεῖ τὰ καλά της. Ἀλλιῶς, εἶναι ὅμοιος τῶν ἐχθρῶν του. Εἴπαμε, ἡ Ἀρχαιότητα κι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι μιὰ ροή. Ὅποιος Χριστιανὸς ξεφεύγει ἔστω κατὰ ἕνα γιῶτα ἀπὸ τὴν γνωστὴ ρήση τοῦ Γρηγόριου Ναζιανζηνοῦ, δὲν δικαιοῦται νὰ προσφέρει ἀντιπαγανισμὸ καὶ ὑπεράσπιση τοῦ Χριστιανισμοῦ -μᾶς προσφέρει κακὴ ὑπεράσπισή του καὶ κακῆς ποιότητας ἀντιπαγανισμό. Οἱ Πατέρες ἄλλοτε ἐπαινοῦν κι ἄλλοτε ἐπιτιμοῦν τὴν Ἀρχαιότητα, ἐνῶ ὁ «ἀντιπαγανιστὴς» κάνει μόνο τὸ δεύτερο. Εἶναι τόσο Χριστιανὸς ἄλλωστε, ὥστε πιστεύει ὅτι «ιστορικά δίκαια δεν υπάρχουν, υπάρχει μόνο το δίκαιο του ισχυρού«. 

Σὲ κάθε περίπτωση, ἔχουμε τὸ λιγότερο ἐκλεπτυσμένο ἐπίπεδο «ἀντιεθνικισμοῦ» (ὄχι σὰν αὐτοὺς τῆς Σύναξης, τοῦ «χριστιανοκομμουνισμοῦ» καὶ τοῦ Ἀριστεροχριστιανισμοῦ), τὸ λοῦμπεν, ποὺ φυσικὰ δηλώνει ὅμοιο ψυχισμὸ μὲ τοὺς διάφορους ἀρχαιολάτρες ποὺ παρελαύνουν τὴν τελευταία εἰκοσαετία στὸ διαδίκτυο βρίζοντας τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Μεγάλη διαφήμιση ὑπὲρ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς χριστιανικῆς συμπεριφορᾶς αὐτὸ τὸ ὕφος (ἀπευθυνόμενο πρὸς ὅλους τοὺς Ἕλληνες [π.χ. «Εἶστε μιὰ χώρα«] κι ὄχι πρὸς μερίδα τους) «βλάκες», «ἀργόσχολοι», «καταλαβαίνετε μόνο ἀπὸ σφραγίδες κ.λπ.». Σοκάρει, παραδειγματίζει κι ἐκχριστιανίζει ἄμεσα. Κι ἐπειδὴ ἄποψη δὲν ἔχω γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι, παραθέτω τὸ δεσμὸ ποὺ συνηθίζει νὰ παραθέτει ὁ ἴδιος.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Αρχαιότητα, θρησκεία | Tagged , , , , , , , , | Σχολιάστε

Θεσσαλονίκη, σπίτια

1972: ασκαρίνα Φιλιππίδου-Μπούρα 1972

 

24068176_1576081922485527_7597292225714587470_n

Ὧρες ὧρες ἀναρωτιέμαι ἂν οἱ μεγάλοι νεοέλληνες ἀρχιτέκτονες καὶ οἱ σημερινοὶ φοιτητὲς καὶ καθηγητὲς τῶν ἀρχιτεκτονικῶν σχολῶν κάνουν ἐπιστημονικὲς βόλτες στὰ χωριὰ καὶ τὶς κωμοπόλεις, ἢ ἂν ἔχουν δεῖ καμμιὰ φωτογραφία σὰν τὶς παραπάνω. Τείνω νὰ πιστεύσω ὅτι κανείς τους δὲν ἔχει κάνει τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἢ ὅτι ἂν ἔκανε κάτι ἀπὸ αὐτὰ κάποιος, δὲν ἐνδιαφέρθηκε στὰ σοβαρὰ καὶ σὲ βάθος. Ἐντάξει, ἡ δημιουργία εἶναι ὑποκειμενική, τὸ γοῦστο ὁμοίως. Ὄχι νὰ βαπτίζουμε ὅμως ἑλληνικότητα κάτι ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Δὲν ὑπάρχει ἐλπίς, στὴν Ἑλλάδα ζῆς.

Posted in παράδοση, Ελλάδα | Tagged , | Σχολιάστε

Ἀρκαδιανὴ ὁδός, Ἔφεσος

Ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκάδιου, μὲ μῆκος γύρω στὰ 600 μ., συνέδεε τὸ λιμάνι μὲ τὴν ἀγορά. Σὲ ἕνα σημεῖο της ὑπῆρχε ἄγαλμα τοῦ ἱδρυτῆ της, Ἄνδροκλου, νὰ φονεύει ἕνα ἀγριογούρουνο. Ὁ δρόμος φωτιζόταν μὲ λάμπες τὴ νύχτα. Ὁ Ἰουστινιανὸς τὴν κόσμησε μὲ τὸ τετρακιόνιο. Στὴν κορυφὴ κάθε κίονα βρίσκονταν ἀγάλματα τῶν Εὐαγγελιστῶν:

tetrakionion_in_ephesus1

 

arcadian-way-ephesus-turkey-tourist-113358346

 

Posted in Αρχαιότητα, Μικρά Ασία, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , | Σχολιάστε

Leptis Magna / Λέπτις Μεγάλη

Βρισκόμενη στὰ δυτικὰ τῆς λιβυκῆς ἀκτῆς, πρὸς τὴν Τυνησία καὶ δ. τῆς Τρίπολης, εἶναι ὁ τόπος καταγωγὴς τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211, μπαμπὰ τοῦ Καρακάλλα), ὁ ὁποῖος τὴν ἀνακαίνισε. Ἄλλοι γενέθλιοι τόποι βασιλέων, ὅπως ἡ Ἰουστινιανὴ Πρώτη τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἦταν λιγότερο τυχεροί, καὶ σὲ διάστημα δυὸ γενεῶν ξανάγιναν χωριουδάκια.

Ἀγορά

Marktgebäude (macellum)

4010592885_aae6e1fb87_b

Βασιλικὴ τοῦ Σεβήρου:

libya-leptis-drainageproblems-3

Τὸ «μπαρὸκ» τῆς δυναστείας τῶν Σεβήρων: Τὸ τετράπυλο τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου, στὴ συμβολὴ τῶν δυὸ κάθετων δρόμων ποὺ χώριζαν στὰ τέσσερα κάθε ρωμαϊκὴ πόλη:

leptis_magna_arch_of_septimus_severus

Ἡ πόλη σήμερα. Ἀναφέρεται ἡ τοποθεσία τοῦ τετράπυλου καὶ τῆς ἀγορᾶς. Τὸ λιμάνι ἐπιχωματώθηκε λόγῳ τῆς κακῆς κατασκευῆς τῆς προβλήτας:

screen-shot-2017-07-18-at-10-46-57-pm

Posted in Αρχαιότητα, Ρωμαίοι, Χωρίς κατηγορία, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , | Σχολιάστε

Αὐγουστίνος

Στὸ θέμα τῆς σεξουαλικῆς ἠθικῆς, ἕνα θέμα ποὺ ἀποτέλεσε μιὰ ἔμμονη ἰδέα τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, ὁ Αὐγουστίνος ὑποοστήριξε μιὰ θέση λογικότερη ἀπὸ τὸν Ἱερώνυμο· ἐνῶ ἀναγνωρίζει τὴν ἴδια ὑπερβολικὴ ἀξία τῆς παρθενίας, ὅπως καὶ οἱ συνάδελφοί του (τοῦτο μαρτυρεῖται στὸ De santa virginitate, ποὺ γράφτηκε περίπου στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ.), καὶ ἐνῶ ὑποστηρίζει, ὅπως οἱ ἄλλοι, ὅτι μιὰ χήρα πρέπει νὰ ἐπαινεθεῖ πολὺ περισσότερο, ἂν δὲν ξαναπαντρευτεῖ, παρὰ στὴν ἀντίθετη περίπτωση (De bono viduitatis), τὸ ἔτος 414 πιστεύει ἐξίσου ἀπόλυτα στὴν ἀξία τοῦ γάμου (De bono coniugali, περίπου τῆς ἴδιας χρονολογίας μὲ τὴν πραγματεία περὶ παρθενίας).

Ἐντάξει, αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη φάση τῶν Λατίνων, ὅταν ξεκόβουν ἀπὸ τὸ ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμικὸ πλαίσιο. Ὁ Αὐγουστίνος δὲν ἤξερε γιατί μισοῦσε τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἡ ἐκμάθησή τους τοῦ φαινόταν ὡς τιμωρία, ἐνῶ ἀγαποῦσε τὰ Λατινικά. Ὁ Αὐγουστίνος ἔχει ἐπαινεθεῖ παλιὰ ὡς ὁ ἀνώτερος Πατέρας, ἀπὸ τοὺς Δυτικούς. Σήμερα, ἐπαινεῖται ἀπὸ ἐκδυτικισμένους καὶ Δυτικοὺς γιὰ τὶς Ἐξομολογήσεις του καὶ τὸν προσωπικό τους τόνο. Βέβαια, κι ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνὸς ἔχει γράψει αὐτοβιογραφικὰ ποιήματα. Εἶναι πιὸ διανοουμενίστικο νὰ ἀγοράσεις τὶς Ἐξομολογήσεις παρὰ νὰ χωθεῖς σὲ μιὰ τρύπα καὶ νὰ ἀγοράσεις ἕναν τόμο ἀπὸ τὰ ἅπαντα π.χ. τοῦ Χρυσόστομου.  Μπορεῖ νὰ σὲ δεῖ κάποιος γνωστὸς καὶ νὰ σὲ καταδώσει ὡς θρησκόληπτο.

Ψάχνουν μερικοὶ στὶς χριστιανικὲς ἀπαρχὲς γιὰ πρόγονους τῆς σημερινῆς αὐτοκατανόησης. Προφανῶς, αὐτὴ ἡ αὐτοκατανόηση ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθε. Εἰδάλλως, θὰ ἦταν σὰν νὰ λέγαμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶχε καμμία ἐπίδραση στὸν ψυχισμὸ τῶν ἀνθρώπων. Δὲν βλέπουν ὅμως ὅτι καλύτερα θὰ ἦταν νὰ ψάχναμε στὴν ἴδια πηγὴ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στοὺς ἑλληνικοὺς – ρωμαϊκούς (ἄρα καὶ βυζαντινούς) τρόπους αὐτοκατανόησης.

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Δυτικοί, θρησκεία | Tagged , | Σχολιάστε

Ἱερώνυμος

Γιὰ τρία χρόνια (375-378) ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο καί, ὅσο βρισκόταν ἐκεῖ, ἔμαθε τὰ ἑβραϊκά· τὰ ἑλληνικὰ τὰ γνώριζε κιόλας καλά. […] …γιὰ νὰ φύγει γιὰ τὴ Ρώμη, ὅπου ἔμεινε ἀπὸ τὸ 382 ὣς τὸ 385 καὶ ὅπου τὸν συνέδεσε στενὴ γνωριμία μὲ τὸν πάπα Δάμασο. Στὸν Δάμασο φαίνεται πὼς χρωστᾶ τὴν ἰδέα νὰ ἑτοιμάσει μιὰ ἀναθεωρημένη μετάφραση ὁλόκληρης τῆς Βίβλου στὰ λατινικά. Ἤθελε μὲ αὐτὴν νὰ ἀντικαταστήσει τὰ ὄχι ἱκανοποιητικὰ κείμενα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τότε, στὰ ὁποῖα εἶχε μεταφραστεῖ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μετάφραση, ὄχι ἀπὸ τὸ πρωτότυπυπο. […] Στὴ Βηθλεέμ, καταπιάστηκε μὲ μιὰν ἀνάλογη ἀναθεώρηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, χρησιμοποιώντας ὡς ὁδηγό του τὰ Ἑξαπλᾶ τοῦ Ὠριγένη […] Τέλος, ἀνέλαβε μιὰ νέα πλήρη μετάφραση ἀπὸ τὰ ἑβραϊκά. […] Ὁ Δάμασος τοῦ ζήτησε νὰ γράψει γιὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καί, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὸ αἴτημά του, ὁ Ἱερώνυμος μετέφρασε τὴν ἑλληνικὴ πραγματεία τοῦ Διδύμου, ποὺ ἦταν ἀπὸ τοὺς θερμοὺς θαυμαστὲς τοῦ Ὠριγένη. Ἄρχισαν ἀμέσως νὰ τὸν καταδιώκουν καὶ νὰ τὸν κατηγοροῦν γιὰ αἱρετικό -αὐτόν, τὸ Δίδυμο καὶ τὸν Ὠριγένη ἐξίσου. Σταμάτησε τὴ μετάφραση αὐτὴ γιὰ λίγο, γιὰ νὰ τὴν τελειώσει ἀργότερα στὴ Βηθλεέμ, καὶ στὴν ὁλοκληρωμένη πιὰ μετάφραση πρόταξε ἕναν πρόλογο ποὺ δὲν διαπνεόταν καθόλου ἀπὸ συμφιλιωτικὸ πνεῦμα, ἂν λάβουμε ὑπόψη πὼς ὁ ρωμαϊκὸς κλῆρος ἀποκαλεῖται Σύγκλητος Φαρισαίων καὶ ἡ πόλη τους ἕνας εἰδωλολατρικὸς τόπος.

H. J. Rose, Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, τ. 2, Ἀθήνα 1978 (ἑλλην. μετ. Κ. Χ. Γρόλλιος)

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Δυτικοί, Δύση, θρησκεία | Tagged , | Σχολιάστε

Ποιὸς σκότωσε ποιὸν καὶ πότε

Δαίμονες ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἐκδιωχθεῖ μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ κυκλοφοροῦσαν ἀνεξέλεγκτα σὲ ὅλα τὰ κείμενα ἐμποδίζοντας ἀκόμη καὶ τὸ δανεισμὸ ἀπὸ τὴν κατὰ τὰ ἄλλα λογικὴ μεταφυσικὴ ἀρχιτετονικὴ τοῦ Πλάτωνα. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς πρώτους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀποκήρυξαν συνολικὰ τὴν κλασικὴ μάθηση […] Ὡστόσο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ σήμερα, ἐκεῖνοι οἱ φανατικοὶ κατήγοροι ἔχασαν· οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ρωμαῖοι συγγραφεῖς προσαρμόστηκαν, ἀφομοιώθηκαν καὶ ἔγιναν «σημαντικοὶ» γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά. […] Ἀκόμη καὶ ὁ Ἱερώνυμος (ὁ ὁποῖος στὸ περίφημο ὄνειρό του κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅτι ἦταν περισσότερο «κικερώνειος» παρὰ χριστιανός, κι ἔτσι μετανόησε καὶ ὁρκίστηκε νὰ μὴν ἔχει ποτὲ ξανὰ στὴν κατοχή του ἢ νὰ διαβάσει αἱρετικὸ βιβλίο) ἐπέστρεψε στοὺς Κλασικοὺς στὰ ὕστερα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὁ Λακτάντιος γράφει σὰν προσήλυτος Κικέρων.

κ.λπ. κ.λπ. (V.-D. Hanson –  J. Heath, Ποιὸς σκότωσε τὸν Ὅμηρο)

Ἀπὸ μιὰ φράση πιάστηκα. Χριστιανοὶ καὶ Ἀρχαῖοι ἐν τέλει ἀνῆκαν στὸν ἴδιο κόσμο. Ἐν τέλει, συνεννοήθηκαν μεταξύ τους. Τί πιὸ λογικό, ἀφοῦ ὁ Χριστιανισμὸς μέσα στὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία μεγάλωσε κι ὄχι στοῦ διαόλου τὴ μάνα, ζυμώθηκε μὲ τὰ προβλήματα καὶ τὶς μεταφυσικὲς ἀγωνίες της. Ἐνῶ οἱ Νέοι Χρόνοι, ποὺ ξεκινώντας ὕψωσαν ἐργαλειακὰ ὡς λάβαρο τὴν ἀρχαία γραμματεία κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐν τέλει κατέληξαν σήμερα ὄχι μόνο ἀντιχριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ ἀν(θ)έλληνες. Πῆραν φόρα, τὰ παιδιά, «οἱ πραγματικοὶ συνεχιστὲς τῆς παγανιστικῆς Ἀρχαιότητας», καὶ τὰ μπάζωσαν ὅλα· δὲν ἔμειναν στὸν ἀντιχριστιανισμό -ὅπως μᾶς ἔλεγαν: Οἱ σεξιστές, ρατσιστὲς κ.λπ. Ἕλληνες. Καὶ «νὰ δοῦμε τὴν αἴγλη τῶν ἄλλων πολιτισμῶν», νὰ μὴν παρεξηγοῦμε τὸ Ἰσλάμ, τοὺς κανίβαλους, τοὺς Ἴνκας· καὶ «δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ κατασκευὴ τῶν ἀρσενικῶν, λευκῶν Εὐρωπαίων ἀποικιοκρατῶν τοῦ 18ου αἰ.»· καὶ τὰ «δικαιώματα στὸ τὰμ-τὰμ» κ.ο.κ. Δὲν ἄφησαν τίποτα ὄρθιο.

Τί κωμικό. Ἡ βαρεμάρα τῶν τωρινῶν Δυτικῶν μὲ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα ὅταν συγκρίνεται μὲ τοὺς κακοὺς καλόγερους καὶ χριστιανοὺς λογίους ποὺ ἀντέγραφαν ἀρχαῖα κείμενα ἀλλὰ καὶ ἀρχαίους σχολιαστὲς τῶν ἀρχαίων κειμένων γίνεται ἀκόμη πιὸ ἐκνευριστική. Αὐτὰ παθαίνει κανεὶς ὅταν κάνει Πατέρες του ὄχι τοὺς Ἀρχαίους μὰ τοὺς νεότερους μαθητὲς τῶν Ἀρχαίων· ξεκόβει ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα καὶ κάποια στιγμὴ βρίσκεται στὴ χαβούζα ὅπου βρίσκεται σήμερα ὁ Δυτικὸς κόσμος. Ὅποιος λοιπὸν κοιμᾶται ἀντιχριστιανὸς ἀρχαιολάτρης ξυπνᾶ ἀν[θ]έλληνας (μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀρχαίας παιδείας καὶ γενικὰ τοῦ πολιτισμοῦ, κι ὄχι εἰδικὰ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους) πολυπολιτισμικός. Τώρα, λοιπόν, ποὺ τελειώνει ὁ χριστιανικὸς κόσμος, τελειώνει καὶ ὁ ἑλληνικός.

 

Posted in παλιά και νέα θεότητα, πολυπολιτισμός, Αρχαιότητα, Δυτικοί, Δύση, θρησκεία | Tagged , , | 1 σχόλιο

Ἀρχαιοελληνικοὶ θεοὶ καὶ Αἴγυπτος

Ἡ περίφημη ἄποψη τοῦ Ἡρόδοτου (Β΄ 4, 50, 52-53, 58), ὅτι οἱ Ἕλληνες πῆραν τοὺς θεούς τους ἢ τὰ ὀνόματα τῶν θεῶν τους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἔχει τὸ ἑξῆς πρόβλημα: Οἱ αἰγυπτιακοὶ θεοὶ εἶναι ζωόμορφοι, οἱ ἑλληνικοὶ ὄχι. Ἐπιπλέον, οἱ πρώιμοι θεοὶ τῶν Ἑλλήνων φαίνεται νὰ ἦταν πέτρες (μετεωρίτες). Ὁ Παυσανίας ἀναφέρει 1-2 παραδείγματα λίθων ποὺ ἀκόμη λατρεύονταν ὡς θεοί. Οἱ ἀναφορὲς σὲ ζωόμορφους θεοὺς εἶναι λιγοστές. Ἀντίθετα, οἱ Αἰγύπτιοι λάτρευαν γάτες, κροκόδειλους κ.λπ. Ἐπιπλέον, ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία (Ἡρακλῆς, Θησέας) ἂν κάτι δείχνει εἶναι τὴν ἐξόντωση τῶν τεράτων. Ὄχι τὴ λατρεία τους. Μόνο στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία βλέπουμε μὲ τέτοια ἐπιμονὴ τὴν προώθηση τοῦ «ἀνθρωποκεντρισμοῦ» σὲ βάρος τῆς ζωολατρείας. Φυσικά, δὲν κάνω λόγο γιὰ τὶς Μινωικὲς γυναικεῖες θεότητες.

Σαφῶς, μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ κάποια σχέση περιεχομένου μὲ τὴν Μικρασιατικὴ καὶ Φοινικικὴ μυθολογία. Πάνω κάτω, παντοῦ ὑπάρχουν θεὲς τῆς γονιμότητας καὶ τοῦ πολέμου. Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει κάποιο δανεισμό. Ἐξάλλου, τὰ ὀνόματα εἶναι ἑλληνικά, τὸ πλαίσιο τῆς δράσης τους εἶναι ἑλληνικό. Γιὰ παράδειγμα, ἡ Ἄρτεμη τῆς Ἐφέσου μὲ τὰ πάμπολλα στήθη εἶναι καθαρὰ ἀσιατικὴ θεά, ἕνα τέρας, ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἑλληνικὴ Ἄρτεμη, ποὺ ἔχει ἀνθρώπινη μορφή.

Ἂν ὑπῆρξε κάποια ἐποχὴ στὴν ὁποία οἱ Ἕλληνες λάτρευσαν αἰγυπτιακοὺς θεούς, αὐτὴ εἶναι ἡ ἑλληνιστικὴ καὶ ἑλληνορωμαϊκή. Τότε ἡ Ἴσιδα λατρευόταν σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ Θεσσαλονίκη ὣς Ἀθήνα, μαζὶ μὲ ἄλλους αἰγυπτιακοὺς θεούς. Βεβαίως, καὶ στὴν Αἴγυπτο εἰσήχθησαν ἑλληνικοὶ θεοί. Ἀλλὰ μιλᾶμε γιὰ ἐποχὲς πολὺ μεταγενέστερες ἐκείνης τοῦ Ἡροδότου.

Ἂν κάτι αἰγυπτιακὸ ὑφίσταται, αὐτὸ εἶναι π.χ. ἡ ἀρχαϊκὴ τέχνη καὶ τὰ ἀγάλματα. Αὐτὰ ὄντως μοιάζουν πολὺ μὲ τὰ αἰγυπτιακά.

 

Posted in Αρχαιότητα, Αίγυπτος, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , , , , , | Σχολιάστε

Τουρ(κ)ισμός

Ὅπως παλιὰ εἶχα ξαναγράψει, ἔχει σημασία ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο εἶσαι τουρίστας σὲ ξένη, γειτονικὴ καὶ ἐχθρικὴ χώρα. Ἄλλο ὁ τοῦρκος κι ὁ σκοπιανὸς τουρίστας, ποὺ ἔρχονται στὴν ἀλύτρωτη, ἀλησμόνητη Μακεδονία, πατρίδα τοῦ Κεμὰλ καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου. Κι ἄλλο ὁ ἕλληνας τουρίστας (συνήθως μικρασιατικῆς καταγωγῆς), ποὺ ταπεινὰ καὶ μὲ νοοτροπία ραγιᾶ βλέπει τὴ γῆ τῶν προγόνων του. Οἱ δυὸ πρῶτοι ἔρχονται ὡς κατακτητές, ἔστω καὶ φαντασιακά. Ὁ Ἕλληνας κάνει τεμενάδες στὸν Ἐρντογὰν ποὺ ἀνοίγει κανένα ξωκλήσι γιὰ λειτουργία. Μὴν ἰσοπεδώνουμε ὅλους τοὺς τουρίστες!

Καὶ τὶς τουριστικὲς περιοχές, φυσικά. Οἱ Χαλκιδικιῶτες (ἔτσι κι ἀλλιῶς, πανάσχετοι μὲ τὸ διπλανό τους Ἅγιο Ὅρος) καὶ οἱ Πιεριῶτες ὑποδέχονται τοὺς Τούρκους καὶ Σκοπιανοὺς μὲ νοοτροπία συνιδιοκτήτη. Μὴν τοὺς θίξουνε. Οἱ Τοῦρκοι δὲν κάνουν τὸ ἴδιο. Σοῦ πετᾶνε τὰ ἀγάλματα τοῦ Κεμὰλ καὶ τὶς ἑκατὸ-ἑκατὸ σημαῖες κατάμουτρα. Ἡ εὐγένεια πρὸς τὸν ξένο εἶναι ἄλλο πράγμα -δὲν ἐννοῶ αὐτήν.

Ὥστε ὁ τουρισμὸς δὲν ἐνέχει κάποια ἰδεολογικὴ κι ἐθνικὴ προϋπόθεση, ὥστε νὰ διακρίνουμε κάποια ἀντίφαση μεταξὺ «τζέπης» καὶ «ἐθνισμοῦ». Μπορεῖ νὰ εἶναι δεῖγμα ἐπίδειξης ἐθνικιστικῆς, μπορεῖ καὶ δεῖγμα ραγιαδοσύνης.

Posted in Ελλάδα, Μακεδονία, Σλάβοι, Τούρκοι | Tagged | Σχολιάστε

Explaining Away the Greek Gods in Islam

J. Walbridge, Explaining Away the Greek Gods in Islam, Journal of the History of Ideas 9.3 (1998), 389-403.

the Greek gods appeared to even the best informed medieval Muslims as little more than names. The most remarkable fact of the treatment of Greek religion in Islamic sources is how seldom the names of the gods even appear. Rosenthal’s anthology of borrowings from Greek in Islamic sources contains a few references to Zeus but virtually no mention of the other Olympians. Only Hermes has any prominence, but he is the sage of Egypt, not the messenger of Olympus. The Muslims did not receive a representative sample of Greek literature; for the most part only scientific, philosophical, and occult works were translated. Without the Greek language and Greek poetry there was no need for manuals of Greek mythology. In the works that were translated, Neoplatonic quasi-monotheism dominated. Specific references to the gods tended to be bowdlerized by the translators, most of whom were Christians. Gods became «God» or «angels,» as in the famous example of the Arabic translation of the Hippocratic oath. Deified heroes like Asclepius were restored to manhood. […]  Identifying the religions of these two civilizations [Ἑλλάδας, Αἰγύπτου] as «Sabian» brought them into the realm of the prophetic. To be sure, no one knew exactly how the Sabians originated, but the label at least protected the integrity of Islamic sacred history and allowed Muslim scholars to justify philosophy as a fundamentally religious enterprise. […] Thus the identification of the Greeks (and the Egyptians) as Sabians served several intellectual and practical interests. It allowed the Harranians to practice their pagan cult in peace. It allowed Muslim philhellenes to defend Greek thought as the product of the monotheistic religious tradition. Finally, it safeguarded the integrity of Qur’anic sacred history by placing Greek philosophy and science, both of them unquestionably great achievements of humanity, within the realm of the prophetic religions. […]for the Arabic translations of works like pseudo-Plutarch’s doxography used terms like Allah, al-ilah, and ilahf, all respectable Islamic terms for the Divinity. […] Socrates …. publicly declared his disagreement with the Greeks on religion. […]  An alchemical text attributed to Jabir ibn Hayyan, for example, alludes to Socrates rejecting Zeus. […] The same account describes a plague in the time of Plato. The Greeks pray to God (Allah) and consult a prophet of Israel as to the cause of the plague and how it might be averted. […] most other Islamic philosophers and scientists simply ignored the details of Greek popular religion on the grounds that only the elite religion of philosophi- cal theology was worth their trouble. More often the Greek gods posed a challenge to Islamic sacred history, which explained religious development in terms of successive prophetic religions. Greek religion had to be made to fit one of the existing categories in Islamic sacred history. The two that were used were Sabianism, usually identified as star worship, and the biblical prophets, whose monotheism was trans- mitted to early Greek philosophers who visited Syria and Egypt. […] Our texts thus give us one more answer to the old question of when paganism finally died: it died when Muslim scholars looked upon the names of the old gods and did not fear their power.

Posted in Αρχαιότητα, Ισλάμ | Tagged , , | Σχολιάστε

Σαγαλασσός

Ἐρείπια τῶν Ἑλλήνων.

 

 

sagalassos-site-map

Posted in Αρχαιότητα, Μικρά Ασία | Tagged , , , | Σχολιάστε

Κληματαριές..

40f124e200000578-4556660-a_detail_of_the_restored_fresco_of_dei_fornai_bakers_cubicle_is_-a-23_1496220209459

[Minucius Felix (†250)]

Ὁ διάλογος Octavius…περιγράφει τὸν προσηλυτισμὸ στὸ Χριστιανισμὸ τοῦ φίλου του Καικιλίου, ποὺ ἦταν, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος, ἕνας νομομαθής. Ὁ Ὀκτάβιος καὶ ὁ Μινούκιος εἶχαν ἤδη προσηλυτισθεῖ, ὅταν ἀρχίζει τὸ ἔργο· εἶναι ἐπιστήθιοι φίλοι καὶ ὁ πρῶτος ἔρχεται νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ δεύτερο. Μία δυὸ μέρες ἀργότερα περπατοῦν στὴν ἀκρογιαλιὰ κοντὰ στὴν Ὄστια συντροφευμένοι ἀπὸ τὸν Καικίλιο ποὺ χαιρετίζει, τὴν ὥρα ποὺ περνᾶ ἀπὸ δίπλα του, ἕνα ἄγαλμα τοῦ Σέραπη· ὁ Ὀκτάβιος ἀποδοκιμάζει αὐτὸ τὸ σημάδι τῆς δεισιδαιμονίας, ποὺ φανερώνει ἀμάθεια, καί, ὕστερα ἀπὸ κάποια ἀδιάφορη συζήτηση, ὁ Καικίλιος ὁμολογεῖ πὼς νιώθει βαθιὰ λύπη καὶ ἀπογοήτευση γιὰ τὴν προσκόλληση ποὺ δείχνει ὁ Ὀκτάβιος σὲ ἕνα τόσο παράλογο σύστημα σὰν τὸ Χριστιανισμό. Οἱ τρεῖς κάθονται νὰ συζητήσουν διεξοδικὰ τὸ θέμα. Ὁ Καικίλιος ὑποστηρίζει πὼς ὁτιδήποτε σχετίζεται μὲ τὸ ὑπερφυσικὸ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀβέβαιο, γιατὶ καὶ οἱ φιλόσοφοι δὲν ἔφτασαν σὲ κάποιο ἱκανοποιητικὸ συμπέρασμα καὶ μόνο ὁ ἀκαδημαϊκὸς σκεπτικισμὸς εἶναι μιὰ σίγουρη θέση γιὰ ἕναν ἔξυπνο ἄνθρωπο. Τὸ προτιμότερο ἑπομένως εἶναι νὰ προσκολλᾶται κανεὶς στὶς παραδοσιακὲς λατρεῖες, αὐτὲς ποὺ ἔκαμαν τὴ Ρώμη μεγάλη. Ὁ Ὀκτάβιος ἀπαντᾶ κάπως ἐκτενέστερα· τοῦ λέει πὼς οἱ φιλόσοφοι συμφωνοῦν ὁπωσδήποτε μὲ τὶς πιὸ βασικὲς ἀλήθειες τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ πὼς ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι ἕνα ψέμα, ὅπως μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ. Ὅτι ἡ ἐνάρετη ζωὴ τῶν Χριστιανῶν (ἀνασκευάζει ἐδῶ τοὺς συνηθισμένους μύθους ποὺ κυκλοφοροῦσαν γιὰ τὶς ἔκλυτες τελετουργίες τους γιὰ τὶς ὁποῖες εἶχε κάμει λόγο ὁ Καικίλιος) μαζὶ μὲ τὴ σύλληψη μεγάλων καὶ ἀναμφισβήτητων ἀληθειῶν δείχνει πόσο ἡ πίστη ἡ δική του βρίσκεται παραπάνω ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα συστήματα. Καὶ ὁ Καικίλιος ζυγιάζει τὰ πράγματα γιὰ λίγο, καὶ στὸ τέλος ὁμολογεῖ πὼς ὁ Ὀκτάβιος τὸν κέρδισε μὲ ὅσα εἶπε· οἱ τρεῖς φίλοι τότε χωρίζουν γιὰ νὰ περάσουν τὴ νύχτα…

[ἅγιος Κυπριανός, 200-258]

…Ἡ μικρὴ πραγματεία του Ad Donatum…Προσκαλεῖ σ’ αὐτὴν τὸ φίλο του Δονάτο νὰ καθίσουν κάτω ἀπὸ μιὰ κληματαριά· κι ἐκεῖ γιὰ πολλὴ ὥρα τοῦ μιλεῖ γιὰ τὴ μακαριότηα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ τὴν κακία καὶ τὴν ἀνησυχία ποὺ τυραννοῦν τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο· ἰδίως στὸ δεύτερο θέμα ἐπιμένει πιὸ πολύ. Ὁ Δονάτος ὁ ἴδιος μένει σιωπηλός. Προφανῶς εἶναι ἕνα πολὺ πρώιμο ἔργο γραμμένο λίγον καιρὸ μετὰ τὸν προσηλυτισμό του καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ διωγμὸ τοῦ Δεκκίου…

…Γιὸς Ρωμαίου ἀξιωματούχου, ποὺ ἦταν ἔπαρχος τῆς Γαλατίας τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ ἅγιος, ἀκολούθησε στὴν ἀρχὴ τὴ σταδιοδρομία τοῦ πατέρα του, σπούδασε τὴ ρητορική, ἀσκήθηκε στὰ δικαστήρια καὶ διορίστηκε σὲ μιὰ θέση δικαστῆ. Μὲ τὴν ἰδιότητα αὐτὴ βρέθηκε στὸ Μεδιολάνο σὲ μιὰ ἐποχὴ ταραχῶν. Ὁ Ἀρειανὸς ἐπίσκοπος Αὐξέντιος εἶχε πεθάνει πρὶν λίγο καὶ ὁ λαὸς βρισκόταν σὲ ἀναβρασμό, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ἐκλέξει τὸ διάδοχό του στὴν ἐπισκοπικὴ ἔδρα· φαίνεται πὼς στὴν πλειοψηφία ὁ λαὸς ἦταν Καθολικός, ἀλλὰ ἡ Ἀρειανὴ φατρία θορυβοῦσε καὶ εἶχε ὑποστηρικτὲς στὴν αὐλή. Ὁ Ἀμβρόσιος πῆγε στὸν καθεδρικὸ ναό, μίλησε στὸ λαὸ προσπαθώντας νὰ ξαναφέρει τὴν τάξη καὶ τότε, ἐκεῖ ποὺ ἐκεῖνος μιλοῦσε, κάποιος (ὁ Παυλίνος λέει κάποιο παιδί) φώναξε: “Ambrosius episcopus”. Ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ φώναξαν καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο, καί, παρὰ τὶς προσπάθειές του νὰ ἀρνηθεῖ αὐτὴ τὴν τιμὴ ὁ Ἀμβρόσιος ὑποχρεώθηκε νὰ δεχτεῖ τὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα μὲ τὴν ἔγκριση καὶ τοῦ ἐπίσημου προϊσταμένου του Πρόβου, τοῦ ὑπάρχου τῆς αὐλῆς.

H. J. Rose, Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, τ. 2, Ἀθήνα 1978 (ἑλλην. μετ. Κ. Χ. Γρόλλιος)

Κληματαριές, συζητήσεις στὶς ἀκρογιαλιές… μιὰ ἠρεμία. Λατίνοι ἀπεγκλωβισμένοι ἀπὸ τὴν πνιγηρὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ὅ,τι φᾶμε κι ὅ,τι πιοῦμε, λίγο πρὶν (μέσα στὴν ὑστερία τῆς κατάρρευσης τῶν πάντων) οἱ συνεχιστές τους ἀκολουθήσουν ἄλλους δρόμους καὶ χαθοῦν στὸ βόθρο τῶν Νορδικῶν. Ἡ εἰδυλλιακὴ ἑλληνορωμαϊκὴ Ἀρχαιότητα λίγο πρὶν σβήσει –στὴ Δύση– μέσα ἀπὸ διωγμοὺς καὶ εἰσβολὲς τοῦ 3ου καὶ 5ου αἰ.

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Αρχαιότητα, Δυτικοί, Δύση, Ρωμαίοι, θρησκεία | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Ἀντιμακρυγιαννισμός. Μιὰ προπαγάνδα.

280px-o_stratigos_ioannis_makrigiannis

Ὁ Μακρυγιάννης ἔχει γίνει ἀπὸ παλιὰ στόχος τοῦ καθενὸς ἀντιλαϊκιστῆ. Ἡ δημιουργία κι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Μακρυγιαννισμὸς» εἶναι μιὰ ἄδικη κατηγορία, μιὰ ἀφ’ ὑψηλοῦ κι ἀνιστόρητη ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1821 καὶ στὴ συνέχεια τῶν Βαυαρῶν -ἕως σήμερα. Ὄχι μόνο γιὰ τὸν Μακρυγιάννη ἄδικη, ἀφοῦ χρησιμοποιεῖται τὸ ὄνομά του γιὰ ἕνα «γενικὸ φαινόμενο», ἀλλὰ γιὰ τὴ γενίκευση ποὺ γίνεται. Ὅπως μὲ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὸν «ἐθνολαϊκισμό» της, ὑπάρχει μιὰ μακρὰ παράδοση ἀντιλαϊκιστικοῦ δηθενισμοῦ, μιὰ ἀνικανότητα νὰ διακρίνουμε τί εἶναι αἴτιο καὶ τί ἀποτέλεσμα, ποιὸς ὁ πρωταίτιος καὶ ποιοὶ οἱ μιμητές του, ποιὰ ἡ σχέση μεταξὺ ἐλὶτ καὶ λαοῦ κ.ο.κ. Οἱ «ἀντικειμενικοὶ» ἐπικριτὲς τοῦ λαοῦ παραδόξως ξεχνᾶνε συγκεκριμένες, ἀποφασιστικὲς ἐνέργειες καὶ ἀντιλήψεις τῆς ἐλίτ, παλιᾶς καὶ νέας, οἱ ὁποῖες ἄνοιξαν τὸ δρόμο γιὰ τὸ μαζικὸ ἐκμαυλισμό, καὶ δικαιολογοῦνται μὲ φθηνὰ ἐπιχειρήματα ὅπως «ὁ λαὸς τοὺς ψήφισε», «κανεὶς δὲν διαμαρτυρήθηκε» κ.λπ. Τὸ πραγματικὸ γεγονὸς τῆς εὐθύνης τοῦ λαοῦ, καὶ τῆς σημερινῆς παρακμῆς του, μετατρέπεται στὸ μόνο ὑπαρκτὸ γεγονός τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας. Κάτι πού, μὲ τὴ σειρά του, εἶναι μιὰ σύλληψη τελείως διαφορετικὴ καὶ διαστρεβλωτική. Ἡ ἐγγενὴς ἀδυναμία τῶν πολλῶν, ποὺ δὲν ζοῦσαν στὴν Πνύκα καὶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου, νὰ παρευρίσκονται στὰ σαλόνια καὶ στὶς μυστικὲς συζητήσεις τῶν λίγων ὅπου ἀλλάζουν ἀστραπιαῖα οἱ τακτικὲς ἐξαπάτησης καὶ ὅπου παίρνονται ἀποφάσεις μὲ ἀστρονομικὲς ταχύτητες, ἀποσιωπᾶται. Προφανῶς, γιὰ νὰ συμφωνήσει κάποιος μὲ τὰ παραπάνω δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ αὐτοπροσδιορίζεται ὡς ultra Ὀρθόδοξος (ὅσοι θέλουν κομματικοποιημένο Χριστιανισμὸ εἴτε ἐξ Ἀριστερῶν εἴτε ἐκ τῶν Συντηρητικῶν και Δεξιῶν) οὔτε νὰ συμπαθεῖ τὸν Σεφέρη -ἰδιαίτερα βαρετὸ σὲ μένα. Πράγματι, τὰ ὅρια ἑνὸς πρώην ἀγράμματου εἶναι σαφή. Δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βάλει μὲ τοὺς γραμματισμένους πέρα ἀπὸ ἕνα ὅριο καὶ πέραν κάποιων θεμάτων. Κι ἔτσι δὲν μπορεῖ ν’ ἀποτελέσει «πνευματικὸ ἔμβλημα – λάβαρο» ὅπως διάφοροι τὸν φαντάζονται. Σ’ αὐτὸ δὲν φταίει ὁ Μακρυγιάννης, ἕνας χωρικός, ἀλλὰ ὁ πνευματικὸς ἀποκεφαλισμὸς τῶν Ἑλλήνων λογίων ἀπὸ τὰ 1350, ὅταν εἴτε ἑλκύονται ἀπὸ τὰ λογικὰ τέρατα τοῦ Σχολαστικισμοῦ εἴτε συντηροῦν / διατηροῦν χάριν ἐπιβίωσης ἕνα πολὺ μικρὸ τμῆμα τοῦ λόγιου βυζαντινισμοῦ. Σὲ κάθε περίπτωση, παραπέμπω σὲ ἕνα παλιότερο ἄρθρο γιὰ τὴν συμμαχία τῶν «πεφωτισμένων» μὲ τὸ χειρότερο τμῆμα τῆς Ἑλλάδας, συμμαχία ποὺ δείχνει ὅτι ἡ θεωρία τοῦ μακρυγιαννισμοῦ – ἐθνολαϊκισμοῦ δὲν στέκει καθόλου.

 

Αφορμή για τα παρακάτω είναι ο τόμος «Μακρυγιάννης» του καθηγητή Νίκου Θεοτοκά (Ν.Θ.) από τη σειρά «Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας» της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ». Ωστόσο, εξετάζεται διεξοδικά και η κριτική εναντίον του Μακρυγιάννη η οποία έγινε από τον Γεράσιμο Κακλαμάνη στο βιβλίο του Η Ελλάς ως κράτος δικαίου (1990).

 

Α. Νίκος Θεοτοκᾶς.

 

1. Μύθοι και αβάσιμες ερμηνείες.

Από τον πρόλογο ο Ν.Θ. ξεκαθαρίζει ότι «ο Μακρυγιάννης είναι πια αξεχώριστος από τον μύθο που έφτιαξαν γι’ αυτόν, για τη δράση του και για τη ζωή του οι ιδεολογίες» («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 10). Τέτοια απόφανση προϋποθέτει ότι ενάντια στο μύθο υπάρχει κάποια θεώρηση ξεκομμένη οριστικά από ιδεολογίες, με βάση την οποία μπορεί να κριθεί αντικειμενικά ο Μακρυγιάννης. Και προφανώς ως τέτοια θεώρηση ο Ν.Θ. εννοεί τη δική του, διαφορετικά θα ήταν κι η δική του αξεχώριστη από το μύθο και συνεπώς θα ήταν άχρηστη.

Ο Ν.Θ. θεωρεί την αφήγηση του Μακρυγιάννη για την γέννησή του ως κατασκευασμένη βάσει της θέλησης του Μακρυγιάννη να παρουσιαστεί ως «προορισμένος» για κλέφτης και καπετάνιος. Δηλώνει μάλιστα εξαρχής ότι «ελάχιστη σημασία έχει αν τα ιστορούμενα είναι ή όχι αληθινά» («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 12)· πράγματι, σημασία έχει μέσα από μία μεταμοντέρνα ερμηνεία της «ελάχιστης σημασίας» να ερμηνεύονται τοτινές συμπεριφορές με βάση το τι πιστεύει ο σημερινός ερμηνευτής ότι επεδίωκαν οι τοτινοί άνθρωποι. Για τον Ν.Θ. είναι «πολύ διαφορετικό» («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 11) το να γεννιέται ο Μακρυγιάννης «έξω εις ένα χωράφι…» από το να γεννιέται «εις τον λόγκον…εις την ερημιά»· το («έξω») χωράφι κατά Ν.Θ. θα βρισκόταν μάλλον εντός του χωριού, ενώ ο λόγκος βρίσκεται εκτός. Κι αφού δεν έχει σημασία τι είναι αληθινό, μπορεί καθένας να λέει ό,τι θέλει, για να αποδεικνύει οτιδήποτε συνεπάγεται πως η θεώρησή μας για τον Μακρυγιάννη είναι ένα ψέμα. Κατά τα άλλα, διαπιστώνει ότι οι προηγούμενες αντιλήψεις για τον Μακρυγιάννη συγχέουν μύθο και ιστορία. Ο ίδιος πάει ένα βήμα παραπέρα: Δεν τον ενδιαφέρει αν γίνεται κάτι τέτοιο. Από την Ιστορία προχωρούμε στην ερμηνεία.

Έπειτα, ο Ν.Θ. αναφέρεται στο γεγονός του φόνου του πατέρα του Μακρυγιάννη. Αρχικά γράφει ότι «Τα αίτια των φονικών μένουν αδιευκρίνιστα. Θα μπορούσαν να αφορούν σε πιέσεις για εξυπηρέτηση χρεών ή σε τυχαία ληστρική επιδρομή ή, αν και δεν έχουμε σχετικές ενδείξεις, σε «βεντέτα»» («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 13), όμως μετά («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 15) με βάση το ότι «ο Μακρυγιάννης δεν θέλει ή δεν θεωρεί σημαντικό να κοινολογήσει επακριβώς τις συνθήκες των φονικών» συμπεραίνει ότι η σιωπή αυτή «ενισχύει την υπόθεση ότι, ίσως, υπήρξε κάποιου είδους εμπλοκή του Τριανταφύλλου [πατέρα του Μακρυγιάννη] και των συγγενών του σε λεηλατικές δραστηριότητες κλεφτών, προς τους οποίους ο Τριανταφύλλου συνδεόταν και με σχέσεις «κουμπαριάς» ή και «αδελφοποίησης»». Αρχικά ο Ν.Θ. θεωρεί κατασκευασμένα από τον Μακρυγιάννη χάριν του «κλέφτικου ένδοξου μέλλοντος» τα της γέννησης του Μακρυγιάννη ενώ αργότερα βγάζει λίγο πολύ την οικογένεια του Μακρυγιάννη «κλέφτες». Τελικά κατασκεύασε ή όχι ο Μακρυγιάννης την εκδοχή του κλέφτη για τον εαυτό του; Και κατά πόσο η σιωπή του Μακρυγιάννη, που θα μπορούσε να οφείλεται σε οτιδήποτε εκτός από την αιτία που ο Ν.Θ. υποθέτει, συνεπάγεται την εμπλοκή σε λεηλασίες της οικογένειας του Μακρυγιάννη; Μέσα στην αοριστία και την προφανή ανεπάρκεια των ερμηνειών, ένα «ίσως» είναι το καλύτερο μέσο για να λέει καθένας ό,τι νομίζει θεωρώντας ότι με ένα «ίσως» (που τάχα εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα) κατατροπώνει την «ιδεολογία», που εμποδίζει να δούμε την αληθινή μορφή του Μακρυγιάννη, κι όχι ότι έτσι κατασκευάζει –με το ίσως– ακόμη μια ιδεολογική θέαση. Ο Ν.Θ. χτίζει θεωρία ολόκληρη με επιχειρήματα «από τη σιωπή».

Στη συνέχεια εξετάζεται το γεγονός της «θαυματουργικής» διάσωσης του βρέφους Μακρυγιάννη. Πιστός, στα λόγια, στο «δεν έχει σημασία τι είναι αληθινό», αλλά ταυτόχρονα εκφέροντας εμμέσως μια άποψη για την αλήθεια της αφήγησης του Μακρυγιάννη, ο Ν.Θ. δεν νοιάζεται αν όντως θα ήταν πιθανό να συνέβη ό,τι αναφέρει ο Μακρυγιάννης, δηλαδή όντως μπορεί να εγκαταλείφθηκε αρχικά για να μην προδώσει την ομάδα με το κλάμα του, έπειτα να άλλαξε γνώμη η μητέρα του και, μετά, να διασώθηκε η ομάδα (ανεξάρτητα του αν η διάσωση όλων οφείλεται στο Θεό [«που δεν υπάρχει»] ή στην τυχαία έκβαση των γεγονότων – και ανεξάρτητα από το αν αυτή η διάσωση αποδόθηκε από την μητέρα του Μακρυγιάννη και μετά από τον ίδιο στον Θεό) μαζί με το βρέφος. Αντίθετα, αρκείται στη διαβεβαίωση ότι («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 16) «καθώς συμβαίνει στις γραφές και στα παραμύθια, η σωτηρία των πολλών απαιτεί τη θυσία του αθώου και μόνο η παρέμβαση του Θεού μπορεί να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Έτσι έγινε και στην περίπτωση του «προορισμένου» Μακρυγιάννη. «Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάση», θα πει η μητέρα το και, μετανοώντας, θα γυρίσει να τον πάρει μαζί της, με κίνδυνο της ζωής της. Η δοκιμασία της μάνας, ο «πειρασμός» για την εγκατάλειψη και, εν συνεχεία, η απόφαση για τη σωτηρία του βρέφους, εγγράφονται στη διεκπεραίωση του σχεδίου της Θείας Πρόνοιας για τον «προορισμό» του Μακρυγιάννη». Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης, φυσικά, δεν αναφέρει ρητά τέτοιον προορισμό. Αυτά πίστευαν οι τοτινοί άνθρωπο, άλλο αν σήμερα δικαιολογείται κι επαινείται η παιδοκτονία: Συνεπώς, επειδή πρέπει να αποδειχτεί ότι ο Μακρυγιάννης νόμιζε –αφελώς, εσφαλμένα ή κουτοπόνηρα– ως «προορισμένο» τον εαυτό του, γι’ αυτό το λόγο οι αφηγήσεις του δεν είναι αληθινές (δεν έχει σημασία, άλλωστε) και το μόνο που έχει σημασία / είναι εφικτό είναι να καταδειχτεί ότι αυτές ταιριάζουν με «προνεοτερικά» μοτίβα. Το ότι ταιριάζουν, όμως, δεν λέει τίποτε, δεν αποδεικνύει εντελώς τίποτε σχετικά με το αν πράγματι η ροή των γεγονότων ήταν εκείνη ή διαφορετική της αφήγησης του Μακρυγιάννη. Έτσι, στο όνομα της καταπολέμησης της «ιδεολογίας» ανακηρύσσεται ως αντικειμενική πραγματικότητα μια άλλη ιδεολογία, η προτεραιότητα της ερμηνείας έναντι της (άγνωστης, φυσικά, στο θέμα μας) αλήθειας.

 

2. Έχουμε λόγο να πειστούμε από τον Ν.Θ. ότι ο Μακρυγιάννης είναι μη αντικειμενικός και υστερόβουλος;

Δείγμα της αντικειμενικότητας του Μακρυγιάννη είναι και η παραδοχή της γενναιότητας του εχθρού. Όταν περιγράφει τη μάχη που έγινε στη θέση Λαγκάδα (Απομνημονεύματα, βιβλίο Α’, κεφάλαιο 2) ο Μακρυγιάννης, παρά την ελληνική νίκη, γράφει ότι και τα δυο μέρη πολέμησαν παλικαρίσια: «Δεν κατηγοριώνται ούτε οι Έλληνες εις την αντρεία, ούτε οι Τούρκοι· σαν λοντάρια πολέμησαν και τα δυό μέρη». Την ίδια στάση έχει περιγράφοντας και μια άλλη μάχη στον Σταυρό στα Τζουμέρκα: «Και τα δυο μέρη πολεμήσαμε αντρείως» (Απομνημονεύματα, Α’, 2). Τι συνιστά για τον Μακρυγιάννη αντικειμενικότητα της ιστορικής συγγραφής, την οποία του την αρνούνται με τον α ή τον β τρόπο σύγχρονοι μελετητές; «Η ιστορία θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου και τα καλά και τα κακά, και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι οπού θα την διαβάσουν, να μην πέφτουν σε λάθη· και τότε σκηματίζονται τα έθνη. Θα ειπής δια τον Κολοκοτρώνη, του λέγω, και τα καλά του και τα κακά του» (Απομνημονεύματα, Γ’, 4). Είναι ο Μακρυγιάννης που βλέποντας την καταπίεση των απλών χωρικών από ορισμένους οπλαρχηγούς έγραψε «Κι’  από τότε βλέποντας αυτείνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωμαίικον, ότ’  είμαστε ανθρωποφάγοι» (Απομνημονεύματα, Α’, 3). Είναι ο κατά ορισμένους πανεπιστημιακούς «μη αντικειμενικός Μακρυγιάννης» ο οποίος εκθέτει χωρίς να κρύψει τίποτε την σφαγή των Τούρκων του Μωριά και των Τουρκαλβανών στην Πελοπόννησο αναφέροντάς την ως «ανομολόγητον κακόν» : «οι Τούρκοι οι δυστυχισμένοι…αυτό το απάνθρωπον κάμωμα. Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμε το αμολόγητον κακόν…Εφαρμακωθήκαμεν όλοι · δεν ξέραμεν τι να τους αποκριθούμεν» (Απομνημονεύματα, Α’, 2). Και: «…Ηύρε της Τούρκισσες βαφτισμένες, τους ντόπιους Τούρκους σκοτωμένους, τα τζαμιά τους γκρεμισμένα και κατακοπρισμένα. Τότε αυτός πικράθη πολύ, και Τούρκος θρήσκος…» (Απομνημονεύματα, Α’, 3). Για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο γράφει (Α’, 4) «εγώ τον έχω οχτρό γύρευε να με σκοτώση» αλλά και «ήταν ο καλύτερος απ᾿ όλους τους άλλους στρατιωτικούς».

 

3. Η τοκογλυφία του Μακρυγιάννη. Όταν οι υπερασπιστές των αστών και του εξευρωπαϊσμού κατηγορούν τους χωριάτες που εμπορεύονται.

Έπειτα ο Ν.Θ. αναφέρεται στον Μακρυγιάννη ως τοκογλύφο («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 16 «…την τοκογλυφική δραστηριότητα του Μακρυγιάννη») κατά τα χρόνια της παραμονής του στην Άρτα. Δύσκολο, όμως, θα ήταν να παρουσιάζεται ως τοκογλύφος (δηλαδή, διψασμένος για χρήμα) κάποιος ο οποίος αποστρεφόταν πλήρως το πλιάτσικο και τιμωρούσε, ως καπετάνιος, τους άνδρες του όταν πλιατσικολογούσαν τα χωριά από τα οποία περνούσαν. Ακόμα πιο δύσκολο είναι επειδή ο Ν.Θ. αποδίδει πολλά προτερήματα του Μακρυγιάννη, όπως την αποφυγή του πλιάτσικου, καθώς και την επιμονή στην πολιτική διαχείριση των αντιθέσεων («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 33) στην ενασχόλησή του με το εμπόριο. Είναι, πράγματι, παράξενο, από τη μια να επιδιώκεται εμμέσως από ορισμένους να αποδειχθεί ότι ήταν το «αστικό πνεύμα» αυτό που έκανε την Επανάσταση (υπαρκτό ακόμη και μέσα στους λαϊκούς αγωνιστές όπως ο Μακρυγιάννης) ενώ από την άλλη να εμφανίζεται ως «τοκογλυφία» το αστικό αυτό πνεύμα: ίσως αυτό να οφείλεται στην επιδίωξη δυο ταυτόχρονων στόχων: και να απομυθοποιηθεί ο Μακρυγιάννης αλλά και να «αποδειχθεί» ακόμη περισσότερο ότι η αστική τάξη κι όχι ο λαός έκαναν το 1821. Ασφαλώς ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχαν σε αυτήν πολλοί έμποροι. Αλλά δεν ήταν οι αστοί, όπως εννοούνται αυτοί και ο ρόλος τους στη Δύση, η ψυχή της Επανάστασης.

Επιπλέον η αφιλοχρηματία του Μακρυγιάννη φαίνεται, τουλάχιστον μέσα από τα λεγόμενά του, όχι λίγες φορές. Φυσικά, για την αντίληψη που ίσως βάζει σημερινές απόψεις και προσδοκίες σε προνεωτερικούς ανθρώπους, τα λεγόμενα του Μακρυγιάννη είναι σχεδόν ύποπτα. Ωστόσο, εμείς διαβάζουμε (Απομνημονεύματα, Α’, 1) «Και έβαλε χρήματα ο Κοράκης και εγώ και αγοράζαμε με τρόπον άρματα και τα κρύβαμε εκεί οπούχαμε το μπαρούτι και εις τα ταβάνια των σπιτιών μας· και αρματώναμε τους Εφτανησιώτες και άλλους και τους δίναμε πολεμοφόδια…»· (Απομνημονεύματα, Α’, 4) «γράφτηκα ότι θέλω δουλέψη την πατρίδα μου με πίστη κι’ αμιστί»· (Απομνημονεύματα, Α’, 5) «έχω ομολογίες παλιές περίπου από σαράντα χιλιάδες γρόσια. Κι’ αφού έχασα όλα αυτά, όταν παίρνεται εσείς μιστόν κάθε μήνα από τους πολίτες»· (Απομνημονεύματα, Α’, 6) «Με είχαν ρωτήσει τι μιστόν θέλω δια τους ανθρώπους και του λόγου μου, να μας πλερώνη η Κυβέρνηση. «Ό,τι πλερώνει και τόσους άλλους και τόσους άλλους οπούχει, ας πλερώνη και τους δικούς μου· εγώ δεν θέλω τίποτας»» και «Με περικάλεσε πολύ η Κυβέρνηση και μόδωσε και χρήματα να μ’ ελκύση. Τους είπα· «Θα πάγω, αλλά θέλω να σας αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι πραγματευτής να κάνω πραμάτεια την πατρίδα μου δια χρήματα..». Ο Ν. Θ. γράφει («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 28) «Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αποδοκιμάζει τις λεηλασίες αλλά, παράλληλα, τις θεωρεί αναγκαίο παρεπόμενο του πολέμου. Μας λέει, και κάτι ακόμα, που αφορά τον ίδιον και το κουμάντο του. Ότι έλαβε πεντακόσια γρόσια από τα λάφυρα «εις το μερίδιόν του», που προστέθηκαν στο απόθεμα των μετρητών που κρατούσε «στο κιμέρι του»». Επαναλαμβάνει την άποψη αυτή («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 38), ότι την πρακτική του πλιάτσικου «την ανεχόταν ή και τη δικαιολογούσε μόνο εκεί που θεωρούσε ότ δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά». Αντίθετα, ο Μακρυγιάννης γράφει (Απομνημονεύματα, Α’, 3) «Μα την πατρίδα, δεν πήρα εγώ από αυτά μίαν τρίχα. Οι σύντροφοί μου άνοιξαν μίαν κρυψιώνα και μόδωσαν εις το μερίδιόν μου, ως κεφαλή, δυο μερδικά. Τα ξετιμήσαμεν τα δυο μερδικά πεντακόσια γρόσια, κι’ αυτά όποτε αρρώσταινα τ’ άφινα εις την διαθήκη μου να τα δώσουνε ‘σ εκκλησιές». Πώς αποδεικνύεται ότι θεωρεί την λεηλασία αναγκαίο πολεμικό παρεπόμενο, δηλαδή ότι την ανεχόταν ή τη δικαιολογούσε ο Μακρυγιάννης, που γράφει (Απομνημονεύματα, Α’, 3) «σιχάθηκα το Ρωμαίικον, ότ’ είμαστε ανθρωποφάγοι» αποδοκιμάζοντας την λεηλασία, και (Απομνημονεύματα, Α’, 6 για το Μενίδι) όταν εμπόδιζε το πλιάτσικο συγκρουόμενος με τον Γκούρα μη αφήνοντάς τον να πλιατσικολογήσει, και (Απομνημονεύματα, Α’, 6) «δεν άφησα τους ανθρώπους μου να πάρουν μίαν τρίχα. Ένας πήρε ένα σαχάνι να κενώσουμε το φαΐ και τον έδιωξα και το πήγε οπίσου εκεί οπού το πήρε», και «’Σ ένα χωριόν πλησίον εις το Τριπόταμον καμπόσοι απ’ αυτούς γυμνώνουν το χωρίον χωρίς να με στοχάζωνται ως μεγαλύτερόν τους. Φοβήθηκα μη μου γυμνώσουνε και το Σισινόπουλο κι’ άλλους και φανώ ψεύτης κι’ άπιστος»· και (Απομνημονεύματα, Α’, 9) «Γύρευαν ν’ αλιμουργιάσουμεν τα σπίτια των προκρίτων, να τους πιάσουμεν στανικώς, να τους γυμνώσουμεν. Τότε εγώ ‘σ αυτό δεν έκλινα κ’ έβγαλα εξ ιδίων μου και πλέρωσα τους ανθρώπους» (απέτρεψε από το πλιάτσικο τους στρατιωτικούς στην Ύδρα – δεν «ανέχτηκε» ως αναγκαίο το πλιάτσικο των άλλων) είναι μυστήριο. Όσο για τα 500 γρόσια, την κατάληξή τους αναφέρει ο Μακρυγιάννης, όχι όμως κι ο Ν.Θ.

Έπειτα, είναι εσφαλμένο να κατηγορείται ο Μακρυγιάννης επειδή ήταν έμπορος που δάνειζε με τόκο. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, στο Ημερολόγιό του γράφει πως ο Κολοκοτρώνης είχε φέρει από τα Επτάνησα ένα θησαυρό σε χρυσά νομίσματα. Αυτό το θησαυρό τον απόχτησε από μισθοφορίες, εμπόρια και άλλες δραστηριότητες. Στη Ζάκυνθο λ.χ. τόκιζε χρήματα. Έχει σωθεί ένα συμφωνητικό της 1 Αυγούστου 1818: «Έλαβα από τον καπετάν Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη τζικίνια χρυσά βενέτικα εκατό με το διάφορό τους προς δώδεκα τα εκατό» (Κ. Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21, τ. 1, σ. 262).

 

4. Η ανακήρυξη του Μακρυγιάννη σε οπλαρχηγό.

Ο Ν.Θ. αναφέρει ότι ο Μακρυγιάννης έγινε αρχηγός σε τέσσερα χωριά των Σαλώνων επειδή συστήθηκε από τον αδερφό του «στους καπεταναίους του Ανδρούτσου» («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 30) κι έτσι τα κατάφερε «με τη δική τους σύσταση». Όμως ο Μακρυγιάννης αναφέρει ότι (Απομνημονεύματα, Α’, 4) «Θέλησαν και τέσσερα χωριά…να με βάλουν κεφαλή τους…· το φθόνησαν οι άλλοι οι αρχηγοί αυτό, να μην τους λιγοστέψω τον ραγιά τους. Όμως τα χωριά επίμεναν και τα τέσσερα συνφώνως και τα σύναζα…», χωρίς αναφορά στον Καψιμάλη. Μάλιστα ο Ν.Θ. υποστηρίζει ότι ο Μακρυγιάννης γνώριζε για ποιο λόγο κέρδισε τη θέση του αρχηγού στα Σάλωνα, αλλά δεν τον κατέγραψε («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 31)· και πάλι έχουμε εικασίες, το βάρος της τεκμηρίωσης των οποίων πέφτει στον Ν.Θ. Άλλωστε ο Μακρυγιάννης είχε αποκτήσει καλή φήμη, τόσο επειδή δεν έπαιρνε μισθό (Απομνημονεύματα, Α’, 4) όσο και γιατί φερόταν καλά στους πρόσφυγες της Άρτας, στους χωρικούς της Βλύχας και στους Καραγκούνηδες του Σπαρτοβουνίου (Απομνημονεύματα, Α’, 3).

Ο Ν.Θ. αναγνωρίζει ότι ο Μακρυγιάννης σε αντίθεση με άλλους καπεταναίους αποστρεφόταν τη λογική του αρματολού και την αρματολική παράδοση («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 33-4). Αυτό είναι αλήθεια, προφανώς αναγνωρίζεται ως προϊόν της «δυτικής», εμπορικής δραστηριότητας του Μακρυγιάννη. Ωστόσο, αφήνοντας τη συζητήσιμη άποψη ότι ο Μακρυγιάννης είχε τέτοια πολιτική αντίληψη λόγω των εμπορικών του δραστηριοτήτων, ο Μακρυγιάννης αυτή τη λογική δεν τη συνδύαζε με δυτικιστικές αντιλήψεις· κι ακριβώς το αντίθετο από την λογική «οι αστοί (το αστικό ήθος) έφτιαξαν το ‘21» υποδεικνύει η φανέρωση της πτυχής αυτή του Μακρυγιάννη: ότι ήταν δυνατή μια συναίσθηση νομιμότητας που δεν ήταν εκδυτικισμένη, αλλά ήταν και παραδοσιακή-Ανατολική και υπέρ της συγκρότησης ενός κράτους δικαίου στο οποίο οι τακτικές της Τουρκοκρατίας δε θα είχαν θέση. Όμως ο Ν.Θ. αντιλαμβάνεται την θέση του Μακρυγιάννη ως ένα είδος απόδειξης ότι «μιλάει εδώ ως υποκείμενο της νεωτερικότητας» («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 49)· η προσπάθεια να αποδειχθούν «νεωτερικοί» ο Μακρυγιάννης, όπως παλιότερα ο Παπαδιαμάντης, δεν είναι βάσιμη.

 

5. Μακρυγιάννης και εμφύλιοι του 1821.

Έπειτα ο Ν.Θ. ερμηνεύοντας την στάση του Μακρυγιάννη κατά τον εμφύλιο περισσότερο συσκοτίζει παρά διαφωτίζει τα πράγματα («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 41-42). Δίχως δικαιολογία αρνείται την δικαιολογία του Μακρυγιάννη για την στάση του, μια να είναι με το Εκτελεστικό και μια με το Βουλευτικό (Απομνημονεύματα, Α’, 6): «Ρωτάμε εμείς τι πράγμα είναι αυτή η φατρία (Δεν την ξέραμε εις την πατρίδα μας αυτείνη την λέξη)…Δεν ήξερε κανείς τι να κάμη. Ήμουν άμαθος από τέτοια» ως δήθεν μη διαφωτιστική. Κι όμως, ο Ν.Θ. είχε καταδείξει την μη «αρματολική» πολιτική νοοτροπία του Μακρυγιάννη, την «νομιμόφρονα» προσήλωσή του στον πόλεμο υπέρ του έθνους. Για ποιο λόγο μια τέτοια νοοτροπία συνδυαζόμενη με την έως τότε συναναστροφή του Μακρυγιάννη με καπεταναίους (συναναστροφή που συνεπαγόταν ότι ήταν αμέτοχος σε «νεωτερικές» ή φαναριώτικες πολιτικές ίντριγκες έως τότε) να μην είναι επαρκείς λόγοι που εξηγούν την αμηχανία του να εκλέξει στρατόπεδο και την μεταστροφή του Μακρυγιάννη από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, αλλά –κατά Ν.Θ.– η αμηχανία και η μεταστροφή να οφείλονται περισσότερο ή αποκλειστικά στο ζήτημα της μισθοδοσίας των ανδρών του; Με δυο λόγια, η «χωριατοσύνη» του Μακρυγιάννη τον έκανε περισσότερο εύπιστο.

Επιπλέον ο Μακρυγιάννης, όπως φαίνεται, άλλαζε απόψεις για άτομα. Για τον Κολοκοτρώνη όσο και τον Καποδίστρια (Απομνημονεύματα, πρόλογος) έχει άλλοτε αρνητική άποψη και άλλοτε (Απομνημονεύματα, Επίλογος) αποδίδει τα κατ’ αυτόν αρνητικά τους στην επίδραση του περίγυρου: [Ο Κολοκοτρώνης] «Ήταν καλός πατριώτης, αλλά οι δικές σου [=του Μεταξά] συβουλές όλο σε εφύλιους πόλεμους τον κινούσανε και σε μεγάλη διχόνοια με τους πατριώτες του» και (Απομνημονεύματα, Γ’, 7) «[ο Καποδίστριας] δυο χρόνια μάς κυβέρνησε αγγελικώς, ύστερα, τ’ αδέλφια του φταίγαν, αυτός, δεν ξέρω». Τέτοιος τρόπος σκέψης καθιστά αξιόπιστη την «εκ των υστέρων δικαιολόγηση» και την «αναδρομική» έγνοια του Μακρυγιάννη (λες και δεν γράφτηκαν, έτσι κι αλλιώς, «αναδρομικά» τα Απομνημονεύματα) να εξηγήσει την στάση του. Έπειτα, η άρνηση του Μακρυγιάννη (Απομνημονεύματα, Α’, 6) να «βαρέσει» μαζί με τον Γενναίο το Βουλευτικό πάλι δεν είναι απαραίτητο να βασίζεται στην κατά Ν.Θ. («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 43) έγνοια του Μακρυγιάννη να μισθοδοτούνται οι άντρες του, αλλά στην αηδία του για την τακτική του πλιάτσικου από τον Γενναίο και στην αποφυγή της λεηλασίας. Άλλωστε ο Μακρυγιάννης αμέσως (Απομνημονεύματα, Α’, 6) φάνηκε έτοιμος να εγκαταλείψει και την Κυβέρνηση όταν είδε τον Γ. Νοταρά να βασανίζει έναν απλό πολίτη. Και (Απομνημονεύματα, Α’, 6) αντιτάχθηκε στον αέναο εμφύλιο λόγω της διαφωνίας Ζαΐμη-Κουντουριώτη παρά την προσφορά 1000 γροσίων ως μισθού.

 

6. Ο δήθεν «συντεχνιασμός» του Μακρυγιάννη

Ο Ν.Θ. υποστηρίζει («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 72) ότι από ένα σημείο κι έπειτα ο Μακρυγιάννης παραμερίζει τις παλιές έχθρες του με διάφορους καπεταναίους και υποστηρίζει τα δίκαια των αγωνιστών. Πράγματι, ο Μακρυγιάννης υπερασπίστηκε διάφορους στρατιωτικούς ή παρουσιαζόταν ως ουδέτερος όταν του ζητιόταν να κυνηγήσει τους ανυπότακτους στρατιωτικούς. Ωστόσο η συμπάθειά του αυτή δεν ήταν αρκετή ώστε να παρέχει την εύνοιά του σε ληστές όπως ο Γρίβας (Απομνημονεύματα, Γ’, 3):  «Τότε όσους ήταν άξιοι δια παλούκι, όλους τους ληστάς, τους σύναξε ο Γρίβας και προστάζει ο Κατζιλέρης ο Αρμασπέρης, διορίζει κ’  εμάς ‘πιτροπή κατά το ριπόρτο του Γρίβα…να τους κάμωμεν αξιωματικούς (…) Εγώ τους είπα:  » Τα χέρια μου και τα δυο να τα κόψετε, υπογραφή δεν βάνω να βαθμολογήσω ληστάς, οπού κάψαν της εθνικές καζάρμες και σκότωσαν και της φυλακές των συνόρων!»». Αυτή είναι η δήθεν έλλειψη αντικειμενικότητας του Μακρυγιάννη.

 

7. Ο Μακρυγιάννης επίδοξος δολοφόνος.

Τέλος, ο Ν.Θ. δέχεται ότι ο Μακρυγιάννης ήταν μπλεγμένος σε απόπειρα δολοφονίας του Όθωνα και της Αμαλίας («Μακρυγιάννης»-Τα ΝΕΑ, σ. 104): «Έχουν γραφτεί πολλά για να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητα αυτής της δίκης, για να αναιρεθεί το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων..Ωστόσο η απόφαση φαίνεται πως βασίστηκε σε πραγματικά περιστατικά. Υπήρξαν, δηλαδή, πρόσωπα με κύρος, άνθρωποι τίμιοι και αξιόπιστοι, που κατέθεσαν ότι ο Μακρυγιάννης ήταν μπλεγμένος σε ένα σχέδιο σκοτεινό…Η ιστοριογραφία που φιλοτέχνησε το πορτραίτο του «πατριδοφύλακα» θεώρησε τις κατηγορίες εναντίον του Μακρυγιάννη κατασκευασμένες, τις καταθέσεις των μαρτύρων ψευδείς, την ετυμηγορία του δικαστηρίου διαβλητή και αμφισβητήσιμη. Τα πραγματικά, όμως, περιστατικά δεν φαίνεται να δικαιώνουν τους όψιμους συνηγόρους του Μακρυγιάννη αλλά τους δικαστές». Βέβαια, στους όψιμους συνηγόρους συγκαταλεγόταν ήδη από τα 1907 ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος χαρακτηρίζει τον δικηγόρο Ν. Στεφανίδη (35 ετών τότε), κύριο μάρτυρα, στην κατάθεση του οποίου βασίστηκαν οι δικαστές, ως «διάσημον ύστερον επί ελευθεροστομία και βωμολοχία», με άλλα λόγια αμφιβόλου ηθικής ποιότητας. Στην ίδια την κατάθεση του Στεφανίδη ο Μακρυγιάννης φέρεται να πιστεύει σε θαυματουργικό θάνατο του Όθωνα λέγοντας στον Στεφανίδη: «…αφού γίνη αυτό το θαύμα, και ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα θα τσακισθούν εμπροστά εις την εκκλησίαν ή καθ’ οδό…» αναφέροντας άλλες δύο φορές ως «θαύμα» το θάνατο των βασιλιάδων «μαζί με τα άλογά τους» δίχως να κάνει ποτέ λόγο για εκτέλεση από ανθρώπινο χέρι – πράγμα που συμπίπτει με όσα γράφονται στα Οράματα και θάματα.

 

Β. Κορδάτος και Γεράσιμος Κακλαμάνης

i. Κορδάτος.

Στην απομυθοποίηση του Μακρυγιάννη έχει συμβάλλει παλαιότερα κι ο Γιάννης Κορδάτος. Ωστόσο πέφτει κι αυτός σε αντιφάσεις, αφού στα 1957 γράφει «Όσο κι αν έκανε το φίλο του λαού, ο πόθος του ήταν να πάρει γαλόνια, ν’ αποκτήσει περιουσία και να θεωρείται κι αυτός ένας από τους τρανούς. Έτσι σιγά σιγά άρχισε να μισεί το λαό…» (Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τ. Γ’), ενώ στα 1947 («Η λαϊκή μούσα για τους δημοκρατικούς αγώνες του στρατηγού Μακρυγιάννη, εφ. Ελεύθερη Ελλάδα, 7 Φεβρουαρίου): «Βγαλμένος από τα σπλάχνα του λαού δεν ξιπάστηκε από τις τιμές και τις κολακείες που του έκανε ο Όθωνας, και κράτησε πιστά την τιμή του λαϊκού αγωνιστή. Ώς την τελευταία του πνοή στάθηκε κοντά στο λαό και αγωνίστηκε για τις πολιτικές του ελευθερίες».

ii. Γεράσιμος Κακλαμάνης (Γ.Κ.).

Πριν από τον Ν. Θεοτοκά αλλά μετά τον Γ. Κορδάτο ο Γεράσιμος Κακλαμάνης (Η Ελλάς ως κράτος δικαίου) επίσης επιχείρησε το «ξεσκέπασμα» του «ολέθριου ρόλου» του «Μακρυγιαννισμού» (όπως ο ίδιος τον αναφέρει) στη διαμόρφωση της νεοελληνικής συλλογικής νοοτροπίας. Ο Γ.Κ., όπως ο Θεόδωρος Ζιάκας (Έθνος και Παράδοση, σ. 49) παρατηρούσε ήδη το 1993, με την πρότασή του για «διεθνοποίηση» του νεοελληνικού «παρασιτικού» κράτους, μηδενίζει την Νεοελληνική Ιστορία αρνούμενος την αξία της εθνικής μας Επανάστασης, κι αυτό σε συνθήκες που η απειλή της Τουρκοκρατίας ξαναζωντανεύει στην περιοχή μας. Όπως σωστά παρατηρεί ο Θ.Ζ. (Έθνος και Παράδοση, σ. 56), ο Γ.Κ. αντιλαμβανόταν την Ιστορία ως «μια αυστηρή αιτιοκρατική αλυσίδα γεγονότων, οπότε η σημερινή κακοδαιμονία μας πρέπει να αναζητηθεί σε μια ατυχή έκβαση κάποιας «κρίσιμης μάχης» που έλαβε χώρα στο παρελθόν….Για τον Γερ. Κακλαμάνη το παιχνίδι παίχτηκε και χάθηκε επί Καποδίστρια και Όθωνα, όταν ο υποτιθέμενος «μακρυγιαννισμός» τορπίλισσε την προσπάθεια οικοδόμησης κράτους δικαίου». Η συνωμοσιολογία, χαρακτηριστική μορφή πρωτόγονης και μανιχαϊστικής σκέψης, είναι αναπόφευκτη: «Το ένα τέταρτο του ογκώδους βιβλίου του για την Ελλάδα ως κράτους δικαίου, είναι αφιερωμένο στον υπερφυσικό ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στη διαμόρφωση των διεθνών και εσωτερικών σχέσεων», παρατηρεί ο Θ.Ζ. (Έθνος και Παράδοση, σ. 57). Για να καταλάβει κανείς την ποιότητα του υποβάθρου της επίθεσης του Γ.Κ. στον «Μακρυγιαννισμό», ο Γ.Κ., μεταξύ πολλών παρομοίων, ισχυριζόταν (Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, σ. 271) ότι λίγο πολύ ότι οι λεηλασίες και αναγκαστικά η καταστροφή των ελληνικών χειρογράφων κατά την πρώτη Άλωση του 1204 και την Φραγκοκρατία ήταν κάτι το πολύ θετικό [1], καθώς έγραφε: «Τα χειρόγραφα [Ψελλού, Φώτιου, Πυθαγόρα, Προσωκρατικών, όπως αναφέρει πριν] τα έσωσαν οι Καταλανοί του Μεσαίωνα και εκδόθηκαν επί τέλους από τις βιβλιοθήκες της Μαδρίτης». Αλλού (Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, σ. 69) παρουσίαζε τους Οσμανούς ως ανεκτικούς και τους Έλληνες ως εντελώς άσχετους με την Αρχαιότητα: «Βλέποντας π.χ. τις αναστηλωτικές προσπάθειες των Τούρκων για τα αρχαία μνημεία της Μικράς Ασίας [σημ.: τα οποία οι Τούρκοι παρουσιάζουν πάντα ως αρχαιότητες «Ρωμαϊκές», «της Ανατολίας», «των Εφέσιων» κ.λπ., αλλά ποτέ ως ελληνικά, των Ελλήνων/Βυζαντινών – αλλά αυτό δεν ενοχλούσε τον Γ.Κ.], να καταλάβη μεταξύ των άλλων και το πνεύμα ανοχής που διείπε τις σχέσεις των κατά την προηγούμενη πολυεθνική τους ιστορία, παρατηρώντας δε την ελεεινή κατάσταση των μνημείων του ελληνικού χώρου να καταλάβη ότι οι σημερινοί «Έλληνες» καμμία απολύτως σχέση δεν έχουν με ο,τιδήποτε από το αρχαίο παρελθόν». Επίσης ο Γ.Κ. διεπόταν από μια περίεργη φυλετική-ουσιοκρατική αντίληψη του έθνους γράφοντας (Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, σ. 90): «Το νέο κράτος έπρεπε να το λένε βέβαια «Ελλάδα», δεν υπήρχε όμως κανένα χαρακτηριστικό των «Ελλήνων», αφού η σύνθεση του πληθυσμού ήταν Αρβανίτες, Τούρκοι, Έλληνες, Βλάχοι, Σλάβοι, Πομάκοι, Γύφτοι κ.λπ.»· «οι μεν γηγενείς ήταν ένα μίγμα αλβανοελληνοσλαβισμού και Τούρκων» (Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, σ. 138). Υπήρχαν δηλαδή ουσιοκρατικά νοούμενοι Τούρκοι, Αρβανίτες, Σλάβοι όλοι οι λαοί του Αίμου, κ.λπ, με δικά τους χαρακτηριστικά (φυλετικά; Μάλλον, αλλιώς κι αυτοί θα υποδιαιρούνταν από τον Γ.Κ. σε επί μέρους «φυλές»), αλλά όχι φυσικά Έλληνες με ελληνικά χαρακτηριστικά – αν, πάλι, υπήρχαν, τότε θα είχαν δικά τους, ελληνικά, χαρακτηριστικά και δικαίως θα έπρεπε να λέγεται «Ελλάδα» η χώρα. Άλλωστε οι ακροβασίες περί «μουσουλμανικού Ελληνισμού» απαιτούν μια εξήγηση του τι είναι «Έλληνας», τμήμα του οποίου θα ήταν ο «μουσουλμάνος Έλληνας». Τέλος, σύμφωνα με τον Γ.Κ., το ΕΑΜ ήταν δημιούργημα των Ναζί, «είναι δηλαδή οι ίδιοι οι Ναζί που επιδίωξαν την δημιουργία του ΕΑΜ, που το εχρηματοδότησαν και του προμήθευσαν τα όπλα» (Η Ελλάς…, σ. 217), ενώ ενδεχομένως οι Ιταλοί να μην επιτέθηκαν στην Ελλάδα το 1940 (Η Ελλάς…, σ. 219).

Ο Γ.Κ. υποστήριζε στο βιβλίο τουΤο ανατολικό ζήτημα σήμερα ότι ««Ἕλληνες» ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ ἑνιαίου λαοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς σήμερα, «ὑπῆρξαν» μόνο στὰ «ἑλληνικὰ συντάγματα» καὶ ποτὲ στὴν πραγματικότητα. Τὸ «Ἕλληνες» εἶναι ἁπλῶς ἕνας πολιτιστικὸς χαρακτηρισμός, πού ἀποτελεῖ τὴν ὑποδομὴ τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου καὶ εἶναι ἄσχετος μὲ ὁποιαδήποτε ἔννοια λαοῦ καὶ φυλῆς. Οἱ Ἕλληνες ὡς φυλὴ -μέσα στὴν ἔννοια τοῦ πολιτιστικοῦ ἑλληνισμοῦ πού λέμε- ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν μιὰ ἀσήμαντη μειονότητα. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Ἕλληνες σ’ αὐτὴν εἶναι οἱ μορφωμένοι Τοῦρκοι, Σλάβοι, Ρουμάνοι, Ἕλληνες καὶ πιθανὸν καὶ Ἄραβες». Πρόκειται περί μιας απίστευτης ανοησίας: Ποτέ δεν υπήρξαν μορφωμένοι Τούρκοι οι οποίοι να ένοιωσαν Έλληνες. Η «φυλετική» προέλευση, λίγων σχετικά, εξελληνισμένων Σλάβων ή Ρουμάνων δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία ενός ελληνικού λαού με ένα ορισμένο βαθμό καταγωγής και συνέχειας από τους αρχαίους Έλληνες. Τέλος, υπάρχουν εκατοντάδες (τουλάχιστον) μαρτυρίες για ελληνικό λαό και Έλληνες από την Αρχαιότητα έως το 1821. Ο Γ. Κακλαμάνης στο ίδιο βιβλίο υποστήριζε ότι «Οι μωαμεθανοί, που ήσαν ως επί το πλείστον Αρβανίτες, παρέμεναν η πλειονότης. Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνών μας, που μέχρι τώρα δεν έχουν αμφισβητηθή, στο ίδιο το κράτος του Όθωνα τα 2/3 των κατοίκων ήσαν μωαμεθανοί». Όμως, είναι γνωστό ότι στην Πελοπόννησο λίγο πριν το 1821 κατοικούσαν 40.000 Τούρκοι (Μουσουλμάνοι) και 400.000 Χριστιανοί (Έλληνες) ενώ αντίστοιχη ήταν και η κατάσταση στη Ρούμελη, με ελαφρώς περισσότερο ποσοστό μουσουλμανικού πληθυσμού. Τα περί μουσουλμανικού πληθυσμού ως 2/3 του πληθυσμού στην ελεύθερη Ελλάδα του 1832 είναι εντελώς εσφαλμένη άποψη, όπως και τα περί αρβανίτικης πλειονότητας στο ελλαδικό κράτος του 1832 (βλ. γλωσσικό χάρτη Πελοποννήσου του 19ου αιώνα, όπου φαίνεται ότι οι Αρβανίτες ήταν ελάχιστη μειονότητα και φυσικά οι Αρβανίτες που πολέμησαν τους Οθωμανούς δεν ήταν μουσουλμάνοι) όμως σε τόσο καταφανείς ανακρίβειες βασιζόταν ο Γ.Κ. (είχε το θράσος και να ζητά από τους αναγνώστες του να αποδείξουν το αντίθετο αυτονόητο). Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοείται η κριτική του Γ.Κ. προς τον Μακρυγιάννη.

 

1. Μακρυγιάννης και νομιμότητα σε ένα κράτος δικαίου.

Επί της ουσίας ο Μακρυγιάννης δεν ήταν προγραμματικά ενάντιος στη νομιμότητα εντός του κράτους: (Απομνημονεύματα, Α’, 6) «Δια την στερέωση της πατρίδος μου και νόμους, δια ‘κείνο πεθαίνω, όχι δια άλλο. Και οι Γύφτοι νάχουν την Κυβέρνησιν, εγώ υποτάζωμαι». Και (Α’, 6) «ποίον έθνος χωρίς διοίκησιν και νόμους ευδοκίμησε και δεν εχάθη; Κ’ εμείς χωρίς νόμους δεν πάμε ομπρός· και δεν μας γνωρίζουν και τ’ άλλα τα έθνη». Επίσης (Γ’, 7) «Μίλησα φρόνιμα σε πολλούς· «δεν είναι καλή η οχλαγωγία· σήμερα το κάνουν αυτεινών κι’ αύριον θα το πάθωμεν εμείς»». Το κράτος δικαίου των Βαυαρών άλλωστε ήταν (Απομνημονεύματα, Γ’, 1) αυτό: «Ο φίλος μου ο Αιντέκ επειράχτη και μόκρινε με πολύ φαρμάκι· «Ό,τι σας λένε αυτό θα κάμετε και γνώμες δεν μπορείτε να δώσετε, ότι η Μπαυαρία έχει τριάντα χιλιάδες μπαγεννέτα και φέρνει εδώ και σας υποτάζει»».

 

2. Η περίφημη… «διαβολική φράση» του Μακρυγιάννη κατά της Ελευθερίας.

Έπειτα ο Γ.Κ. απέκοβε φράσεις του Μ. από το ιστορικό τους πλαίσιο: «Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα» ώστε να φαντάζουν ακατανόητες και συνεπώς τερατώδεις. Το ιστορικό πλαίσιο είναι η περιφρόνηση και οι διώξεις των αγωνιστών του 1821 και ο πλουτισμός των αυλόδουλων πολιτικών και των ευνοούμενων των Βαυαρών, τα οποία αποσυνέδεαν την ελευθερία από την ευνομία και την ισότητα.

Όσον αφορά στην παραπάνω φράση που αποδίδεται (Η Ελλάς…, σ. 92) από τον Γ.Κ. στον Μακρυγιάννη, ο Γ.Κ. βασίζεται στο έργο του Μ. Γράψα, Ελληνική πολιτική εγκυκλοπαίδεια, τχ. Α’, Η πρώτη εθνική Συνέλευσις 1843-1844 (Αθήναι 1947), σελ. 21, όπου και παρατίθεται αυτή επί λέξει. Το έργο αυτό του Γράψα είναι μια σύντομη περίληψη των συζητήσεων και αγορεύσεων κατά την Α’ εθνοσυνέλευση του 1843-4. Όμως αφενός στα ίδια πρακτικά διαπιστώνουμε ότι, βάσει απόφασης που ελήφθη κατά τη συνέλευση της 19ης Νοεμβρίου 1844, στα πρακτικά δεν θα αναφερόταν το όνομα του πληρεξούσιου του οποίου η ομιλία θα καταγραφόταν, παρά μόνο η ίδια η ομιλία. Συνεπώς, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοια φράση στα ίδια τα πρακτικά, δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε εάν είχε ειπωθεί από τον Μακρυγιάννη. Αφετέρου η φράση αυτή δεν υφίσταται στα πρακτικά. Υπάρχει βέβαια στην ΚΣΤ’ συνεδρίαση, της 8ης Ιανουαρίου 1844 το εξής τμήμα της ομιλίας ενός πληρεξούσιου, του οποίου πάλι δεν αναφέρεται το όνομα στα πρακτικά, στο οποίο διαβάζουμε: «Πολλοί όμως από αυτούς [=τους ετερόχθονες] μας ηπάτησαν τόσους χρόνους χαμερπώς και δολίως, και μας ερρόφησαν το αίμά μας, τους αγώνάς μας, τα[ς] θυσίας μας και μας απεμάκρυναν και από τα πράγματα της κοινής μας πατρίδος, μας εκακοσύστεναν ακόμη και εις τον Αρχηγόν του έθνους μας, και επροσπάθησαν να χάσουν και αυτόν και ημάς. πάλιν μολοντούτο η ευσπλαγχνία του θεού ηθέλησε να σώση τον Βασιλέα μας και ημάς και έγεινεν η μεταβολή της 3 Σεπτεμβρίου δια να σωθώμεν και εσώθημε. Τώρα λοιπόν και η ευγενία των ας καθήσουν εις την κοινήν ημών πατρίδα, και ας τηράξουν το έργον των, να τραβήξουν όμως χέρι από τα πράγματα της πατρίδος, εδούλευσαν αυτοί τόσα χρόνια, να δουλεύσουν και οι Έλληνες του αγώνος άλλα τόσα, και έπειτα εμβαίνουν πάλιν και η ευγενία των, διότι τότε δεν ημπορώ να φαντασθώ εγώ ως Έλλην αγωνιστής, ότι αφού ελευθερώθην από την τυραννίαν του Σουλτάνου έγεινα σκλάβος παντοτεινός του δόλου και της απάτης των τοιούτων, και εις το εξής να παύσουν από κάθε πράγμα». Το τμήμα αυτό είναι όμοιο με μια επιστολή του Μακρυγιάννη στην εφημερίδα Ανεξάρτητος (φύλλο 67/23-1-1844). Προφανώς το περιεχόμενο αλλά και το ύφος της αποδιδόμενης στον Μακρυγιάννη ρήσης διαφέρει κατά πολύ από το αυτά του παραπάνω λόγου που αναφέρεται στα πρακτικά.

2α. Ήταν ο Μακρυγιάννης κατά των «ετεροχθόνων»;

Ωστόσο, ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του (Δ’, 1) φαίνεται να εναντιώνεται στην διαίρεση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων την οποία υποστήριξαν άλλοι πληρεξούσιοι στην Συνέλευση: «Θέλουν εις την Συνέλεψη να κομματιάσουνε το Έθνος. Τόκαμαν αυτόχτονας κ’ ετερόχτονας. Και μια διχόνοια, οπού τηράγει ο ένας χριστιανός τον άλλον, οι μέσα με τους έξω, ως Τούρκους όταν τους πολεμούσαμεν. Αυτά ήταν έργα του κυρίου Κωλέτη και των αλλουνών – συνοημένοι και με τον Παλαμήδη και μ’ άλλους», κι αυτό συνηγορεί ακόμη περισσότερο στην άποψη ότι δεν είναι δυνατόν ο Μακρυγιάννης να υποστήριξε όσα η αποδιδόμενη σε αυτόν ρήση λέει. Βλέπουμε ότι ο Μακρυγιάννης δεν συμμαχούσε με τον Παλαμήδη, με τον οποίον όμως τον τσουβαλιάζει ο Γ.Κ. βασιζόμενος στον Μ. Γράψα. Αλλά ακόμη και για τον Παλαμήδη η άποψη των Γ.Κ. και Μ. Γράψα δεν ισχύει βάσει των πρακτικών της Εθνοσυνέλευσης. Οι δυο συγγραφείς ισχυρίστηκαν ότι ο Ρ. Παλαμήδης είπε κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση «Ημείς δεν στερούμε τους ετερόχθονας παρά την ενέργειαν της εξουσίας… Ας επιχειρήσωσι ιδιωτικά έργα, ας καλλιεργήσωσι γαίας, ας μετέλθωσι εμπόριον και βιομηχανίας, εις τα Υπουργήματα όμως δεν τους δεχόμεθα… Ας τραβηχθούν δι’ ολίγα χρόνια να κανονίσωμεν ημείς μόνοι την υπηρεσίαν μας. Πρόκειται ΝΑ ΡΙΨΩΜΕΝ ΒΑΛΣΑΜΟΝ εις τας πληγάς μας και όχι τρεμεντίνα». Ωστόσο, στα ίδια τα πρακτικά (ΚΗ’ συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 1844) ένας πληρεξούσιος, του οποίου το όνομα επίσης δεν καταγράφτηκε, αναφέρει για τους ετερόχθονες διορισμένους στο Δημόσιο: «Μήτε δι’ αυτούς μήτε δι’ ημάς υπάρχουν χρήματα· αν έχωσιν πατριωτισμόν, ας έλθωσι να συμπράξωμεν ομού προς ενίσχυσιν της γεωργίας, της βιομηχανίας και του εμπορίου». Ενώ στην επόμενη συνεδρίαση (ΚΘ’, 12 Ιανουαρίου 1844) διαβάζουμε το λόγο ενός άλλου πληρεξούσιου: «Δεν αποκλείομεν κανένα, εις πάντας τους από του 1827-1843 ελθόντας αναγνωρίζομεν τα πολιτικά δικαιώματα, την ενέργειαν μόνον της πολιτικής εξουσίας αφαιρούμεν παρ’ αυτών…Νυν δε ότε πρόκειται να θεραπευθώσι τα του έθνους δεινά, δεν ζητούμεν παρ’ αυτών, ειμή επί ολίγον χρόνον ν’ αποσυρθώσι των πραγμάτων, απολαύοντες πάντων των άλλων πολιτικών δικαιωμάτων». Ένας άλλος πληρεξούσιος είπε (Λ’ συνεδρίαση, 13-1-1844) «Αφού λοιπόν οι ετερόχθονες περιεθάλφθησαν επί τοσούτον χρόνον, δεν δικαιούνται και οι αυτόχθονες ήδη ν’ απολαύσουν τουλάχιστον ταύτα;». Κι εδώ τα περιεχόμενα είναι διαφορετικά.

Η επίμαχη φράση του Μακρυγιάννη δεν υπάρχει στα επίσημα πρακτικά, λοιπόν. Υπάρχει, όμως, σε δύο αθηναϊκές εφημερίδες οι οποίες κάλυπταν την εθνοσυνέλευση και παρέθεταν ορισμένους από τους λόγους των πληρεξουσίων. Η πρώτη είναι η εφημερίδα Ο φίλος του λαού, φύλλο 231ο, της 14ης Φεβρουαρίου 1844. Σύμφωνα με αυτήν την εφημερίδα ο Μακρυγιάννης είπε κατά την την συνέλευση της 12ης Ιανουαρίου 1844 μεταξύ άλλων τα εξής, όταν έκανε λόγο για το ζήτημα των ετερόχθονων: «Τί θὰ εἰποῦν αἱ εὐεργέται μας αἱ Δυνάμεις; τοὺς εὐχαριστοῦμεν· δὲν εἴπομεν τὸ ἕν δι’  ἄλλο. Ὅταν ἡμεῖς εἴχαμεν τὴν ἀρχὴν στὸ χέρι, ἦτο πόλεμος, τώρα ἦταν αἱ ἀρχαὶ εἰς αὐτουνούς, ὅπου τέτοιωσαν. Ἂν εἶναι νὰ μείνωμεν ἡμεῖς νηστικοί, ἂς  πάγη στὸν διάβολον ἡ ἐλευθερία. Ἔφαγαν αὐτοί, ἂς φάμεν καὶ ἡμεῖς τώρα». Τα ίδια ακριβώς φέρεται να είπε ο Μακρυγιάννης στην συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1844, σύμφωνα με την εφημερίδα Ελπίς, φύλλο 112ο της 29ης Ιανουαρίου 1844. Όμως το ότι έτσι αναφέρουν δυο εφημερίδες δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχτούμε τα γραφόμενά τους, αν δεν διαβάσουμε και τι αναφέρουν οι άλλες εφημερίδες για τον Μακρυγιάννη. Σύμφωνα με την εφημερίδα Ανεξάρτητος, φύλλο 67ο της 23ης Ιανουαρίου 1844, ο Μακρυγιάννης κατά την συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1844 «εὐχαριστῶν τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις δί ὅσα συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἔθνους, λέγει ὅτι πᾶσα ἀνάγκη νὰ ἱκανοποιηθῶσι καὶ οἱ ἐγχώριοι Ἕλληνες ἐπιεικεῖς δί ὅσας καταδρομὰς ὑπέφεραν, ὅτι θεωρεῖ ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὡς ἀδελφοὺς ἀλλ’ ὅτι εἶνε καιρὸς νὰ συμμεθέξωσι καὶ οἱ κατὰ τόσα ἔτη παρηγκωνισμένοι ἐγχώριοι τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου των». Σύμφωνα με την εφημερίδα Αθηνά, φύλλο 1088ο της 26 Ιανουαρίου 1844, κατά την συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1844 ο Μακρυγιάννης είπε «…Ἀλλὰ μήπως ἀποβάλλομεν κανένα τῶν συναγωνισθέντων μὲ ἡμᾶς; Ζητοῦμεν μόνον νὰ διορθώσωμεν τὰς καταχρήσεις. Ἂν ἅπαξ ἐμείναμεν νηστικοὶ ἕως τώρα, πάντοτε θὰ μένωμεν;». Σύμφωνα με την εφημερίδα Η Ταχύπτερος Φήμη, φύλλο 39ο της 17ης Ιανουαρίου 1844, στην συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου ο Μακρυγιάννης μίλησε «κατὰ τῶν νεηλύδων» χωρίς να δίνονται επιπλέον λεπτομέρειες του λόγου του. Και σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα (Η ταχύπτερος φήμη φύλλο 40, 20-1-1844) ο Μακρυγιάννης είπε στην συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 1844 «Ὁ προομιλήσας ἀνέφερε τὸν νόμον τῆς Τροιζῆνος, ὁ νόμος ὅμως οὗτος ἐπροσκάλει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀγωνισθοῦν μὲ ἡμᾶς καὶ ὄχι νὰ κυτάζουν ὅτε ἐκτίζαμεν τὸ σπῆτι μας καὶ τώρα ἀφοῦ ἐδιοίκησαν τόσα χρόνια νὰ ζητοῦν καὶ τώρα· ἔφαγαν ἐκεῖνοι τὸ σφακτὸ καὶ ζητοῦν νὰ κάμουν καὶ τὰ κόκκαλά του ζάκχαρι νὰ τὰ φάγουν· ἂς τὰ ἀφήσουν εἰς ἡμᾶς νὰ τὰ κάμωμεν ζἀκχαρι νὰ τὴν πιοῦμεν διὰ νὰ πάγουν κάτω ἡ χολαῖς». Τι λένε όμως τα επίσημα πρακτικά της συνεδρίασης της 12ης Ιανουαρίου; «εἴμεθα μὲν εὐγνώμονες εἰς τὰς δυνάμεις, διότι ἔσωσαν ἡμᾶς· ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδένα ἀπεβάλομεν, οὐδένα διακρίναμεν ἡμῶν αὐτῶν ἐμοιράσαμεν μετὰ τῶν ἄλλων συναδελφῶν τὸν ἄρτον μας ἐν πολέμω πεινῶντες, καὶ γυμνητεύοντες εἴχομεν ἡμεῖς τὰς ἀρχάς, ἐν εἰρήνη τὰς κατέλαβον αὐτοί ἤδη δὲ ὅσοι πολυειδῶς ἠγωνίσθησαν τήκονται ὑπὸ τῆς πείνης. Δὲν ἀποβάλλομεν οὐδένα, ὅλοι ἔτωσαν ἴσοι μὲ ἡμᾶς…ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἐπὶ πολυετίαν κατέσχον τὰ πράγματα πρέπει, ἤδη νὰ παραχωρήσωσι καὶ εἰς ἡμᾶς τοῦτο». Είναι προφανής η διαφορά μεταξύ της αποδιδόμενης φράσης του Μακρυγιάννη στις δύο εφημερίδες και των όσων φέρεται να είπε ο Μακρυγιάννης σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά και τις υπόλοιπες τρεις εφημερίδες. Από τις πέντε εφημερίδες μόνο οι δυο επιβεβαιώνουν την άποψη ότι ο Μακρυγιάννης είπε την φράση που του αποδίδει ο Κακλαμάνης. Η έλλειψη αντικειμενικότητας του Κακλαμάνη και όσων βασίζονται σε αυτόν έγκειται, προφανώς, στο ότι εσκεμμένα αγνοούν τις υπόλοιπες εφημερίδες και τα πρακτικά θεωρώντας ως ακριβή μεταφορά των λεγόμενων του Μακρυγιάννη μόνο όσα λένε δύο από τις πέντε εφημερίδες. Για ποιο λόγο θα έπρεπε να δεχτούμε ότι ο Μακρυγιάννης είπε «Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα»; Είναι ευθύνη όσων ασπάζονται τις απόψεις του Γ. Κακλαμάνη, ο οποίος ανέφερε ότι αυτά υποστήριξε ο Μακρυγιάννης, να αποδείξουν ότι όντως μίλησε έτσι ο Μακρυγιάννης, ότι δηλαδή από τις πέντε (5) διαφορετικές εκδοχές όντως ισχύει αυτή των δυο πρώτων εφημερίδων. Είναι ο Γεράσιμος Κακλαμάνης αυτός ο οποίος υποστήριξε ότι σίγουρα, βεβαιωμένα, ο Μακρυγιάννης είπε αυτήν την φράση, επομένως ήταν δικό του χρέος κι ευθύνη να το αποδείξει αδιαμφισβήτητα, όπως επίσης είναι χρέος και ευθύνη των υποστηρικτών του Κακλαμάνη να αποδείξουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Μακρυγιάννης είπε αυτή τη φράση. Εάν δεν είναι σε θέση να το κάνουν, τότε το τι είπε ο Μακρυγιάννης παραμένει αδιευκρίνιστο, πράγμα που -εφόσον ο Κακλαμάνης και οι υποστηρικτές του έθεσαν τέτοιο ζήτημα- καθιστά τη θέση του Κακλαμάνη αμφισβητήσιμη, και η διακήρυξή της ως λίγο-πολύ πιθανής/βέβαιης άποψης του Μακρυγιάννη συνιστά λασπολογία.

Και η λασπολογία αυτή συνίσταται στην άποψη, την οποία λόγω δειλίας οι επικριτές του δεν αναφέρουν ξεκάθαρα και τίμια, ότι ο Μακρυγιάννης άλλαξε γνώμη και δεν ήθελε να απελευθερωθεί η Ελλάδα το 1821 ούτε να δημιουργηθεί ελεύθερο ελληνικό κράτος. Γιατί συνιστά λασπολογία; Διότι ο Μακρυγιάννης ήταν αυτός που έγραψε (Απομνημονεύματα, Α’, 2) «Αποφάσισαν οι νοικοκυραίγοι ότι η τυραγνία των Τούρκων – την δοκιμάσαμεν τόσα χρόνια, δεν υποφέρονταν πλέον. Και δι’ αυτείνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιον, ούτε τιμή, ούτε ζωή αποφασίσαμεν να σηκώσωμεν άρματα αναντίον αυτής της τυραγνίας. Είτε θάνατος, είτε λευτεριά». Βέβαια ο Μακρυγιάννης έγραψε ότι (Απομνημονεύματα Γ’, 3): «Εις τον καιρόν της Τουρκιάς μίαν πέτρα δεν πείραζαν από τα παλιοκκλήσια» και «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήση εις τους Τούρκους, άλλα τόσα χρόνια…» (Απομνημονεύματα, Δ’, 4). Πράγματι λέει ο Μακρυγιάννης, αντιτιθέμενος στην θρησκευτική πολιτική του Όθωνα και των Βαυαρών (Απομνημονεύματα Δ’, 2) «Διατί να χύσωμεν το λοιπόν τόσο αίμα. Διατί να γιομώση η Τουρκιά σκλάβους; Διατί να τουρκέψουν τόσοι Χριστιανοί; Κάλλιο να καθόμαστε μ’ εκείνον τον βασιλέα οπούχαμεν – και είχαμεν και την τιμή μας και βαστούσαμεν και την θρησκεία μας, κι’ όχι τοιούτως οπού καταντήσαμεν». Αλλά γιατί έλεγε τόσο βαριές κουβέντες ο Μακρυγιάννης; Κυριολεκτούσε; Η απάντηση είναι αρνητική, καθώς αμέσως παρακάτω (Δ’, 4) δείχνει την κατάσταση της κοινωνίας: «Της πρόσοδες της πατρίδας της κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμεν τίποτας, σε ‘πηρεσίαν να μπούμεν, ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν. Αγοράζομεν πρόσοδες, της τρώμεν όλες. Χρωστούν εις το Ταμείον δεκοχτώ ‘κατομμύρια ο ένας κι’ ο άλλος…Οι αγωνισταί οι περισσότεροι και οι χήρες κι’ αρφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια και φαντασία – γεμίσαμεν πλήθος πιανοφόρτια και κιθάρες». Μήπως δεν ήταν κι ο Κολοκοτρώνης αυτός ο οποίος έλεγε ότι είναι προτιμότερο το καβούκι των Τούρκων από το φράγκικο καπέλο (Θ. Ρηγόπουλου, Ανέκδοτον ημερολόγιον του αγώνος, Αρχείον Θεοφανίδου, τ. Γ’, σ. 103 στο Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21, τ. Α’, σ. 76); Άλλωστε ο Μακρυγιάννης περιγράφει την κατάσταση πριν το 1821 (Απομνημονεύματα Δ’, 3) και τις ενέργειες του Σουλτάνου: «Εκείνος οπού τους κυρίεψε τους έκαιγε εις τους φούρνους, τους έκοβε γλώσσες, τους παλούκωνε ν’ αλλάξουν την θρησκείαν τους…» και (Απομνημονεύματα, Γ’, 6) «όλο από ‘κείνους οπού βάστηξαν την θρησκεία τους τόσους αιώνες με τους Τούρκους – και τους κάναν τόσα μαρτύρια και την βάστηξαν», συνεπώς δεν θεωρεί καλύτερη την Τουρκοκρατία από την μετεπαναστατική κατάσταση, αλλά χειρότερη την μετεπαναστατική κατάσταση από το ιδανικό για το οποίο αγωνίστηκαν οι επαναστάτες.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι ο Μακρυγιάννης είπε όσα του αποδίδουν οι εφημερίδες Ελπίς και Ο Φίλος του Λαού. Τι  εννοούσε με αυτά; Σύμφωνα με την εφημερίδα Αθηνά, φύλλο 1088ο της 26-1-1844, στη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 1844 ο Μακρυγιάννης είπε «Ἡ ἐν Τροιζῆνι Συνέλευσις ἐπροσκάλεσεν ὅλους τοὺς Ἕλληνας ν’ ἀγωνισθῶσι, καὶ τοὺς ὑπεσχέθη ἰσότητα ἀπολαυῆς. Ἀλλ’  ἡ πρόσκλησίς της δὲν εἰσηκούθη. Τώρα ἐπειδὴ συνέβησαν πολλαὶ ἀτοπίαι εἰς τὰς δημοσίας θέσεις, ζητοῦμεν νὰ παύσωσι τῶν θέσεων τούτων οἱ μὴ ἀγωνισταί, καὶ νὰ ἔμβωσιν εἰς αὐτὰς οἱ ἀγωνισταί». Στο προηγούμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας φέρεται να είπε στη συνεδρίαση της 8ης Ιανουαρίου 1844 (ΙΘ’) «Λέγει ὅτι ἀδίκως μία ἐφημερὶς τὸν ἐσυκοφάντησεν ὅτι ἐδωροδοκήθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν μὲ 25,900 δραχμάς. Ζητῶ ἀπὸ τὸν συντάκτην τοῦ ἄρθρου νὰ μὲ δείξη τὰ ἀρχεῖα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ ὁποῖα τοῦτο εὑρίσκεται…Δὲν καταφρονῶ τοὺς νεήλυδας, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῆ ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὑπῆρξαν ἄνδρες ἰδιοτελεῖς· ὅθεν ἂς ἀπομακρυνθῶσι πρὸς καιρὸν τῶν δημοσίων θέσεων διὰ νὰ ἔμβωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες πονοῦν τὸ ἔθνος». Σε επιστολή του στις 17-1-1844, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, φύλλο 67ο της 23-1-1844, ο Μακρυγιάννης ζητά, συγκεκριμένα «νὰ γίνη ψήφισμα ὥστε ὅλη ἡ ἐθνικὴ γῆ νὰ διαμοιρασθῆ ἀνεξαιρέτως εἰς ὅλους τοὺς ἀγωνισθέντας στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς». Άλλωστε ο Μακρυγιάννης, σύμφωνα με το φύλλο 39/17-1-1844 της εφημερίδας Η Ταχύπτερος Φήμη είχε καταθέσει στη συνεδρίαση της 8ης Ιανουαρίου 1844 πρόταση να θεωρούνται Έλληνες όχι μόνο οι αυτόχθονες αλλά, μεταξύ άλλων, και α) όσοι γεννήθηκαν εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους και πολέμησαν κατά τον Αγώνα του 1821 και κατοίκησαν έκτοτε στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη β) όσοι έλαβαν τα όπλα κατά τον Αγώνα και δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν ὁρίων κατὰ τὰ πρωτόκολλα οι οποίοι προφανώς δεν ήταν αυτόχθονες ούτε κατέφυγαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Τι πιο φυσικό από το να «ανταμειφθούν» (δηλαδή να πάψουν να λιμοκτονούν) όλοι όσοι συνέβαλαν στον ένοπλο αγώνα του 1821, «αυτόχθονες» και «ετερόχθονες»; Και ποιο θα μπορούσε να είναι το νόημα του 1821 πέρα από την απελευθέρωση και ευημερία και όσων αγωνίστηκαν και επαναστάτησαν το 1821; Με το «ημείς» ο Μακρυγιάννης (αν το είπε) δεν εννοούσε τους αυτόχθονες αλλά τους αγωνιστές γενικά. Η οργή του στρεφόταν κατά των Ελλήνων «οι οποίοι μετά το 1827 έσπευσαν να βολευτούν σε επικερδή δημόσια αξιώματα, να ευνοήσουν τους φίλους τους, να αγοράσουν τη γη, να δανείσουν χρήματα με τοκογλυφικούς όρους, εκείνων δηλαδή που είχαν επιδοθεί γενικά στην εκμετάλλευση του λαού, ενώ δεν είχαν κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι τους για να τον απαλλάξουν από τα δεσμά του» (Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, σ. 127). Ο παραγκωνισμός όσων αγωνίστηκαν για την ελληνική απελευθέρωση για χάρη όσων ήρθαν μετά το 1832 στην Ελλάδα χωρίς να έχουν αναμιχθεί προηγουμένως στον Αγώνα συνιστούσε στην πράξη ακύρωση της ελληνικής απελευθέρωσης, κι αυτό εκφράζει η θέση που ο Κακλαμάνης υποστηρίζει ότι σίγουρα διακήρυξε ο Μακρυγιάννης – είτε την διακήρυξε, στην εθνοσυνέλευση κι αλλού, ο Μακρυγιάννης είτε όχι.

Σε κάθε περίτπωση, η κατάσταση που περιγράφει ο Μακρυγιάννης δεν είναι φανταστική. Οι «γραμματισμένοι» είχαν παραμερίσει τους αγωνιστές. Ψέμμα μήπως είναι η μοίρα του Νικηταρά του Τουρκοφάγου;

 

3. Πιθανά αίτια του αντιμακρυγιαννικού μένους.

Ασφαλώς η επίθεση στον Μακρυγιάννη δεν γίνεται μόνο από «εκσυγχρονιστικό» πάθος αλλά και από αντιχριστιανικά κίνητρα, αρκεί η επίθεση να εμφανίζεται ως δήθεν ψύχραιμη και δήθεν επίκριση των «αρνητικών του Μακρυγιάννη» (με εστίαση στην περιουσία του, την δήθεν ιδιοτέλειά του), ωσάν να ισχυρίστηκε κανείς ότι οι ήρωες του 1821 ήταν τέλειοι. Πράγματι, ο Μακρυγιάννης ήταν «περισσότερο Ορθόδοξος» από ό,τι αρκετοί άλλοι αγωνιστές του 1821: Αυτός μπήκε επικεφαλής του αγώνα στα 1844 να είναι ο ανώτατος άρχοντας του τοτινού Ελληνικού Βασιλείου Ορθόδοξος. Και αυτός είπε: «Αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκεί [στα μοναστήρια] ήταν και οι τζεμπιχανέδες [πυρομαχικά] μας και όλα τ’ αναγκαία του πολέμου˙ ότ’ [=διότι] ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καϊμένοι οι καλόγεροι˙ και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι Μπαυαρέζοι [=Βαυαροί] παντήχαιναν [νόμιζαν] ότ’ είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης, δεν ήξεραν ότ’ είναι σεμνοί κι’ αγαθοί άνθρωποι» (Γ’, 2). Αλλά αυτή η μακρυγιαννική «ultra-Ορθοδοξία» την οποία καταγγέλλουν και έμμεσα αντιμάχονται ορισμένοι «αντιμακρυγιαννιστές» μόνο στην φαντασία τους υπάρχει, διότι τέτοιος Χριστιανισμός ανιχνεύεται και σε άλλους συναγωνιστές του, λιγότερο «κραυγαλέα» Ορθόδοξους, και συνεπώς όσοι χτυπούν τον «Ορθόδοξο Μακρυγιάννη» επειδή ήταν «υπερ-Ορθόδοξος», χτυπάνε και τους υπόλοιπους αγωνιστές του 1821. Ο -τάχα «λιγότερο χριστιανός»- Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν είναι αυτός που γράφει στα απομνημονεύματά του τα εξής;

α) Τα Μοναστήρια τούς [= τους κλέφτες] εβοηθούσαν· οι Γεωργοί και οι ποιμένες έδιναν είδησι εις τους κλέπτας, ζωοτροφίας και πολεμοφόδια.  (Λέει ό,τι ακριβώς ο Μακρυγιάννης)

β) Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μονής, αυτό το Μοναστήρι ήτον μεγάλο και εχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκιά· όταν επέρασα, ήτον μία μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη εκκλησιά με κλάδους δένδρων· τότε έταξα, ότι: Παναγία μου βοήθησέ μας να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον Τύραννο, και να σε φκιάσω καθώς και ήσουν πρώτα. Με εβοήθησε, και εις τον δεύτερον χρόνον της επαναστάσεώς μας επλήρωσα το τάμα μου και την έφκιασα.

γ) Εκείνην την ημέρα ήτον Παρασκευή και έβαλα λόγον, ότι: πρέπει να νηστεύσωμεν όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, και να δοξάζεται αιώνας αιώνων έως ου στέκει το έθνος, διατί ήτον η ελευθερία της Πατρίδος

δ) Κινώντας εγώ, είχαν μίαν προθυμίαν οι Έλληνες, οπού όλοι με τας εικόνας έκαναν δέηση και ευχαριστήσεις…Ιερείς έκαναν δέηση

ε) Ήτον μια εκκλησία είς τον δρόμον (η Παναγία στο Χρυστοβίτσι) και το καθησιό μου ήτον οπού έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου βοήθησε και τούτη την φοράν τους Έλληνας δια να εμψυχωθούν!»

 

4. Η αποσιώπηση από τον Κακλαμάνη της βαυαρικής διαφθοράς.

Ο Γ.Κ. αναρωτιόταν ελαφρά τη καρδία (Η Ελλάς…, σ. 93) «και να υποθέσωμε πως έτρωγαν [= οι πολιτικοί και οι «φραγκοφορεμένοι»] τι μπορούσαν να φάνε σε δέκα χρόνια από την άφιξη του Όθωνα και σε ένα κράτος ρημαγμένο κ.λπ. κ.λπ», ερώτημα του στυλ «και γιατί δεν τρώγαν οι Μακρυγιαννιστές παντεσπάνι;». Μπορούσαν να φάνε πάρα πολλά, είναι η απάντηση. Ο Μακρυγιάννης περιγράφει (Απομνημονεύματα, Α’, 4) σε τι κατάσταση βρίσκονταν πριν πλουτίσουν οι πραγματικοί διαφθορείς του ελληνικού κράτους: «ο Ζαΐμης χρώσταγε των Τούρκων ένα μιλιούνι γρόσια, και οι Ντεληγιανναίγοι και οι Λονταίγοι και οι άλλοι· κι’ ο Μεταξάς, κόντες της πιάτζας, χωρίς παρά· κι’ ο Κωλέτης ένας γιατρός· ο Μαυροκορδάτος τζιράκι της Κωνσταντινουπόλεως…Οι αγωνισταί δυστυχούν. Των σκοτωμένων της φαμελιές όποια είναι νέα την θέλει ο τάδε..ότι δεν έχει η φτωχή να φάγη…και διακονεύουν εδώ εις τ’ Άργος και εις τ’ Αναπλιού τους δρόμους». Και (Απομνημονεύματα, Δ’, 4) «Του Νικήτα του Τουρκοφάγου η φαμελιά δεν παίρνει ένα λεπτό, του Δυσσέα σαράντα οχτώ δραχμές· άλλων πολλών αγωνιστών οι γυναίκες δεν παίρνουν τίποτας», σε αντιπαραβολή με κάποιον Κορφιωτάκη που είχε εισόδημα 250 χιλιάδων δραχμών κι ωστόσο η γυναίκα του ζητούσε να παίρνει τριακόσιες δραχμές το μήνα. Ο Μεταξάς «παίρνει μιστόν αυτός και τα δυο του παιδιά περίπου από χίλιες δραχμές»· και «Χρωστούν εις το Ταμείον δεκοχτώ ‘κατομμύρια ο ένας κι’ ο άλλος. Ο Μιχαλάκης Γιατρός πεντακόσες χιλιάδες, ο Τζούχλος τρακόσες, ο Γιωργάκης Νοταράς τρακόσες πενήντα…Ο κεντρικός ταμίας ο Φίτζιος τρακόσες πενήντα τού λείπουν από το ταμείον» ενώ «Οι αγωνισταί οι περισσότεροι και οι χήρες και κι’ ορφανά δυστυχούν», δυστυχία που ο Γ.Κ. απέδιδε (Η Ελλάς…, σ. 94) μεταφυσικά «στην εκβαρβάρωση των τότε ηθών λόγω της θρησκευτικής εγκαταλείψεως των κατοίκων του ελλαδικού χώρου ανά τους προηγούμενους αιώνες…οι επικρατήσαντες Χριστιανοί, καθότι και μειονότης, εφέρθησαν με απέραντον σκληρότητα ως κράτος προς τους πρώην μωαμεθανούς συναγωνιστές των στον αγώνα, που ήταν και η πλειονότης» κι όχι στον χειροπιαστό παραμερισμό τους από την ηγεσία του Νεοελληνικού κράτους (εδώ αβάσιμα αναφέρει τον Ανδρούτσο ως «μωαμεθανό Έλληνα» εξαιτίας της δογματικής άποψης του Γ.Κ. για δυτικό, ισλαμικό και χριστιανικό Ελληνισμό[2]). Ώστε υπήρχαν αρκετά για να φάνε οι «αντιμακρυγιαννιστές» εις βάρος των τοτινών Ελλήνων αγωνιστών, όμως ο Γ.Κ. έβλεπε έναν εχθρό, τον Μακρυγιαννισμό, κι όχι τα χάλια των διαχειριστών (1833-1843) του δημόσιου ταμείου.

 

5. Η ασυδοσία του «Μακρυγιαννισμού»: κλάψα και λαϊκιστική συνεργασία με τους εγκληματίες. Πραγματικότητα ή ψέμματα;

Η μομφή προς τον Μακρυγιάννη ότι συνεχώς θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο είναι λανθασμένη. Ο Μακρυγιάννης δεν θεωρούσε τόσο τον εαυτό του αδικημένο όσο τους λιγότερο τυχερούς συναγωνιστές του 1821 (Α’, 4): «Μη στοχάζεστε ότ᾿ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι και γράφω αυτά ότι ήτανε πέντε αδέλφια κ᾿ έμεινε ένας μόνον από το ντουφέκι και οι άνθρωποί τους ήτανε τόσον καιρόν σκλαβωμένοι και σώθη μία γυναίκα μόνον κι᾿ αυτείνη πείναγε κ᾿ εκείνοι οπού τους ζήταγε ψωμί θέλαν να κάμουν το κέφι τους να της δώσουνε να φάγη».

Ο Γ.Κ. κατηγορεί τον Μακρυγιάννη ότι μετά το 1843 (Η Ελλάς…, σ. 95) «άνοιξε τις φυλακές και ελευθέρωσε όλους τους απατεώνες και εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου με το πρόσχημα ότι ήταν «αντιστασιακοί» κατά της «βαυαροκρατίας»», παρά το ότι ο Μακρυγιάννης αποδοκίμαζε, όπως είδαμε, την εύνοια σε ληστές. Επίσης ήταν εναντίον της δίχως κριτήρια κατάταξης ως αγωνιστών (Απομνημονεύματα, Δ’, 1) «Τότε να διοριστή μια επιτροπή να δικιώση τους ανθρώπους…Και δεν θα γένουν κι’ άνθρωποι του Αγώνος· θα βάλη ο καθείς τους κόλακάς του και θα κάμωμεν ό,τι κάμαμεν ως τώρα· και θα διαιρεθούμεν» στα 1843, πράγμα που είχε ζητήσει και στα 1833 (Απομνημονεύματα, Γ’, 1): «Κι’ αν έκαμεν κανένας κατάχρησιν, να φκειάσετε μια ‘πιτροπή, να κάμη μίαν προκήρυξη και να λέγη κάθε επαρχία να καμη μίαν τοπική συνέλεψη και να διορίση τους πλέον καλύτερους του τόπου, οπού να ξέρη ποιος αγωνίστη, ποιος σκοτώθη, ποιος σκλαβώθη».

 

6. Μακρυγιαννισμός ή «Βαυαρισμός»; Όταν οι Βαυαροί έκλεβαν, κι ο «Μακρυγιαννισμός» τους κατέτρεχε.

Ο Γ.Κ. επιχειρηματολογούσε ωσάν η απάτη και η χρησιμοποίηση της πολιτικής για ιδία οφέλη να πρωτοεγκαινιάστηκε στο ελληνικό κράτος από τον Μακρυγιάννη – γι’ αυτό χρησιμοποιούσε τον όρο «Μακρυγιαννισμός» κι όχι λ.χ. Κωλετισμός, Μαυροκορδατισμός κ.ο.κ. Δεν λαμβάνει υπόψη του τις καταγγελίες του Μακρυγιάννη (Απομνημονεύματα, Γ’, 1) (λ.χ. την υπόθεση με το σάπιο αλεύρι 45 οκάδων για το οποίο οι «αδιάφθοροι Βαυαροί» τον παρακάλαγαν να υπογράψει ότι παρέλαβε ως φρέσκο αλεύρι ποσότητας ενός καραβιού από έναν επίσης αδιάφθορο, μη «Μακρυγιαννιστή» Φρατζέζο ονόματι Φεράλντη) για την έως το 1843 διαφθορά. Πριν από το 1843 (Απομνημονεύματα, Γ’, 2) «Διόρισαν και την ‘πιτροπή να δικιώση τους αγωνιστάς και να τους βαθμολογήση. Ήταν φίλοι οι περισσότεροι του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη και βαθμολογούσαν πολλούς φίλους τους με χωρίς δικαιώματα», αλλά και αυτό θα το απέδιδε ο Γ.Κ. στον «Μακρυγιαννισμό». Πρίν από το 1843, στα 1837 (Απομνημονεύματα, Γ’, 3) «..και πώς ρήμαξε το ταμείον ο Αρμασπέρης κι’ ο υπουργός της ‘μπιστοσύνης του, της Οικονομίας· τι πήραν μαζί· και τα καλύτερα υποστατικά, σταφίδες μύλους κι’ άλλα τα μέρασαν (τα οποία φαίνονται ως σήμερα)…Τόδωσε ο Βασιλέας εκατό χιλιάδες δραχμές του Αρμασπέρη, πήρε και κάνα μιλλιούνι τάλλαρα και πάγει ‘σ την δουλειά του…’Σ το φευγάκι του έκαμεν ένα τραπέζι μεγάλο και κάλεσε τους συντρόφους του…οπού τους έκαμεν με υποστατικά και με χρήματα – τους έδινε ένα αυτεινών κ’ έπαιρνε αυτός εκατό…Ότι τα δάνεια εμείς δώσαμεν υπόσκεση ότι τα δανειστήκαμεν και η Μπαυαρία τα ρούφηξε με τον Αρμασπέρη και συντροφιά».

Για τον Γ.Κ. οι Βαυαροί ήταν αφελείς έντιμοι, που νόμιζαν ότι θα φτιάξουν για τους «Έλληνες» ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου αλλά οι «Μακρυγιαννιστές» τούς εμπόδισαν. Όμως πριν από το 1843 ο Armansperg φρόντιζε να αποκτήσει οπαδούς αφοσιωμένους στο πρόσωπό του μοιράζοντας δημόσιες θέσεις και κάνοντας ρουσφέτια. Επίσης επέτρεψε στον φίλο του Λασσάνη να μοιράσει πρόσθετες εκτάσεις γης σε πολιτικούς φίλους, διόρισε νομάρχες διάφορους τοπικούς παράγοντες, και άφησε τους καπεταναίους να στρατολογούν άνδρες για την ακολουθία τους με έξοδα των χωρικών. Ο βρετανός πρέσβης Lyons κατάφερνε να προσλαμβάνονται στα υπουργεία και στη δημόσια διοίκηση οι προστατευόμενοί του και να εξασφαλιστεί η ιδιαίτερη προνομιακή μεταχείριση των βρετανικών επενδύσεων στην υπό ίδρυση Τράπεζα της Ελλάδος (D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, σ. 114-5). Έκαναν ρουσφέτια οι «αντιμακρυγιαννιστές» εξ Ευρώπης; Έργα και ημέρες αυτών οι οποίοι κατά Γ.Κ. πάσχιζαν «να κάνουν ανθρώπους» τους Μακρυγιάννη και λοιπούς εγκληματίες και την Ελλάδα «έθνος» («έθνος» σύμφωνα με την αντίληψη του Γ.Κ. περί έθνους). Αλλά έργα και ημέρες ανάξια προσοχής από κάποιον που εμμέσως αποκάλεσε αρχαιοκάπηλο τον Μακρυγιάννη (Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, σ. 234) επειδή αυτός είπε για τα αγάλματα «γι’ αυτά πολεμήσαμε»(!!).

Όπως οι σημερινοί Γερμανοί εξαπατούν την οικουμένη με τα αυτοκίνητά τους (υπόθεση με εκπομπές ρύπων στις ΗΠΑ) και με άλλα πράγματα, έτσι κι οι απεσταλμένοι από τη Χώρα της Λογικής το 1833 δεν ενδιαφέρονταν να διαφωτίσουν τους κανίβαλους μα να τους κατακλέψουν όσο μπορούν, ακόμη και με χρήση βίας, αρνούμενοι να τηρήσουν τις πολιτικές υποσχέσεις τους για παροχή Συντάγματος.

 

7. Βαυαροί, καταπίεση και βία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Αντιβασιλεία είχε αποφασίσει τη χρήση βίας κατά των αγωνιστών προτού καν έρθει ο Όθωνας στην Ελλάδα: «Την εποχή που έφτασε πλέον στην Ελλάδα, η αντιβασιλεία είχε φαίνεται καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η βία θα ήταν αναγκαία και η αναμέτρηση αναπόφευκτη….Αυτό το είδος συλλογισμού ήταν επικίνδυνο γιατί καλλιεργούσε τις υποψίες της αντιβασιλείας, και ενδεχομένως την ενθάρρυνε να φαντάζεται την ύπαρξη αντίστασης στα πιο απίθανα μέρη, και να την προκαλεί με τις αντιδράσεις της ακόμη και εκεί όπου δεν υπήρχε προηγουμένως. Πάντως η συλλογιστική αυτή μετέτρεπε το θέμα της χρήσης βίας από απλή υπόθεση σε ζήτημα χρόνου. Η πολιτική αυτή πρέπει να υιοθετήθηκε σε γενικές γραμμές ήδη από την εποχή των διαπραγματεύσεων της συνθήκης της 7ης Μαΐου 1832» (J. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο 1833-1843, σσ. 199, 232). Όπως σημειώνει ο Βολφ Ζάιντλ (Βαυαροί στην Ελλάδα, σ. 123): «Οι αντιβασιλείς θεώρησαν ευθύς εξ αρχής όλους τους αρματολούς ληστές κι αναρχικούς, που έπρεπε να εξαλειφθούν το συντομότερο, ενώ μπορούσαν να τους μοιράσουν κλήρους από την τεράστια κρατική περιουσία που είχαν πάρει από τους Τούρκους και έτσι τουλάχιστον ν’ αποκαταστήσουν τους προθυμότερους απ’ αυτούς σε χωριά παλαίμαχων πολεμιστών. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα ανταμείβαν τα παλικάρια που είχαν γεράσει πολεμώντας με υλική και ηθική υποστήριξη και θα τα συνήθιζαν σιγά σιγά και στην ευρωπαϊκή πειθαρχία». Πράγματι, επί Βαυαροκρατίας «τα βαβαρικά αποσπάσματα, που στο μεταξύ κυνηγάνε τους αγωνιστές στην ύπαιθρο, μη μπορώντας να τους αντιμετωπίσουν σε άγνωστο έδαφος…ξεσπάνε πάνω στους ειρηνικούς αγρότες της υπαίθρου. Τα νησιά γεμίζουν από εξόριστους, ενώ εκατοντάδες Βλάχοι και Σαρακατσαναίοι τσομπάνηδες πιάνονται και αποκεφαλίζονται σαν ληστές ή ληστοτρόφοι» (Τ. Βουρνά, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, μέρος 1ο, σ. 244).

Αντί να πάρει τους Αγωνιστές με το μέρος της η Αντιβασιλεία παραχωρώντας τους δημόσια γη για καλλιέργεια και αφαιρώντας κάθε λόγο για να αφοσιώνονται στα κόμματα, τους θεώρησε εξαρχής αφοσιωμένους στα κόμματα και εχθρούς της και συνεπώς είτε τους κυνήγησε είτε τους έδωσε μια εντελώς χρονικά αόριστη υπόσχεση για ικανοποιητικό κλήρο από τις εθνικές γαίες (J. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο 1833-1843, σ. 200), η οποία έμεινε ανεφάρμοστη (ό.π., σ. 203-4), είτε τους μετέτρεψε σε αντιπάλους της δίνοντας σε όσους κατατάσσονταν στο στρατό χαμηλόβαθμες θέσεις με μικρότερους μισθούς από εκείνους των Βαυαρών αξιωματικών (ό.π., σσ. 200-202: ένας βαυαρός λοχαγός έπαιρνε τον ίδιο μισθό με έναν έλληνα συνταγματάρχη). Για να εκδώσει Έλληνας πολίτης της οθωνικής εποχής εφημερίδα, έπρεπε να καταθέσει παράβολο 6000 δραχμών, ποσό τεράστιο. Η πολιτική της ανάπτυξης των μονοκαλλιεργειών συνέφερε τους εξαγωγείς υποστηρικτές των Βαυαρών, αλλά η χώρα ήταν υποχρεωμένη να εισάγει σιτηρά και υφάσματα σε μεγάλες ποσότητες πληρώνοντας στο εξωτερικό μιάμιση φορά περισσότερο συνάλλαγμα από ό,τι εισέπραττε εξάγοντας σταφίδα, κρασιά και λιγοστό μετάξι (Τ. Βουρνά, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, μέρος 1ο,  σσ. 274-5). Στα 1833 «η Ύδρα και οι Σπέτσες ήταν χωρίς στόλο και είχαν καταντήσει ενοχλητικοί επαίτες στο Ναύπλιο» (Βολφ Ζαίντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα, σ. 129) και η Αντιβασιλεία τι έπραξε; «Αντί  να δοθούν κεφάλαια στα νησιά…τους επιβλήθηκαν αυστηρά μέτρα υγιεινής, τελωνείου, λιμενικών τελών και απογραφής με ταυτόχρονη καταβολή ψηλών εγγυήσεων για να διασφαλισθεί η τήρησή τους. Όμως μ’ αυτόν τον τρόπο το εμπόριο αποτελματώθηκε σχεδόν εντελώς» (ό.π., σ. 129). Τα δάνεια των Δυνάμεων -τα οποία κατά τον Γ.Κ. ήθελε ο Μακρυγιάννης να αρπάξει δια του Συντάγματος- είχαν εξαρχής χρησιμοποιηθεί όχι για την Ελλάδα αλλά για την απόσβεση των τόκων από δάνεια: «Από τα 60 εκατομμύρια είχαν δοθεί μόνον 20….Η εγγύηση των Δυνάμεων ίσχυε μόνο με την προϋπόθεση της χρησιμοποίησης όλων των εσόδων του ελληνικού κράτους για τους τόκους και την απόσβεση του δανείου…Το ελληνικό κράτος ήταν υποχρεωμένο να διαθέτει όλους τους πόρους απ’ τη φορολογία για την κάλυψη του χρέους και να αποζημιώνει ταυτόχρονα (απ’ το δάνειο) την Τουρκία εξαιτίας των νέων συνόρων…Ακόμα χρηματοδοτούσε το βαυαρικό βοηθητικό σώμα…με αποτέλεσμα τα 20 εκατομμύρια να πέσουν στα 18. Απ’ αυτά αφαιρέθηκαν αμέσως οι τόκοι κι οι αποσβέσεις για τις χρονιές 1834 και 1835, δηλαδή ακόμα 4 εκατομμύρια. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία πήρε γι’ αποζημίωση 11,5 εκατομμύρια κι αν σκεφτεί κανείς και τα χρέη του παρελθόντος, τα έξοδα είχαν υπερκαλύψει τα 20 εκατομμύρια. Οι Δυνάμεις προώθησαν αμέσως την καταβολή του δεύτερου τρίτου του δανείου, περίπου 18 εκατομμυρίων, που αναλώθηκαν στην αντιβασιλεία, στις διπλωματικές υπηρεσίες και στην απόκτηση, μεταφορά και συντήρηση του βαυαρικού στρατού….Τα έσοδα θυσιάζονταν για την αδυναμία της αντιβασιλείας που λεγόταν στρατός: 14 εκατομμύρια είχε κοστίσει μέσα στα δύο χρόνια, ξεπερνώντας όλα τα κρατικά έσοδα μαζί. Ασήμαντα υπήρξαν τα κονδύλια για οδοποιία, μεταφορές, εμπόριο και παιδεία» (ό.π., σσ. 152-153). Μάλιστα «στο τέλος του 1836 τα ταμεία ήταν τελείως άδεια» (ό.π., σ. 184). «Μετά την άρνηση των «Φιλάνθρωπων Δυνάμεων» να καταβάλουν τα υπόλοιπα 20 εκατομμύρια του δανείου η κατάσταση χειροτέρευε διαρκώς και προκαλούσε ψηλότερους φόρους και σκληρότερες μεθόδους είσρπαξης» (ό.π., σ. 196).

Για τον Γ.Κ., όμως, όποιος εξεγειρόταν σε αυτήν την κατάσταση ήθελε απλώς, με την πρόφαση του Συντάγματος, να βουτήξει τα προερχόμενα από το εξωτερικό χρήματα του Δημοσίου – τα οποία είχε «βουτήξει» ήδη ο περίγυρος των Βαυαρών και οι ίδιες οι Μεγάλες Δυνάμεις.

 

8. Ο Μακρυγιάννης ζητούσε Σύνταγμα ή οι Βαυαροί αθετούσαν την υπόσχεσή τους για Σύνταγμα;

Ο Γ.Κ. και οι κατήγοροι του αγώνα για Σύνταγμα εκ μέρους του Μακρυγιάννη θέλουν να αγνοούν ότι πριν από την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα και ως όρος για την αναγνώρισή του ως βασιλιά ήταν η υπόσχεση των Μεγάλων Δυνάμεων, ήδη στα 1832, για Σύνταγμα. «Η διακήρυξη της Διάσκεψης του Λονδίνου (26 Απριλίου 1832), που ανήγγελλε την εκλογή του Όθωνα, ζητούσε από τους Έλληνες να βοηθήσουν το βασιλιά » στο έργο του να δώσει στο κράτος ένα οριστικό σύνταγμα». Επιπλέον, ο βαυαρός υπουργός των Εξωτερικών Gise, σε γράμμα προς τον έλληνα συνάδελφό του Σπυρίδωνα Τρικούπη στις 31 Ιουλίου 1832, υποσχόταν ότι η αντιβασιλεία θα συγκαλούσε γενική συνέλευση που θα υποδεχόταν το μονάρχη και θα συνεργαζόταν μαζί της στην προετοιμασία της οριστικής μορφής του πολιτεύματος. Φτάνοντας όμως στην Ελλάδα, η αντιβασιλεία αγνόησε το συνταγματικό θέμα…Στην βασιλική προκήρυξη δεν γινόταν καμία μνεία του θέματος· αντίθετα στη φράση » Όθων ελεώ Θεού βασιλεύς της Ελλάδος» υπήρχε ο υπαινιγμός ότι η βασιλική εξουσία δεν πήγαζε από τον λαό» (J. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο 1833-1843, σ. 191). Ώστε ενώ δύο φορές ως όρος για την έλευση του Όθωνα τέθηκε η κατάρτιση συντάγματος, κατά τον Γ.Κ. φταίνε όσοι Έλληνες επαναστάτησαν κατά των Βαυαρών με σκοπό το Σύνταγμα γιατί απλώς ήθελαν να κλέβουν το Δημόσιο νομότυπα.

 

Υποσημειώσεις

[1] Όμως: «Για τον ιστορικό της λογοτεχνίας, η πρώτη αυτή άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί καταστροφή μεγαλύτερη απ’ ό,τι η γνωστότερη άλωση του 1453. Το 1204 τα σπάνια κείμενα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο αφανίστηκαν, αφού δε συναντούμε πια το παραμικρό ίχνος τους από την εποχή που η έδρα της Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (1261). Αν δεν είχαν συμβεί τα γεγονότα του 1204, τα κείμενα εκείνα είναι πολύ πιθανό να είχαν βρει το δρόμο τους προς τη Δύση» (L.D. Reynolds και N.G. Wilson, Αντιγραφείς και φιλόλογοι, σ. 92).

[2] Επιγραμματικά: «Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να αδράξωμε τα άρματα μια ημέρα, και να χυθούμε κατά πάνου στους τυράννους μας (…). Οι εκκλησίαις μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων (…). Ο Θεός μάς έδωκε χέρια, γνώσι και νού˙ ας ρωτήσωμε την καρδιά μας και ό,τι μάς απαντυχαίνει άς το βάλωμε γρήγορα σε πράξι, και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι, το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνου μας. (….) ας ωφεληθούμε την περίσταση, οπού ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονά μας, μάς έστειλε δια ελόγου μας. (….) στα άρματα, αδέρφια˙ και βέβαια καλύτερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε χριστιανός και Έλληνας (…)» Οδυσσέας Ανδρούτσος, ένας «Έλληνας μωαμεθανός» (!!..), επιστολή προς τους κατοίκους του Γαλαξιδίου, 22 Μαρτίου 1821.

 

Posted in 1821, παλιά και νέα θεότητα, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Νῆσος Πάτμος, ὄρος Ἀλτάι – Ρωσία

Στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου, κάπου στὰ σύνορα τῆς Ρωσίας μεταξὺ Καζακστὰν καὶ Μογγολίας. Στὴν κοιτίδα τῶν Τούρκων.

36898683

altai-mountain-carved-icon-on-patmos-russia

virgin-and-child-the-sculpture-carved-out-of-rock-on-the-island-of-patmos

tumblr_inline_p47cpo5aeb1v7t9k0_540

Posted in Ρωσία, θρησκεία | Tagged | Σχολιάστε

Οἱ δίπορτοι

Τὸ βάζω λόγῳ τῶν ψευδοβυζαντινῶν τῆς γλώσσας. Κατὰ τὰ ἄλλα, πρόκειται γιὰ μιὰ παρεξήγηση ἢ παρανόηση (βλ. π.χ. στὸ 3) , ποὺ στὶς χειρότερες μορφές της παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ Θ. Πάγκαλου καὶ τοῦ Γ. Κακλαμάνη καὶ στὶς καλύτερες συνεπάγεται τὴν εἰρωνεία. Ὄχι τὴ μομφὴ γιὰ παρακμὴ ποὺ ἐκπορεύτηκε ἀπὸ συγκεκριμένους χώρους, ἐξαπλώθηκε, καὶ δὲν ἐπιτρέπει στὸν παρακμιακὸ νὰ ἀντιδράσει. Γιατὶ ἀλλιῶς ἐκφράζει τὴ δυσφορία του μὲ τὴν παρακμὴ ὅποιος δὲν ἔκανε ἐκπομπὲς στὸν 9.58 ἐπὶ νεορθόδοξου ΠΑΣΟΚ καὶ στὴν Πολιτιστικὴ Πρωτεύουσα 1997, κι ἀλλιῶς ὅποιος ἔκανε καὶ ἦταν.
1.
Σήμερα θα σας αφηγηθώ την ιστορία του λαού που ζήτησε και κέρδισε την ανεξαρτησία του.Είναι ο λαός των Διπόρτων.Μόνη τους έγνια η ελευθερία. Και μόνον του εργαλείο, απέθαντο και αποτελεσματικό, το διπορτείν και διπορτείσθαι ακαταπαύστως.
2.
Οσο τους κρατούσαν τα τεφτέρια και τα κιτάπια οι κατακτητές τους, τα βόλευαν μια χαρά. Ρωμαίους κολάκευαν, απουσίαζαν στα μαθήματα, έστηναν προτομές αρχόντων. Κι όσο φύραιναν οι Ρωμαίοι, τους κολακευαν και έλεγαν πως τους λεγουν και αυτούς ρωμιούς. Δεν ήταν δύσκολο.
3.
Στην θρησκεία έλεγαν ψώμματα πολλα πως είναι χριστιανοί αλλα ήτον εθνικοί αμετακίνητοι, λατρεύοντας σε σπηλιές όλες τις νεράιδες που είχαν γίνει δάφνες, χλόη και αρρώστειες. Οσο πλησίαζε ο θάνατος, πλήθαιναν μεταξύ τους οι χριστιανοί ,αλλα οι υπόλοιποι κυνηγούσαν το άρωμα του επιταφίου, μια μυρωδιά που δεν υπάρχει (την εκπέμπουν οι πασχαλιές) και έρριχναν ρύζια αναμεταξύ τους στην τελετή της γάμουσκας ,που ήτον για την τεκνογονία και τα κληρονομικά.
4.
Οι δίπορτοι είχαν πάντοτε μαγιά από υπηκόους διλημμάτων. Τουρκόφιλοι και τουρκοφάγοι, αυτοί. Καθαρεύουσα και δημοτική, αυτοί. Πράσινοι και βένετοι αυτοί. Πούστηδοι στο φρόνημα και ήρωες που τους εσούβλιζαν ,αυτοί.
5.
Επίσης άλλαζαν φρόνημα από οικογενείας εις οικογένειαν και από φάρας εις φάραν. Στ΄αρκίδια τους η αρχική καταγωγή τους. Σκλαβήνοι, εξ αρβάνων, βλαχούτ, πατσινακίτες, μυρμιδόνια και χαλκιδικιώτες, ακόμη και ζερβοχωρίτες, αμη και σαρακατσάνοι, αχαιοί και δαναοί, αμή και του Αιαντος του Οϊλέως η φάρα, πάντα πρόθυμοι να καυχηθούν και να τους καυχήσουνε. Σε εβδόμη γενεά από την πρώτη επαφή με την διπορτωσύνη, άπαντες άλλαζαν και εγένοντο πιο δίπορτοι από τους δίπορτους. Τουρκογενείς, βουλγαροπρόσφυγες, ρωσάκια και τατζίκοι. Αλλα και Ατηναίοι και Τηβαίοι. Ολοι. Δίπορτοι.
6.
Δεν έλεγαν «δίπορτος» ποτέ για τον εαυτό τους. Ελληνες έλεγαν, και τους άλλους Περσιάνους και παρόμοια.
7.
Δεν ήθελαν τους Τούρκοι επειδή τους έπρηζαν και άρχισαν να χάνουν το αλμπενί του οθωμανού.Στην Μικρασία, τον πρώτον καιρό, ώσπου να ειπείς άλευρον, είχαν γενεί οι περισσότεροι μουσούλ. Σε μίαν περίπτωσιν ή δύο, Καρατζόβα και Πομάκια, αλλαξοπιστησαν λίγα έτη προ του Αλη Πασέως εν σώματι με τον επίσκοπον αυτών.
8.
Με τους Τούρκους δούλευαν μαντέμια και ασημικά, είχαν δίκτυα να πουλάνε στη Βιέννη, ομογένεια σε Τεργέστη και Ραγούζα και ηγεμονίες, έδιναν δεκάτη και τέλευαν, δωροδοκούσαν ό,τι κυκλοφορούσε και δεν ήθελαν. Ηθελαν δικό τους γκουβέρνο. Ελευθερία ή θάνατος.
9.
Αμη οι αρχηγοί τους που ήξεραν των Διπόρτων το φιλότιμο και ταις ένοχαις καλωσύναις, ήτανδίπορτοι και αυτοί.
10.
Ενας μάλιστα που δεν θυμάμαι, είπε σωστά πως ήταν και δίπορτοι,αλλά και άπορτοι ολίγοι και πολύπορτοι αρκετοί.
11.
Μια φάρα ήταν δίπορτοι που ήθελαν γκουβέρνο αλλα ήξεραν πως για να τους αφήσουνε να έχουνεγκουβέρνο, πρέπει να ζητάνε δανεικά και να χρεώνουν τη χώρα. Αυτοί κυβέρνησαν στηνΕπανάσταση και μετά που σκοτώσανε τον Καποδίστρια συνεχώς.
12.
Άλλη φάρα ήταν δίπορτοι που εόρταζαν και εδέχοντο επισκέψεις. Ηταν δουλευτάδες σε Αγγλους, σε Γάλλους, πειρατές, σε Αληπασείες, σε Σουλτάνους, σε μπέηδες και παράδες. Αλλοτες δίπορτοι αρματολοί, άλλοτες δίπορτοι κλέφτες.Και μπέηδες πολλοί αμη και δραγουμάνοι και άλλοι ,θεοτικοί και παπάδες. Αυτοί ήξεραν αλλοιώς να κυβερνάνε. Ως Ρωμιοί. Διπόρτως.Και ήσαν μόνιμα στη ληστεία, στο όχι και στο παράπονο, επειδή αυτοί δεν ήθελαν δανεικά και να στίβουν το σκατό τους για να ξεπληρώσουν. Ηθελαν να παίρνουν με το έτσι θέλω και να σέβονται αυτούς που τους πληρωναν τον λουφέ.Κι άμα τους ζόριζαν, να πηδάνε από τα Ζάλογγα.
13.
Εγινε και έβαλαν κυβερνήτη τον Καποδίστριο. Αυτός άρχισε να πλαθει γκουβέρνο αλλα οι Δίπορτοι ήθελαν να είναι ελευθερία ή θάνατος. Εβαλαν τους Μαυρομιχαλαίους και τον εσκότωσαν.
14.
Εφεραν μετά βασιλιά και μετά σύνταγμα και δάνεια πολλά. Ανάμεσό τους ήρθαν και αυτοί που ήθελαν χώρια τα τσανάκια με την εκκλησία ,εθνικές γαίες και άλλα πολλα που αν τα εδέχοντο οι δίπορτοι, θα εγίνοντο μονόπορτοι άρα θα τους εσκλαβωναν σε πολλες δουλείες και θα ήσαν ωσάν Μολδαβοί και Πόλακ και Δανέζοι και Μορόκο.
15.
Οποιος δίπορτος τα ήθελε αυτά, πήγαινε να ξενητευτεί και περνούσε όπως περνούσαν οι Μολδαβοί και Πόλακ και Δανέζοι και Μορόκο. Αλλα εντός τους ενυπήρχε σπέρμα διπορτίας και ,ακόμη και εάν ήτονε φοιτητές στην Αγγλία και κορόιδευαν τον κοσμάκη, έλεγαν συνέχεια «αρε πατρίδα με τα ουζάκια και την ρετσίνα σου» ή «αχ και να είχαμε κουκκιά φρέσκα» ενώ δεν έτρωγαν ποτές.
16.
Μετά ήρτε Σύνταγμα και Καλλιέργης και πολεμοι και Βενιζέλο και μπάτε βγάτε βασιλείς, αλλα ήσαν δίπορτα όλα και ο κόζμος άρχισε να ελευθερώνεται. Διότι έμαθε να είναι ανάγωγος και να ψεύδεται συνεχώς για να φοβούνται τα αφεντικά του.
17.
Δούλευαν το γκουβέρνο και σε έτη οζ και μήνας η, κατάφεραν και έφτιαξαν δίπορτα υπηρεσιακά συμβούλια και δεν έφευγε κανένας κλέφτης.Μεγάλη ελεφθερία.
18.
Μετά ζήταγαν και έπαιρναν μιστά και επιδόματα βάσει της ιδιότητας και όχι της εργασίας αυτών.Και άλλη ελευθερία.
19.
Σε εκατόν εξήντα έτη, από τον Τζουμπέ έως το Πατσόκι, κατάφεραν και κέρδισαν την απόλυτο σχεδόν δίπορτον ελευθερίαν αλλα το έκρυβαν και έλεγαν ψώμματα πολλά στα ριάλιτι και στα έγκζιτ πώλ.
20 Και καλοπλήρωναν μαλάκες που παρίσταιναν τους ηγέτας,ώστε εάν το παράκαναν οι δίπορτοι να βγαίνουν οι Μιμιοί, το άνθος των διπόρτων και να λέγει «κλέπτες και πιάσατέ τους».
21. Ωσπου το πείραμα το διπορτικόν διαχύθηκε και σε άλλα μέρη όπως χύνεται από τον σκουριασμένον σε μίαν κωχην τενεκέ το λάδι το ταγγιασμένο και οι Τσύμμαχοι κατάλαβαν ότι δεν είμεσθεν δίπορτοι όπως λέμε δίβουλοι, αλλα στην ουσία συνεισφέραμε όσο αεράκι βγαίνει από έναν φεγγίτην ,αλλά αρπάζαμε και συνμεταξύ μας και απέξω σαν να είμεσθεν δύο έθνη και όχι απλως ένα έθνος δίπορτον.
22.
Οπότε είπαν να μνημονιαστούμε.
23
Κανένας δεν κατάλαβε ότι οι Δίπορτοι ΕΙΝΑΙ ελεύθεροι και κάνουν ό,τι τους καυλώσει επί αμέτρητα έτη και εις βάρος πολλων εθνών διαχρονικώς, αλλα όποτε το καταλαβαίνουν τους αποστέλλομεν σύμβολα και λάνδμαρκς, Μελίναν και Καστοριάδην και πολλαί μορφαί Αριστεράς και βάναυσον δήθεν δεξιάν και μνημονεύετε διονύσιον σολωμόν και μνημονεύετε αλέξανδρον παπαδιαμάντην και κόφτε τους ελέγχους, βαλανοφάγοι.
24.
Και τώρα, ως δίπορτοι φέρονται. Πήραν από μια πόρτα ο Σαμαρά και ο Παπανδρέο καιτην κουνάνε.
25
Και να καταστραφούμε όλοι, δεν θα καταστραφεί ο διπορτισμός.
26.
Σύντομα θα κυλίσωμεν σε αυτά που ξέραμε, ο λαός νίκησε, εκείνη η κολακεία προς ηττημένους που χαρακτηρίζει (και διασώζει) τους δίπορτους και όποιος δεν αντέχει,
27
Όπως έγινε με τους ελληνικούς αποικισμούς
28
Και με την έξοδον των Γραικυλων εις Ρώμην
29
Και με την έξοδον των άλλων εις Αλλού μετά την Άλωσιν
30
Και με την ομογένειαν όλων εις Αστραλαμέρικα και γερμανίας και πρίν σε Ζμύρνες και Αιβαλία και Ιρκούτσκη
31
Έτσι όποιος δεν αντέχει θα φύγει μονόμπατα και θα τον σεβαστούν οι μονόπορτοι λαοί και μετά θα τον πιάσει το μαλακιστερό και θα δίδει δώρα στην ιδιαιτερα του πατρίδα και οι εναπομείναντες δίπορτοι θα τον λεγουν εθνικόν εβεργέτην και θα του τρώνε την χορηγίαν
32
Αλλα ένα ακίνητο θα το χτίσουν το ρημάδι, για να υπάρξει Δ.Σ και εκτελεστική γραμματεία.

 

21 Μαΐου 2011.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , | 2 Σχόλια

Θεοδωριάς (Λιβύη)

Qasr Libya, 50 χλμ. δυτικὰ τῆς Κυρήνης. Παλιὰ πόλη, τὴν ξαναέκτισε ὁ Ἰουστινιανὸς δίνοντάς της τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του. Ψηφιδωτὰ τοῦ 6ου αἰ.

qasr_libya_1_03c_eagle

 

Ὁ Φάρος τῆς Ἀλεξάνδρειας:

16bba447a72e774f5c6f08fb9f74be55-byzantine-mosaics-byzantine-art

 

Πρόσοψη κτηρίου, ἴσως τῆς ἐκκλησίας:

libya59

 

Πάνας:

mosaicbacchus-xl

 

Κασταλία, προσωποποίηση τῆς πηγῆς. Πηγὲς μὲ τέτοιο ὄνομα μαρτυροῦνται ὄχι μόνο στοὺς Δελφοὺς ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀντιόχεια.

eid-castalia

 

Φισών, ὁ ποταμὸς τῆς Γένεσης β’ 11, ποὺ περικύκλωνε τὴν Ἐδέμ:

qasr_libya_1_02d_pishon

 

qasr-libya-mosaic-kosmisis2

 

Γιών, ἕνας ἀκόμη ποταμός:

1bee53bb2234d83ea7c3a688643d4c0f

18e6e3c3e143cd6f4073a05c4e2aaeef

 

Προσωποποίηση τῆς Ἀνανέωσης τῆς πόλης:

qasr_libya_1_02c_renewal

 

Πόλις νέα Θεοδωριάς:

82

Τὰ ψηφιδωτὰ αὐτὰ βρέθηκαν σὲ ἐκκλησία τοῦ 6ου αἰ. Παρ’ ὅλο ποὺ στὴν Ἑλλάδα πιστεύεται τὸ ἀντίθετο (ἐξαιτίας τῆς νεοπαγανιστικῆς, ἀρχαιολατρικῆς καὶ «ἑλληνοδυτικῆς» προπαγάνδας), τὸν 6ο αἰ. οἱ βυζαντινοὶ Χριστιανοὶ δὲν εἶχαν κανένα πρόβλημα μὲ τὴν ἀπεικόνιση παγανιστικῶν καὶ γυμνῶν παραστάσεων -ἴσα ἴσα. Ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ πολλὲς φορές (στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα, βεβαίως), ἡ τεχνοτροπία δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἄγνοιας τῆς κλασσικῆς τέχνης οὔτε ἀδεξιότητας, ἀλλὰ συνειδητή ἀπεξάρτηση ἀπὸ αὐτήν.

Ὅσοι γνωρίζουν τί ἦταν κάποτε ἡ ρωμαϊκὴ καὶ βυζαντινὴ Βόρεια Ἀφρική, θρηνοῦμε βλέποντάς την ἰσλαμικὴ καὶ τζιχαντιστικὸ ὁρμητήριο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τῆς Εὐρώπης. Μακάρι, κάποτε νὰ ξαναγίνει χριστιανικὴ κι ἑλληνορωμαϊκή. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὴν Εὐρώπη.

Posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Ρωμανία, βυζαντινή τέχνη | Tagged , , , | Σχολιάστε

πρωτιές

Παιδὶ πολύτεκνης οἰκογένειας, τὸ ὁποῖο δούλευε, ὁ πρῶτος τῶν πρώτων φέτος.

Εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ σεληνιάζεται τὸ Vice ποὺ εἶχε γράψει τὶς σοφίες του γιὰ τὶς Πανελλήνιες λίγα χρόνια πρίν προβάλλοντας ὅλους αὐτοὺς τοὺς μαθητὲς ποὺ σκαρφίζονται δικαιολογίες γιὰ τὸ ὅτι ἔμειναν στὴν ἴδια τάξη ἀπὸ ἀπουσίες ἢ δὲν κατάφεραν νὰ ξυπνήσουν τὸ πρωί, ὅλους τοὺς ξύπνιους ποὺ θὰ πᾶνε Γαλλία νὰ αὐτοπραγματωθοῦν καὶ νὰ δοῦν ἄλλους πλανῆτες, ὄχι σὰν τὰ ζῶα ποὺ θὰ ξεμείνουν στὴν Ἑλλάδα, καὶ γενικὰ ὅσους εἶναι πολὺ ψαγμένα ἄτομα, δικέ μου, γιὰ νὰ πιστεύουν σὲ τέτοια παραμύθια ὅπως τὸ διάβασμα μέσα σὲ μιὰ κακιὰ κοινωνία.  Ὡραῖα θὰ ἦταν νὰ ξαναρωτήσει ὅλους αὐτοὺς 4 χρόνια μετὰ, πῶς τὰ καταφέρνουν μὲ τὴν ταξικὴ πάλη καὶ τὴν ὑψηλὴ ραπτική.

Posted in παιδεία, Αριστερά, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged | Σχολιάστε

Ἡ φέτα

Ἴσως ὁ μόνος ποὺ ἀξίζει νὰ διαβάζεται στὴν ἐφημερίδα αὐτήν, παρὰ τὰ «δυτικὰ – συντηρητικὰ» προβλήματά του, καὶ παρ’ ὅτι μπαίνει προφανῶς ὡς συντηρητικὴ στάχτη στὰ μάτια, δίπλα στὴν πλειονότητα τῶν πολιτισμικὰ ἀριστερῶν ἀρθρογράφων τῆς πάλαι ποτὲ Καθημερινῆς.

Κι αν στο μυαλό τού διαδηλωτή, ο οποίος επειδή φωνάζει «η Μακεδονία είναι ελληνική» νομίζει ότι κάνει την ίδια δουλειά με τον Παύλο Μελά ή τον Ιωνα Δραγούμη, υπάρχει ένα υπόβαθρο αφελείας ή ανασφάλειας, στο μυαλό του κουτοπόνηρου ηγεμόνα που υπογράφει την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας λειτουργεί η αλαζονεία της μετανεωτερικότητας. Εκείνο το αστοιχείωτο «γλώσσα είναι μια διάλεκτος που διαθέτει στρατό και ναυτικό». Αυτός δεν αισθάνεται ανασφαλής. Εχει τη γλωσσολογία με το μέρος του και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις «Χοηφόρους» του Αισχύλου και τα ταφικά έθιμα που περιγράφει ο Κανταρέ στο έργο του για τον «Βαλκάνιο» τραγικό της «Ορέστειας». Γλώσσα η μία, γλώσσα η άλλη, ποίηση κάνουν όλοι και τα γκράφιτι στην Πατησίων συνεχίζουν την παράδοση του Λεονάρντο.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Ελλάδα, Μακεδονία | Tagged , | Σχολιάστε

Μελίνα Κανά – Τυφλὲς ἐλπίδες

Posted in μουσική | Σχολιάστε

Ἐνθύμια

Ὅλα τὰ παιδάκια τὰ πεθαμένα τὰ θυμᾶμαι.

Κι ἐκεῖνο τὸ δίχρονο ποὺ μπῆκε, δεκαετίες πρίν, στὸ γήπεδο μπάσκετ σὲ ὥρα ἀγώνα καὶ πατήθηκε ἀπὸ τὸν διαιτητή, καὶ πέθανε. Κι ἐκεῖνο τὸ Πολωνάκι ποὺ κρύφτηκε στὸ κρυφτὸ μέσα σὲ ἕνα ψυγεῖο / κατάψυξη ποὺ ἄνοιγε μόνο ἀπὸ ἔξω καὶ ὄχι ἀπὸ μέσα, καὶ πέθανε ἐκεῖ μέσα ἀπὸ ἀσφυξία. Κι ἐκεῖνο τὸ κοριτσάκι, ποὺ μανιακὸς ἐγκληματίας τὸ μαχαίρωσε στὰ γεννητικά του ὄργανα, κι ὁ πατέρας του ἔλεγε στὴν ἐφημερίδα ὅτι αὐτὰ καταστράφηκαν τελείως.

Καὶ ἄλλα, πολλά. Κι ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου τὸ ὀστεοκιβώτιο βλέπω πάντα πάνω ἀπὸ αὐτὸ τοῦ παπποῦ μου, κάθε φορὰ στὸ χωριό, μὲ ἁμαξάκια καὶ παιχνιδάκια πάνω στὸ κιβώτιό του. Καὶ τὸ ἄλλο, ποὺ πέθανε πρόσφατα ὅταν ἔπεσε σὲ χαράδρα τὸ ἁμάξι ποὺ ὁδηγοῦσε ὁ μπαμπάς του κι ἡ μάνα του τὸ θήλαζε.

Ὧρες-ὧρες, μοῦ ἔρχονται στὸ νοῦ αὐτά: Ὅτι σὰν τὶς μύγες πεθαίνουν τὰ παιδιά. Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν κἄν. Μ’ ἐκεῖνο τὸ βλέμμα ἀρνιοῦ ὅπως καμμιὰ φορὰ ποζάρουν στὶς φωτογραφίες. Μόνο ὅταν ὑποφέρουν τὰ παιδιά, ἢ ὅταν ἀργοῦν νὰ πεθάνουν, ἢ ἅμα ζοῦν θανατωνόμενα κάθε μέρα, ὅταν καταλαβαίνουν τὴν κοροϊδία, ὅταν μεγαλώνουν πρόωρα, ὅταν δηλαδὴ συνειδητοποιοῦν ἀπὸ μικρὴ ἠλικία ὅτι ὁ κόσμος ὅπου ἦρθαν εἶναι κοιλάδα θρήνων τους, καὶ τὸ βλέπεις στὸ βλέμμα τους, τότε εἶναι ἀκόμα πιὸ ἀβάστακτο.

 

Posted in φιλοσοφίες, ανθρώπινα | Σχολιάστε

Ὁ τύπος σώζει τὴν οὐσία

σὲ στιγμὲς καὶ καιροὺς σύγχυσης. Γιὰ τὴ νηστεία ποὺ πέρασε προχτὲς τὸ λέω. Ὅταν τὰ πάντα καταρρέουν, αὐτὸ ποὺ δὲν πρέπει νὰ κάνεις εἶναι νὰ κοροϊδεύεις τὸ manual (ἐγχειρίδιο, στὰ ἑλληνικά). Δηλαδή, νὰ διακηρύσσεις αὐτὲς τὶς ὑψηλὲς φιλοσοφίες περὶ ὑποκρισίας καὶ «μεγάλων σταυρῶν». Προσοχή: Δὲν λέω ὅτι «ὅποιος νηστεύει εἶναι καλύτερος κ.λπ.». Ἁπλά, ὅτι ὅποιος συνειδητὰ δὲν νηστεύει, κι ἐπικαλούμενος μάλιστα τὴν ἄποψη «ὅποιος νηστεύει εἶναι καλύτερος», αὐτὸς ἔχει σοβαρὸ πρόβλημα καὶ νὰ τὸ κοιτάξει. Τὰ ἴδια καὶ μὲ τὸν ἐκκλησιασμό ἐθνῶν κι ἀτόμων: Ἀσφαλῶς ἀκόμη κι ὁ χειρότερος φιλοσοφικὰ ἢ πρακτικὰ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἐνῶ κάμποσοι ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαζόμενους ὄχι. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ὡστόσο, μὲ περιπτωσιολογίες νὰ «ἀποδεικνύουμε» δῆθεν πὼς δὲν ὑπάρχει κανόνας κι ἐξαίρεση. Στατιστικὴ – κοινωνιολογία κάνουμε, ὄχι περιπτωσιολογία.

Τὸ «μάνιουαλ» δὲν εἶναι γιὰ νὰ τὸ κοροϊδεύεις, εἶναι γιὰ τὶς στιγμὲς ποὺ μιὰ κοινωνία ἢ ἐσὺ δὲν ξέρεις τί νὰ κάνεις. Ὅταν δὲν ξέρουμε τί νὰ κάνουμε, ἀκολουθοῦμε τὸ παραδεδομένο. Ἐκτὸς πιά, κι ἂν εἴμαστε τόσο μεγάλοι ἡγέτες, καὶ δημιουργήσουμε νέο κανόνα, νέο κοινωνικὸ πρότυπο, νέο παράδειγμα, ἱεροποιώντας το.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, θρησκεία | Tagged , | 1 σχόλιο

Κατὰ φαντασίαν Ἰλλυριοὶ

Ἔχουν μεγάλη πλάκα οἱ Ἀλβανοὶ ποὺ μὲ τὸν α ἢ β τρόπο ἐκδηλώνουν τὸ μίσος τους γιὰ τὴν Ἑλλάδα.

Συνήθως, ὑποστηρίζουν ἐνάντια στὰ ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 ὅτι ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821 ἦταν ἕνα κράτος ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν ἄποψη ὅτι ἦταν ἁπλῶς χριστιανικὸ κι ὅπου δὲν εἶχε σημασία ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἑλληνικότητα, ἡ αἴσθηση τῆς ἑλληνικῆς καταγωγῆς, τάχα εἶχε σχέση μόνο μὲ τὴν χριστιανικότητα. Κι ἐννοεῖται ὅτι οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 ἦταν Ἀλβανοί.

Ἄλλοτε, πάλι, καταφέρονται ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ χίλιους δυὸ τρόπους -εἴτε γιατὶ εἶναι Ἄθεοι εἴτε γιατὶ εἶναι Μουσουλμάνοι. Ἕνας ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ κατηγορία ἐναντίον τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου, βυζαντινοῦ καὶ μεταβυζαντινοῦ, γιὰ προδοτικὴ στάση κατὰ τὴν Ἅλωση καὶ γιὰ φιλότουρκη στάση κατόπιν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν δῆθεν προδοτικὴ στάση τοῦ κλήρου κατὰ τὴν Ἅλωση, οἱ πηγὲς μᾶς τὰ λένε διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς Ἀλβανούς. Καὶ γιὰ τὰ μετὰ τὴν Ἅλωση ἔχουμε μιλήσει σχετικά, μὲ ἀφορμὴ ἑλληνόφωνη ἀνάρτηση.

Τὸ ἀστεῖο στὴν ἀλβανικὴ ἐπίθεση κατὰ τῶν Ὀρθόδοξων εἶναι ὅτι χρησιμοποιοῦνται ἑλληνικὰ νεοπαγανιστικὰ κι ἀρχαιολατρικὰ κείμενα. Πράγμα ποὺ δείχνει ὅτι οἱ θέσεις τῶν γνωστῶν Νεοπαγανιστῶν ἀξίζουν (καὶ δημιουργήθηκαν, ἴσως) μόνο γιὰ νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς Ἀλβανούς, Σκοπιανοὺς καὶ ἄλλους φιλέλληνες. Ἕνας παλιὸς νεοπαγανιστικὸς ἱστοχῶρος (δὲν ξέρω ἂν ὑπάρχει ἀκόμη) μεταξὺ ἄλλων προέτρεπε στὴ συμμαχία ἀλλοδαπῶν σὲ βάρος τῆς Ἑλλάδας, ἡ ὁποία χαρακτηριζόταν «χριστιανικὸ κράτος τῶν Ρωμιῶν» ἄξιο νὰ καταστραφεῖ. Οἱ Νεοπαγανιστὲς εἶναι χρήσιμοι στοὺς πράκτορες καὶ τὶς ξένες χῶρες. Ἀκόμη καὶ στοὺς Ἀλβανούς. Καὶ δὲν ἔχω ὑπόψη μου μόνο τοὺς Νεοπαγανιστές «Ἕλληνες». Ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἀκροδεξιοὺς ἄθεους Ἕλληνες ποὺ καλλιεργοῦν στὰ μυαλὰ τῶν Ἀλβανῶν τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι Πελασγοὶ κι ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ φύλο. Φυσικά, οἱ Ἀλβανοὶ ἀποδέχονται κουτοπόνηρα τὴν ἰδέα αὐτὴ ὄχι προκειμένου νὰ νοιώσουν Ἕλληνες ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν τροποποιήσουν καὶ νὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι εἶναι «πανάρχαιο ἔθνος», ὅσο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες! Οἱ τῆς ἑλληνικῆς ἄθεης (μὴ παγανιστικῆς) – ἐθνικοσοσιαλιστικῆς Ἀκροδεξιᾶς δηλαδή, δίνουν ἐπιχειρήματα –ὅπως οἱ ἕλληνες Νεοπαγανιστὲς μὲ τὸν «ἀνθελληνισμὸ τοῦ Κλήρου»– στοὺς ἀμφισβητητὲς τῆς ἑλληνικότητας τῆς Ἠπείρου, ἀρχαίας καὶ νέας, πιστεύοντας ὅτι θὰ τοὺς ἐξελληνίσουν. Ξέρω, τέτοια ἐσφαλμένα ἐπιχειρήματα λέγονταν τὸν 19ο αἰώνα. Ὅμως εἶναι μὴ ἐπιστημονικά, κι ἐνῶ κανεὶς δὲν τὰ δέχεται πλέον, τὰ ἐπανέφεραν στὴ ζωὴ οἱ προαναφερθέντες ἄθεοι Ἀκροδεξιοί. Γιὰ ποιὰ ἰλλυρικὴ γλώσσα μιλᾶμε; Γιὰ ποιὰ πελασγική; Πότε εἶναι τὸ πρῶτο γραπτὸ μνημεῖο τῆς ἀλβανικῆς γλώσσας, ὥστε νὰ χαρίσουμε στοὺς Ἀλβανοὺς καθεστὼς ἀρχαίου λαοῦ;

Πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ κάτι γιὰ τοὺς λαοὺς αὐτούς. Ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα οἱ ψεκασμένοι, ὅσοι πιστεύουν στοὺς Ἔψιλον, στὴν Ἀνδρομέδα κ.λπ. εἶναι λίγοι, σὲ χῶρες ὅπως ἡ Ἀλβανία, τὰ Σκόπια κ.λπ. εἶναι ὅλοι ἢ σχεδὸν ὅλοι, αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν σὲ ἀντίστοιχα πράγματα, π.χ. τὴν ἰλλυρικὴ καταγωγὴ τῶν Ἀλβανῶν, στὴν μακεδονικότητα κ.λπ..

Σὲ κάθε περίπτωση, ἕνας λαὸς φαίνεται ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέει. Ὑπάρχουν καὶ Ἕλληνες ποὺ συνεχῶς σκούζουν στὸ διαδίκτυο γιὰ τοὺς Τούρκους κατάμουτρα ἐνῶ συζητῶνται ἄλλα, ἄσχετα θέματα κι ὄχι ἐθνικὲς διαφορές, ἀλλὰ οἱ δικοί μας εἶναι πολὺ λίγοι συγκριτικὰ μὲ τοὺς Ἀλβανούς. Τὸ νὰ ἐπιτίθεσαι στὴν ἐθνικότητα κάποιου κατάμουτρα χωρὶς αὐτὸς νὰ σοῦ ἔχει κάνει κάτι καὶ χωρὶς νὰ σοῦ ἔχει δώσει ἀφορμὴ σὲ μιὰ συγκεκριμένη περίσταση εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ψυχικῆς κατάστασης τῶν Ἀλβανῶν.

Δυὸ παραδείγματα: Εἶχα καλέσει Ἀλβανὸ ἠλεκτρολόγο μὲ τὴ βοηθό του γιὰ τὴν διόρθωση μιᾶς βλάβης στὸν πίνακα, καὶ τοὺς ἔδωσα ἕνα ἀναψυκτικό. Καὶ πίνοντάς το μοῦ λέει «Οἱ Ἕλληνες εἶστε ρατσιστές». Δὲν θυμᾶμαι τί ἀπάντησα, δὲν εἶμαι κι ἑτοιμόλογος γενικά. Δὲν εἶπα κάτι. Ἤμουν ρατσιστὴς ἐπειδὴ κάλεσα Ἀλβανὸ κι ὄχι Ἕλληνα ἠλεκτρολόγο, ἴσως. Δεύτερη περίπτωση: Στὸ τραῖνο στὴν ἴδια κουκέτα μὲ μᾶς καθόταν ἕνα ζευγάρι Ἀλβανῶν, ὁ ἄντρας εἶχε κάποιο κρατικὸ ἢ προξενικὸ ἀξίωμα. Καὶ γυρνᾶ καὶ μᾶς λέει: Δὲν ἐκμεταλλευτήκατε τὴν Ε.Ε., δὲν κάνατε αὐτό, δὲν κάνατε ἐκεῖνο. Καὶ πάλι, δὲν τοῦ ἀπάντησα ὅτι τὸ ΑΕΠ τῆς Ἑλλάδας πρὸ Κρίσης (ἀλλὰ καὶ τώρα) εἶναι ὅσο μαζὶ τὰ ΑΕΠ τῶν λοιπῶν Βαλκανίων, κι ὅτι συνεπῶς καλύτερα νὰ κοιτᾶνε τὰ χάλια τους. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὁ κομπλεξισμὸς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ βρῆκαν δουλειὰ στὴ χώρα μας. Ἕνα τρίτο παράδειγμα, ἄλλου: Ὅταν φτειάχτηκε τὸ μετρὸ τῆς Ἀθήνας, μιὰ Ἀλβανίδα (χάι κλάς, ἐπίσης, ὑπουργοὶ κ.λπ.) γυρνᾶ καὶ λέει μὲ χλευασμὸ στὴν Ἑλληνίδα μὲ τὴν ὁποία μιλάγαν: «Εἶναι πολὺ μικρό, σὲ σχέση μὲ τὸ μετρὸ τοῦ Παρισιοῦ»! Δὲν τῆς ἀπάντησε ἡ Ἑλληνίδα, ἀπὸ εὐγένεια: «Ἐνῶ τὸ μετρὸ τῶν Τιράνων…» Τὰ παραδείγματα εἶναι, ὑποθέτω ἄπειρα. Καθένας θὰ ἔχει τὴν ἱστορία του νὰ διηγηθεῖ. Συνορεύουμε μὲ χῶρες «γενικευμένου χρυσαυγιτισμοῦ», μὲ ὁλόκληρα ἔθνη ψεκασμένων (προφανῶς, ἐννοῶ ἕνα μεγάλο κομμάτι κι ὄχι τὸ σύνολο τῶν μελῶν τους). Ἔχουμε κι ἐμεῖς τέτοιους, ποὺ δὲν σκέφτονται τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μισοῦν, ἀλλὰ οἱ γείτονές μας εἶναι ἀξεπέραστοι, καὶ μένεις μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα μὲ τὴν ἔλλειψη στοιχειωδῶν τρόπων.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Ακροδεξιά, Ελλάδα, Χερσόνησος του Αίμου | Tagged , | Σχολιάστε

Ὀψώνια (τῆς ἁμαρτίας)

Σὲ διαμάχη στὰ ΜΚΔ σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τοῦ ἐθνικισμοῦ, τοῦ εὐρωπαϊσμοῦ καὶ δὲν συμμαζεύεται, ἡ ρήση τοῦ Π. Κονδύλη, ὅτι οἱ φιλοσοφικὲς διαφωνίες εἶναι εἰλικρινεῖς μόνο ὅταν καταλήγουν σὲ προσωπικὲς διαμάχες, ἐπιβεβαιώνεται. Ὁ εὐρωπαϊστὴς Α κατηγορεῖ τὸν πατριώτη Β γιὰ «φιλελληνισμό», δηλαδὴ ὅτι δὲν ἔχει νὰ πεῖ καλὰ λόγια γιὰ τοὺς ξένους παρὰ μόνο γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Β τοῦ ἀπαντᾶ μεταξὺ ἄλλων ὅτι εἶχε ξένες ἐρωμένες. Πέρα ἀπὸ τὶς συναναστροφές του μὲ τὴν διεθνὴ ἀφρόκρεμα -γιὰ τὰ δυό του διδακτορικὰ κάνει ἀλλοῦ λόγο. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπε προφανῶς γιὰ νὰ ἀποδείξει τὸν κοσμοπολιτισμό του καὶ τὴν ἀπουσία ἐσωστρεφοῦς ἐθνοκεντρισμοῦ στὴ δράση καὶ τὴ σκέψη του. Δὲν ἔχω καταλάβει ποτὲ τοὺς συντηρητικοὺς Χριστιανοὺς καὶ δημοκράτες Πατριῶτες. Ἐκτὸς κι ἂν δὲν εἶναι Χριστιανοί. Τὰ παρακάτω, λοιπόν, ἀφοροῦν μόνο ὅσους εἶναι Χριστιανοί.

Προσοχή, δὲν κάνω κήρυγμα γιὰ τὴ σεξουαλικὴ ζωὴ τοῦ καθενός. Εἶναι ὡστόσο αὐτό, ποὺ παρατηρεῖται εἴτε στοὺς λοῦμπεν Δεξιοὺς εἴτε μὲ τοὺς πεπαιδευμένους Δεξιούς. «Σέβονται τὴ θρησκεία«, σοῦ λένε, ἐξοργίζονται μὲ τὴν περιφρόνησή της ἀπὸ ἀριστεροὺς καὶ φιλελεύθερους, καὶ κατόπιν σοῦ πετᾶν μὲ καμάρι αὐτό, γιὰ τὸ πόσες γκόμενες εἶχαν κι ἂν ἦταν ξένες, ἀραπίνες λάγνες ἢ μιγάδες. Χρησιμοποιῶ τὴ σεξουαλικότητα ὡς ἐνδεικτικὸ παράδειγμα, ποὺ τὸ καταλαβαίνουν ὅλοι, κι ὄχι ὡς τὸ κορυφαῖο ἢ τὸ μοναδικό. Ἅμα σ’ ἀρέσει ἕνα πράγμα κάνε το -βεβαίως. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι τόσο νὰ τὸ κάνεις (οὐδεὶς ἀναμάρτητος), ὅσο νὰ περηφανεύεσαι ποὺ τὸ ἔκανες μὲ δεδομένο ὅτι ὑποτίθεται πὼς πιστεύεις σὲ κάτι ἄλλο τὸ ὁποῖο σοῦ λέει νὰ μὴν τὸ κάνεις ἢ νὰ μὴν περηφανευτεῖς ἀφότου τὸ ἔκανες. Ἡ Ζωὴ ἔχει τὸ παρατσούκλι Ἀντίφαση -ἀλλὰ μὴν καθιστοῦμε κανόνα τὴν ἐξαίρεση. Μιλᾶμε γιὰ φιλοσοφικὴ ἀσυνέπεια, ποὺ συνιστᾶ μεγαλύτερο πρόβλημα ὅταν πολιτικοποιεῖται, ὅταν ἀφορᾶ ἐμφανῶς πολιτικὲς διαμάχες.

Ξέρω τὴ γνωστὴ νεοτερικὴ δοξασία, πὼς σημασία ἔχει τὸ Πολιτικὸ κι ὄχι Προπολιτικὸ καὶ τὸ Ἐξωπολιτικό, π.χ. τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ ἀτομικό. Πιστεύω ὡστόσο ὅτι τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα. Τὸ Πολιτικὸ εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου τοῦ Προπολιτικοῦ. Δὲν ὑπάρχουν αὐτόνομες σφαῖρες: Δὲν μπορεῖ π.χ. ἕνας μαχητικὸς ἄθεος ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ψηφοθηρικὲς σκοπιμότητες νὰ ἐφαρμόσει πρόγραμμα ἐπανεκχριστιανισμοῦ τῶν κατοίκων τῆς χώρας του. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τὴν δημοκρατικὴ φιλελεύθερη Δεξιά, ποὺ σέβεται τὴν παράδοση καὶ πολεμᾶ τὴν πολιτισμικὴ παρακμὴ τῆς Ἀριστερᾶς καὶ τὴν λεοπαρδαλὶ κοσμοπολίτικη Δεξιὰ τῶν ἀπάτριδων -αὐτὴν τὴν Δεξιὰ λοιπόν, τὴν κάνει μιὰ χαψιὰ ἡ Ἀριστερὰ κι οἱ ΕΣΠΑτζῆδες τοῦ ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Γιατὶ ἡ ἀντίθεσή της δὲν εἶναι ὑπαρξιακή. Εἶναι ἀποσπασματική-μερική. Εἶναι πολεμικῆς ὑφῆς, ἄσπρο ἐσύ – μαῦρο ἐγώ. Ὑπάρχει μία πολιτισμικὴ – προσωπικὴ «Κοινὴ» μεταξὺ τῶν «ἀντιπάλων», ποὺ καθιστᾶ καφενειακὴ τὴν ἀντιπαράθεση ἀκόμη καὶ μὲ τὶς καλύτερες προθέσεις.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, φιλελεύθεροι, Αριστερά, Δύση, Δεξιά, Ελλάδα, θρησκεία | Tagged , | Σχολιάστε

Παλμύρα: πορτραῖτα

Νεκρικά, φυσικά. 1ος – 3ος αἰ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

843ab00fe31bd2bd09f9c68be67793df

 

446992f7aed3dcf1d87d17d6bddaf3d4

 

c90fa506b5d272376a5273f7bb41ec7e

 

 

 

Posted in ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged | Σχολιάστε

Ντούγκιν

Πολλοὶ εἰδικὰ στὴν Ἀκροδεξιά, ἐνθουσιάστηκαν μὲ τὶς ἀπόψεις του καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ γνωστά, ξέρετε, ἡ Ρωσία ποὺ θὰ προκαλέσει ἕνα διεθνὲς ἀντιμοντέρνο, ἀντιαριστερὸ κίνημα καὶ ἔπειτα θὰ διαδοθεῖ αὐτὸ στὴν φιλελεύθερη Δύση. Ἔλα μου ποὺ ὁ Ντούγκιν ὑποστηρίζει τόσο πολὺ τὴν ταυτότητα τῶν Μακεδόνων ὅσο κι ὁ ἐχθρός του Σόρος:

He argued that if Macedonia chose to join the Russian-led club, its identity and traditions would be preserved, which might well not be the case if – as he said – it joins NATO and the EU. This was referring European and American pressure on Macedonia to resolve the long-standing dispute over its name with Greece if it wishes to advance its Euro-Atlantic perspectives. This may also result in Macedonia having to alter or modify its name. […] Many of them asked Russia to help Macedonia resist pressure to change its name, should the current centre-left government under Zoran Zaev strike a deal with Greece. But Dugin warned that Russia could only help countries that seek its aid.

Πηγή

Εἶναι γνωστὸ φυσικά, ποιοὶ θαυμάζουν τὸν Ντούγκιν στὴν Ἑλλάδα. Φυσικά, ἂν καὶ ἄσχετα, δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Ρωσία εὐθύνεται γιὰ τὴν ἄνοδο τῶν φασιστικῶν κομμάτων στὴν Ἑλλάδα. Ἀλλά, σὲ κάθε περίπτωση, νὰ τὸν χαίρονται γιὰ τὶς φιλελληνικὲς ἀπόψεις του ὅλοι αὐτοὶ στὴν Ἀκροδεξιά. Δὲν θὰ μπῶ σὲ ἄλλα ζητήματα, ὅπως ὅτι σὰν καλὸς Ρῶσος ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος κλέβει τὸν βυζαντινισμὸ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες. (Ἀκόμη κι ἂν κανεὶς Ἕλληνας δὲν ἀσπαζόταν τὸν βυζαντινισμό, κλοπὴ θὰ ἦταν, βεβαίως.) Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι χάσιμο χρόνου νὰ περιμένεις ἀπὸ ὁρισμένους νὰ διερωτηθοῦν πῶς στὸ καλὸ γίνεται κι ὁ Ντούγκιν κι ὁ Σόρος νὰ ὑποστηρίζουν τοὺς «Μακεδόνες». Κανονικά, ἀφοῦ ὁ Σόρος ὑποστήριζε καὶ χρηματοδοτοῦσε τοὺς «Μακεδόνες», οἱ «ἀντιδραστικοὶ» ἐχθροί του θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζουν τοὺς Ἕλληνες. Τέτοια διερώτηση προαπαιτεῖ κάποια δυνατότητα γιὰ λογικὴ σκέψη, βεβαίως (πέρα ἀπὸ τὴν ἐναντίωση στὸν ἄνθρωπο αὐτόν, ποὺ εἶναι ἀνθέλληνας).

Λὲς καὶ πέρασαν αἰῶνες ἀπὸ ἕναν ἄλλο ρῶσο «φιλέλληνα», τὸν Ζιρινόφσκυ. Βεβαίως, ἂν κάποιοι Ρῶσοι καὶ κάποια Ρωσία πρέπει νὰ μᾶς ἀρέσουν / ἀρέσει, εἶναι αὐτὸ τὸ 6% (ἢ τμῆμα του) γιὰ τὸ ὁποῖο ἔκανα λόγο σὲ παλιότερες ἀναρτήσεις, γιὰ τὸ ὁποῖο εὐχόμαστε νὰ γίνει κι 106%. Οἱ λοιποί, δὲν διαφέρουν ἀπὸ τοὺς Νεοπαγανιστὲς καὶ τοὺς  Μουσουλμάνους, καὶ μακριά μας.

 

 

Posted in Ακροδεξιά, Ελλάδα, Μακεδονία, Ρωσία | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Ὄνομα χωρὶς Ἐπώνυμο

Ἡ Ἡριάννα, ὁ Περικλῆς…

λὲς καὶ εἶναι πασίγνωστοι, λὲς καὶ πρέπει νὰ εἶναι πασίγνωστοι. Τοὺς ἔμαθε ἡ γιαγιά. Ἢ τίποτε φιλαράκια μας, καλὰ παιδιά, 100% ἐγγυημένου χαρακτήρα καὶ ἤθους, ποὺ δὲν κάνανε καὶ τίποτα κακό. Καὶ γι’ αὐτὸ τὰ φωνάζουμε μὲ τὸ μικρό τους ὄνομα, γι’ αὐτὸ ἀναφερόμαστε σ’ αὐτὰ τὰ παιδιά (παιδιά 29 καὶ 34 χρόνων) μὲ τὸ μικρό τους. Γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ ὁ ἀναγνώστης μιὰ ζεστασιὰ στὴν ἄκαρδη αὐτὴ κοινωνία. Μιὰ οἰκειότητα τῆς κατάληψης, μιὰ συντροφικότητα. Μιὰ δυσωδία ψυχοπονιαρισμοῦ νὰ μᾶς περικυκλώσει… νὰ τὴν ἀναπνεύσουμε, καὶ αὐτὴ νὰ μᾶς κάνει δικούς της. Οὔτε συνεννοημένοι νὰ ἦταν ὅλοι στὰ ΜΜΕ, νὰ ἀποκαλοῦν τὰ παιδιὰ μὲ τὰ ὀνοματάκια τους.

Μὲ αὐτὰ δὲν θέλω νὰ πῶ τίποτε γιὰ τὴν ἐνοχὴ καὶ γιὰ τὴν ἄποψή μου. Τί ἄποψη νὰ ἔχω, δηλαδή; Δὲν ἔχω, καὶ ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες θὰ ἤμουν πρόθυμος νὰ ἀκούσω κάθε πλευρά. Ὡστόσο, μὲ ἐνοχλεῖ καὶ μὲ προδιαθέτει ἀρνητικὰ τὸ κάθε κύκλωμα ψυχοπονετικότητας γιὰ συγκεκριμένα ἄτομα κι ὁμάδες. Αὐτὰ τὰ προκὰτ ἐκβιαστικὰ συναισθηματικὰ μὲ ἐνοχλοῦν, ἂν καὶ ξέρω ὅτι κάποιος μπορεῖ νὰ καταστεῖ ἄβουλο Σύμβολο στὰ χέρια ἄλλων. Ὁ κόσμος καίγεται, κι ἡ Ἀκροαριστερὰ σκέφτεται τὴν Ἡριάννα. Ἡριάννα παντοῦ. Στὴν Καμάρα, στοὺς τοίχους, στὶς ἀφίσες… Σιγὰ μὴν κάνουν συναυλίες καὶ πάρτυ γιὰ τὸν κάθε τυχαῖο ἅμα τοῦ κόψουν τὸ ρεῦμα καὶ τὸν βάλουν μέσα γιὰ χρέη. Δὲν κατηγορεῖται γιὰ συμμετοχὴ σὲ τρομοκρατικὲς ὀργανώσεις. Γιὰ σκέτα χρέη θὰ μπεῖ μέσα. Ἂς κάνει ὑπομονὴ καὶ ἂς πυκνώσει τὶς γραμμὲς τοῦ ἀντιεξουσιαστικοῦ ἀγώνα.

Ἔτσι εἶναι ὁ ἀνθρωπισμός.

 

 

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Αριστερά, ανθρωπισμός, κοινωνία | Tagged , , , , , | 3 Σχόλια

Turkey’s Glorious Hat Revolution

Πηγή

On November 25 of that year, the parliament passed a law that made it mandatory for all men to wear Western-style hats in public places; all civil servants had to wear them, and no other type of hat would be allowed. Those who went hatless would be left alone, but if one wanted to wear a hat then one had to either wear the proposed model (and not the traditional turban or fez) or face the consequences, which could be as severe as the death penalty.

Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι

One of the most interesting figures opposing the “Hat Law” was İskilipli Mehmed Âtıf Hodja, an Islamic scholar who made a name for himself in Istanbul’s Darü’l-fünun Divinity School. In an influential pamphlet, “The Imitation of the West and the Hat,” he argued that it was absurd for Muslims to try to dress like Westerners. Mehmed Âtıf’s pamphlet was seen as particularly toxic by state officials who gave orders to detain the scholar immediately. In December 1925 he was arrested and sent to an Independence Tribunal. During his inquisition, Mehmed Âtıf was pressured to repent for his views and at the end of his two-day long trial he was sentenced to death by hanging.

Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Νίκος Δήμου γεμάτος θαυμασμό: Ποῦ εἶσαι, ρὲ Κεμάλ;

Τι άθλο έκανε ο άνθρωπος! Πήρε ένα κράτος από τα βάθη του Μεσαίωνα και το έφερε στη νεωτερικότητα. Πήρε ένα κράτος από τα βάθη της Ασίας και το έφερε στην Ευρώπη. […] Στις δεκαετίες του είκοσι και του τριάντα, ο Κεμάλ έκανε στην Τουρκία πράγματα που στην Ελλάδα δεν έγιναν ποτέ (π.χ. χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας) ή έγιναν είκοσι χρόνια αργότερα (ψήφος στις γυναίκες). Εκσυγχρόνισε την παιδεία και τη διοίκηση, αναδιοργάνωσε τα πάντα, χτίζοντας από το μηδέν.

 

Εἶναι κι ὁ φασισμὸς (τοῦ νὰ ὁρίζεις τὴν ἐνδυμασία) τμῆμα τῆς Εὐρώπης; Ἂς ἀφήσουμε στὴν ἄκρη ὅτι τὸ Ἰσλὰμ δὲν ἔχει «Ἐκκλησία», κι ὅτι σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ποὺ εἶχε ὡς νόμο τὸ Κοράνι (Σαρία) ἡ Ἑλλάδα δὲν ἔχει οὔτε εἶχε ποτὲ ὡς νόμο τοῦ κράτους τὸ Εὐαγγέλιο. Ἢ ὅτι στὶς τουρκικὲς ἐκλογὲς τοῦ Μεσοπολέμου (1935) ὅπου «ψήφιζαν καὶ οἱ γυναῖκες» ὑπῆρχε μόνο ἕνα κόμμα, τὸ κεμαλικό. Ἢ τὴ θολούρα τοῦ Μεσαίωνα. Τί θὰ συζητᾶμε, τώρα, τὴν ἡμιμάθεια ποὺ δέρνει τοὺς ἕλληνες δυτικιστὲς θαυμαστὲς «τῶν θετικῶν τοῦ Κεμάλ»; Καληνύχτα, Κεμάλ, αὐτοὶ οἱ  Γιουνὰν δὲν θὰ ξυπνήσουν ποτέ.

Σὲ κάθε περίπτωση

The Hat Law of 1925 is still in place. It is part of the Turkish Penal Code

Ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἡ Ἑλλάδα δυστυχῶς δὲν τόνωσε ὅσο ἔπρεπε, κατὰ τὸ διάστημα τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατείας, τὴν ἀντίθεση μεταξὺ Κεμάλ καὶ Σουλτανικῶν. Δὲν ἐνίσχυσε τὸν τουρκικὸ ἐμφύλιο. Εἶναι γνωστὸ ὅτι στρατιωτικὲς ὁμάδες Σουλτανικῶν πολέμησαν στὸ πλευρὸ τοῦ Ε.Σ. καὶ μετὰ τὸ 1922 ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἑλλάδα. (Ἀγνοῶ ποῦ.) Ὅπως κι ὅτι ἡ μειονότητα τῆς Θράκης ἦταν σφόδρα ἀντικεμαλική.

Ἀλλά -θὰ μοῦ πεῖς- καὶ πῶς νὰ ἐνίσχυαν τὸν τουρκικὸ ἐμφύλιο οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν εἶχαν καμμία σοβαρὴ διάθεση νὰ πολεμήσουν καὶ νὰ παραμείνουν στὴ Μικρὰ Ἀσία; Μπορεῖ ὁ τουρκικὸς ἐμφύλιος νὰ εἶναι σύντομος γιὰ λόγους τοῦ τουρκικοῦ ψυχισμοῦ, ἀλλὰ λίγη προσπάθεια δὲν θὰ ἔβλαπτε καὶ δὲν θὰ βλάψει.

Φυσικά, δὲν θὰ ἤθελα μὲ αὐτὰ νὰ ἐμπνεύσω τοὺς φιλοερντογανικούς προκαλώντας ἑλληνικὸ μίνι ἐμφύλιο! Μοῦ εἶναι δευτερεῦον καὶ τριτεῦον τί καλὸ ἔκανε στοὺς Τούρκους ὁ α κι ὁ β ἡγέτης τους, καὶ σαφῶς δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἔγιναν καὶ καλὰ πράγματα. Ἀντὶ νὰ σὲ μαστιγώνουν 3 φορὲς τὸ χρόνο, σὲ μαστιγώνουν μία -κι αὐτὸ πρόοδος λέγεται. Ἁπλὰ δείχνω τὰ παραπάνω, ὥστε νὰ φαίνεται τί καλὰ ποὺ θὰ περνοῦσε στὴν Τουρκία ἂν ἦταν Τοῦρκος ὅποιος Ἕλληνας ἐκθειάζει τὸν α ἢ β τοῦρκο ἡγέτη. Ἡ Τουρκία ἦταν, εἶναι καὶ θὰ συνεχίσει νὰ εἶναι ἕνα κράτος κι ἕνας λαὸς μὲ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Posted in Ελλάδα, Τούρκοι | Tagged , , | Σχολιάστε

Τοῦρκοι καὶ ψηφιδωτά

Συντήρηση ψηφιδωτῶν τῆς ὕστερης Ἀρχαιότητας ἀπὸ Τούρκους. Πρὶν καὶ μετά:

mosaci

Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο Ἀντιόχειας

Πηγή

Ἡ Ἀντιόχεια εἶχε τὴν τύχη νὰ παραχωρηθεῖ ἀπὸ τοὺς Γάλλους στὴν Τουρκία τὸ 1939.

Εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀντιοχείας, λοιπόν.

Posted in Τούρκοι, ελληνορωμαϊκή τέχνη | Tagged , , , | Σχολιάστε

Γιάννης Πρόφης – Σπίτι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ.

Μεσογείτικο σπίτι στὴν ἀρχὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα (2018)

Γιάννης Πρόφης Μεσογείτικο σπίτι στην αρχή του 20ου αιώνα 2018

Οἱ ζωγράφοι τὰ νοσταλγοῦνε, ἐμεῖς τὰ νοσταλγοῦμε. Οἱ ἀρχιτέκτονες;

Posted in ζωγραφική | Tagged , , | Σχολιάστε

Ἀναβαθμολόγηση τώρα

Ἀγωνιστικὸ ἀριστερὸ φοιτητικὸ λαϊκιστικὸ κάλεσμα:

Αναρτήθηκαν λοιπόν τα αποτελέσματα του ινχ 101 που τόσοι και τόσοι περίμεναν και για δεύτερη συνεχόμενη φορά διαπιστώσαμε πως τα ποσοστά αποτυχίας είναι αρκετά υψηλά. Συγκεκριμένα από τους 487 που έδιναν το μάθημα οι 324 πήραν βαθμό κάτω από τη βάση. Δεν πιστεύουμε βέβαια ότι το αποτελέσματα αυτό οφείλεται στην πτώση του μορφωτικού επιπέδου των φοιτητών, ούτε στην αδιαφορία τους απέναντι στο μάθημα. Γι’,αυτό και στο τμήμα καθηγητών που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη στις 8:45 στον 3ο όροφο, ας είμαστε όλοι. Όλοι μαζί διεκδικήσουμε αναβαθμολόγηση και ανθρώπινα θέματα στην εξεταστική.

Σχόλιο ποὺ δὲν βρῆκε τὸ δρόμο του:

Φυσικὰ καὶ ἔπεσε τὸ μορφωτικὸ ἐπίπεδο. Μὴν μὲ βάζετε νὰ ψάχνω τὶς βάσεις εἰσαγωγῆς στὶς «ἀνθρωπιστικὲς σχολὲς» πρὸ τριακονταετίας. Ἀλίμονο σὲ ὅποιον θίξει τὸν Ἅη Λαό.

Ἁπλά, στὴν ΕΣΣΔ ἢ στὴ Λ. Δ. Κίνας θὰ τὸ σκέφτονταν νὰ στείλουν τοὺς συνεχῶς κομμένους γιὰ καλοκαιρινὲς διακοπὲς στὰ κολχὼζ καὶ τὰ κινεζικὰ χωριά, ὡς σκαφτιάδες καὶ ἐργάτες γενικῶν καθηκόντων, μήπως καὶ ἀποδεικνυόταν ὅτι κάνετε καλύτερα γιὰ ἀγρότες παρὰ γιὰ ἐπιστήμονες τοῦ ἀντικειμένου σας. Ἀντίθετα, τὸ ἀπάνθρωπο ἐξουσιαστικὸ ἑλληνικὸ κράτος σᾶς κρατᾶ μὲ τὸ ζόρι ἁλυσοδεμένους νὰ παίζετε γιὰ πάντα φοιτητικὸ τάβλι, νὰ κρεμᾶτε τεράστια πανὼ γελοίας αἰσθητικῆς καὶ νὰ διαδηλώνετε ἔξω ἀπὸ γραφεῖα καθηγητῶν. Εὐτυχῶς, δηλαδή. Ἀνθρώπινο εἶναι ὁτιδήποτε πράττουν ἢ ἔχουν πράξει οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι λογικότερο νὰ δηλώσετε καταραμένοι παρὰ νὰ κάνετε λόγο γιὰ ἀνθρώπινα θέματα.

Posted in παιδεία, παλιά και νέα θεότητα, Αριστερά, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , , | 2 Σχόλια

Ἔδεσσα – παλιά

Χαμένη ἑλληνικὴ ἀρχιτεκτονική παράδοση.

28782704_520997804967551_4890797664880942842_n

 

s_165_65168

Posted in παράδοση, φωτογραφίες, Μακεδονία | Tagged , | Σχολιάστε

Fort box – Simpsons

Posted in τυχαίο | Σχολιάστε

ρῶσοι συντηρητικοί

Ρωσικὴ ἱστοσελίδα κάνει μιὰ «συντηρητικὴ ἀνασκόπηση» τῆς ρωσικῆς ἱστορίας κάποιου «ρώσου συντηρητικοῦ«. Φυσικά, τὸ μεγάλο της πρόβλημα εἶναι ὁ σοβιετικὸς κομμουνισμός. Ἐννοεῖται ὅτι ἐφόσον γιὰ τὴν Ἑλλάδα ἦταν κυρίως ἀρνητικὸ φαινόμενο παρὰ τὰ θετικά του, δὲν τίθεται ζήτημα γιὰ τὴν ΕΣΣΔ, ποὺ κυρίως ἔβλαψε (μὲ τὴν ἐξαίρεση τῆς συμμαχίας 1941-1944 ἐνάντια στὸν Ἄξονα, καθὼς καὶ τοῦ μπαμπούλα ποὺ ἐπέβαλε μισὸ αἰώνα κοινωνικοῦ κράτους στὸν δυτικὸ καπιταλισμό). Ζήτημα μόνο δευτερεῦον γιὰ ἐμᾶς εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ποιότητα τῆς ΕΣΣΔ, ποὺ ἀναγνωρίζεται ὡς πρωτεῦον γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς Ρώσους συντηρητικούς, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρίσουν δυὸ γαϊδάρων ἄχυρα. Δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρίσουν τὸ θετικὸ γι’ αὐτοὺς γεγονὸς ὅτι μέσῳ τῆς ΕΣΣΔ ἡ Ρωσία ἐπεκτάθηκε ἕως τὸ Βερολίνο καὶ ὅτι τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο ἀνέβηκε κατὰ πολύ, ἀπὸ τὸ ἀρνητικὸ γεγονὸς ὅτι γκρεμίζονταν ἐκκλησίες καὶ ὅτι ἀποκηρυσσόταν ἀπὸ τὸ σοβιετικὸ καθεστὼς μετὰ βδελυγμίας ὁ ρωσισμὸς ἐξαιτίας τῆς τσαρικῆς αὐτοκρατορίας. Τέτοια ἀποκήρυξη ὅμως ἦταν μισοθεατρικὴ καὶ μισο-ἀναγκαία, προκειμένου νὰ συναινέσουν οἱ πρώην ὑποτελεῖς τῆς ρωσικῆς αὐτοκρατορίας σὲ μιὰ νέας μορφῆς κυριαρχία τῆς Μόσχας μετὰ τὴν ρωσικὴ ἥττα στὸν Α’ Π.Π. Ἦταν τὸ τίμημα τῆς ἥττας ἢ μᾶλλον μιᾶς σειρὰς ἀπὸ ἧττες μετὰ τὴν κατανίκηση τοῦ Ναπολέοντα καὶ τὸ 1829. Ἀκόμη κι ὁ συγγραφέας ἀναγνωρίζει ἔμμεσα ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔδιναν οἱ Μπολσεβίκοι μὲ τὸ ἕνα χέρι (δικαίωμα ἀπόσχισης – αὐτοδιάθεσης) τὸ ἔπαιρναν μὲ τὸ ἄλλο χέρι, μὲ δημιουργία τοπικῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν οἱ ὁποῖες ἐντελῶς «αὐθόρμητα» ζητοῦσαν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν ΕΣΣΔ. Κι αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν ἑλλήνων ἀναρχικῶν, ἀντιεξουσιαστῶν κ.ἄ. ποὺ στεναχωριοῦνται (ἤ, ὅπως οἱ ἕλληνες Φασίστες κοροϊδεύουν) γιατὶ οἱ Ρῶσοι κομμουνιστὲς τοῦ 1917 πρόδωσαν καὶ δὲν πραγμάτωσαν τὰ φοβερὰ ἰδανικά τους  μέχρι τελικῆς διάλυσης τῆς Ρωσίας σὲ 1.000 ἀμεσοδημοκρατικὰ σοβιετικὰ κρατίδια.

Ἡ ἀμηχανία τῶν Ὀρθόδοξων λαῶν μπροστὰ στὴν ἀκραία μορφὴ ἐκδυτικισμοῦ, τὸν κομμουνισμό, φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν κοινὰ μοτίβα ἀπέναντι σὲ τελείως διαφορετικὲς καταστάσεις: Ἡ Ἑλλάδα ἐξαιτίας τῆς μεσοπολεμικῆς δράσης τοῦ ΚΚΕ καὶ τῆς μεταπολιτευτικῆς Ἀριστερᾶς βλάφτηκε, ἡ Ρωσία κατέκτησε τὸν μισὸ πλανήτη διὰ τοῦ «κομμουνισμοῦ», ὅμως ἡ γκρίνια εἶναι ὁλόιδια, λὲς καὶ ἦταν ἴδια ἡ τύχη τῆς Ρωσίας μὲ τῆς Ἑλλάδας. Ὑπάρχει ἄσπρο καὶ μαῦρο, μόνο.

Οἱ γνωστὲς μορφὲς τοῦ συντηρητισμοῦ εἶναι παροῦσες: ἡ φοβία ἑνὸς ὑπερκράτους (ὅπως ἦταν ἡ τσαρικὴ αὐτοκρατορία) γιὰ τὴν διάσταση ἐλίτ-λαοῦ καὶ τὴν Εὐρώπη κ.λπ. Σὲ κάθε μεγάλο πολιτισμὸ ὅμως ὑπάρχει διάσταση ἀγροτῶν καὶ λογίων, τὸ ζήτημα εἶναι τί εἴδους διάσταση. Οἱ Ρῶσοι ποτὲ δὲν εἶχαν δύο ἀπὸ τὰ τρία στοιχεῖα τοῦ Βυζαντίου (Ἑλλάδα, ρωμαϊκὸ δίκαιο), κι ἔτσι ἂν καὶ πολιτικοστρατιωτικῶς ἀνίκητοι γίγαντες (Χίτλερ, Ναπολέων) δὲν εἶχαν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀντιπαρατίθενται στὴ Δύση μὲ πολιτισμικὴ αὐτοπεποίθηση: Δηλαδή, ἀντιπαρατάσσοντας τὴ δική τους (βυζαντινή) ἐκδοχὴ τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς Ἀρχαιότητας -ὅπως ἔκανε τὸ Βυζάντιο ὅσο ἦταν ἰσχυρό (προφανῶς, δὲν μιλῶ γιὰ τὸ νεοελληνικὸ ἡττημένο ἀπομεινάρι του). Ἔπρεπε συνεπῶς νὰ ὑποταχθοῦν στὴν δυτικὴ ἐκδοχὴ τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς Ἀρχαιότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ, ὅμοια μὲ τὴ νεοελληνική, μίμηση τῆς Δύσης ἐκ μέρους τῆς ρωσικῆς διανόησης τοῦ 19ου αἰ. Εἴτε ἡ Δύση γι’ αὐτοὺς ἦταν ὁ Σατανάς, εἴτε ἡ Ρωσία ἔπρεπε νὰ συρθεῖ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ στὸν καλὸ ἐκδυτικισμό. Ἂν σήμερα αὐτὸ τὸ χάσμα, ἡ διαφορά Δύσης-Ρωσίας, δείχνει νὰ ἔχει καλυφθεῖ (μὲ τὴν δημοκρατικὴ ἐξαίρεση, βεβαίως) ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἡ Δύση ἀποκήρυξε τὴν ἀνωτερότητα καὶ τὶς ἀξίες τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι πολυπολιτισμική, καὶ συνεπῶς ἔχασε τὸ συγκριτικὸ πολιτισμικὸ πλεονέκτημα.

Τὸ μέγιστο ποὺ καταλαβαίνουν οἱ «ρῶσοι συντηρητικοὶ» εἶναι ἡ «διαφθορὰ τῆς Δύσης» (ὁμοφυλοφιλία κ.λπ.). Ἀλλὰ δὲν στήνεται πολιτισμὸς μὲ βάση μόνο τὴν ἀντιπαράθεση σὲ ἐπιμέρους ζητήματα. Οὔτε ὁ ἀλκοολισμὸς καὶ ἡ μαφία εἶναι σημάδια ἀπουσίας τῆς διαφθορᾶς. Ἄλλα μοτίβα τοῦ ρωσικοῦ συντηρητισμοῦ, ἡ ἀντίθεση στὴν ἰδέα τῆς ρωσικῆς αὐτοκρατορίας ὡς «φυλακῆς τῶν λαῶν».  Μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν χειρότερη φυλακὴ ἀπὸ τὴν βρετανική, καὶ νὰ τελειώνουμε κάποτε μὲ τὴν ἀγγλοσαξωνικὴ – μαρξικὴ ρωσοφοβία καὶ τὴν προοδευτικὴ ἀρλουμπολογία, ἀλλὰ ὁ ἐκρωσισμὸς καὶ ἡ ἐπέκταση ὣς τὸν Εἰρηνικὸ Ὠκεανὸ δὲν ἦταν φυσικὸ φαινόμενο οὔτε ἔγινε κρατώντας λουλούδια στὰ χέρια. Ἀκόμη κι ἂν ὁπωσδήποτε συνέφερε τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐξάπλωση ἑνὸς ὀρθόδοξου κράτους σὲ βάρος τῶν Ὀθωμανῶν καὶ τῶν Μογγόλων τῆς Κ. Ἀσίας. (Ἐννοεῖται ὅτι γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ἐφόσον μᾶς συνέφερε, ἦταν ζήτημα πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὴν «καταπίεση» ποὺ δημιούργησε.)

 

 

Posted in Ακροδεξιά, Δεξιά, Ρωσία | Tagged , , | Σχολιάστε

Διάλογοι τῶν Ἐξαρχείων

Ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ ἀπουσία σεξουαλικῆς δραστηριότητας ἀντιεξουσιαστῶν καὶ δυτικιστῶν φιλελεύθερων στὰ μπαράκια τῶν Ἐξαχρείων, τῆς Σ. Τριανταφύλλου.

Ὁ πολιτισμὸς ὅλης τῆς Μεταπολίτευσης θὰ μποροῦσε νὰ συμπυκνωθεῖ στὸ ἐρώτημα ποὺ ἔκαμαν στὴν ἀρθρογράφο οἱ «ἀντιεξουσιαστὲς δικηγόροι» καὶ στὸ ὅτι ὑπῆρξε ἀνάγκη γιὰ γραπτὴ ἀπάντηση. Δὲν ἔχω αὐταπάτες γιὰ τὴν δυνατότητα ἀντιστροφῆς τῆς παρακμῆς –ἐκτὸς κι ἂν συμβοῦν μόνο δύο θαύματα–, καὶ συνεπῶς ἀντιλαμβάνομαι μέχρι ποῦ μπορεῖ νὰ πάει ἡ κριτική μου, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀκυρώνει τὴν κριτική: Μιὰ ἐλάχιστη μειονότητα ἐκμεταλλευόμενη τοὺς ψυχασθενεῖς τῆς χούντας (καὶ τοὺς χίτες κλακαδόρους της, φυσικά) καὶ τὶς ἄλλες συγκυρίες (ἥττα-σὸκ τοῦ 1974, προσμονὴ τῆς κραιπάλης, διανοητικῆς καὶ ὑλικῆς, τοῦ εὐρωπαϊσμοῦ, ἀκμαία ΕΣΣΔ), ἅρπαξε τὴ χρυσὴ εὐκαιρία τῶν «ἐνοχῶν» καὶ σκαρφάλωσε ἰδεολογικὰ καὶ κατόπιν πολιτικὰ στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, δικτυώθηκε καὶ κατέλαβε γιὰ πάντα τὶς θέσεις-κλειδιά της, τὴν ἔκανε νὰ σκέφτεται ἔτσι κι ὄχι ἀλλιῶς, κορόιδεψε τὰ ἱερά της, τῆς ἄλλαξε τὰ φῶτα καὶ τὴν ἔκανε αὐτὸ ποὺ βλέπουμε σήμερα, ἕνα τίποτα. Μ’ ἀρέσει ποὺ ἡ Τριανταφύλλου καταγγέλλει τὸ μίσος τῆς ἀκροαριστεράς. Προφανῶς, ὅταν ἡ ἴδια εἰρωνευόταν τὴ σημαία, δὲν μισοῦσε ἐμᾶς τοὺς ὑπόλοιπους. Τὸ ἂν πρέπει νὰ διαλέξουμε ἀποκλειστικὰ ἀνάμεσα στὴν ριζοσπαστικὴ ἢ τὴν πολιτισμένη ἐκδοχὴ τοῦ ἴδιου πράγματος (πολιτικὸς ἀθεϊσμός, ἡ Ἑλλάδα ὡς τόπος ἐκ γενετῆς ἐξορίας ἀπὸ τὴν Μητέρα-Δύση κ.λπ.) εἶναι ἕνα μέτρο τῆς παρακμῆς.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Αριστερά, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , , | Σχολιάστε

Μπάλα

Αὐτό, τὸ πῶς βλέπετε ποδόσφαιρο, δὲν τὸ κατάλαβα ποτέ. «Τὸ ἄθλημα τῶν φτωχῶν», τοῦ ὁποίου οἱ παῖκτες εἶναι ζάμπλουτοι καὶ ἀκριβοπληρωμένοι: κοινωνικὴ κινητικότητα διὰ τοῦ ποδοσφαίρου. Γίνεσαι ἀπὸ φτωχὸς πλούσιος καὶ ζεῖς ὅπως στὰ παραμύθια. Καὶ μετά, ξύπνησες.

Νοιώθω ἀνάπηρος ὅταν οἱ ποδοσφαιριστὲς βάζουν γκὸλ καὶ τρέχουν ἐνῶ ἐγὼ κάθομαι ἀκίνητος στὸν καναπέ. Παθαίνω στερητικὸ σύνδρομο, σὰν νὰ ἔχω κομμένα πόδια. Ἐξάλλου, ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἄνθρωπος χρησιμοποιώντας τὰ χέρια κι ὄχι τὰ πόδια του. Πόδια ἔχουν ὅλα τὰ ζῶα. Χέρια ὅμως, ἐπιδέξια, μόνο ὁ ἄνθρωπος. Ἄρα, ἕνα ἄθλημα ποὺ ἀναδεικνύει τὰ πόδια πάει ἐνάντια στὴν ἀνθρωπογένεση. Ὅπως αὐτοὶ ποὺ βλέπουν αἰσθησιακὲς ταινίες ἀντὶ νὰ συνουσιάζονται, καὶ τάχα περνᾶνε ὡραῖα, ἔτσι κι αὐτοὶ ποὺ βλέπουν μπάλα ἀντὶ νὰ πᾶνε νὰ παίξουν μπάλα (τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὶς ταινίες, γενικά). Ἄσε τὸ σχολιασμό. Πᾶς στὸν κουρέα, καὶ πρέπει νὰ μιλήσεις γιὰ τὴ μπάλα. Καὶ τὰ ἀπέραντα κοτοειδὴ κλισέ, μὲ τοὺς ἄντρες ποὺ ἀφοσιώνονται στὸ ποδόσφαιρο.

Posted in ανθρώπινα, κοινωνία | Tagged , | Σχολιάστε

ἐρντογανικὰ ἐν Ἑλλάδι

Δευτερεῦον: Οἱ διαμάχες δημοκρατῶν καὶ δεξιῶν φιλοερντογανικῶν γιὰ τὸ ἂν πρέπει νὰ δαιμονοποιηθεῖ ἢ ὄχι ὁ Ἐρντογάν. Οἱ δεύτεροι μοῦ θυμίζουν τοὺς Ἕλληνες ἀριστεροὺς τοῦ Μεσοπολέμου, ποὺ ἔλεγαν –καὶ λένε, οἱ ἀπόγονοί τους– ὅτι ὁ Κεμὰλ ἦταν προοδευτικός, ἔκανε μεταρρυθμίσεις κ.λπ. Ἐνῶ τὰ πολιτισμικὰ δεδομένα τῆς Τουρκίας εἶναι τελείως διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ (προ-μεταπολιτευτικὰ καὶ πρὸ-ἐμφυλιακά) πολιτισμικὰ δεδομένα τῆς Ἑλλάδας (π.χ. τζιχάντ), μερικοὶ θέλουν ἕναν Ἕλληνα Ἐρντογάν.

Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν μετρᾶ ὡς κριτήριό μας γιὰ τὴν ἀποτίμηση τῶν Κεμὰλ καὶ Ἐρντογὰν τὸ ἂν προόδεψε ἡ Τουρκία ἐξαιτίας τους. Δὲν εἴμαστε Τοῦρκοι. Τὸ κριτήριό μας εἶναι τί κάνουν στὴν Ἑλλάδα. Ὄχι ὁ συντηρητισμός, ἡ δημοκρατικότητα, ὁ ἀντιιμπεριαλισμὸς καὶ ἡ προοδευτικότητα. Τίποτε ἀπὸ τὰ παραπάνω δὲν συνεπάγεται φιλειρηνισμό. Ἂν κάποιοι βάζουν σὲ ὑποδεέστερη θέση τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἀπὸ τὴν θέλησή τους νὰ ἀποκτήσει ἕλληνα Ἐρντογὰν ἡ Ἑλλάδα, τότε ἔχουμε τὴ θλιβερὴ ἐπανάληψη τοῦ γνωστοῦ ἐδῶ καὶ δεκαετίες φαινομένου, οἱ «ἐθνικιστὲς / ἐθνικόφρονες» νὰ εἶναι ἁπλῶς ἀντικομμουνιστὲς κι ἐν ἀνάγκῃ ἀκόμη καὶ προδότες, καὶ οἱ «Ἀριστεροὶ» νὰ εἶναι πρώτιστα ἀνθέλληνες καὶ μετὰ κομμουνιστές.

Πρωτεῦον: Ἡ πολιτικὴ τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας δὲν ἀλλάζει οὔτε μὲ σοσιαλιστὲς οὔτε μὲ κεμαλικοὺς δικτάτορες οὔτε μὲ ἰσλαμιστές. Ὅσο δυναμώνει ἡ Τουρκία, τόσο πιὸ ἐπιθετικὴ θὰ γίνεται. Εἴτε γεμίζοντας τὴν Ἑλλάδα μὲ Ἄραβες εἴτε διεκδικώντας τὰ νησιά της καὶ τὴ Θράκη.

Ἀντίθετα, οἱ ποταμίσιοι, δηλαδὴ οἱ Εὐρωπαϊστές, πιστεύουν ὅτι ὅλος ὁ πλανήτης ἔχει καημὸ νὰ μπεῖ στὴν εὐρωπαϊκὴ ὁδό. Πιστεύουν ὅτι ὁ Ἐρντογὰν κι οἱ Τοῦρκοι ἔχουν κάποιο πρόβλημα στυτικῆς δυσλειτουργίας καὶ ὅτι, τώρα ποὺ νίκησαν, θὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ ψυχολογικὸ ἄγχος τους. Νομίζουν ὅτι οἱ Τοῦρκοι πολιτικοὶ εἶναι ἐθνικιστὲς μόνο καὶ κυρίως λόγῳ τῶν τουρκικῶν ἐκλογῶν. Κυριολεκτικά, οἱ Εὐρωπαϊστὲς τῆς Ἑλλάδας νομίζουν ὅτι αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι λαχταροῦν ὡς Ποθητό (νὰ ζήσουν ὡς Εὐρωπαῖοι, μὲ τὰ ἰδεώδη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ), αὐτὸ λαχταροῦν κι οἱ Τοῦρκοι, καὶ οἱ Μουσουλμάνοι, καὶ οἱ Κινέζοι, καὶ οἱ Ἰνδοί, Ἄσπροι – Μαῦροι – Κίτρινοι – Ἴνκας κ.λπ. Δὲν καταλαβαίνουν τίποτε σχετικὰ μὲ αὐτὰ ποὺ θέλουν κι ἔχουν κατὰ νοῦ οἱ Μὴ Δυτικοί: Θέλουν δυτικὲς ἀνέσεις ἀλλὰ καὶ τὸν μὴ δυτικὸ πολιτισμό τους. Ἂς μὴ γελιόμαστε νομίζοντας ὅτι μόνο τὸ Ποτάμι πιστεύει τέτοια πράγματα. Τὰ πιστεύουν σχεδὸν ὅλα τὰ κόμματα, ΜΜΕ καθὼς καὶ οἱ «πλατιὲς μάζες».  Ἁπλά, τὸ «Ποτάμι» ἐκφράζει τὴν πίστη αὐτὴν μὲ ἕναν κωμικὸ ἕως γελοῖο τρόπο, κι ἔτσι γίνεται εὔκολα στόχος -ἐνῶ οἱ ἄλλοι παίρνουν πόζα σοβαροφανή. Εἶναι κρίμα νὰ ἀνακηρύξουν μερικοὶ ἠλίθιο τὸ Ποτάμι καὶ τοὺς Εὐρωπαϊστές. Δὲν εἶναι ἠλίθιοι, εἶναι ἀνίκανοι νὰ καταλάβουν κάποια πράγματα. Μερικὰ ἄλλα ἴσως τὰ κατανοοῦν. Ζητήματα, ὡστόσο, τῶν σχέσεων τῆς Δύσης μὲ μὴ δυτικοὺς πολιτισμοὺς εἶναι ἀνίκανοι νὰ τὰ καταλάβουν. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε, ἡ ἐξυπνάδα εἶναι τμηματική, καθένας ἔχει τοὺς τομεῖς του κ.λπ.

 

 

Posted in Δυτικοί, Δύση, Ελλάδα, Τούρκοι | Tagged , , , | 1 σχόλιο

Feeding the gods: Hundreds of skulls reveal massive scale of human sacrifice in Aztec capital

Πηγή

Some conquistadors wrote about the tzompantli and its towers, estimating that the rack alone contained 130,000 skulls. But historians and archaeologists knew the conquistadors were prone to exaggerating the horrors of human sacrifice to demonize the Mexica culture. As the centuries passed, scholars began to wonder whether the tzompantli had ever existed.

Archaeologists at the National Institute of Anthropology and History (INAH) here can now say with certainty that it did. Beginning in 2015, they discovered and excavated the remains of the skull rack and one of the towers underneath a colonial period house on the street that runs behind Mexico City’s cathedral

700cs_80622n_skulltower

Δυστυχῶς, ἐνῶ ἔγινε ἡ -ἔστω, σὲ ἀκαδημαϊκὸ ἐπίπεδο- ἀπομυθοποίηση τῶν προκολομβιανῶν πολιτισμῶν, μὲ τοὺς Ἄραβες καὶ τὸ Ἰσλὰμ δὲν φαίνεται νὰ προλαβαίνει ἡ Δύση νὰ κάνει τὸ ἴδιο. Εἶναι, βλέπεις, πολλὰ τὰ λεφτὰ μὲ τοὺς διακινητὲς καὶ τοὺς ἐργοδότες.

Posted in πολυπολιτισμός, Δυτικοί, Δύση, ιστορία | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Μεταφορὲς κρεάτων

«we have no meat on board, but humans», λένε οἱ ἀγαθοεργὲς ΜΚΟ στὸν ἰταλὸ ὑπουργό.

Ὄχι ὅτι πληρώνονται γι’ αὐτό. Σίγουρα, δὲν πληρώνονται μὲ τὸ κιλό. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν πληρώνονται μὲ τὸ κεφάλι ἢ μὲ τὴν καραβιά. Τύφλα νὰ ἔχουν οἱ ἀκτοπλοϊκὲς ἑταιρεῖες.

Posted in φιλελεύθεροι, Αριστερά, Δύση, Χωρίς κατηγορία | Tagged , | Σχολιάστε

Θ. Ν. Παπαθανασίου, Ὀρθοδοξία καὶ τὸ ἐθνικό…

Μερικὲς παρατηρήσεις στὸ κείμενο τοῦ διευθυντῆ τῆς Σύναξης:

1. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ λαθεμένη χρήση τοῦ σολωμικοῦ «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές«, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καμμία, μὰ καμμία, σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ διαδίδεται σήμερα πὼς ἔχει, τὴν ἀντιπαράθεση «ἐθνικισμοῦ» καὶ (ἱστορικῆς κ.ἄ.) ἀλήθειας.

2. Λαθεμένη εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει τὸν ἐθνικισμό νοούμενο ὡς ἐθνοφυλετισμό. Ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει τὸν ἐθνοφυλετισμό, ἀλλὰ ὁ ὅρος ἐθνικισμὸς εἶναι κοσμικὸς καὶ τῆς εἶναι ἄγνωστος (δὲν τὸν χρησιμοποίησε). Ἐξάλλου, μπορεῖ νὰ σημαίνει πάμπολλα πράγματα κι ἀπόψεις τελείως ἄσχετες μεταξύ τους (ἀπὸ φασιστικὲς πολιτειακὲς ἀπόψες ἕως τὴν ὑπεράσπιση – ἄμυνα ὑπὲρ τοῦ δημοκρατικοῦ ἐθνοκράτους), ὥστε δὲν ἔχει νόημα ἡ διαμάχη ὑπὲρ ἢ κατὰ αὐτοῦ. Εἰσάγεται ἔτσι λαθραῖα ἡ ἀριστερίστικη πολιτικοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς σκέψης στὸ ὄνομα μιᾶς λέξης χωρὶς συγκεκριμένο νόημα, τοῦ ἐθνικισμοῦ.

3. Σωστὴ εἶναι καταρχὴν ἡ διάκριση μεταξὺ πολιτισμικῆς καὶ «μεταφυσικῆς» Ὀρθοδοξίας. Τὸ πρόβλημα ἀρχίζει ἂν διερωτηθοῦμε κατὰ πόσο σὲ παλιότερες ἐποχὲς ἡ ἀπόκλιση μεταξὺ πολιτισμικὰ καὶ συνειδησιακὰ Ὀρθοδόξων ἦταν ἴδια ἢ παρόμοια μὲ τὴ σημερινή. Βεβαίως, σήμερα ὑπάρχει τὸ καινούργιο στοιχεῖο: ἀλλότριες ἀντιλήψεις ἔρχονται καὶ διαχέονται (μέσῳ τῶν ΜΜΕ κ.λπ.). Ἀλλὰ δὲν πρέπει κάποιος νὰ ὑπερβάλλει. Τὸ στοιχεῖο ὅπου ἀντικειμενικὰ διαπιστώνεται ὑπαρκτὴ ἀντίθεση εἶναι τὸ τελετουργικό: Παλιά, οἱ Ἕλληνες (γιὰ νὰ μὴν μιλήσω γιὰ τοὺς Βυζαντινούς) παρακολουθοῦσαν τὴν χριστιανικὴ λειτουργία, νήστευαν κ.λπ., εἴτε πίστευαν εἴτε ὄχι σὲ διάφορα δόγματα (γιὰ πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἦταν πληροφορημένοι), ἐνῶ σήμερα ἕνα μικρὸ ποσοστό τους κάνει τὸ ἴδιο. Ἡ ἀρνητικὴ προσφορὰ τῆς Νεορθοδοξίας, Ἀριστερῆς (Παπαθανασίου) καὶ Δεξιᾶς (Γιανναρᾶς) ἔγκειται στὸ ὅτι κλείνει τὰ μάτια της στὸ ἱστορικὸ γεγονός (βλ. δημοτικὰ τραγούδια μὲ ἀπόψεις γιὰ τὴ μεταθανάτια ζωή) ὅτι καὶ παλιότερα, πρὸ τῆς λαίλαπας τῆς Μεταπολίτευσης, οἱ Ἕλληνες δὲν ἦταν ultra μεταφυσικὰ Ὀρθόδοξοι. Δημιουργεῖ λοιπὸν μιὰ τεχνητὴ αὐστηρὴ ἀντίθεση «Παλιὸ (προνεοτερικό) – Νέο (νεοτερικό)» γιὰ «ἀντιεθνικιστικοὺς» λόγους, δηλαδὴ διαστρεβλώνει τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα.

4. Δίνεται περιττὴ σημασία στοὺς ὁπλοφόρους κληρικοὺς τοῦ 1821 καὶ τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, δηλαδὴ σὲ καταστάσεις ὁριακὲς κι ἀνεπανάληπτες.  Ἀνεπανάληπτες σημαίνει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν ξανά, γιὰ ὅσο ὑπάρχει ἐθνικὸς στρατὸς κι ἐλεύθερο Ἑλληνικὸ Κράτος, κι ἀφοῦ δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν μεγαλοποιεῖται ἕνα φιλολογικὸ πρόβλημα. Προφανῶς κάθε Ὀρθόδοξος θὰ συμφωνήσει μὲ τὴν κατάδειξη τῶν διαφορῶν μεταξὺ Καθολικῶν, Ἰσλὰμ καὶ Ὀρθοδοξίας ὅσον ἀφορᾶ τὸν πόλεμο καὶ τοὺς κληρικούς («Η διαφορά του Ορθόδοξου παπά και από τον σταυροφόρο και από τον τζιχαντιστή«). Ἀλλὰ τὸ προβληματικὸ στὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ κειμένου εἶναι ἄλλο: Στὸ ὅτι ἐμμέσως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι δὲν θέλει νὰ τιμοῦμε τὴν αὐτοθυσία (ὅπως κι ἂν τὴν ἐννοήσουμε) τῶν κληρικῶν αὐτῶν. Δὲν λέω νὰ τοὺς ἁγιοκατατάξουμε οὔτε ὅτι ὅτι ὁ Θ. Ν. Παπαθανασίου ρητὰ λέει κάτι τέτοιο. Ὅμως, ὅποιος ἀρνεῖται νὰ διακηρύξει τὴν αὐτοθυσία τῶν κληρικῶν αὐτῶν, ἔχει ἤδη χάσει πολλὰ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν περίφημη αὐτοθυσιαστικὴ ἀγάπη τῆς Ὀρθοδοξίας. Κι οἱ Σουλιώτισσες αὐτοκτόνησαν πέφτοντας στὸ γκρεμό, ἄλλη ὅμως αὐτὴ ἡ αὐτοκτονία ἀπὸ τὶς σημερινὲς αὐτοκτονίες τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Μιὰ νομικίστικη προσέγγιση λοιπόν, τῶν ἱερῶν κανόνων ἀπὸ τοὺς ἀντι-νομικιστὲς τῆς Νεορθοδοξίας θὰ ἦταν ἄκρως περίεργη.

5. Ὁ Θ.Ν.Π προτείνει νὰ κάνει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος «Ένα δημόσιο μνημόσυνο υπέρ απάντων των πεσόντων, Ελλήνων και Βουλγάρων, υπέρ αναπαύσεως και υπέρ συγχωρήσεως. Η Εκκλησία δεν διανοήθηκε –ή δεν τόλμησε– να το κάνει«. Ἐδῶ ἔχουμε ξανὰ τὸ ἴδιο μοτίβο: ἐναντίωση στὴν πολιτικοποίηση ποὺ δὲν θέλουμε (ἀλλὰ καταγγελία της ὡς ἐκκοσμίκευσης) καὶ ἔπαινος σὲ μιὰ πολιτικοποίηση ποὺ θέλουμε. Θὰ μποροῦσε νὰ ὑπενθυμίσει κάποιος στὸν Παπαθανασίου ὅτι ἡ Ἐξαρχία ἀποστάτησε ἐναντίον τοῦ Πατριάρχη, καὶ ὅτι οἱ Ἐξαρχικοὶ προσπάθησαν νὰ ἐπικρατήσουν ἐκκλησιαστικὰ στὴ Μακεδονία μὲ τὴ χρήση βίας. Ἀντίθετα, ὁ Παπαθανασίου ἐμφανίζει τὸ ζήτημα ὡς διαμάχη μεταξὺ ἐξίσου φταιχτῶν κι ἐνόχων, Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀμύνονταν γιὰ τὸ δικαίωμα τῶν πατριαρχικῶν πληθυσμῶν νὰ ἐπιλέγουν ἐλεύθερα τὴν γλώσσα τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τους, καὶ οἱ Βούλγαροι ἐπιτίθονταν ἀρνούμενοι τὸ δικαίωμα αὐτό. Εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἀπαράδεκτη ἡ ἐξίσωση, σὲ κάθε περίπτωση, βίαια ἀμυνόμενου καὶ βίαια ἐπιτιθέμενου. Ἕνα τέτοιο μνημόσυνο ποὺ προτείνει θὰ εἶχε νόημα μόνο ἐφόσον οἱ Βούλγαροι καὶ ἡ βουλγαρικὴ Ἐκκλησία ζητοῦσαν συγγνώμη γιὰ τὴν ἀπίστευτη αὐτὴ πρακτική τους. Ἀλλιῶς δὲν βοηθᾶ κανέναν. Δὲν μπορεῖ ὁ Θ.Ν.Π. νὰ ἐπισείει τὸν κίνδυνο τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ στοὺς Νεοέλληνες τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἐθνοφυλετισμὸς ὡς ὅρος ἐμφανίστηκε καὶ καταδικάστηκε ἐξαιτίας πράξεων τῶν Βουλγάρων. Ἡ ἔμμεση ἀθώωση τῆς Ἐξαρχίας (φταῖν κι οἱ μὲν κι οἱ δέ) δὲν εἶναι χριστιανικὴ δικαιοσύνη καὶ ὀρθὴ κρίση, συνεπῶς δὲν βοηθᾶ τὴ χριστιανικὴ ὑπόθεση.

Ὅταν λοιπὸν ὁ Θ.Ν.Π. γράφει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να σταματήσει να λέει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια«, ἄθελά του θεωρεῖ δεδομένο ὅτι ἡ ἀδελφοσύνη συνεπάγεται παραβίαση τῆς ἀτομικότητας στὸ ὄνομα τῆς ἀδελφοσύνης. Τί ἐννοῶ: Ἀδέλφια βεβαίως εἶναι Μουσουλμάνοι καὶ Χριστιανοί, ἀλλὰ δὲν συνάγεται ἀπὸ αὐτὸ ὅτι στὸ ὄνομα τῆς ἀδελφοσύνης οἱ πρῶτοι δικαιοῦνται νὰ γίνουν συνιδιοκτῆτες στὶς χῶρες τῶν δεύτερων (οἱ ροὲς εἶναι ἀσταμάτητες, ὅπως καὶ ὁ πόλεμος), καὶ μάλιστα ἐνάντια στὴ βούληση τῶν (χριστιανικῶν) λαῶν.

Ἡ ἀριστερὴ Νεορθοδοξία νομίζει ὅτι λέει πρωτοποριακὰ πράγματα μέσα σὲ ἕνα νωθρὸ περιβάλλον ἀδιαφορίας ὥστε νὰ βρεθεῖ ξανὰ τὸ χαμένο εὐαγγελικὸ μήνυμα. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι κάνει κάτι τέτοιο.

 

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Αριστερά, Αναδημοσιεύσεις, Βούλγαροι, Ελλάδα, Μακεδονία, Χερσόνησος του Αίμου, θρησκεία | Tagged , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

ἀντι- / φιλο- γραβάτα

Τὸ μόνο φιλοτσιπρικὸ ποὺ καταλαβαίνω εἶναι Δεξιῶν ποὺ ἔχουν ἀπηυδήσει μὲ τὴ ΝΔ. Ἀπευθύνονται στὸ δεξιὸ κοινό τους καὶ κοροϊδεύουν τοὺς κομματικούς, τοὺς ἐκπρόσωπους τοῦ μαγαζιοῦ-κόμματος, ποὺ ἐμφανίζεται ὡς ἀμέτοχο σὲ ὅ,τι γινόταν τόσα χρόνια. Ἐντάξει. Δὲν καταλαβαίνω ὅμως καθόλου κάτι ἀντιδεξιοὺς ποὺ καταπίνουν ὅλη τὴν ἀστειότητα περὶ κακιᾶς πλουτοκρατικῆς Δεξιᾶς καὶ φιλόπτωχης κοινωνικὰ εὐαίσθητης Ἀριστερᾶς. Ἄσε ποὺ ἔχω τὴν ὑποψία ὅτι πρόκειται γιὰ ἄτομα ποὺ ἐλπίζουν νὰ διοριστοῦν ἢ νὰ κάνουν κανένα διδακτορικό, νὰ ἀποκτήσουν κάποιο ὑλικὸ ὄφελος τέλος πάντων. Πέρα ἀπὸ τὶς δυὸ αὐτὲς ὁμάδες φιλοσυριζαίων, πραγματικὰ βρίσκω τὴν κυβέρνηση αὐτὴ ὡς τὴ χειρότερη τῆς Μεταπολίτευσης. Σίγουρα, δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε, ἀφοῦ δὲν πέφτουν κυβερνήσεις μὲ διαδηλώσεις, πρέπει νὰ ἔρθουν ἐκλογὲς κ.λπ.

Ἡ μετριοπάθεια ποὺ ἀναγκαστικὰ ἐπιβάλλεται ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς διαπίστωσης δὲν μειώνει στὸ ἐλάχιστο τὴν προηγούμενη διαπίστωση. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸ Τέλος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ὑπαρκτὲς εὐθύνες τῶν προηγούμενων κυβερνήσεων ἢ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τοὺς ψήφισαν τὸ 2015. (Δὲν ἔχω καταλάβει γιατί διαλέγουν μερικοὶ τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἢ τὴν ἐπίρριψη εὐθυνῶν στὸν Τσίπρα ἢ στοὺς ψηφοφόρους καὶ γενικότερα στὴν μεταπολιτευτικὴ Ἑλλάδα.) Ποτὲ ἄλλοτε μετὰ τὸ 1974 δὲν ἀμφισβητήθηκαν ἀπὸ ἑλληνικὲς κυβερνήσεις τὰ ἑλληνικὰ σύνορα, ποτὲ ἄλλοτε δὲν ἄλλαξε ἡ πληθυσμιακὴ σύνθεση τῆς Ἑλλάδας τόσο γρήγορα καὶ μεθοδευμένα καὶ ποτὲ ἄλλοτε δὲν ὑπῆρξε ἀντίστοιχη τεράστια προπαγάνδα ὑπὲρ αὐτῆς, ποτὲ ἄλλοτε οἱ πολίτες δὲν χρεώθηκαν τόσα ἐπιπλέον πολλὰ γιὰ τζάμπα ἐπαναστατικὲς μαγκιές. Ποτὲ ἄλλοτε μετὰ τὸ 1974 δὲν διαπομπεύθηκε τόσο ἡ ἔννοια τοῦ δημοψηφίσματος καὶ δὲν περιφρονήθηκε ἡ βούληση τοῦ λαοῦ. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε παρουσιαστεῖ τόση ἐξαπάτηση μὲ τὰ θανατηφόρα μαγκάλια καὶ τὸ ψάξιμο γιὰ φαγητὸ στὰ σκουπίδια, φαινόμενα τὰ ὁποῖα θαυματουργικῶς ἐξαφανίστηκαν στὴν κοινωνία ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2015 ὅταν ἀνέλαβε ἡ σωτήριος ἐπαναστατικὴ Ἀριστερά.

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐπὶ 44 χρόνια ἀκίνδυνα ἐπαναστάτες καὶ χωρὶς ἀρνητικὲς συνέπειες ἀμφισβητίες ἐπισείουν τὸ μπαμπούλα τῆς Δεξιᾶς. Εἰδικὰ τὰ νεαρὰ μοσχοπόντικα καὶ τρὸλλ τῶν ΜΚΔ, ποὺ ἑτοιμάζονται νὰ διοριστοῦν ἐλέῳ Τσίπρα, κι ἐπαναλαμβάνουν τὴ γραμμή του ἀπὸ τὸν Μητσοτάκη ὣς τὸ Μακεδονικό. Νομίζουν ὅτι θὰ περισώσουν κάτι, πιστεύουν ὅτι θὰ κοροϊδέψουν πολλοὺς κι ἐντέλει ὅτι βρισκόμαστε ἀκόμη στὸ 1981 ὅπου ὄντως ζοῦσε ἀκόμη κόσμος ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξοριστεῖ καὶ φυλακιστεῖ γιὰ τὶς πολιτικές του ἀντιλήψεις. Ἔπρεπε νὰ ζοῦσαν σὲ καμμιὰ ἀργεντινὴ χούντα, ὅπου οὔτε τὰ κοκκαλάκια τῶν ἐξαφανισμένων γονιῶν τους δὲν θὰ ἔβρισκαν, γιὰ νὰ ἔχουν κάποιο μέτρο σύγκρισης κι ἐπαφὴ μὲ τὴν πραγματικότητα ὥστε 44 χρόνια μετὰ νὰ κατεβάσουν λίγο τοὺς τόνους τοῦ ἀντιδεξιοῦ συνδρόμου τους. Ἢ νὰ ζοῦσαν σὲ καμμιὰ Ἀλβανία καὶ Ρουμανία πρὸ τοῦ 1989, γιὰ νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνουν τὶς βλακεῖες περὶ ἀνθρώπινης Ἀριστερᾶς καὶ σκληρόκαρδης Δεξιᾶς. Ἀλλὰ πρόκειται γιὰ τέτοιους προπαγανδιστές, ὥστε ἀκόμη καὶ τὶς παραπάνω διαπιστώσεις θὰ τὶς ἐκλάβουν ὡς ἐξιδανίκευση τοῦ Μητσοτακισμοῦ, τῆς Δεξιᾶς, τῆς προδοτικῆς χούντας ἢ ξέρω γὼ τί ἄλλο. Ὅπως καὶ οἱ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, χάσανε: Ὑπάρχει ἄπειρος κόσμος ποὺ σιχαίνεται καὶ τὸν Μητσοτακισμὸ καὶ τὸ ἀνώμαλο μίσος τῆς Ἀριστερᾶς γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τὰ παρακρατικὰ φασισταριά, καὶ τοὺς ὁμότεχνούς τους Ρουβίκωνες. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε γιὰ νὰ μὴν σᾶς χαλάσουμε τὶς ὀνειρώξεις; Μπορεῖ οἱ δυὸ τάχα ἐχθροὶ νὰ παριστάνουν ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει, ὅμως ὑπάρχει. Ἂν δὲν ἐκδηλώνεται, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἄσχετο μὲ τὸ ζήτημα τῆς ὕπαρξής του.

Posted in παλιά και νέα θεότητα, Αριστερά, Δεξιά, Ελλάδα, κοινωνία | Tagged , | Σχολιάστε

Rump state

“The Archaeology of Byzantine Anatolia” ὁ τίτλος. Κακὴ ἀρχή. “Anatolia” εἶναι μεταβυζαντινὸς ὅρος. Ἐπεξηγεῖται:

In principle, “Anatolia” and “Asia Minor” are synonymous terms. However, in a Mediterranean context the scholarly literature tends to prefer “Asia Minor,” for example with reference to ancient harbor cities like Ephesus and Miletus. “Anatolia” is more often employed when the focus is on the inland, in particular the central Anatolian High Plateau.

Μικρὴ ἡ παρηγοριά. Γιατὶ ξέρουμε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἔχουν ἐμμονὴ μὲ τὸν ὅρο Ἀνατολία. Τὸ Μικρὰ Ἀσία παραεῖναι ἑλληνικό, ἐνῶ λίγοι ξέρουν ὅτι τὸ Anadolu εἶναι ἑλληνικό. Καὶ στὸ βιβλίο γράφουν κάμποσοι Τοῦρκοι.

Ἀλλὰ προηγουμένως, μᾶς ἀποτελείωσε:

Once the Roman Empire had given way to the Barbarians, Byzantium  seems to have survived for another half- millennium mainly because it was small enough not to be in anybody’s way. The caliphate could expand in other directions, showing little interest in permanently occupying Anatolia with its alien Greek- speaking and Christian population. Thus, when the Turks arrived on the scene in the later eleventh century, the marginalized and impoverished Byzantine rump state was the weakest player in the region and gave way first

Κανεὶς δὲν ἀσχολιόταν μὲ τὸ Βυζάντιο, ἔμενε ἀόρατο κι ἔτσι τὴ γλίτωνε. Ὄχι ὅτι ἦταν στὸ ἐπίκεντρο τῶν εἰσβολῶν καὶ τῶν πολέμων, ὄχι ὅτι βρισκόταν διαρκῶς σὲ πολέμους μεταξὺ 500-1040, οὔτε ὅτι νικοῦσε ἢ ἀπέκρουε τὶς εἰσβολές. Ἔλα μωρέ, ποιὸ Βυζάντιο; Ὁ πιὸ ἀδύναμος τῆς περιοχῆς ἦταν. Οὔτε ποὺ καταδέχτηκαν οἱ Ἄραβες νὰ τοῦ ἐπιτεθοῦν, προχώρησαν ἀλλοῦ. (Ἡ Βόρεια Ἀφρικὴ δὲν ἦταν Βυζαντινή, ἦταν τῶν Ζουλού.) Ὅταν ἔφτασαν οἱ Τοῦρκοι, ἔκαναν μιὰ χαψιὰ τὸ Βυζάντιο. Σὲ 300 χρόνια καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Δύσης. Τόσο εὔκολα, τόσο γρήγορα.

Βεβαίως, δὲ θέλω νὰ δώσω καθόλου τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ βιβλίο εἶναι κακό. Τὸ ἀντίθετο, καὶ εἶναι πάρα πολὺ ἐνδιαφέρον γιὰ ὅσους θέλουν νὰ μάθουν γιὰ τὴ βυζαντινὴ Μικρὰ Ἀσία πέρα ἀπὸ τὶς γνωστὲς γραπτὲς πηγές. Ἡ ἀπώλεια τῆς Μικρασίας, πραγματικοῦ κέντρου τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ (λίκνου τῆς φιλοσοφίας καὶ πατρίδας πολλῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰ.) πρέπει νὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη τραγωδία τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου. Συνεπῶς, καὶ μὲ δεδομένο ὅτι οἱ περισσότεροι Τοῦρκοι δὲν ἔχουν κανέναν καημὸ νὰ φέρνουν στὸ φῶς τὸ Βυζάντιο (μόνο ἂν τὸ ὀνοματίσουν ρωμαϊκό, ἠρεμοῦν), ὅ,τι μαθαίνουμε εἶναι εὐτυχία.

Ὡστόσο, πάντα εἶχα τὴν ἀπορία πῶς οἱ «μὴ ἰδεολογικὰ ἐνθουσιασμένοι μὲ τὸ Βυζάντιο» γίνονται βυζαντινολόγοι -πέρα ἀπὸ βιοποριστικοὺς λόγους. Ἐδῶ ποὺ χρειάζεται ἡ ψυχολογία, οἱ ὁπαδοί της ἀπουσιάζουν ἐπιδεικτικά -θὰ θυμοῦνται τὸν χωροφύλακα καὶ τὸν παπὰ / δάσκαλο νὰ τοὺς κουρεύει τὰ μαλλιά. Ἡ «ἀρχαία» ἀρχαιολογία εἶναι τόσο προχωρημένη κι ἔχει ψάξει καὶ σκάψει τόσο πολὺ τὰ πάντα, ὥστε γιὰ νὰ ἀνακαλύψεις καὶ νὰ δημοσιεύσεις κάτι πρωτοποριακὸ πρέπει νὰ γίνεις κάτι ἄλλο, π.χ. βυζαντινὸς ἀρχαιολόγος. Ἔλα ὅμως, ποὺ ἔχεις τὶς προκαταλήψεις τῆς κλασσικῆς φιλολογίας ἢ τὶς δυτικομεσαιωνικὲς καὶ πολυπολιτισμικὲς προκαταλήψεις. Καὶ πάλι, ὅμως, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ἡ ἐξήγηση αὐτή. Οἱ Ἕλληνες, ξέρω, θέλουν νὰ φύγει ἡ ρετσινιὰ τοῦ θρησκόληπτου ποὺ ἡ Ἀριστερὰ χαχανίζοντας ἢ γρυλίζοντας τοὺς κόλλησε.

Τέλος πάντων, αὐτὰ τὰ μυστήρια εἶναι γιὰ μᾶς ποὺ δὲν ἔχουμε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιλύσουμε τὰ σημερινὰ παγκόσμια κοινωνικά, πολιτικὰ καὶ φιλοσοφικὰ προβλήματα. Ἐν τῷ μεταξύ, νά ἕνα καημένο βυζαντινάκι τοῦ Ἀμόριου (10ος – 11ος αἰ.).

amorium

 

Posted in Δυτικοί, Μικρά Ασία, Τούρκοι | Tagged , , , , , , | Σχολιάστε

Santiago del Arrabal – Τολέδο

Μέσα 13ου αἰ.

tolc3a8de_-_santiago_del_arrabal

 

19439868

Posted in Δύση | Tagged , | Σχολιάστε

«Ἐθνολαϊκισμὸς καὶ Θεσσαλονίκη»

Στὰ παλιά, καλὰ χρόνια πρὸ τοῦ 2010 (τὸ 2005) εἶχε κυκλοφορήσει ἕνα κείμενο μὲ τίτλο «Ἐθνολαϊκισμὸς καὶ Θεσσαλονίκη». Τὸ κείμενο ἔκανε ἐντύπωση, κυρίως γιὰ τὴν λέξη «ἐθνολαϊκισμός», ἡ ὁποία τότε εἰσήχθη στὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ὁποία ἔκτοτε εἶναι ἡ ἀγαπημένη λέξη ἀρκετῶν δεξιῶν φιλελεύθερων ἀρθρογράφων στὰ γνωστὰ ΜΜΕ (Καθημερινὴ κ.ἀ.). Τὸ παράδοξο τοῦ πράγματος ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ συγγραφέας εἶναι Ἀριστερός. Καθὼς ἡ Ἀριστερὰ ἐνδιαφέρεται νὰ ξεχειλώνει τὴν ἔννοια τοῦ φασισμοῦ, ποὺ τῆς φτάνει καὶ μὲ τὸ παραπάνω ὡς πολεμικὸς χαρακτηρισμὸς τῶν κάθε εἴδους ἀντιπάλων, ὁ ἐθνολαϊκισμὸς ἑνὸς βέρου ἀντιδεξιοῦ κατέληξε ὄχι ἀριστερὸ μὰ δεξιὸ φιλελεύθερο ἐργαλεῖο. Αὐτὸ συνάδει μὲ τὴ γενικότερη χρήση τῆς μετασοβιετικῆς Ἀριστερᾶς ὡς θεραπαινίδας τοῦ οἰκονομικοῦ φιλελευθερισμοῦ. Ὡς γραφείου ἰδεολογικῆς κατήχησής του. Ἀσφαλῶς, διάφοροι Ἀριστεροὶ νομίζουν ὅτι χρησιμοποιοῦν τὸν φιλελευθερισμὸ γιὰ νὰ προωθήσουν τὴν ὑπόθεση τῆς Ἀριστερᾶς. Βέβαια, εἴθισται ὁ ἀδύναμος, ὁ ἡττημένος, νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν νικητὴ καὶ ἰσχυρό, καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο. Ὅμως, ἡ ἀριστερὴ ἐλπίδα, ὡς μορφὴ παραίτησης, πεθαίνει τελευταία. Τὸ ὅτι, πάντως, ὁ οἰκονομικὰ φιλελεύθερος ἔχει ἀνάγκη τὸν Ἀριστερὸ στοχαστή, δὲν σημαίνει ὅτι υἱοθετεῖ καὶ προβάλλει τὶς ἰδέες τοῦ τελευταίου. Τὸν ἔχει ἀνάγκη ὅπως πρὶν ἀπὸ τὴν Κρίση ὁ πλούσιος Ἕλληνας εἶχε ἀνάγκη τὸν ἀλλοδαπὸ οἰκοδόμο: Τὸ ἐξοχικὸ ὅμως ἦταν τοῦ Ἕλληνα, ὁ ἀλλοδαπὸς ζοῦσε στὸ ἄθλιο «κοτέτσι». Ἔτσι κι ἡ ἀντιεθνολαϊκιστικὴ Ἀριστερά, γλύφει τὰ κόκκαλα ποὺ τῆς πετοῦν οἱ καθεστωτικοί, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἀναγκασμένη νὰ ἐπικαλεῖται καὶ τὸν ξεχειλωμένο φασισμό, ἐνίοτε μὲ πραγματικὴ λύσσα.

Ἀρχικὰ στὸ κείμενο, γίνεται μιὰ πολὺ γενικὴ παράθεση τῶν ἰδιοτήτων τοῦ λαϊκισμοῦ, κι ἀμέσως μετά παρατίθενται κάποια ὑποτιθέμενο ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαϊκισμοῦ. Ὡστόσο, εἶναι ἄξιο ἀπορίας γιατί λ.χ. ἡ ἠθικολογία νὰ θεωρηθεῖ ἰδιαίτερο ἑλληνικὸ χαρακτηριστικό. Γιατί εἰδικὰ οἱ ἕλληνες ἐθνολαϊκιστὲς νὰ νοιάζονται γιὰ ἕναν ὁρισμένο τύπο κράτους, ποὺ θὰ βοηθᾶ ἄμεσα ὡς ἀρωγὸς στὶς «δικές τους» ὑποθέσεις ἀλλὰ στὶς ἄλλες ὑποθέσεις θὰ κάνει ὅ,τι θέλει τὸ ἴδιο; Αὐτὸ ἀκριβῶς π.χ. δὲν κάνουν οἱ δικαιωματιστές; Ζητοῦν τὸ κράτος ὡς ἀρωγὸ στὸ ἐπιμέρους αἴτημά τους (ὁμόφυλος γάμος κ.λπ.), ἐνῶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ζοῦν σὲ μία κατάσταση ἀφασίας. Εἶναι ἐθνολαϊκιστὲς οἱ δικαιωματιστές; Κρίνοντας ἀπὸ τὴ χαλαρότητα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ κειμένου, εἶναι. Ἔπειτα, ἡ ἀναφορὰ στὸν συναισθηματισμὸ ὡς στοιχείου τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ εἶναι ἀνούσια, εἶναι κομματικὴ προπαγάνδα, ἀφοῦ ὅπως παραδέχεται τὸ ἄρθρο, ὅλες οἱ ἰδεολογίες ἔχουν ἰσχυρὴ δόση τοῦ συναισθήματος. Παραδόξως, μόνο στὸν ἐθνολαϊκισμὸ φαίνεται πὼς αὐτὸ εἶναι κακό. Ἡ ἄποψη τοῦ ἄρθρου ὅτι στὸν ἐθνολαϊκισμὸ ὑπάρχει «ἐργαλειακὴ χρήση τοῦ συναισθήματος» εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ γενικολογία. Ἀκόμη κι ἡ Ἀριστερά (κι ὄχι μόνο ἡ ἑλληνική) χρησιμοποιεῖ κομματικὰ καὶ ἐργαλειακὰ τὸ συναίσθημα γιὰ νὰ τὸ πολιτικοποιήσει ὅπως αὐθαίρετα θέλει (θυμηθεῖτε τὸ πνιγμένο προσφυγόπουλο τοῦ 2015, γιὰ τὸ ὁποῖο σαφῶς δὲν ἔφταιγαν οἱ Ἕλληνες –κι ὅμως, ἐξαιτίας του ἡ ἑλληνικὴ Ἀριστερὰ τοὺς κατηγόρησε ὡς ἀδιάφορους ρατσιστές), ὅπως καὶ τὴν ἐπιστημονικότητα. Ἡ ἐργαλειακὴ χρήση τῶν συναισθημάτων, λοιπόν, δὲν εἶναι κάτι ἀξιοπερίεργο.

Τὸ κεντρικὸ συναίσθημα τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει τὸν «ἐθνολαϊκισμὸ» κατὰ τὸ κείμενο εἶναι ἡ περίφημη μνησικακία. Ἡ παραφιλολογία περὶ μνησικακίας φυσικὰ ξεκίνησε μὲ τὸν Νίτσε, τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ κείμενο, καὶ συνεχίστηκε μὲ ἄλλους: Ὁ μνησίκακος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει αὐτὸ ποὺ θέλει καὶ στὴ συνέχεια τὸ ὑποτιμᾶ / τὸ μισεῖ, ἐνῶ παράλληλα ἡ ἀδικία δὲν ἀποκαθίσταται κ.ο.κ. Καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν γίνεται κατανοητὸ γιατί ἡ μνησικακία ἀφορᾶ εἰδικὰ τὸν ἐθνολαϊκισμό (τὸ ἔθνος) κι ὄχι ὁποιαδήποτε κατάσταση ἀποτυχημένης μιμητικῆς ἐπιθυμίας, ἐπιθυμίας ποὺ ἀπέτυχε κι ἔγινε ἀρνητική. Σύμφωνα μὲ τοὺς συγγραφεῖς ποὺ τὸ κείμενο ἐπικαλεῖται, ἔχουμε μιὰ γενικὴ τάση τῆς μαζικοδημοκρατικῆς κοινωνίας γιὰ μνησικακία· κάτι τέτοιο δὲν εἶναι εἰδικὰ ἐθνικὸ φαινόμενο. Ἔτσι, φορτώνεται μόνο στὸ ἔθνος μιὰ κατάσταση ποὺ διατρέχει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Μάλιστα, ἡ κατάσταση αὐτή, τῆς μνησικακίας, εἶναι κάτι τόσο παλιὸ ὅσο ὁ μύθος τοῦ Αἰσώπου μὲ τὴν κολοβὴ ἀλεποὺ ποὺ πρότεινε στὶς ἄλλες ἀλεποῦδες νὰ κόψουν κι αὐτὲς τὴν οὐρά τους. Οὐδὲν καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιο.

Τὸ κείμενο ἀποδίδει ὡς εἰδοποιὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ καταστάσεις μνησικακίας ποὺ θὰ μποροῦσαν εὔκολα νὰ ἀνιχνευθοῦν σὲ ἀναρχικά, ἀριστερίστικα κἄ. ἰδεολογήματα. Ὅμως, σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικὴ προκατάληψη τοῦ κειμένου, ἡ ἀνημποριὰ καὶ ἡ λύσσα δὲν θὰ χαρακτήριζαν ποτὲ ἕναν ἀντιρατσιστὴ – ἀντιφασίστα ἀναρχικὸ ποὺ καίει κάδους κι ἁμάξια κάθε Σαββατοκύριακο κι ἕναν Ἀριστερὸ ποὺ χτυπιέται σὰ χταπόδι βραχνιάζοντας στὶς «πορεῖες» καὶ τὶς «συγκεντρώσεις» κατὰ τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ (π.χ. ὑπὲρ τῶν Παλαιστινίων) ἢ τῆς πλουτοκρατίας · οὔτε τὸ στοιχεῖο τῆς μνήμης· μὰ οὔτε ὑπάρχει στοὺς παραπάνω ἕνα «ένα αίσθημα απόλαυσης στη μνησικακία», ποὺ «οδηγεί σε ναρκισσιστικές παλινδρομήσεις». Ἐδῶ ταιριάζει τὸ «βγάλε πρῶτα τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ δικό σου μάτι κ.λπ.».

Κι ἀλήθεια, τί πιὸ ταιριαστὸ ἀπὸ τὴν καινοδιαθηκικὴ αὐτὴ προτροπή, ὅταν ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου ἔχει γράψει ἕνα χαρακτηριστικὰ μνησίκακο ποίημα ἀνημποριᾶς: «Τον Πόντιο μου τον παππού τον σκότωσαν στο ξύλο / Κι απ’ τη ζωή δεν πρόλαβε να δρέψει ούτε μήλο / Από’ τα βουνά της Λαζικής τον φεραν εδώ πέρα / Τον ρίξαν σ’ άνυνδρη γωνιά μα με βουνίσιο αέρα / Και στους καιρούς του Μεταξά του είπαν : ‘’Βγαλτα πέρα’’ / Κι ύστερα ηρθε η κατοχή κι ’έψαχνε τα παιδιά του / Που πήγαν στο αντάρτικο και ράγισε η καρδιά του / Όταν τον γυιο του τον μικρό πήραν στην Γερμανία / Τον έριξαν στην κόλαση να σκάβει στ’ ορυχεία / Και η μεγάλη κόρη του πήγε στους Ελασιτες / Και τον Παππού τον σκότωσαν ματοβαμμένοι Χιτες». Ἐδῶ μέσα ἔχουμε ὅλα τὰ στοιχεῖα μιᾶς ἀνήμπορης μνησικακίας, ποὺ κανονικὰ καὶ μὲ βάση τὸ κείμενο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνιχνεύεται μόνο στοὺς ἐθνολαϊκιστὲς καὶ τοὺς Χίτες καὶ Μεταξικούς. Σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις τῆς θρησκείας ποὺ λέγεται Ψυχολογία, θὰ μποροῦσαμε λοιπὸν νὰ κάνουμε λόγο γιὰ «προβολή»: ΕΜΕΙΣ εἴμαστε μνησίκακοι (ἀλλὰ «καλοὶ μνησίκακοι», γιὰ «δίκαιους λόγους» πάντα) καὶ γι’ αὐτὸ κατηγοροῦμε τοὺς Ἄλλους (τοὺς «ἐθνικιστές» τοῦ ἔθνους κ.λπ.) ὡς μνησίκακους (ἀλλὰ «κακῶς μνησίκακους»).

Ἀπὸ τὴ δική μου σκοπιά, ὅπου ὄντως τίποτα ἐντυπωσιακὰ καινούργιο δὲν ὑπάρχει, ἡ μνησικακία δὲν εἶναι οὔτε δηλητήριο οὔτε βλαβερὴ οὔτε ἀρετή. Εἶναι μιὰ κατάσταση, ἄμεσα σχετιζόμενη μὲ τὴ Μίμηση καὶ τὴν Ἰσχύ, δηλαδὴ δύο θεμελιώδη, παντοτινὰ χαρακτηριστικὰ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπονέσει ἢ ὄχι τὸν μνησίκακο, νὰ τὸν γιατρέψει ἢ νὰ τὸν εἰρωνευτεῖ καὶ νὰ τὸν ἐξοντώσει. Δὲν εἶναι στὶς προθέσεις μου αὐτό, στὸ βαθμὸ ποὺ μέλημά μας εἶναι νὰ τὸν περιγράψουμε. Πάντως, ὅπως οἱ κυνηγοὶ μαγισσῶν παλαιότερων ἐποχῶν ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ «κυνηγοὺς κυνηγῶν μαγισσῶν» στὴ σύγχρονη χωρὶς νὰ ἀλλάξει ἡ δομὴ τοῦ κυνηγητοῦ καὶ τοῦ κυνηγοῦ, ἔτσι καὶ μὲ τὴ μνησικακία: Οἱ πεφωτισμενοι ἀντιλαϊκιστὲς ἐπικριτές της δὲν εἶναι λιγότερο μνησίκακοι ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἀρχικοὶ μνησίκακοι.

Κατόπιν, διαβάζουμε γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἐθνολαϊκισμό. Διαβάζουμε γιὰ τὴν ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ Δυτικῶν «συγκρούσεων» καὶ Ἑλληνικῶν «προστριβῶν»: Οἱ Δυτικοὶ συγκρούονται ἐνῶ οἱ Ἕλληνες συνηθίζουν τὶς προστριβές. Καὶ ποιὰ ἡ διαφορά; Οἱ συγκρούσεις ὀφείλονται σὲ «προθέσεις που είναι αρκετά σαφείς», ὥστε ὁ ἀντίπαλος νὰ γίνεται κατανοητὸς ὡς τέτοιος καὶ τὰ αἰσθήματα πρὸς αὐτὸν νὰ εἶναι σταθερά. Ἀντίθετα, οἱ «προστριβὲς» ἔχουν τὸ στοιχεῖο τῆς ἀβεβαιότητας. Ὅπως τὸ καταλαβαίνω ἐγώ, ἔχουμε τὴν ἔμμεση ἀλλὰ σαφὴ ἐξύμνηση τοῦ δυτικοῦ, ἀπόλυτου σταυροφορικοῦ πνεύματος (ὀρθολογικοῦ στὴ μέθοδο καὶ ἀπόλυτου στὶς ἀπόψεις του, δηλαδὴ ὁλοκληρωτικοῦ) σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πιὸ ρεαλιστικὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα (ρεαλιστικὸ ὡς πρὸς τὴν περιγραφὴ τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης), ποὺ κατανοεῖ ὅτι ὅλοι πάνω-κάτω ὑπόκεινται σὲ κοινὴ μοίρα, κι ὅτι ἀπόλυτες διαιρέσεις εἶναι σπάνιες. Στὴν Δύση, ὅπως σκηνοθετεῖται ἀπὸ τοὺς ἐφευρέτες καὶ κατήγορους τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ, δὲν ὑπάρχει ἔντιμη διαφυγὴ ἀπὸ τὴν πάλη Καλοῦ – Κακοῦ, οἱ ἀντιθέσεις εἶναι ἀντικειμενικὲς ἀντιθέσεις. Ὑπάρχει Πόλεμος, κι ὁ ναρκισσισμὸς τοῦ Πολέμου, τῶν καιγόμενων Ι.Χ. κ.ο.κ. Ποιὰ εἰκόνα ὅμως εἶναι ρεαλιστικότερη περιγραφὴ τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης; Ἐκείνη ποὺ δὲν σχηματοποιεῖ – ἀποστεώνει μὲ ὑποστασιοποιήσεις τὰ τμήματά της ἢ ἐκείνη ποὺ ἔχει μιὰ πιὸ δυναμικὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ τμήματά της; Καὶ ποὺ βλέπει στὸν Ἄλλον μιὰ παρόμοια κατάσταση (στὸ κείμενο, ἐπικριτικὰ λέγεται: «ο μειονεκτών, που συγκρίνει τον εαυτό του με τον οιονεί αντίπαλο, συνθέτει την εικόνα ενός εαυτού παραγκωνισμένου από κάποιον που δεν υπερέχει ούτε διανοητικά ούτε ηθικά από αυτόν»), ἡ ἔκβαση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι θέμα Τύχης καὶ συγκυρίας; Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὴν ἐπι-τυχία καὶ τὴν ἀπο-τυχία (ἄρα τὸν ἀδικημένο καὶ τὸν μειονεκτούντα) τονίζει τὸ στοιχεῖο τῆς ἀστάθειας, τῆς παροδικότητας, τῆς Τύχης –σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ μὴ «ἐθνολαϊκιστικὰ» δυτικὰ πρότυπα τοῦ ὀρθολογικοῦ, μεθοδικοῦ κατορθώματος καὶ τῆς μαθηματικοποιημένης ἐξίσωσης ἐπιτυχίας / μεθόδου. Ἐξ ἀπόψεως ἐθνολαϊκιστικῆς ὁρολογίας, ὅσοι κάνουν τέτοια διάκριση μεταξὺ δυτικῆς σύγκρουσης καὶ ἑλληνικῆς προστριβῆς (ἄρα, καὶ τῶν πολιτισμικῶν προϋποθέσεών τους) μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν Δυτικοὶ ἐθνολαϊκιστές.

Πρέπει –γιὰ νὰ κάνουμε μιὰ παρέκβαση– νὰ ὑπενθυμίσουμε σὲ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν κάτι κακὸ στὴν ἀπουσία «συγκρούσεων», ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὸν (ἑλληνικὸ) ἐθνολαϊκισμὸ ἢ σχετίζεται μὲ αὐτόν, ὅτι μεταξὺ 1944-1949 ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δοκίμασε τὴν «σύγκρουση» μὲ τέτοια σφοδρότητα ὥστε κατέστη μαλθακὴ στὸ ἑξῆς -ἐκτὸς ἀπὸ ἀγιάτρευτα ἀνάπηρη καὶ κατεστραμμένη, μὲ τὸν πληθυσμό της ἀστικοπ